Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Άτιμο πράγμα αυτή η Ιστορία. Από ‘δω την πιάνεις, από ‘κει την πιάνεις όλο και κάτι θα σου έχει ξεφύγει, όλο και κάποιος άλλος θα την έχει πιάσει διαφορετικά, άσε που, ενώ γράφεται κατά κανόνα απ’ τους νικητές, σε πολλές περιπτώσεις μετά από καιρό ξαναγράφεται, αντιγράφεται ή απλώς ξεγράφεται.

Η πιο πολυσυζητημένη πτυχή της είναι ασφαλώς η πολιτική Ιστορία, αυτή όχι μόνο δεν έχει σταθερότητα με το πέρασμα του χρόνου, αλλά ούτε το Θεό της. Γιατί, βλέπετε, οι άνθρωποι, οι σχέσεις και οι καταστάσεις μεταβάλλονται ανάλογα με τις συνθήκες και προσαρμόζονται ανάλογα με τις συγκυρίες. Το σημαντικότερο όμως περιθώριο για να συμβούν οι αλλαγές αυτές είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, οι λαοί, ξεχνούν.

Με το πέρασμα του χρόνου κι όσο απομακρυνόμαστε απ’ τα γεγονότα, η μνήμη –η «ιστορική» λεγόμενη μνήμη– ατονεί, οι πρωταγωνιστές περιθωριοποιούνται κι έτσι, ανάλογα με τη συγκυρία ή τη σκοπιμότητα που υπάρχει, μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να εμφανίσουν τις ιστορικές «αλήθειες» που τους συμφέρουν.

Εκείνο που παρουσιάζει διαχρονικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι η στάση της ίδιας της Ιστορίας απέναντι στη ζωή και τα πράγματα. Η «εκδίκηση της Ιστορίας» –όπως συνηθίζεται να αποκαλείται– είναι συνήθως η δικαίωση όλων εκείνων, που για τη στάση, τη θέση ή τις ιδέες τους, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και για χίλιους δυο λόγους, εσκεμμένα και παραπλανητικά λοιδορήθηκαν, συκοφαντήθηκαν, υποτιμήθηκαν. Στην περίπτωση αυτή κατατάσσεται ο Γιώργος Παπανδρέου, ο σημερινός πρωθυπουργός.

Δεν υπάρχει πολιτικός της νεότερης γενιάς, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που να είχε υποστεί τόσον πολλές επιθέσεις, σχόλια, κριτικές, σάτιρα κ.ο.κ. απ’ αυτόν. «Γιωργάκη» τον ανέβαζαν «Γιωργάκη» τον κατέβαζαν, είχε βλέπετε την «ατυχία» να έχει ως πολιτικό αντίπαλο απέναντί του τον «καταλληλότερο» πρωθυπουργό όλων των εποχών, τον Κώστα Καραμανλή.

Σήμερα από τα χέρια αυτού του «Γιωργάκη» κρέμεται η τύχη της χώρας κι όλων μας, εξαιτίας της πενταετούς «σεμνής και ταπεινής» διακυβέρνησης του τόπου από τον πρώην «καταλληλότερο» και τους υπουργούς του. Η Ιστορία εκδικήθηκε.

Θυμόταν ότι, από το Σεπτέμβριο του 2004, στη Δ.Ε.Θ. ο Γιώργος Παπανδρέου είχε αποκαλέσει την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας «κυβέρνηση περιορισμένης ευθύνης»
η οποία «υπονομεύει καθημερινά την αξιοπιστία μας» και «αυτοδυσφημίστηκε στο εξωτερικό, στο ECOFIN, στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Θυμόταν, από την ομιλία στο βήμα του 7ου Συνεδρίου του ΠΑ.ΣΟ.Κ., το Μάρτη του 2005, ότι η «Η Νέα Δημοκρατία οδηγεί σ’ ένα κατήφορο δίχως τέλος την Ελλάδα» ή το «Ο κ. Καραμανλής είναι μέρος του προβλήματος, και όχι από μηχανής θεός».

Θυμόταν τη σκληρή γλώσσα που χρησιμοποίησε στη Θεσσαλονίκη και πάλι, το Σεπτέμβριο του 2006, καταγγέλλοντας ότι «Οργανωμένες συμμορίες» δρουν στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, κατηγορώντας ταυτόχρονα τον τότε πρωθυπουργό ότι φέρει «προσωπικά» ο ίδιος την ευθύνη γι' αυτές τις «απίστευτες ιστορίες διαφθοράς».

Θυμόταν, παραμονές εκλογών του 2007, μέσα στον όλεθρο που έσπερναν οι φωτιές την αυστηρή προτροπή του προς την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, να δώσει στη δημοσιότητα τα –εφόσον υπάρχουν– στοιχεία για την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου εμπρησμών και περί «ασύμμετρης απειλής» κατά της χώρας.

Θυμόταν το «Φτάνει πια», που αναφώνησε το Δεκέμβρη του 2008, εν μέσω μιας Αθήνας που είχε αφεθεί στο έλεος των βανδάλων με αφορμή τη δολοφονία του μαθητή Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η κυβέρνηση, είχε καταγγείλει τότε, «ασχολείται με τα δικά της, ιδιοτελή συμφέροντα, αλλά δεν προστατεύει τη νεολαία, τις περιουσίες, τους πολίτες. Φτάνει πια με αυτή την κυβέρνηση, που δεν κατανοεί τα πραγματικά προβλήματα του κόσμου, του τόπου, της πατρίδας. Φτάνει πια με αυτή την κυβέρνηση, που το μόνο που εγγυάται είναι ένα χειρότερο αύριο, με συνέχεια της βίας και της αυθαιρεσίας, της ανομίας και της ατιμωρησίας, της ανέχειας».

Θυμόταν την καταγγελία του, μετά το αιφνιδιαστικό κλείσιμο της Βουλής τον Μάιο του 2009, ότι «Μπροστά στην αυτοσυντήρηση της κυβέρνησής του ο κ. Καραμανλής δεν έχει τον παραμικρό φραγμό. Αντί για τη διαφάνεια, την απόδοση ευθυνών όπου αυτές υπάρχουν και την απαλλαγή όσων έχουν κατηγορηθεί άδικα, επέλεξαν την αναγκαστική αδράνεια και τη σιωπή της Βουλής, το σκοτάδι της αδιαφάνειας».

Η Ιστορία εκδικήθηκε, μα δεν χρειάζεται να ξαναγραφτεί. Πρέπει ο Γιώργος Παπανδρέου να θυμάται διαρκώς. Τα λάθη του παρελθόντος ας μείνουν οδυνηρό μεν, αλλά κραυγαλέο συνάμα, παράδειγμα προς αποφυγή.

Επειδή ο λαός ξεχνάει γρήγορα, ο Γιώργος Παπανδρέου πρέπει να θυμάται, ότι τα σχέδια που καταστρώνει για το ξεπέρασμα της κρίσης θα τα υποστούν και τα θα εφαρμόσουν άνθρωποι. Όλοι οι Έλληνες. Αυτοί πρώτοι απ’ όλους θα κληθούν να γράψουν τις σελίδες αυτής της ιστορίας, ας είναι, λοιπόν, μια ιστορία γενναιότητας, αλήθειας, δικαιοσύνης και συνέπειας στις αρχές, τις αξίες και τις ιδέες μας.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

IMAGE MAKERS


Δεν μίλησε κανείς στον κύριο Σαμαρά για την «απογραφή»; ‘Η μήπως δεν τον αφορά εφόσον την εποχή εκείνη έκανε το αγροτικό του έξω από το κομματικό μαντρί;
Λοιπόν, σύντροφοι, μ’ έχει πιάσει μια κάποια ανησυχία τώρα που μας ενημέρωσαν, ότι τελείωσε η συναίνεση. Ανησυχώ σφόδρα για την εικόνα μας. Τι άραγε θα σκέφτονται οι «αγορές» χωρίς την «πλάτη» του κυρίου Σαμαρά ή πώς θα νοιώσουν οι ευρωπαίοι που δεν διερευνούμε και τα εθνικά δάνεια της Επανάστασης του 1821;
Βλέπετε την εποχή της συναίνεσης όλα έβαιναν καλώς σ’ αυτόν τον καθημαγμένο τόπο και η «τυχερή» -κατά τον κύριο Σαμαρά- κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου είχε παραλάβει μια ανθούσα οικονομία κι ένα καλοκουρντισμένο κρατικό μηχανισμό, δεν είχε ν’ αντιμετωπίσει άδεια ταμεία, υπέρογκα χρέη, τη Eurostat, τα spreads, τις κερδοσκοπικές επιθέσεις.
Κάποιος δεν βρέθηκε να πει στον κύριο Σαμαρά, ότι η συναίνεση ασφαλώς και δεν είναι λευκή επιταγή ή γραμμάτιο, η άρση της όμως, η ημερομηνία λήξης με άλλα λόγια, αν δεν σχετίζεται με διαφωνία για προφανείς πολιτικούς λόγους ή για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, την καθιστά έωλη, προσχηματική και ψευδεπίγραφη;
Δεν έχει ανάγκη ο τόπος από δήθεν image makers και κάλπικες συναινέσεις, η ουσιαστική συναίνεση παρέχεται αυτή τη στιγμή στην κυβέρνηση από τον φιλότιμο ελληνικό λαό, την εικόνα της θα ξαναφτιάξουν μαζί όλοι εκείνοι που τελικά καλούνται να πληρώσουν και τα σπασμένα της πεντάχρονης διακυβέρνησης του τόπου απ’ τη Νέα Δημοκρατία.
Αυτή τη συναίνεση πρέπει να κεφαλαιοποιήσει τάχιστα η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου και με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και θάρρος, να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες πολιτικοκοινωνικές τομές, ώστε ν’ αποκτήσει και πάλι η χώρα στο διεθνές προσκήνιο την εικόνα και τη θέση που της αξίζει, αλλά κι η πολίτες της την πληγωμένη τους αξιοπρέπεια.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ ΜΠΛΟΥΖ


Από την ασφυκτική πίεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να υποθηκεύεται η εθνική μας κυριαρχία, αλλά κι από την πλημμύρα περισσότερων από 150.000 στρεμμάτων καλλιεργειών και καλλιεργήσιμων εκτάσεων απειλείται κι η εδαφική μας ακεραιότητα.
«Ο Έβρος αντέχει το πολύ 1.300-1.500 κυβικά το δευτερόλεπτο. Τις προηγούμενες μέρες κράτησαν οι Βούλγαροι στα φράγματα όσο μπορούσαν. Πλέον μας ειδοποίησαν ότι δεν αντέχουν άλλο. Στο τριεθνές όπου συναντώνται ο Έβρος, ο Άρδας και ο Τούντζας η κατάσταση είναι εφιαλτική. Τώρα κατεβάζει νερά και ο Ερυθροπόταμος με αποτέλεσμα να υπάρχει άμεση απειλή και για το Διδυμότειχο», δήλωσε ο Νομάρχης Έβρου κ. Νίκος Ζαμπουνίδης, όπως διαβάζουμε στα «ΝΕΑ». Από το απόγευμα της Καθαρής Δευτέρας, είχαν κλείσει οι δύο από τις τρεις εισόδους του Διδυμοτείχου, αφού οι δρόμοι στη δυτική πλευρά της πόλης και στο Ελληνοχώρι είχαν κατακλυστεί από νερά.
Το πρόβλημα είναι γνωστό και επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε χρόνο, οφείλεται στο γεγονός ότι, είτε δεν υπάρχουν καν αναχώματα για να συγκρατήσουν τη δύναμη των νερών στη Βουλγαρία και την Τουρκία, είτε τα φράγματα είναι αδύναμα να συγκρατήσουν τη δύναμη των νερών. Φέτος, όπως διαμορφώνεται μέχρι σήμερα η κατάσταση, εκφράζονται φόβοι ότι οι ζημιές θα ξεπεράσουν ακόμη κι εκείνες που είχαν προκληθεί το 2005, όταν είχαν πλημμυρίσει πάνω από 200.000 στρέμματα κι οι ζημιές είχαν αποτιμηθεί περίπου στα 76 εκατ. ευρώ.
Οι προσπάθειες που έχουν γίνει σε διπλωματικό επίπεδο, ώστε να βελτιωθούν οι υποδομές κυρίως στη Βουλγαρία –που χρονολογούνται από τη δεκαετία του ’60– προκειμένου να αντιμετωπιστεί οριστικά το πρόβλημα, προσκρούουν στο κόστος, αφού απαιτείται τουλάχιστον ένα δισ. ευρώ για να γίνουν αναχώματα και να ενισχυθούν τα υφιστάμενα φράγματα, κόστος που η γειτονική χώρα δεν μπορεί να αναλάβει.
Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Ελλάδα κι η Βουλγαρία, αλλά και με «ειδική σχέση» η Τουρκία, είναι τόσο δύσκολο άραγε να χρηματοδοτηθούν από κοινοτικούς πόρους τα αναγκαία έργα για τη βελτίωση ή την κατασκευή υποδομών, όπου χρειάζεται, ώστε να μη δημιουργούνται κάθε χρόνο αυτά τα προβλήματα σε μια χώρα μέλος; Είναι άραγε προτιμότερο να δαπανώνται εκατομμύρια ευρώ για ν’ αποζημιώνονται καταστροφές, από το να αναληφθεί μια συντονισμένη πρωτοβουλία των ευρωπαίων εταίρων, ώστε να εκλείψει μιας δια παντός ο κίνδυνος να καταστρέφονται περιουσίες, να ταλαιπωρούνται πολίτες και, τελικά, να πλήττονται κυριαρχικά εδαφικά δικαιώματα μιας χώρας – μέλους;
Θα ήταν εξαιρετικής πολιτικής σημασίας γεγονός, αν σ’ αυτή την εξαιρετικά δύσκολη για τη χώρα μας συγκυρία, εκδηλωνόταν και για το θέμα αυτό το ζωηρό, πιεστικό και ασφυκτικό ενδιαφέρον των γραφειοκρατών από τις Βρυξέλλες, όπως συμβαίνει και στο πεδίο της λήψης πρόσθετων οικονομικών μέτρων. Ίσως με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαμε να διακρίνουμε πίσω από το στυγνό προσωπείο των αγορών στο πρόσωπο της Ευρώπης κάποια ίχνη του πάλαι ποτέ τρίπτυχου της αλληλεγγύης, της συνεργασίας και της ανάπτυξης.

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ


Θλίψη και οργή. Δεν ξέρω αν μπορεί να αισθανθεί κάποιος άλλα συναισθήματα μετά τις εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων, ιδιαίτερα μετά τις χθεσινές εξελίξεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης με θέμα τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας.Τραγική φιγούρα ο πρωθυπουργός εν μέσω των εκπροσώπων των τραπεζών και των εγγυητριών δυνάμεων, να πορεύεται για τις αναμνηστικές φωτογραφίες μετά τη σεμνή τελετή που επισφράγισε με τον τραγικότερο τρόπο το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου.

Δεν έχει σημασία, αν το σχέδιο για την οικονομία ονομάστηκε «διάσωση». Δεν έχει νόημα αν στην πολιτική ορολογία αποκάλεσαν τη γαλλογερμανική πρωτοβουλία «στήριξη». Σημασία έχει, ότι αποδείξαμε σ’ όλο τον κόσμο την αδυναμία μας ως λαός να διαχειριστούμε τα του οίκου μας. Σημασία έχει, ότι αναγκαστήκαμε ως πολίτες να σκύψουμε το κεφάλι και να δεχτούμε να μας κυβερνούν άλλοι.

Δεν πρόκειται μόνο για απαλλοτρίωση ή εκχώρηση μέρους της εθνικής μας κυριαρχίας αυτό που αναγκάστηκε να δεχτεί χτες η ελληνική κυβέρνηση, αλλά για κατάλυση της λαϊκής κυριαρχίας. Το γιατί δεν είναι θαρρώ δύσκολο να το κατανοήσουμε, εφόσον κανείς από τους ψηφοφόρους της 4ης Οκτωβρίου δεν ψήφισε ως αντιπρόσωπό του για το ελληνικό κοινοβούλιο κάποιον από τους αξιότιμους γραφειοκράτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή τους σεβαστούς κυρίους του Δ.Ν.Τ.

Ούτε, πολύ περισσότερο, ο πρωθυπουργός επέλεξε κάποιον απ’ αυτούς ως μέλος της κυβέρνησής του. Από τη στιγμή όμως που οι κύριοι αυτοί από χτες, όχι μόνο επιβλέπουν, αλλά μπορούν ν’ αποφασίζουν μέτρα και να υποδεικνύουν πολιτικές, λειτουργούν ως οιονεί υπουργοί, ως διευθυντήριο. Η λαϊκή κυριαρχία έχει πάει περίπατο.

Αυτή η συγκυρία όμως θα πρέπει να αποτελέσει για όλους μας την κόκκινη γραμμή, το σημείο εκκίνησης κι όχι το τέλος. Για χρόνια αναρωτιόμασταν αν έχει πάτο το βαρέλι, ιδού λοιπόν ο πάτος σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Κανείς δεν θα μπορέσει μόνος του να ξαναβγεί στον αφρό, ούτε οι αξιοσέβαστοι πολιτικοί μας, ούτε οι επινοητικοί επιχειρηματίες μας, ούτε οι μισθοσυντήρητοι, οι άνεργοι ή οι συνταξιούχοι, όλοι έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον.

Ήρθε η ώρα να δείξει το πολιτικό προσωπικό της χώρας τη σοβαρότητα, το ήθος και την υπευθυνότητα, που είχε εξαφανιστεί πίσω από το λαϊκισμό, την αμετροέπεια και τη συναλλαγή, έφτασε η ώρα η κοινωνία μας ν’ αφυπνιστεί και να επιδείξει τ’ αντανακλαστικά, τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις, που αμβλύνθηκαν κι υπέκυψαν σε ψευδεπίγραφα πρότυπα ανάπτυξης, σε δανεικά μοντέλα κατανάλωσης και πρωτοφανή φαινόμενα αλλοτρίωσης.

Στο μονόδρομο που βρισκόμαστε όλοι η μόνη διέξοδος είναι η δημιουργία των συνθηκών για την έγκαιρη διέξοδο όλων. Αυτό είναι το μόνο στοίχημα που μπορεί να κινητοποιήσει την πληγωμένη περηφάνια και φιλότιμό μας. Εδώ είναι η ευθύνη της κυβέρνησης για να μετατρέψει τη λαϊκή ανοχή σε κινητήρια δύναμη για δίκαιες και αποτελεσματικές λύσεις στα χρόνια προβλήματα και στρεβλώσεις του συστήματος. Με ψυχραιμία, αποφασιστικότητα και σχέδιο μπορεί να δρομολογήσει τις συνθήκες για ασφαλή διέξοδο από αυτή την πολύπλευρη κρίση.

Βρισκόμαστε σε πόλεμο. Όσο ταχύτερα οργανωθούμε για να δώσουμε με επιτυχία τις προσωπικές και συλλογικές μας μάχες, τόσο συντομότερα θα πλησιάσουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Τόσο συντομότερα θα μπορέσουμε να διεκδικήσουμε και πάλι –προς πάσα κατεύθυνση– αυτά που θεωρούμε πως μας αναλογούν ή μας ανήκουν…

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ - "ΑΡΓΥΡΙΑ"


Η Τσικνοπέμπτη μπορεί να πέρασε με τιμή και δόξα, αλλά το «τσίκνισμα» για τους δημοσίους υπαλλήλους, όπως φαίνεται, μόλις αρχίζει. Έχω την εντύπωση, ότι ένα συναίσθημα ικανοποίησης κατακλύζει τους πολίτες στο άκουσμα των ρυθμίσεων που διαδοχικά βλέπουν το φως της δημοσιότητας και αφορούν τους μισθούς, τα επιδόματα και τις κάθε είδους και μορφής απολαβές της συμπαθούς αυτής επαγγελματικής κατηγορίας.

Η 48ωρη απεργία τελωνειακών και εφοριακών υπαλλήλων, η πρώτη κινητοποίηση δημοσίων υπαλλήλων -πριν κι απ’ αυτή ακόμα της προσεχούς Τετάρτης που έχει προκηρυχτεί από την ΑΔΕΔΥ- ως αντίδραση για τα σχεδιαζόμενα κυβερνητικά μέτρα, αποκαλύπτει το μέγεθος της αυτοδυναμίας και της ισχύος που έχουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των συγκεκριμένων υπαλλήλων.

Από τις μεγαλύτερες οργανώσεις δημοσίων υπαλλήλων -μαζί με τους καθηγητές, τους νοσοκομειακούς γιατρούς και τους δασκάλους- οι εφοριακοί κι οι τελωνειακοί, κατευθύνουν αποφασιστικά την πολιτική της ΑΔΕΔΥ, αλλά και τις τύχες χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων, που ανήκουν στη δύναμή της.

Οργανώσεις που στο παρελθόν έχουν σταθεί τα πανίσχυρα εμπόδια, όσες φορές επιχειρήθηκε να σχεδιαστεί ενιαίο μισθολόγιο για τους εργαζόμενους στο δημόσιο, εξαιτίας του μεγέθους της μισθολογικής απόκλισης μεταξύ των υπαλλήλων των παραπάνω κλάδων με τους υπόλοιπους κλάδους των εργαζομένων στο δημόσιο. Η μόνιμη επωδός των συνδικαλιστικών βαρόνων της ΑΔΕΔΥ στις εύλογες «γκρίνιες» άλλων κλάδων υπαλλήλων για την επιδοματική εκτόξευση των υπαλλήλων αυτών των «προνομιούχων» κλάδων, είχε λίγο – πολύ το νόημα: Μην ασχολείστε με τους άλλους. Διεκδικήστε κι εσείς να τους φτάσετε.

Δεν φταίνε οι εργαζόμενοι. Όπως σε κάθε περίπτωση δεν ευθύνονται κι οι πολίτες για τη δεινή θέση που έχουμε βρεθεί ως χώρα. Την αποκλειστική ευθύνη έχουν εκείνοι που διαχρονικά επέτρεψαν κι εξέθρεψαν τη γιγάντωση συντεχνιών και ομάδων συμφερόντων μέσα στις δημόσιες υπηρεσίες και τις ΔΕΚΟ με γνώμονα όχι το κοινό καλό και το δημόσιο συμφέρον, αλλά την κομματική τους κυριαρχία και μακροημέρευση.

Από την πλευρά τους οι κάθε μορφής ομάδες πίεσης καλά κάνουν και πιέζουν, διεκδικώντας για τα μέλη τους τη μερίδα του λέοντος από την πίτα που μοιράζεται, είτε αυτό λέγεται επίδομα, είτε μειωμένα όρια συνταξιοδότησης, είτε άλλα προνόμια και παροχές, εκείνοι που έχουν εκλεγεί κι έχουν την ευθύνη για τις τύχες όμως όλων, οι κυβερνήτες, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους σε κάθε απόφασή τους το δημόσιο συμφέρον. Δεν το έπραξαν και ιδού τ’ αποτελέσματα, σήμερα που η πίτα τελείωσε «τρώμε τις σάρκες μας».

Η ζούγκλα των επιδομάτων και των προνομίων του δημοσίου, που έρχονται στο φως αυτές τις μέρες, αποκαλύπτει με δραματικό τρόπο, ότι και στον τομέα αυτό επικρατεί το «δίκιο» του ισχυρότερου. Τα «βαριά» χαρτοφυλάκια της οικονομίας, της δημόσιας διοίκησης, της άμυνας, δεν είναι τυχαίο ότι μοιράζονται για το προσωπικό τους τα υψηλότερα επιδόματα κι από κοντά τα «πακέτα» της βουλής, των δικαστών και του ΑΣΕΠ.

Τις περισσότερες φορές «λάφυρα» ενός πολέμου που ποτέ δεν έγινε και «λεία» μια μάχης που ποτέ δεν δόθηκε, τα επιδόματα ήταν τα «αργύρια» για την επιβίωση ενός σάπιου συστήματος διαπλοκής μεταξύ πολιτικών και συνδικαλιστικών ηγεσιών, με παροχές κάτω από το τραπέζι ή πίσω από την πλάτη του ανυποψίαστου πολίτη. Αυτού του πολίτη, που σαν δημόσιος υπάλληλος-αποδέκτης αρκούνταν επί χρόνια να εισπράττει, να χειροκροτεί και να ψηφίζει.

«Αυτή τη γλύκα της κλεμμένης ευτυχίας λίγο – πολύ όλοι την έχουμε γευτεί» και τώρα όλοι καλούμαστε στο ταμείο, σ’ αυτό το ταμείο που δεν το διαχειριζόμαστε πλέον μόνοι, αλλά έχουμε ταμίες και λογιστές από τις Βρυξέλλες. Όλοι θα βάλουμε το χέρι στην τσέπη, το πόσο βαθιά θα το βάλει όμως ο καθένας, στο πλαίσιο μιας δίκαιης οικονομικής πολιτικής, είναι χρέος της κυβέρνησης να το καθορίσει, όπως επίσης ευθύνη της κυβέρνησης είναι να ξεκαθαρίσει οριστικά και δια παντός το τοπίο με τις αποδοχές και τους μισθούς των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων.

Η ποσοστιαία περικοπή επιδομάτων ή και μισθών θα αποβεί αλυσιτελής και ατελέσφορη, αν δεν θεσπιστούν το ταχύτερο οι άξονες κι οι επιμέρους συνιστώσες ενός νέου σύγχρονου μισθολογίου, το οποίο με την εφαρμογή του θα άρει αδικίες και ανισότητες δεκαετιών και θα εδραιώνει, και στον τομέα αυτό, τη διαφάνεια και το δίκαιο στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών.

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010

ΑΜΕΤΡΗΤΑ, ΑΛΛΑ ΔΙΚΑΙΑ ΜΕΤΡΑ...


Τι δυστυχία κι αυτή, μέτρα ακούμε και μέτρα δεν βλέπουμε. Το πιο ωραίο όμως είναι να κάνει κριτική η αντιπολίτευση στην κυβέρνηση για δισταχτικότητα, για αναποφασιστικότητα και για ατολμία στη λήψη μέτρων. Τους έχει στο περίμενε ο Γιώργος Παπανδρέου με τις διαβουλεύσεις, τις συνεντεύξεις και τις διμερείς συναντήσεις κι έχουνε χάσει τη μπάλα. Άσε –σου λέει ο πρωθυπουργός– θα μου την κάνουνε που θα μου την κάνουμε μόλις ξεμυτίσουν οι πρώτες εξαγγελίες, να μην τους παιδέψω κι εγώ λιγάκι;

Σωστή η σκέψη, γιατί, μη μου πείτε, πως λίγο-πολύ δεν περιμένετε, μόλις δουν το φως της δημοσιότητας τα πρώτα πακέτα μέτρων –εκείνα που θα τρέχουμε και δεν θα φτάνουμε– σύσσωμοι όλοι αυτοί που σήμερα ομονοούν για την αναγκαιότητά τους και ασκούν έντονη κριτική για την καθυστέρηση, δεν θα βρουν με το ένα ή άλλο πρόσχημα λόγους για να διαφωνήσουν και να διαχωρίσουν τη θέση τους. Άλλος γιατί επιβαρύνουν δυσβάστακτα τα λαϊκά στρώματα, άλλος γιατί δεν είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, ένας τρίτος γιατί δεν είναι επαρκή κι αποτελεσματικά και πάει λέγοντας.

Πέρα από την πλάκα είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, ότι η βόμβα του χρέους έσκασε στα χέρια μας. Για τριάντα και χρόνια κοροϊδευόμασταν με τα ψέματα και τρενάραμε όπως-όπως τις «καλύτερες μέρες». Το «δε βαριέσαι» ήταν η ρεκλάμα μας. Με τα δανεικά, με τις επιδοτήσεις και με τα κοινοτικά κονδύλια κάναμε «παιχνίδι» και φουσκώναμε την οικονομική πίτα με φρέσκο αέρα.

Βαυκαλιζόμασταν ότι δημιουργούμε υπεραξία κι αναπτύσσουμε μια κρατικοδίαιτη και διαπλεκόμενη οικονομία κι ότι δίνουμε σύγχρονη πνοή σ’ ένα πολιτικοκοινωνικό σύστημα που ήταν για τα μπάζα, που είχε από χρόνια «φάει τα ψωμιά» του κι όχι μόνο τα δικά του, αλλά και τον παιδιών και δισέγγονών του.

Η ανερμάτιστη πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης επιτάχυνε δραματικά τις εξελίξεις και –το τραγικότερο– άνοιξε διάπλατα την ήδη μισάνοιχτη κερκόπορτα, αλλά και την μπαλκονόπορτα και την κυρία είσοδο της χώρας για να μπουκάρουν οι λογής-λογής κοινοτικοί επίτροποι και παρατρεχάμενοι χαρτογιακάδες με τους δείκτες και τα υποδεκάμετρα για να υπαγορεύουν και να επιβάλουν μέτρα, πολιτικές και δράσεις στην κυβέρνηση.

Ταυτόχρονα, με το οικονομικό άνοιγμα που άφησε φεύγοντας, έδωσε το δικαίωμα σε οικονομικούς ομίλους κερδοσκοπικού χαρακτήρα και σε γκόλντεν μπόυς της πιάτσας και των αγορών να ξεσκίζουν κατά το δοκούν τα τελευταία ίχνη αξιοπιστίας και πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας στις διεθνείς αγορές και τα χρηματιστήρια.

Θα είναι πικρό το ποτήρι, αυτό νομίζω το έχει καταλάβει κι η κουτσή Μαρία –που λένε– το διατυμπάνισε με τον πανηγυρικότερο τρόπο με το χθεσινοβραδινό διάγγελμά του ο πρωθυπουργός. Εκείνο που κατά τη γνώμη μου θα γύρει την πλάστιγγα υπέρ ή κατά της κυβέρνησης σε βάθος χρόνου, δεν θα είναι μόνο πόσες τρύπες ακόμα θ’ ανοίξουμε στο ζωνάρι, αλλά κυρίως απ’ την ικανότητα που θα δείξει, ώστε ο πλούτος που θα προκύψει ν’ αξιοποιηθεί μέσω της δίκαιης αναδιανομής του ως κοινωνικό αγαθό κι όχι για να ζεστάνει γνωστές τσέπες στο όνομα της αναθέρμανσης της οικονομίας και της αγοράς.