Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Στο Σύνταγμα, αδέρφια, στο Σύνταγμα.


Μπορεί, όλα αυτά που αυτές τις μέρες βλέπουν το φως της δημοσιότητας, να μην έχουν καμιά σημασία ή σπουδαιότητα για το δημόσιο διάλογο ή να μην έχουν και καμιά επίπτωση στις εξελίξεις και στην κυβερνητική πορεία, αποτελούν όμως, για τη φτωχή τη λογική μου, αυταπόδεικτα σημάδια κι ακράδαντες αποδείξεις για την προϊούσα έκπτωση και τον ξεπεσμό των πολιτικών ηθών, για την παγίωση του βδελυρού και προσβλητικού ύφους άσκησης εξουσίας, όπως το αντιλαμβάνομαι να κυριαρχεί με ιδιαίτερη επιμονή και ένταση τα τελευταία χρόνια.

Την αλαζονεία την έχω ζήσει σ’ όλο της το μεγαλείο κι όλη της τη δόξα. Απ’ το 2000 κι ύστερα δεν αισθάνομαι και τίποτα άλλο· μια ξιπασιά, ένας κομπασμός κι ένα «εμείς είμαστε και κανείς άλλος». Με στυλ εκατό και βάλε καρδιναλίων τα ύστερα του ΠΑΣΟΚ, με τη γνήσια λαϊκότητα και τη δεξιά χοντροκοπιά η Καραμανλική εφταετία της Νέας Δημοκρατίας. Με τρέλαιναν, δε μπορώ να πω, αλλά δεν εξέπεμπαν όπου βρεθούν κι όπου σταθούν αυτή την αλητεία κι αυτό το θράσος που διακρίνει την εκφορά του δημόσιου διαλόγου στις μέρες μας, από το σύστημα και τον μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ.

Ένας ξεπεσμός και μια χυδαιότητα σε σωρεία δημοσιεύσεων, ένα μίσος και μια αποστροφή για την όποια αντίθετη άποψη, ένα κατηγορητήριο και μια συκοφαντία για τον κάθε πολιτικό ή κομματικό αντίπαλο. Ανοχή κι ελαστικότητα σε ασχήμιες και παραβατικότητες, δυσανεξία κι επιθετικότητα σε επικρίσεις και δυσάρεστα σχόλια. Κι όλα αυτά μαζί μ’ ένα ασύλληπτο μηχανισμό προπαγάνδας, ψεμμάτων και διαστρεβλώσεων.

Η αίσθηση που διαχέεται είναι ότι για το σημερινό σύστημα εξουσίας καθένας που δεν ακολουθεί ή δεν υποτάσσεται στη λογική του είναι εκ προοιμίου εχθρός, αντίπαλος, ένοχος. Μια καθημερινή κοροϊδία κι ένα διαρκές ξεγέλασμα της κοινωνίας με λογοπαίγνια και γρίφους, με υποσχέσεις και προσμονές, με υπεκφυγές κι αναβολές. Ένα απίθανο άλλοθι διακυβέρνησης με κάθε τρόπο και κάθε κόστος, επειδή –λέει– ο λαός απήλλαξε την κυβέρνηση για το ολέθριο α’ εξάμηνο του 2015, για το δημοψήφισμα και τις τραγικές του συνέπειες στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο ίδιος λαός κι όχι κάποιος άλλος έχει απαλλάξει κι όλους τους προηγούμενους που κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο και για τις Ολυμπιάδες και για τα χρηματιστήρια και για τα θαλασσοδάνεια και για τη διαπλοκή και για τη λιτότητα και για όλα. Εκλογές έγιναν. Τι τα επικαλούνται κάθε τρεις και λίγο; Τι τα θυμούνται και μας τα θυμίζουν μόλις οι αντιπαραθέσεις ανάψουν και τα επιχειρήματά τους τελειώσουν; Περσινά ξινά σταφύλια κι άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε.

Οι «κακοί προηγούμενοι», μωρέ τι μας λες; Διαλύσατε το σύμπαν με την άρνηση των πάντων και την ισοπέδωση κάθε θεσμού και κανόνα όσον καιρό ήσασταν στην αντιπολίτευση και τώρα που είδατε τα δύσκολα της διακυβέρνησης και το χάρο με τα μάτια σας θυμηθήκατε να κατηγορήσετε το Μητσοτάκη και τον έναν και τον άλλον για δουλικότητα και προδοσία· για μη συναίνεση.

Ναι, ο Μητσοτάκης φταίει, αλλά όχι γι’ αυτά που τον κατηγορείτε, αλλά γιατί έκανε τη βλακεία με το που βγήκε πρόεδρος να ζητήσει εκλογές για να σωθεί η χώρα. Μη σώσει και σωθεί, ρε Κυριάκο. Αυτούς επιλέξαμε, αυτούς απαλλάξαμε από τις αυταπάτες τους, αυτούς γουστάρουμε να μας φέρνουν το ένα μνημόνιο μετά το άλλο, αυτούς να μας φτύνουν κατάμουτρα από τηλεοράσεις και διαδίκτυα. Και να σου θυμίσω και κάτι, ρε Κυριάκο, σκληρό, ναι, αλλά πέρα για πέρα αληθινό, στο είπε, άλλωστε, κι ο κύριος πρωθυπουργός. Βλέπεις εσύ να κουνιέται φύλλο; Ακούς, πέρα απ’ τις μουρμούρες και τις γκρίνιες, κανένανε να διαδηλώνει, να σπάει πεζοδρόμια, πλατείες, να καίει αυτοκίνητα και μαγαζιά;

Μας τη διδάξανε καλά την αξιοπρέπεια, φαρσί μας μάθανε το σεβασμό και στη δημοκρατία και στους άλλους και τώρα μας ζητάνε και τα ρέστα. Ναι, τώρα που οι πιτσιρικάδες, οι 18άριδες, που βράζει το αίμα τους, ακούνε «Τσίπρας» κι εκλογές και παίρνουν δρόμο, ακούνε ΣΥΡΙΖΑ, κόμματα, διαδηλώσεις και σκανε στα γέλια. Εκεί μας καταντήσατε, στους δρόμους να βγαίνουμε και να παραμιλάμε κι αν σε καμιά συγκέντρωση βρισκόμαστε, εμείς κι εμείς, άσπρα κεφάλια κι οι φαλάκρες να φαν κι οι κότες.

Αν κάποιοι το γουστάρουνε το φτύσιμο και την κοροϊδία όμως, εγώ δε γουστάρω, ούτε το survivor γουστάρω –αλλά δεν είμαι γι’ αυτό εξοργισμένος. Είμαι εξοργισμένος, γιατί μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον της υποκρισίας, της ακαλαισθησίας και του τίποτα έχουν βαλτώσει όλοι, ναι, βάλτωσαν όλοι, πολιτικοί, κόμματα, χέρι – χέρι βουλευτάδες και δημοσιογράφοι, εκδότες κι αχυράνθρωποι του Τύπου και των Μέσων, της επιστήμης, του πολιτισμού. ‘Ολοι σ’ ένα δηλητηριώδες γαϊτανάκι αδιαφορίας, συνήθειας, απελπισίας. Όλοι σ’ έναν μοιραίο χορό του Ζαλόγγου –που δεν τον χορέψαμε το 2010 γιατί οι τότε «κακοί» του ΠΑΣΟΚ κι ο Παπανδρέου δεν άφησαν– ποδοπατώντας στ’ αποκαΐδια των ψευδαισθήσεων και της μικρόνοιάς μας, της κοντής μας μνήμης και της αχαριστίας μας.

Καλά που μας φωνάζει μεθαύριο ο Τατσόπουλος στο Σύνταγμα. Εκεί καταντήσαμε…