Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

2011: Στο view master της μνήμης


Χρονιάρες μέρες κι η σκέψη του καθενός προσπαθεί να ξεφύγει από την τριβή της καθημερινότητας και τους θορύβους του μυαλού. Να ηρεμίσει αποζητά, να ησυχάσει για κάνα δυο εικοσιτετράωρα, να χαζέψει, να διασκεδάσει, να παίξει, να ξεφύγει.

Να ονειρευτούμε μ’ ανοιχτά μάτια αποζητάμε, καμαρώνοντας τα παιδιά μας, σφίγγοντας το χέρι του συντρόφου μας, ξεφυλλίζοντας αφηρημένα ένα περιοδικό, σεργιανώντας στους άδειους δρόμους, περιμένοντας πίσω απ’ το θολωμένο τζάμι να φύγει άλλος ένας χρόνος μέσα σε μια νύχτα.

Δεν ακούστηκε μια καλή κουβέντα για τη χρονιά που φεύγει. Άνθρωπος δε βρέθηκε να πάρει τα δίκια της. Ποιο «βαρύ» επίθετο θέλεις και δεν «καρφιτσώθηκε» στο 2011. Καταστροφικό, τραγικό, οδυνηρό, απαίσιο, ολέθριο και πάει λέγοντας. Όσο πιο «ψυχρό» το «μέσο» τόσο πιο θερμός ο χαρακτηρισμός.

Είναι, ασφαλώς, πολλές οι ανατροπές που έγιναν σ’ όλον τον κόσμο. Ανατροπές καθεστώτων, ηγετών, κυβερνήσεων, συνθηκών, κανόνων, αξιών, συμβάσεων. Ανακατατάξεις δυνάμεων, ισχύος, επιρροής, σχέσεων, ιεραρχήσεων. Αναθεωρήσεις δεδομένων, προγραμματισμών, υπολογισμών, σχεδίων.

Ένας χρόνος ανεμοστρόβιλος, που έκανε τον πλανήτη άνω-κάτω και δοκίμασε τις αντοχές των παγκόσμιων ισορροπιών και τις απαντοχές των ανθρώπων και των λαών. Ένας χρόνος θυελλώδης, που σάρωσε τα σαθρά θεμέλια του «ελληνικού μύθου» ξεγυμνώνοντας αδυναμίες και καχεξίες δεκαετιών, βυθίζοντας ταυτόχρονα το σύνολο της κοινωνίας στο μαρασμό και την εσωστρέφεια. Ένας χρόνος που στον μικρόκοσμο του καθενός, είναι βέβαιο, έχει αφήσει κάποιο σημάδι του, είτε ως διάψευση ή απώλεια, είτε ως απογοήτευση ή μελαγχολία.

Χάθηκαν κεκτημένα δεκαετιών και δικαιώματα κατοχυρωμένα με αγώνες. Χάθηκαν θέσεις εργασίας και δεδουλευμένα μιας ζωής. Χάθηκαν ώρες, χάθηκαν μέρες, χάθηκαν μήνες. Δεν μετρώ άλλες απώλειες.

Χρονιάρες μέρες κι η σκέψη μου αναζητά την παρηγοριά και τη γαλήνη. Αναζητά το φως που θα φέγγει στο view master της μνήμης και θα ζεσταίνει την καρδιά με εικόνες από αναμνήσεις γεμάτες αυθόρμητα γέλια, αυτοσχέδια παιχνίδια, ευχάριστες εξορμήσεις, στοργικές συστάσεις. Εικόνες που ανατρέχουν στο παρελθόν, αλλά έχουν σφραγίσει ανεξίτηλα το παρόν κι έχουν προδιαγράψει εν πολλοίς το αύριο.

Πιστεύω πως υπάρχει κάτι που δεν χάνεται, κάτι που η απώλειά του είναι φαινομενική, μονοδιάστατη, εγκόσμια. Πιστεύω πως ότι αγάπησα, ότι με συγκίνησε και μ’ άγγιξε, ότι θαύμασα και με καθήλωσε, ότι μου πρόσφερε μ’ ανιδιοτέλεια και φροντίδα, ότι μου χάρισε νοήματα ζωής, δεν χάνεται. Επιστρέφει με την πρώτη ευκαιρία σ’ αυτό το θαυματουργό view master και προβάλλεται στη μνήμη, φανερώνεται στα χείλη, καρφιτσώνεται στον τρόπο σκέψης, φτερουγίζει στην καρδιά.

Οι σπουδαίοι άνθρωποι που έφυγαν το 2011 ήταν πολλοί, περισσότεροι απ’ όσους θυμάμαι να ‘χουν φύγει κάποια άλλη χρονιά. Ίσως γι’ αυτό να είπαν και το 2011 «μοιραίο». Τους αισθάνομαι όμως όλους παρόντες, ο καθένας με τον τρόπο του, με τις γνώσεις, με το ταλέντο, με την επιστημοσύνη του. Ο καθένας τους αισθάνομαι πως συνεχίζει απ’ το ίδιο μετερίζι την προσπάθεια και τον αγώνα, συνεχίζει με το ίδιο μεράκι και την ίδια δεξιοτεχνία, συνεχίζει με το ίδιο ενδιαφέρον και το ίδιο πάθος.

Είναι όλοι μαζί παρόντες στη ζωή και θα είναι για πάντα μαζί μου με το έργο τους, με την τέχνη τους, με τη σκέψη τους, με τις δημιουργίες τους, με το δυσαναπλήρωτο κενό της απουσίας τους.

Ότι ‘ναι ανάμεσά τους κι ο πατέρας μου, με παρηγορεί και μ’ ελαφρώνει. Αυτό μου δίνει κουράγιο και δύναμη να μην αφήσω πίσω με πόνο το 2011, αλλά θαρραλέα να κοιτάξω ίσια μπροστά με θέληση και αισιοδοξία το 2012.

Καλή χρονιά με υγεία για όλους!


Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα 2011: Τα δήθεν Χριστούγεννα



Αισθητά λιγότερα είναι φέτος τα σπίτια που έχουν στολίσει τα μπαλκόνια τους με την ευκαιρία των γιορτών. Να οφείλεται άραγε στην οικονομική κατάσταση και στο γενικευμένο κλίμα απογοήτευσης κι απαισιοδοξίας ή μήπως στο ότι ξαφνικά φέτος τα παιδιά μεγάλωσαν απότομα και δεν έχουν το ίδιο ενδιαφέρον για στολισμούς και παιχνίδια;

Όποια κι αν είναι η αιτία, οι γιορτές έφτασαν κι ετοιμαζόμαστε να τις περάσουμε σχεδόν με «σβηστές μηχανές». Θαρρείς κι η πραγματικότητα κι η ζωή καθορίζονται αποκλειστικά και μόνο από ποσοτικά μεγέθη, οικονομικούς όρους και χρηματικά διαθέσιμα.

Ασφαλώς όλα έχουν την τιμή, το μέτρο και το κόστος τους σ’ αυτόν τον κόσμο. Σίγουρα το επίπεδο διαβίωσης διαμορφώνεται αποφασιστικά από την οικονομική κατάσταση. Βεβαίως η βίαιη μεταβολή των κοινωνικών συνθηκών επηρεάζουν καταλυτικά την καθημερινότητα και τη ζωή μας.

Το πόσο ψηλά θα τοποθετηθεί ο πήχης του κοινωνικού status ή το πόσο θ’ αποτιμηθεί η αξία της ποιότητας ζωής είναι σε άμεση συνάφεια με τις συνθήκες και τα πρότυπα που κυριαρχούν, της διάχυτης κουλτούρας δηλαδή, οι οποίες όμως καθορίζονται εν πολλοίς από τον προσανατολισμό και τις κατευθύνσεις των αποφάσεων που λαμβάνονται στο πολιτικό πεδίο.

Η παιδεία, η υγεία, η εργασία, η ασφάλιση, ο μισθός, η σύνταξη, αλλά κι η αντιπροσώπευση, η συμμετοχή, η αποχή, η απεργία, η διαδήλωση, συνιστούν εκφάνσεις του πολιτικού γίγνεσθαι που αντανακλούν το επίπεδο ωριμότητας κι ανάπτυξης ενός λαού και δημιουργούν επιπτώσεις στο σύνολο  της κοινωνίας, οι οποίες αφομοιώνονται με τη σειρά τους σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες που την χαρακτηρίζουν.

Απέναντι σ’ αυτούς τους παράγοντες, που έχουν προδιαγράψει το περίγραμμα και το εξωτερικό περιβάλλον στην πορεία προς τη φετινή γιορταστική περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, υπάρχει η δυνατότητα να διαμορφώσουμε μιαν ατμόσφαιρα γιορταστική και χαρούμενη και να νιώσουμε ζεστασιά κι ανθρωπιά, αρκεί να συναισθανθούμε, ότι κυρίαρχο αίτημα των ημερών διαχρονικά δεν είναι μόνο η κάθε λογής και με κάθε τρόπο κατανάλωση, αλλά κι η εσωτερική αναζήτηση κι η διαπροσωπική επικοινωνία και συνάντηση.

Αν συνειδητοποιήσουμε πόσο υπερτιμημένα είναι στο ατομικό μας θησαυροφυλάκιο και στη συλλογική μας συνείδηση η επίδειξη, το ιδιοτελές, το δήθεν, πιθανόν ν’ αμβλυνθεί μέσα μας το συναίσθημα της πίκρας, της αδικίας και της απογοήτευσης. Ίσως κοιτάζοντας κατάματα τον εαυτό μας στον καθρέφτη, αντιληφθούμε ότι το σκάσιμο αυτής της φούσκας δεν οδηγεί στο τέλος του κόσμου, αλλά στο τέλος ενός κόσμου εικονικού, στο τέλος των ψευδαισθήσεων, των ψευδεπίγραφων, των ψευδοπροφητών.
    
    Λιγότερα λαμπιόνια στα μπαλκόνια φέτος. Ε, και; Η χαρά κι η λάμψη των ημερών δεν μετριέται με το πόσα μέτρα φωτάκια έχουν ζώσει το σπιτικό μας. Ας αφήσουμε να μας ζώσει η αγωνία της συνάντησης και της επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους, με τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Ας απελευθερωθούμε απ’ τα «φίδια» που ζώνουν δηλητηριάζοντας την καθημερινότητά μας και τις διαπροσωπικές μας σχέσεις.

Αυτά τα Χριστούγεννα είναι σίγουρα διαφορετικά για όλους μας, μπορούμε να τους δώσουμε όμως ένα ξεχωριστό νόημα, μιαν διαφορετική λάμψη. Η αλληλεγγύη, η συμπαράσταση, η συλλογικότητα έχουν τη δύναμη να μας οδηγήσουν να ζήσουμε αυτές τις γιορτές με αληθινά γιορτινή διάθεση κι ανθρωπιά, μιαν πρωτόγνωρη ανθρωπιά που θα κάνει όλα τα προηγούμενα Χριστούγεννα να μοιάζουν δήθεν.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Ε.Ρ.Τ.: Κι όμως λείπει...



Δεν γνωρίζω αν ανήκετε στην κατηγορία εκείνων που αντιμετωπίζουν με αδιαφορία τη συνεχιζόμενη απεργία στη δημόσια τηλεόραση και δεν τους λείπουν καθόλου οι εκπομπές της.

Δεν γνωρίζω πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση, ούτε και λεπτομέρειες για τις σχεδιαζόμενες αλλαγές.

Από την πλευρά του τηλεθεατή όμως γνωρίζω, ότι ακόμα και τώρα που το πρόγραμμα γεμίζει όπως-όπως με επαναλήψεις κι οι ενημερωτικές εκπομπές αποτελούν «είδηση», τα κρατικά –λεγόμενα– κανάλια εξακολουθούν ν’ αποτελούν το σταθερό σημείο αναζήτησης τις ώρες της καθημερινής χαλάρωσης.

Ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, που η κρίση πλήττει τις ανθρώπινες δραστηριότητες κι οι «μπίζνες» γίνονται δύσκολα και κοπιαστικά, την ώρα που η «φτώχια» αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό στον θαυμαστό κόσμο των ΜΜΕ –μίντια κατά το κοινώς λεγόμενο–, η έλλειψη της «φωνής» των δημόσιων μέσων ενημέρωσης τον φτωχαίνει ακόμα περισσότερο. Είναι χαρακτηριστικό, ότι και μ’ αυτό το κονσερβοποιημένο πρόγραμμα που εκπέμπουν, τα κρατικά κανάλια στέκονται μπροστά στα μάτια μου το ίδιο ενδιαφέροντα κι ελκυστικά.

Τώρα που ο κόσμος αναζητά όλο και περισσότερο την ψυχαγωγία μέσα στο σπίτι, ο ρόλος των μέσων επικοινωνίας είναι εξαιρετικά σημαντικός και χρήσιμος και κατά συνέπεια ιδιαίτερα καθοριστικός. Γι’ αυτό κι η παρουσία των δημόσιων μέσων επικοινωνίας καθίσταται περισσότερο αναγκαία και κρίσιμη, εφόσον η προβολή κι η προσέγγιση της πραγματικότητας μέσα από τη διαφορετική, μη εμπορευματοποιημένη, ματιά κι αντίληψη, δημιουργούν αποτελεσματικό αντίβαρο και έρμα στην εξελισσόμενη διαδικασία της κοινωνικής απαξίωσης και καταβύθισης, αλλά και της μαζικής απογοήτευσης και μελαγχολίας.

Πέρα απ’ αυτό, η «σιωπή» αυτή έχει επιπτώσεις κι έξω απ’ τα στενά, επαρχιώτικα σύνορά μας. Κοστίζει σ’ εκατομμύρια συμπατριώτες μας απ’ άκρου σ’ άκρο της υφηλίου, επιτείνοντας το συναίσθημα της εγκατάλειψης και της απομόνωσης, αλλά και της απογοήτευσης και της πίκρας για τις δύσκολες ώρες που περνάει η πατρίδα τους.

Με την ευκαιρία, λοιπόν, αυτής της απεργίας, πριν βιαστούμε να ρίξουμε τον λίθο του αναθέματος –για άλλην μια φορά– σ’ ό,τι είναι δημόσιο και κοινό, σε ό,τι είναι δημόσια περιουσία και πλούτος, ας αναλογιστούμε με ποιον τρόπο είναι δυνατόν ν’ αντιμετωπίσουμε τον νευραλγικό αυτόν τομέα με υπευθυνότητα, νηφαλιότητα κι ευαισθησία.

Ας αναζητήσουμε τρόπους που θα αντιμετωπίζουν τα προβλήματα και τις δυσλειτουργίες που όντως υπάρχουν και χρονίζουν, όχι όμως με αποκλειστικό κριτήριο το κόστος-ωφέλεια, όχι με οριζόντιες ρυθμίσεις τύπου «Προκρούστη», αλλά αξιολογώντας παράλληλα και την κοινωνική τους χρησιμότητα και την εθνική τους αναγκαιότητα.

Η δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση αποτελούσαν για χρόνια μέρος των «λαφύρων» της εκάστοτε κυβέρνησης, όμως στις παρούσες οικονομικές συνθήκες και με δεδομένη την ανάγκη αλλαγής αυτού του μοντέλου λειτουργίας του κράτους στο σύνολό του, είναι απαραίτητο να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να αναπροσαρμοστεί και να εκλογικευθεί το καθεστώς οργάνωσης και λειτουργίας τους και ν’ αφεθούν πλέον απερίσπαστα να υπηρετήσουν το δημόσιο αγαθό της ενημέρωσης εξυπηρετώντας ταυτόχρονα το δημόσιο συμφέρον και τον εθνικό τους ρόλο.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Εργασιακή εφεδρεία: Είναι αυτή διαρθρωτική αλλαγή;


Το τελευταίο διάστημα, προπαντός κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής κρίσης, αλλά με μεγαλύτερη ένταση και μετά τη δημιουργία της κυβέρνησης υπό τον Λουκά Παπαδήμο, πληθαίνουν οι απόψεις που υποστηρίζουν, ότι ο καταιγισμός νομοθετικών ρυθμίσεων που σημειώθηκε από την ψήφιση του ν. 3845/2010 (μνημόνιο) μέχρι τον πρόσφατο ν. 4024/2011 (Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015), δεν έχει συμβάλει στην αλλαγή του τρόπου που λειτουργεί ως τώρα το κράτος κι η οικονομία.

Σίγουρα είναι βάσιμος ο ισχυρισμός που κατά κόρον προβλήθηκε ως τώρα από τον Γιώργο Παπανδρέου, ότι οι μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν μέσα σε ελάχιστους μήνες θα έπρεπε να έχουν πραγματοποιηθεί δεκαετίες πριν. Το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί μιαν εξίσου καίρια διαπίστωση, ότι η αδρανοποίηση ρυθμίσεων ή κι ολόκληρων νομοθετημάτων, όχι μόνο υπονομεύει την όλη προσπάθεια, αλλά ουσιαστικά ακυρώνει το πέρασμα της χώρας σ’ ένα απόλυτα αναγκαίο υπό τις παρούσες συνθήκες σύγχρονο περιβάλλον οργάνωσης και λειτουργίας.

Η υλοποίηση τις επόμενες ημέρες του πρωτόγνωρου θεσμού της εργασιακής εφεδρείας, που σηματοδοτεί την αναγκαστική απομάκρυνση από τις δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς χιλιάδων εργαζομένων, επειδή έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους και 33 συντάξιμα χρόνια υπηρεσίας, αναμφισβήτητα θα συμβάλει στην περαιτέρω καθυστέρηση προώθησης των αλλαγών που αφορούν το κράτος και θα δημιουργήσει επάλληλους κύκλους νέων προβλημάτων, που θα σχετίζονται με την αδυναμία των υπηρεσιών να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και την ενίσχυση της αναβλητικότητας των υπηρετούντων για ανάληψη επιπλέον ευθυνών και υποχρεώσεων.

Το ισοπεδωτικό αυτό μέτρο, που δεν εμπεριέχει ούτε ένα έστω αξιολογικό κριτήριο, όπως π.χ. την εξαίρεση όσων κατέχουν διδακτορικά διπλώματα ή μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, οδηγεί στη συλλήβδην και ακαριαία αποψίλωση των υπηρεσιών από στελέχη με μακροχρόνια εμπειρία και γνώσεις. Μάλιστα το γεγονός ότι ο θεσμός αυτός επεκτείνεται και τα επόμενα χρόνια, δημιουργεί εκ των πραγμάτων καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας και αστάθειας και σε όλους τους υπαλλήλους που είναι στα πρόθυρα να διαβούν το 2012 - 2013 το κρίσιμο αυτό ηλικιακό κατώφλι.


Πιθανόν, οι μόνοι που θα πρέπει να αισθάνονται ευτυχείς, είναι οι πολυάριθμοι γενικοί διευθυντές, οι οποίοι όχι μόνο κατόρθωσαν να διατηρηθούν στις θέσεις τους, αλλά και να καταλάβουν εκ προοιμίου και οιονεί «αριστίδην» τον Α’ βαθμό του νέου βαθμολογίου με ότι αυτός συνεπάγεται και για τις μισθολογικές απολαβές τους και επιδόματα θέσης ευθύνης, που φέρνει το νέο μισθολόγιο.

Σε μια περίοδο, λοιπόν, που οι μισθωτοί του δημοσίου δοκιμάζονται από τα αλλεπάλληλα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, καλούνται ταυτόχρονα να υλοποιήσουν δράσεις και να λειτουργήσουν κάτω από εργασιακές συνθήκες που κάθε άλλο παρά ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών και των αναγκών που έχει ανάγκη αυτήν την ώρα η χώρα.


Μέσα σε συνθήκες αποσάθρωσης των εργασιακών σχέσεων, αδυναμίας συντονισμού και επικοινωνίας, επικαλύψεων αρμοδιοτήτων και πολυπλοκότητας διαδικασιών, είναι απορίας άξιο ποιοι υπάλληλοι θα βρουν το ψυχικό σθένος να σύρουν το κάρο από τη λάσπη, τη στιγμή μάλιστα που διαπιστώνουν, ότι οι περισσότεροι από τους πολιτικούς τους προϊσταμένους –συνεπικουρούμενοι απ’ τις στρατιές των συμβούλων τους– προετοιμάζονται για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Πέραν αυτού, το γεγονός ότι για τη δημιουργία της νέας ιεραρχίας έχουν θεσπιστεί πλήθος πολύπλοκων, χρονοβόρων και –πιθανότατα– δαπανηρών διαδικασιών, αλλά κι επειδή αναμένεται να ξεκινήσουν μετά την οργανωτική αναδιάρθρωση των υπηρεσιών, που θα εξελιχθεί εντός του 2012, φανερώνει με ενάργεια σε τι συνθήκες θα εξακολουθήσει να λειτουργεί η δημόσια διοίκηση και το επόμενο διάστημα, αλλά και τι επίπονη προσπάθεια θα πρέπει να καταβληθεί.


Αξίζει μόνο να επισημανθεί, ότι για την επιλογή π.χ. προϊσταμένου τμήματος, δεν επαρκούν πλέον τα τυπικά προσόντα, η εμπειρία, η επιδόσεις, η επίτευξη ποσοστού 90% προκαθορισμένων στόχων κι η συνέντευξη, αλλά προβλέπονται παράλληλα και γραπτές εξετάσεις.

Ταυτόχρονα, για την εφαρμογή των νέων διατάξεων επιλογής των υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης και την έναρξη καταβολής του αντίστοιχου επιδόματος (900 ευρώ για τους γενικούς διευθυντές, 400 για τους διευθυντές και 250 για τους προϊσταμένους τμημάτων), προβλέπεται η έκδοση σχετικού προεδρικού διατάγματος, το οποίο θα καθορίσει όλα τα σχετικά με τη διαδικασία της στοχοθεσίας που εισάγεται ως προϋπόθεση για την προαγωγή, αλλά και ο τρόπος αξιολόγησης, τα συμβούλια αξιολόγησης, ο ρόλος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.) γι’ αυτή, αλλά και «τα όργανα κι οι διαδικασίες διασφάλισης της ορθής εφαρμογής του συστήματος αξιολόγησης και ελέγχου της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής του σε όλες τις υπηρεσίες και φορείς».

Αναρωτιέται κανείς, λοιπόν, πώς είναι δυνατόν μέσα σ’ όλον αυτόν τον κυκεώνα διατάξεων που θεσπίστηκαν για τη δημόσια διοίκηση και με υπαλλήλους απαξιωμένους και ανασφαλείς, να επιτευχθεί ο άμεσος προσανατολισμός έστω αυτού του στελεχιακού δυναμικού της προς την κατεύθυνση της αλλαγής και της μεταρρύθμισης, όταν, μάλιστα, είναι γνωστή από την μέχρι σήμερα εμπειρία η τύχη που είχαν μεγαλόπνοα σχέδια και μεγαλεπήβολες εξαγγελίες και προγράμματα διοικητικών εκσυγχρονισμών και μεταρρυθμίσεων.

Είναι προφανές, ότι αυτά που από χρόνια έχουν εκλείψει με ευθύνη των κυβερνώντων από τη διοικητική κουλτούρα της πατρίδας μας είναι η απλότητα κι η φαντασία, η δημιουργική προσέγγιση των αναγκών και των προβλημάτων του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών κι η θέσπιση ουσιαστικών κινήτρων για την απλούστευση και την επιτάχυνση των διαδικασιών. Ο κοινός νους απουσιάζει.

Όσο τα προβλήματα κι οι ελλείψεις επιχειρείται ν’ αντιμετωπιστούν οριζόντια κι απρόσωπα in vitro κι όχι in vivo δίπλα στη ζώσα καθημερινότητα του γκισέ και της γραφειοκρατίας των υπηρεσιών, τόσο θα εναλλάσσονται στην εξουσία πρωθυπουργοί που θα επαναλαμβάνονται στις προγραμματικές τους δηλώσεις ως προς την ανάγκη αντιμετώπισης των «χρόνιων» προβλημάτων του «μεγάλου ασθενή», της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.

Διαρθρωτική αλλαγή κι απλούστευση διαδικασιών είναι επίπονη, μακρόπνοη και ανατροφοδοτούμενη διαδικασία, που ξεφεύγει του στενού χρονικού ορίζοντα μιας κυβερνητικής θητείας και πολύ περισσότερο της εναλλαγής των κομμάτων στην εξουσία. Στοχεύει στη δημιουργία και διαρκή βελτίωση και συντήρηση ενός κρατικού μηχανισμού που θα είναι εργαλείο στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής και συμπαραστάτης κι αρωγός της κοινωνίας που υπηρετεί.

Διαρθρωτική αλλαγή δεν σημαίνει μόνο την αλλαγή στο χρόνο εξέλιξης του υπαλλήλου π.χ. από τον Δ’ στον Γ’ βαθμό, αλλά προπαντός πώς αυτός ο υπάλληλος θα έχει σε κάθε περίπτωση συναίσθηση της ευθύνης που έχει απέναντι στο κράτος που του εμπιστεύτηκε αυτόν το ρόλο και στον πολίτη που τον χρειάζεται και ότι θα είναι έτοιμος και διαθέσιμος ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτή την ευθύνη με αποτελεσματικότητα, συνέπεια και κατανόηση.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Νέα Δημοκρατία: Από τον «πολιτικό πολιτισμό» στον «πολιτικό κανιβαλισμό»;


Η συμφωνία κυβέρνησης κι αξιωματικής αντιπολίτευσης επιτεύχθηκε, η νέα κυβέρνηση κυοφορείται, το ίδιο και το νέο πρόσωπο που θα ηγείται ως πρωθυπουργός, αλλά η ρευστότητα κι η αβεβαιότητα εξακολουθούν να υπάρχουν.

Γεγονός παραμένει, ότι αυτό που κατάλαβε όλη η Ελλάδα κι όλος ο κόσμος το βράδυ της περασμένης Παρασκευής ακούγοντας την ομιλία του Γιώργου Παπανδρέου στη Βουλή, ο Αντώνης Σαμαράς κι οι συνεργάτες του στη Νέα Δημοκρατία έκαναν –ή καλύτερα έκαναν ότι– δεν είχαν καταλάβει.

Από όλες τις μέχρι τώρα ανακοινώσεις, δηλώσεις κι εξελίξεις είναι φανερό, ότι για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης οι εντυπώσεις και το φαίνεσθαι έχουν καθοριστική σημασία στις επιλογές του. Τα επίθετα που θα χαρακτηρίζουν τη νέα κυβέρνηση έχουν πρωταρχικότερο ρόλο κι αξία ακόμα περισσότερη κι απ’ το έργο που θα κληθεί να υλοποιήσει.

Η έπαρση κι ο αυτοθαυμασμός για την εμμονή, ώστε να προβληθεί σε κάθε ευκαιρία και με κάθε τρόπο ως μεγάλη επιτυχία η αντικατάσταση του Γιώργου Παπανδρέου στην πρωθυπουργία, αλλά κι η αγωνία να τοποθετηθεί στην κυβέρνηση αυτή ημερομηνία λήξεως, σηματοδοτούν τις προθέσεις και την τακτική που ακολουθείται.

Η επικέντρωση στην αλλαγή του προσώπου κι όχι στην ανάγκη ν’ αλλάξουν πρακτική και τρόπο λειτουργίας οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, η άρνηση στην ουσιαστική συνεργασία στο πλαίσιο των κυβερνητικών αναγκών και των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας, αποτελούν τα πρώτα απτά δείγματα για το μέλλον αυτής της συνεργασίας.

Κακά τα ψέματα, για τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος η συμφωνία αυτή είναι η λύτρωση και το ξελάφρωμα απ’ το δυσβάσταχτο φορτίο που επωμίστηκαν μόνοι επί ενάμιση χρόνο, να στηρίζουν με την ψήφο τους αντιλαϊκά και δυσβάσταχτα μέτρα στο πλαίσιο των διαδοχικών δανειακών συμβάσεων και μνημονίων. Είναι τρόπον τινά ένα «κούρεμα» κι αυτό του χρέους τους ως βουλευτές της κυβερνώσας πλειοψηφίας.

Για όλους τους άλλους βουλευτές και ιδιαίτερα για αυτούς της Νέας Δημοκρατίας είναι ασφαλώς ξεβόλεμα, εφόσον τώρα είναι αναγκασμένοι να ψηφίσουν –τουλάχιστον– τη δανειακή σύμβαση της 27ης Οκτωβρίου, που επί της ουσίας είναι ο «οδικός χάρτης» (τι ορολογία κι αυτή) για το πώς θα πορευτεί η ελληνική οικονομία –βλ. το ελληνικό κράτος– τα επόμενα χρόνια.

Από αυτή την «κακοτοπιά» επιχείρησε να προφυλάξει με κάθε τρόπο ο Αντώνης Σαμαράς τον εαυτό του και την παράταξή του, δεν τα κατάφερε, γι’ αυτό αγωνίζεται πλέον με επικοινωνιακά τρυκ να στρογγυλέψει τα πράγματα και να εξωραΐσει τη νέα πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, εκμεταλλευόμενος τη συγκυρία και το τραγικό λάθος του Γιώργου Παπανδρέου με το δημοψήφισμα, συναγωνίζεται με τους ηγέτες του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ σε κορώνες για την άμεση διεξαγωγή εκλογών.

Οι εκλογές είναι μπροστά –αν και δεν πιθανολογούμε ως ημερομηνία διεξαγωγής τους την 19η Φεβρουαρίου, εφόσον στην περίπτωση αυτή κανείς εχέφρων δεν θα δεχόταν να αναλάβει πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης με το ρίσκο να μείνουν όλα στη μέση και να διασυρθεί προσωπικά, εξάλλου, η ημερομηνία αυτή κι από τα πράγματα δεν φαίνεται εφικτή, πέρα από το ότι δεν είναι χρήσιμο για τον τόπο– τι θα πει τότε για να τον ψηφίσουν ο κύριος Σαμαράς, ότι έριξε τον Παπανδρέου ή ότι πέτυχε να σώσει τη χώρα από τη χρεοκοπία;

Τότε, λοιπόν, ο καθένας από τους σημερινούς πρωταγωνιστές θα κεφαλαιοποιήσει τις πολιτικές επιλογές και τα πεπραγμένα του. Τότε, μπροστά στην κάλπη, είναι πιθανό η πολιτική δράση κι οι πολιτικές πρωτοβουλίες του Γιώργου Παπανδρέου –όσο οδυνηρές και σκληρές αν ήταν για την κοινωνία– να αξιολογηθούν θετικότερα, έναντι της πολιτικής απραξίας και της παραταξιακής εσωστρέφειας και τακτικισμού που δείχνει μέχρι σήμερα ο Αντώνης Σαμαράς και τότε είναι εξίσου πιθανό, ο κύριος Σαμαράς ν' αναζητά κυβερνητικούς συνεργάτες, οπότε ίσως χρειαστεί και σ' αυτό ν' ακολουθήσει –για μιαν ακόμα φορά– το παράδειγμα του Γιώργου Παπανδρέου...

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Εθνική κυριαρχία: Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα.


Αφού για χρόνια αδιαφορήσαμε, αποφύγαμε και –με περισσή ανευθυνότητα ασφαλώς– αγνοήσαμε να προσανατολιστούμε και να προσαρμοστούμε σταδιακά ως κράτος και συντεταγμένη πολιτεία στους κανόνες και τα πρότυπα, και ταυτόχρονα στις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις που υπαγορεύονταν από την εθελούσια συμμετοχή μας στα ευρωπαϊκά όργανα και απορρέουν από την προσυπογραφή μας σε ευρωπαϊκές συνθήκες, υποχρεωθήκαμε –από το Μνημόνιο και μετά– να τεθούμε ως κράτος και κοινωνία στη βασανιστική δοκιμασία μιας βίαιης προσαρμογής.


Οι ίδιοι οι παράγοντες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και της παγκόσμιας κοινότητας, από τη στιγμή που βρεθήκαμε στη δεινή θέση να μην μπορούμε ως κράτος να εξυπηρετήσουμε βασικές οικονομικές μας υποχρεώσεις και προστρέξαμε στη βοήθειά τους, μας επέβαλαν ένα αυστηρότατο πλαίσιο δημοσιονομικής προσαρμογής και ταυτόχρονα αναδιάρθρωσης και αναδιάταξης του συνόλου του οικονομικού συστήματος της χώρας.

Κάτω από το βάρος των νέων συνθηκών που διαμορφώνονται έκτοτε κι εξελίσσεται μέρα με τη μέρα για όλους, αργόσυρτα και βασανιστικά το πολιτικό μας σύστημα πασχίζει να διαχειριστεί τα νέα δεδομένα με όρους και εργαλεία, που εκ των πραγμάτων, όχι μόνο έχουν ξεπεραστεί από την ίδια τη ζωή, αλλά πολύ περισσότερο ανακυκλώνουν τις δυσλειτουργίες και τα προβλήματα και ανατροφοδοτούν επιμέρους κρίσεις και νέα αδιέξοδα.

Δραματική συνέπεια όλων αυτών των αγκυλώσεων και παθογενειών, είναι η –εξίσου δραματική– επιβολή και πάλι από τους ίδιους εξωτερικούς παράγοντες των όρων και των κανόνων που οφείλει ν’ ακολουθήσει η πολιτική ηγεσία του τόπου, ώστε η χώρα να διατηρήσει το ευρωπαϊκό της κεκτημένο και η κοινωνία μας ν’ αποφύγει μιαν ανεξέλεγκτη περιδίνηση από τη λαίλαπα μιας ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας.

Με τον τρόπο αυτό, λοιπόν, οι ίδιοι οι παράγοντες εκείνοι που καθόρισαν αποφασιστικά και αμετάκλητα το βίαιο πέρασμα της χώρας –όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα– σ’ ένα μοντέλο και πλαίσιο κρατικής οργάνωσης και λειτουργίας που ν’ ανταποκρίνεται και ν’ ακολουθεί τα ευρωπαϊκά πρότυπα, επιβάλουν το ίδιο αμετάκλητα κι επιτακτικά τη μετάλλαξη κι αλλαγή του ίδιου του πολιτικού συστήματος της χώρας.

Ουσιαστικά, αυτό το διάστημα καθορίζεται το μοντέλο διακυβέρνησης του τόπου για τα επόμενα χρόνια και το γεγονός αυτό συντελείται κι εξελίσσεται όχι μόνο υπό το άγρυπνο βλέμμα της διεθνούς κοινότητας και των ευρωπαίων εταίρων, αλλά προπαντός υπό την ασφυκτική πίεση κι εξουσιαστική επιβολή τους.

Ανεξάρτητα επομένως, από το εάν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος με όσα στις μέρες μας εξελίσσονται στην πατρίδα μας, γεγονός παραμένει, ότι για μιαν ακόμα φορά και κάτω από εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις, στάθηκε αδύνατον να συνεννοηθούμε έγκαιρα κι αποτελεσματικά σε πολιτικό επίπεδο και να διαμορφώσουμε μόνοι μας τους όρους και τις προϋποθέσεις συμμετοχής μας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι, αλλά και ν’ ανταποκριθούμε με επάρκεια και συνέπεια σ’ αυτά που οι περιστάσεις υπαγορεύουν. Αργήσαμε.

Με τον τρόπο αυτό για μιαν ακόμη φορά ο «εξωτερικός παράγοντας» αναγορεύθηκε σε μόνο και καθοριστικό μοχλό των εσωτερικών μας εξελίξεων, προσδιορίζοντας αποφασιστικά την τάξη πραγμάτων που θα πρέπει να διαμορφωθεί απ’ την κορυφή μέχρι τη βάση της πολιτικο-οικονομικής μας οργάνωσης.

Μέσα στο νέο πλαίσιο πολιτειακής οργάνωσης που πλέον οικοδομείται, πριν βιαστούμε να ξαναμιλήσουμε για «εθνική κυριαρχία», καλό θα είναι να αναλογιστούμε πού βρεθήκαμε, πού βρισκόμαστε και ποια λάθη θα πρέπει στο μέλλον ν’ αποφύγουμε για να μην ξαναβρεθούμε ως κράτος και λαός στην ίδια κατάσταση.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Σολωμού 51: 'Ενα δημόσιο ακίνητο αφημένο στη φθορά του χρόνου

Δεν είναι από τα επώνυμα νεοκλασικά, ούτε από τα χαρακτηριζόμενα «φιλέτα» του δημοσίου. Είναι όμως ένα όμορφο διώροφο ψηλοτάβανο κτίριο με υπόγειο και σοφίτα, που διαθέτει και ακάλυπτο χώρο μ’ έναν πανύψηλο φοίνικα. Πρόκειται για το νεοκλασικό κτίριο επί της οδού Σολωμού 51, δίπλα και πίσω από το κεντρικό κτίριο του Εθνικού Τυπογραφείου, που μέχρι να το «χτυπήσει» ο καταστροφικός για την Αθήνα σεισμός της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, στέγαζε τα τμήματα πώλησης ΦΕΚ και φωτοαντιγράφων, το αναγνωστήριο, τη βιβλιοθήκη και διάφορες άλλες υπηρεσιακές μονάδες του Εθνικού Τυπογραφείου.

Εκτός από τους υπαλλήλους, πλήθος πολιτών και επαγγελματιών (δικηγόρων, μηχανικών κ.λπ) διάβαιναν μέχρι τότε καθημερινά οχτώ με μία τα σκαλοπάτια του για να αγοράσουν ένα ΦΕΚ από το ισόγειο ή να παραλάβουν μια φωτοτυπία παλαιών ΦΕΚ από τον πρώτο όροφο. Αποτελούσε ένα σημείο αναφοράς κι ένα κομβικό κτίριο για τις δραστηριότητες της περιοχής, εφόσον κάθε πρωί, επί χρόνια και σε σταθερή βάση εξυπηρετούσε εκατοντάδες πολίτες. Πολλά καταστήματα συναρτούσαν τις δραστηριότητές τους από την ύπαρξη και την κίνησή του. Η γειτονιά κι ο δρόμος εκεί είχαν ζωή, σουβλατζίδικα, ουζερί, ποδηλατάδικα, υδραυλικά, κουρεία, γραφεία.

Μετά τον σεισμό το κτίριο κρίθηκε ακατάλληλο για χρήση και σφραγίστηκε. Το Εθνικό Τυπογραφείο αναγκάστηκε ν’ αναζητήσει και να μισθώσει –από το 2000– χώρο στην οδό Μάρνη 8, όπου στέγασε το τμήμα αναγνωστηρίου και παλαιών ΦΕΚ, ενώ ταυτόχρονα διέθετε από εκεί και το τεύχος προκηρύξεων ΑΣΕΠ, το οποίο λόγω της δωρεάν διανομής του, αλλά κι εξαιτίας της πληθώρας των διαγωνισμών του ΑΣΕΠ που χρόνο με το χρόνο πολλαπλασιάζονταν, αποτέλεσε μια νέα αρκετά απαιτητική κι εξειδικευμένη για την εποχή της δραστηριότητα.

Κατά γενική ομολογία ο νέος χώρος και το προσωπικού που τον στελέχωσε ανταποκρίθηκαν διαχρονικά με υπευθυνότητα και συνέπεια στις απαιτήσεις και τις ανάγκες των αρμοδιοτήτων τους. Το δημόσιο όμως αναγκάστηκε να καταβάλει πλέον ενοίκιο μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ για τη διατήρηση του χώρου αυτού.

Το εγκαταλειμμένο νεοκλασικό έκτοτε ρημάζει παρακολουθώντας χρόνο με τον χρόνο την υποβάθμιση της γύρω περιοχής. Οι περίοικοι διαμαρτύρονται, εφόσον τα σκαλοπάτια του χρησιμοποιούνται πότε από αστέγους και πότε από χρήστες ουσιών, ενώ ο χώρος στα πεζοδρόμια κάθε άλλο παρά θυμίζει ότι βρισκόμαστε μια ανάσα από το κέντρο μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.

Το νεοκλασικό μπορεί να μην είναι πολύ μεγάλο, αλλά σίγουρα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για τη στέγαση π.χ. του μουσείου τυπογραφίας (ΝΠΔΔ που ιδρύθηκε το 2006 και πρόσφατα καταργήθηκε και συγχωνεύθηκε στο Εθνικό Τυπογραφείο αποτελώντας πλέον οργανική μονάδα του) και παράλληλα θα ήταν δυνατόν να στεγάσει υπηρεσίες εξυπηρέτησης των πολιτών.

Ενδεχομένως –οι μηχανικοί γνωρίζουν αυτά τα θέματα καλύτερα– θα μπορούσαν να προστεθούν κι άλλοι όροφοι ή να διαμορφωθούν κατάλληλα οι υπάρχοντες, ώστε να στεγαστούν κι άλλες υπηρεσίες του Εθνικού Τυπογραφείου και ασφαλώς να δημιουργηθούν χώροι πολιτιστικών δραστηριοτήτων για εκθέσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, εργαστήρι τυπογραφίας κ.λπ.

Ακόμα και έξοδο προς την Γ’ Σεπτεμβρίου θα μπορούσε ν’ αποκτήσει αν αγοραζόταν το παρακείμενο εγκαταλειμμένο κι ερειπωμένο ξενοδοχείο, το οποίο αν μη τι άλλο απειλεί να παρασύρει σε ενδεχόμενη πτώση του λόγω της διάβρωσης από της βροχές –η σκεπή του έχει καεί ολοσχερώς– και το εφαπτόμενό του νεοκλασικό.

Με τον τρόπο αυτό, θα εξοικονομούνταν δημόσιοι πόροι από την κατάργηση των εξόδων για μισθώματα, θα ενιαιοποιούνταν οι υπηρεσίες του Εθνικού Τυπογραφείου εξασφαλίζοντας καλύτερη αξιοποίηση του προσωπικού, θα ήταν δυνατόν ν’ αναπτυχθούν από το Εθνικό Τυπογραφείο δραστηριότητες πολιτισμού και τέχνης, οι οποίες –γιατί όχι;– θα μπορούν να εισφέρουν και κάποια έσοδα στο δημόσιο.

Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι θα προσφερόταν και πάλι ένα ισχυρό κίνητρο, ώστε να ξαναζωντανέψει μια απονεκρωμένη σήμερα οδός (Σολωμού) σ’ ένα «κρίσιμο» για τη ζωή της πόλης τμήμα της μεταξύ Γ’ Σεπτεμβρίου και Πατησίων, κι έτσι θα δινόταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να επιστρέψουν δραστηριότητες και κόσμος στην περιοχή και να γίνει ένα βήμα –μικρό έστω αλλά σημαντικό– για την αναβάθμιση του κέντρου της Αθήνας σ’ ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σημείο.

Πολλά θα μπορούσαν να γίνουν αν τολμήσουμε να ξεφύγουμε από τη γκρίνια και το κανάκεμα κι αναζητήσουμε οργανωμένα και μεθοδικά τρόπους, ώστε κάποια μέρα να δούμε τη ζωή μας σ’ αυτήν την πόλη, σ’ αυτό το κράτος και σ’ αυτήν την χώρα ν’ αλλάζει…

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Λόγια, λόγια, λόγια.

Δίχως αμφιβολία, αν από χρόνια σημειώνεται σε κάτι υπεραπαραγωγή στην πατρίδα μας είναι οι απόψεις που με περισσή ευκολία βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας φιλοξενούν και παραθέτουν καθημερινά μύριες όσες απόψεις, γνώμες, σχόλια ή σκέψεις για μύρια όσα θέματα.

Το τελευταίο διάστημα η οικονομική κρίση και οι επιμέρους πτυχές κι επιπτώσεις της μονοπωλούν σχεδόν μονότονα το ενδιαφέρον πλήθους επώνυμων και ανώνυμων πολιτικών, αρθρογράφων, δημοσιογράφων, αναλυτών, σχολιαστών, ειδικών κ.ο.κ. Αν, μάλιστα, ήταν δυνατόν, πέρα από την διατύπωσή τους, να τις εξάγουμε, αν είχαν με άλλα λόγια κάποια αντικειμενική αξία και παραέξω, τότε το δημοσιονομικό έλλειμμα είναι βέβαιο ότι θα είχε υπερακαλυφθεί και ήδη θα απολαμβάναμε τους καρπούς το πολυπόθητου πρωτογενούς πλεονάσματος.

Δυστυχώς, τα λόγια, είτε παχιά, είτε λιανά, είτε μεγάλα, είτε μισά, μ’ όποιον τρόπο κι αν διατυπωθούν, δεν παράγουν ούτε πλούτο, ούτε υπεραξία, ούτε λύσεις, ούτε ευημερία. Τις περισσότερες φορές, όταν οι συνθήκες –καλή ώρα όπως στις μέρες μας– το επιτρέπουν, σύγχυση δημιουργούν, ανασφάλεια, νευρικότητα και σπασμωδικές αντιδράσεις. Δημιουργούν, φυσικά, και εντυπώσεις, που είναι ίσως και το μόνο αποζητούμενο κι αξιόπιστο αντίτιμό τους σε μια εποχή τηλεοπτικής δημοκρατίας και εικονικής ευημερίας.

Όλοι ομιλούν, λοιπόν, κρίνουν, επικρίνουν, αλλά επί της ουσίας καμιά κουβέντα για την ταμπακέρα δεν ακούγεται. Όλοι συμφωνούν, ότι πολλά –αν όχι όλα– όσα διέπουν μέχρι σήμερα τον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, του κράτους και του δημόσιου τομέα, της οικονομίας, της παιδείας κ.λπ. θα πρέπει να αλλάξουν, αλλά κανένας δεν έχει το σθένος να μπει στη διαδικασία αναζήτησης, συζήτησης –έστω και με τον διπλανό του– και δέσμευσης για την από κοινού προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων.

Από έγκυρες αναλύσεις μέχρι αστείες «μπαρούφες» αραδιάζονται σε κάθε ευκαιρία και με αφορμή την εξαιρετικά δύσκολη και ευμετάβλητη οικονομική κατάσταση, κερδίζουν κάτι από την πρόσκαιρη δημοσιότητά τους και ξεχνιούνται ή χάνονται μέσα στον ορυμαγδό και τον θόρυβο των εξελίξεων και της καταιγιστικής πολλές φορές επικαιρότητας, δίχως συνήθως να μας αφήσουν μια στάλα γνώσης για το τι πραγματικά είναι εκείνο που θα έπρεπε να κάνουμε συλλογικά ως κράτος και ως λαός για να βγούμε από αυτήν τη δεινή θέση που βρισκόμαστε.

Ο καθένας, από πολιτικά κόμματα μέχρι τον τελευταίο blogger ή θαμώνα καφενείου, με τη γνώμη του, με την αλήθεια του, με τη στάση του, με τα θέλω και τα μπορώ του. Πού βγάζει όμως αυτή η κατάσταση; Η αίσθηση που δημιουργείται ανατρέχοντας σε όλες αυτές τις απόψεις, είναι λες κι η προβληματικές συνθήκες στις οποίες έχουμε εμπλακεί να αφορούν κάποιους άλλους, λες και οι λύσεις θα έρθουν από κάποιον από μηχανής θεό, που θα έρθει να σβήσει τα χρέη, να διορθώσει το κράτος, να εξυγιάνει τους πολιτικούς θεσμούς, να εγκαθιδρύσει το «νέο» πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας κ.ο.κ.

Αν δεν πάρουμε την απόφαση να στρωθούμε όλοι μαζί από κοινού, δίχως γκρίνιες και μεμψιμοιρίες, δίχως σκοπιμότητες κι υπεκφυγές, για να δουλέψουμε πάνω σ’ ένα συγκεκριμένο και δεσμευτικό σχέδιο αναδιοργάνωσης της πατρίδας μας, ο καθένας στον τομέα του κι ανάλογα με τον ρόλο και τη θέση του, με συνέπεια, ευθύνη και αποφασιστικότητα, κανένας δεν πρόκειται να έρθει από πουθενά για να μας σώσει και το πιθανότερο είναι να βρεθούμε πολύ σύντομα απελπιστικά μόνοι μας.

Αν η μεγαλύτερη απώλεια τα χρόνια που πέρασαν, ήταν για τον καθένα η ψυχή του, ας το παλέψουμε τα χρόνια που έρχονται να αναπληρωθεί στάλα – στάλα με το φιλότιμο και την αξιοπρέπεια.

Αν κερδίσουμε θα είναι κέρδος για όλους, αν όμως όχι, ποιος είναι βέβαιος ότι θα έχουν χάσει όλοι το ίδιο;

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Αγανακτισμένοι: Κλοιός απελευθέρωσης


Θα βουλιάξει η πλατεία Συντάγματος αύριο. Η 24ωρη απεργία από τη μια και το ραντεβού των «αγανακτισμένων» απ’ την άλλη αναμένεται να συγκεντρώσουν μπροστά στη Βουλή χιλιάδες κόσμου.

Το «Μεσοπρόθεσμο» και τα σκληρά οικονομικά μέτρα που δρομολογεί για τα επόμενα χρόνια, έχει δημιουργήσει εντονότατη δυσφορία κι απογοήτευση στην κοινωνία, που πυροδοτεί τη λαϊκή αντίδραση και κατεβάζει μαζικά τον κόσμο στους δρόμους.

Κλοιό γύρω από το Κοινοβούλιο ετοιμάζουν οι διαδηλωτές με τη δημιουργία ανθρώπινης αλυσίδας, προκειμένου να εμποδίσουν και ν’ αποτρέψουν την ψήφισή του «Μεσοπρόθεσμου», που ουσιαστικά σημαίνει νέο πακέτο σκληρών οικονομικών μέτρων. Άλλοι πολίτες στέλνουν μαζικά εξώδικα στους βουλευτές καλώντας –ή απειλώντας– τους να μην ψηφίσουν το «Μεσοπρόθεσμο», εφόσον: «Ο Ελληνικός Λαός θα αναζητήσει και θα τιμωρήσει τους υπαίτιους μιας κοινωνικής-εθνικής καταστροφής που μπορεί να αποβεί χειρότερη από αυτές του 1922 του 1974 ή ακόμη και του 2ου παγκοσμίου πολέμου».

Αντικειμενικά, δυνατότητα να μην ψηφιστεί εδώ και τώρα κάποιο «Μεσοπρόθεσμο» πλαίσιο μέτρων δεν υπάρχει. Οι λόγοι έχουν με χίλιους δυο τρόπους αναλυθεί κι οι πιέσεις για λήψη μέτρων από τους δανειστές, τόσο εντός όσο και εκτός Ευρώπης, προς την ελληνική κυβέρνηση ήταν το τελευταίο διάστημα αφόρητες έως κυνικές. Παίρνουμε «μέτρα» για να εξαγοράσουμε ένα νέο δανεισμό, για να εξαγοράσουμε χρόνο κι αυτά τα «νέα» μέτρα θα πρέπει όχι μόνο να είναι εισπρακτικά, αλλά να είναι ταυτόχρονα και αποτελεσματικά και διαρθρωτικά και κοινωνικά δίκαια.

Υπάρχει η δυνατότητα η προσπάθεια αυτή τη φορά να τελεσφορήσει, αρκεί να διακρίνεται για τη σύνεση και το σχεδιασμό της, αλλά προπαντός να αναδύεται μέσα από την κοινή βούληση πολιτών και πολιτικών, τη βούληση που θα στηρίζεται στην κοινή απόφαση να κινηθούν τα πράγματα της χώρας προς τα μπρος, την κοινή απόφαση να ιδωθεί η Ελλάδα με άλλο μάτι.

Πώς;

Θα μπορούσε η αυριανή αλυσίδα γύρω από τη Βουλή ν’ αποχτήσει ένα και μόνο ένα νόημα και να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα από τους διαδηλωτές προς τους βουλευτές, όχι για να τους αποτρέπει, αλλά να τους ενθαρρύνει να συμμετάσχουν στη συζήτηση, να προβληματιστούν, ν’ ανταλλάξουν απόψεις, προτάσεις και να καταλήξουν σε κοινά αποδεκτές λύσεις για το «Μεσοπρόθεσμο» Σχέδιο.

Θα μπορούσε η αυριανή αλυσίδα να τοποθετεί τους υπεύθυνους πολιτικούς απέναντι στις ευθύνες τους. Τα κόμματα, οι ηγεσίες, οι υπουργοί κι οι βουλευτές ενώπιος ενωπίω μέχρι να καταλήξουν σε λύση του προβλήματος. Η ανέξοδη «έξοδος κινδύνου» με την προκήρυξη εκλογών ν’ ακυρωθεί στην πράξη με την αναζήτηση λύσης τώρα κι απ’ αυτή τη Βουλή. Αν δεν λύσουν το πρόβλημα εκείνοι που με την πολιτική συμπεριφορά τους για δεκαετίες διαμόρφωσαν τις συνθήκες για τη δημιουργία του, ποιος νομιμοποιείται να το λύσει, η συνέλευση της πλατείας;

Θα μπορούσε η αυριανή αλυσίδα να φανερώσει, ότι οι πολίτες πραγματικά άρχισαν ν’ αλλάζουν. Δεν αλαλάζουν. Ωριμάζουν, προβληματίζονται, δεν κινούνται στη λογική του άσπρο – μαύρο, αλλά μπορούν με τη συλλογική τους δράση να επιβάλουν πολιτικές συμπεριφορές, μπορούν να επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις.

Θα μπορούσε η αυριανή αλυσίδα ν’ αποκαλύψει, ότι το παλιό πολιτικό σύστημα είναι ήδη ξεπερασμένο από τις εξελίξεις κι απ’ την ίδια την κοινωνία, ότι ο ξύλινος πολιτικός λόγος έχει καεί μαζί με τις προεκλογικές υποσχέσεις και τις μετεκλογικές διαψεύσεις, ότι σε υπαρκτά προβλήματα δεν αρκεί πλέον το τσιτάτο κι η κορώνα, ο λαϊκισμός κι η συλλήβδην ισοπέδωση, αλλά απαιτείται σχέδιο, πρόταση, συνεργασία, λογοδοσία.

Θα μπορούσε η αυριανή αλυσίδα να στείλει στην Ευρώπη και στον κόσμο όλο ένα μήνυμα ελπίδας, αισιοδοξίας, μα κι αποφασιστικότητας. Να δείξει ότι οι Έλληνες δεν είναι οι παλικαράδες του γλυκού νερού και της πολυθρόνας, ούτε της ανέξοδης διαμαρτυρίες στο facebook και στα καφενεία.

Οι πολίτες, που τόσο βάναυσα συκοφαντούνται και λοιδορούνται το τελευταίο διάστημα από τα διεθνή ΜΜΕ, ν’ αποδείξουν ότι έχουν όχι μόνο το σθένος και την αξιοπρέπεια για ν’ αντιμετωπίσουν με αίσθημα ευθύνης και σοβαρότητα το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η πατρίδα τους, αλλά ότι διαθέτουν και το αναγκαίο πείσμα και θέληση για να δουλέψουν συλλογικά κι οργανωμένα για ν’ ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους.

Αυτό θα σήμαινε, ότι όσοι βουλευτές αποφασίσουν να διαβούν το κατώφλι της Βουλής προκειμένου να συμμετάσχουν στην συζήτηση του σχεδίου νόμου «Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 – 2015», αναλαμβάνουν a priori τη δέσμευση ως εκπρόσωποι του έθνους και του λαού με «απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση» (Σ. 60§1), να εξαντλήσουν με κάθε τρόπο και μέσο τις δυνατότητες συνεργασίας και συνεννόησης, ώστε αυτό το «Μεσοπρόθεσμο» πλαίσιο και η εν συνεχεία εξειδίκευσή του με νόμους, να υπακούνε απαρέγκλιτα σε αρχές και κανόνες που θα έχει συμφωνηθεί να είναι κοινωνικά δίκαιοι, φορολογικά αναλογικοί, οικονομικά αναπτυξιακοί και δημοσιονομικά αξιόπιστοι.

Αυτό θα σήμαινε, ότι τα κόμματα και οι βουλευτές που θα συμμετάσχουν στη συζήτηση, έχουν αντιληφθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης, σέβονται τη λαϊκή εντολή, αναγνωρίζουν το δίκαιο της κοινωνικής οργής και δυσφορίας απέναντί τους και δηλώνουν αποφασισμένοι να συμβάλουν με κάθε τρόπο στην αποτροπή της χρεοκοπίας της χώρας, αξιοποιώντας όλα τα θεσμικά, νομικά, επιστημονικά κ.ο.κ. εργαλεία, που είναι στη διάθεσή τους με τρόπο δίκαιο, αντικειμενικό, δημιουργικό και αποτελεσματικό.

Αυτό θα σήμαινε, ότι θα ήταν δυνατόν ν’ αποκαλυφθούν ξεκάθαρα, σελίδα - σελίδα και παράγραφο - παράγραφο, ποιες είναι επί της ουσίας οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του κυβερνητικού σχεδίου και των προτάσεων της αντιπολίτευσης. Ότι θα μπορούσαμε να πληροφορηθούμε συγκεκριμένα για το ποια είναι τα σημεία του Σχεδίου που είναι αναγκαίο να υπάρξει αλλαγή, τροποποίηση, κατάργηση ή συμπλήρωση.

Αυτό θα σήμαινε, ότι θα ήταν δυνατόν να διαπιστώσουμε την αξιοπιστία και τη φερεγγυότητα των επιλογών της κυβέρνησης, αλλά κι αν η διάθεσή της για συναίνεση είναι βάσιμη ή προσχηματική. Ότι θα ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί αν είναι πραγματική ή προσχηματική η σημερινή διαφωνία της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που την αναγκάζει να καταψηφίσει συλλήβδην το Σχέδιο και να γίνει αντιληπτό και σαφές τι ακριβώς προτείνει και ποιο είναι το «λάθος» στο οποίο αδυνατεί να συμπράξει.

Αυτό θα σήμαινε, ότι θα ήταν δυνατόν να τοποθετηθούν και γιγαντοοθόνες σε διάφορα σημεία της πλατείας, ώστε οι συγκεντρωμένοι όχι μόνο να μπορούν να παρακολουθούν απευθείας, αλλά και να συμμετέχουν άμεσα επιδοκιμάζοντας ή αποδοκιμάζοντας τους ομιλητές. Άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια, τόσο ο Λάκης, όσο και τα ποικιλώνυμα μουσικοχορευτικά ριάλιτι, μας έχουν εθίσει και μας έχουν διδάξει λίγο – πολύ πώς διεξάγεται αυτού του είδους η άμεση δημοκρατία, επικοινωνία και συμμετοχή.

Μπορεί να έχει επομένως θετικό πρόσημο το αυριανό περικύκλωμα της Βουλής, μπορεί να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η όποια διαμαρτυρία και διαδήλωση, μπορεί να παράγει ουσιαστικά αποτελέσματα η συζήτηση εντός της Βουλής. Πολλά μπορούν να γίνουν αν υπάρχει η θέληση, η διάθεση, η διορατικότητα, αν, βεβαίως, η περίσταση κι ο χρόνος το επιτρέπουν.

Ο χρόνος δεν γίνεται να ξαναγυρίσει απ’ την αρχή, θα άξιζε όμως να προσπαθήσουμε απ’ την αρχή όλοι μαζί για όλα τ’ άλλα.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Ο "εξωτερικός παράγων" κι η εκδίκηση της Ιστορίας


Αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα το μεγαλύτερο λάθος από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους και συνάμα τον ισχυρότερο παραμορφωτικό καθρέφτη της κοινωνικής μας πορείας. Η αποσιώπηση της ιστορικής αλήθειας απ’ τη μια και της ασίγαστης και διαχρονικής προσπάθειας παραποίησής της απ’ την άλλη, αποτελούν τους δυο κρισιμότερους παράγοντες που επέδρασαν, ο καθένας ξεχωριστά αλλά κι οι δυο μαζί, από γενιά σε γενιά, ώστε σήμερα να μην είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε και εν πολλοίς να διαχειριστούμε ως λαός και ως οργανωμένη κοινωνία την κρίση που έχει ξεσπάσει και απειλεί να μας γυρίσει, αν όχι από ‘κει που ξεκινήσαμε, τουλάχιστον πολλές δεκαετίες πίσω.

Ασφαλώς τούτες τις δύσκολες ώρες ίσως δεν χωρούν, είτε γιατί δεν υπάρχει η απαραίτητη διάθεση, είτε γιατί δεν περισσεύει ο χρόνος, ιστορικές αναφορές και ανασκοπήσεις. Άλλωστε, όπως έχει γραφτεί «η προσέγγιση της διαχρονικής αλήθειας, ως απόλυτη ταύτιση με την ιστορική πραγματικότητα, αποτελεί, αδιαμφισβήτητα, επιστημονική ουτοπία».


Πρόθεσή μας δεν είναι να κάνουμε μάθημα Ιστορίας, υπάρχουν όμως κορυφαία γεγονότα, που σχετίζονται με την πορεία του κράτους μας στο χρόνο και τον ρόλο που διαδραμάτισαν ανά εποχή οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, που αν μη τι άλλο πιστοποιούν μια πραγματικότητα που είναι δύσκολο ν’ αμφισβητηθεί.

Από τη δημιουργία των συνθηκών για την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους μέχρι τη συμφωνία για την ένταξη της χώρας στο ευρώ και στο μηχανισμό της Ο.Ν.Ε., το στοιχείο που σε κάθε περίπτωση είναι κυρίαρχο στις σχέσεις Ελλάδας – Ευρώπης και λειτουργεί στις κρίσιμες περιστάσεις καταλυτικά, δίκην κοινού παρανομαστή, είναι ένα και μόνον ένα: Η πολιτική βούληση. Ασφαλώς δεν αναφερόμαστε μόνο στην αυτονόητη εκδήλωσή της από την ελληνική πλευρά, αλλά προπαντός όπως εκδηλώνεται από την πλευρά των ευρωπαίων, είτε «Μεγάλες Δυνάμεις» ονομάζονταν, είτε «Ανταντ», είτε «UNRRA», είτε «Ε.Ο.Κ.», είτε «Ευρωπαϊκή Ένωση».

Εξίσου χαρακτηριστική του κλίματος που επικρατεί συνήθως στα πολιτικά δρώμενα της χώρας, από την περίοδο ακόμα πριν την ανεξαρτησία, είναι η διχόνοια, οι σκοπιμότητες κι οι μικροϋπολογισμοί, που διακρίνουν συνήθως τις συμπεριφορές και τις στάσεις των πρωταγωνιστών, των φατριών, των ομάδων και των κομμάτων, του «εσωτερικού παράγοντα» με άλλα λόγια, που πρωταγωνιστεί κάθε φορά στα δημόσια πράγματα και στο πολιτικό προσκήνιο.

Το 1827, το 1916, 1945, 1965, το 1981 και πάει λέγοντας μέχρι σήμερα. Ο «εξωτερικός παράγων», από την εποχή ακόμα της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου, δεν χαράζει πολιτική και δεν αποφασίζει ως προς τη χώρα μας, μόνο εξαιτίας των φιλελληνισμού του, αλλά, όπως είναι φυσικό, με γνώμονα την προώθηση και την προστασία των συμφερόντων του και των συμφερόντων των λαών που εκπροσωπεί.

Οι «εσωτερικοί παράγοντες» από την άλλη, παρουσιάζουν ανά εποχή εγγενείς αδυναμίες και αγκυλώσεις σε στερεότυπα πολιτικής συμπεριφοράς, που τους εμποδίζουν ν’ αρθούν υπεράνω των στενώς εννοούμενων συμφερόντων τους –πλην ορισμένων φωτεινών εξαιρέσεων που μάλλον επιβεβαιώνουν τον κανόνα– ακόμα και σε κρίσιμες ή δύσκολες για τον τόπο περιστάσεις. Το «πολιτικό κόστος» υπερισχύει κατά κράτος κάθε έννοιας εθνικού ή δημοσίου συμφέροντος για τους κυβερνώντες, ενώ η ισοπέδωση και η καταστροφολογία χαρακτηρίζει σταθερά και διαχρονικά την αντιπολιτευτική πρακτική.


Το τελευταίο διάστημα η χώρα έχει εμπλακεί σε μια αδυσώπητη περιπέτεια ως προς την οικονομική της επιβίωση με όρους που να ταιριάζουν κατά το δυνατόν στη διεθνή της θέση και στο επίπεδο της κοινωνικής της ανάπτυξης. Οι λόγοι κι αιτίες πολλές κι η ιστορία έχει καταγράψει με ακρίβεια σε πολλές περιπτώσεις κάποιες απ’ αυτές.

Ο μηχανισμός που μας διευκολύνει πλέον να λειτουργούμε ως κράτος στηρίζεται από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Δ.Ν.Τ. κι έχει, ως γνωστόν, ένα συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα κι ένα καθορισμένο πλαίσιο όρων και ενεργειών που πρέπει να γίνουν απ’ την πλευρά μας. Το κράτος μας τυπικά δεν έχει κηρύξει -για μιαν ακόμα φορά- πτώχευση, επειδή ο «εξωτερικός παράγων» αποφάσισε πριν ένα χρόνο να την αποτρέψει.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει και μάλλον δεν έχουν αλλάξει υπέρ μας. Ενώ στη Ευρώπη επεξεργάζονται πυρετωδώς σενάρια και λύσεις που σχετίζονται και αφορούν άμεσα τις εξελίξεις και το μέλλον της χώρας μας, στη χώρα μας ερίζουμε για το πιο πακέτο μέτρων ταιριάζει πιο πολύ στα μέτρα μας και πόσο βαρύ είναι το μεσοπρόθεσμο έναντι του βάρους του «Ζάππειο ΙΙ».

Πόση άραγε σημασία θα έχει σε περίπτωση πτώχευσης αν έφταιξε πιο πολύ η κυβέρνηση που άργησε να πάρει μέτρα ή ο Αντώνης Σαμαράς που δεν συναίνεσε σ’ αυτά τα μέτρα; Πόση αξία θα έχει τότε μπροστά στη διάλυση των κοινωνικών δομών, αν γίνουν εκλογές και κερδίσει η Νέα Δημοκρατία ή σχηματιστεί κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας; Τι νόημα θα ‘χει τότε, αν το γάλα είναι στο 23 ή στο 6 τα εκατό ΦΠΑ, όταν δεν θα μπορείς ούτως ή άλλως να το αγοράσεις;

Η Ευρώπη πρέπει να είναι μονόδρομος για την Ελλάδα και πέρα από την οικονομική χρειαζόμαστε όσο ποτέ και την πολιτική της στήριξη. Ας μη αφήνουμε χώρο με τις παραλήψεις και τη στάση μας ν’ αναπτύσσονται σενάρια που μας ωθούν αργά αλλά σταθερά εκτός Ευρώπης. Το «τυχαίο γεγονός» μπορεί αυτή τη φορά να είναι σε βάρος μας. Η 5η δόση είναι τώρα κι η 6η το Σεπτέμβρη, μετά τι;

Αν διδάσκει κάτι η ιστορία, όπως απλουστευτικά και πολύ σχηματικά πιο πάνω αναφέρθηκε, είναι ότι σήμερα βρισκόμαστε εκτεθειμένοι στη δίνη ενός οικονομικού προβλήματος, που η λύση του εξαρτάται απόλυτα από την πολιτική βούληση του «εξωτερικού παράγοντα». Όπως εύστοχα έχει υποστηριχτεί, η κοινωνική σκέψη θεωρεί ότι η ιστορία αποτελεί έναν ορισμένο τρόπο για μια κοινωνία να διακανονίσει και να επεξεργαστεί μια μάζα μαρτυριών από τις οποίες δε διαχωρίζεται.


Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία μας το μέλλον καθορίζεται τόσο δεσμευτικά από την πολιτική βούληση του «εξωτερικού παράγοντα», η εκδήλωση της οποίας όμως για πρώτη φορά επίσης συναρτάται και τόσο άρρηκτα κι επιτακτικά από τις αποφάσεις και τη συμπεριφορά των «εσωτερικών παραγόντων» και στην περίπτωση αυτή η έστω εν τάχη ιστορική αναδρομή πολλά συμπεράσματα και λάθη προς αποφυγήν θα είχε να μας διδάξει.

Ας σκεφτούμε κι ας αποφασίσουμε, στον λίγο χρόνο που έχει απομείνει, ρίχνοντας πού και πού καμιά ματιά στα διδάγματα της ιστορίας, ότι έχει σημάνει η ώρα –έστω μ’ αυτόν τον δραματικό τρόπο– όλοι μαζί να προσπαθήσουμε ν’ αναδιοργανώσουμε όσο γίνεται καλύτερα τα της χώρας και του οίκου μας και ν’ αναπροσαρμόσουμε τις συμπεριφορές μας σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, παρά να αργοπορούμε δαιμονοποιώντας στις πλατείες και ξορκίζοντας στα τηλεοπτικά παράθυρα τον «εξωτερικό παράγοντα», πότε ότι ανακατεύεται απροκάλυπτα στα εσωτερικά μας και πότε ότι για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι να πάρει όπως-όπως πίσω αυτά που του χρωστάμε.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται, άλλοτε σαν φάρσα κι άλλοτε σαν κωμωδία. Μακάρι να λαθεύω νομίζοντας, ότι μάλλον αυτή την ώρα βρισκόμαστε μιαν ανάσα πριν από την εκδίκησή της.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Μνημόνιο ΙΙ: Ποιος θα μιλήσει στην κοινωνία;

Μια νέα δύσκολη εβδομάδα άρχισε για τον πρωθυπουργό της Ελλάδας. Οι διαδοχικές τυπικές και άτυπες διαβουλεύσεις του με υπουργούς, βουλευτές και κομματικά στελέχη, μετά την κατ’ αρχήν συμφωνία με τους ευρωπαίους δανειστές για την παροχή και νέας οικονομικής βοήθειας για τα έτη 2012 – 2014 και τα συνακόλουθα σκληρά μέτρα λιτότητας που τη συνοδεύουν, βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη.

Είναι πολύ βαρύ το φορτίο. Όχι απλώς δυσβάσταχτο, αλλά ασήκωτο. Τα δεδομένα στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, όπως έχουν διαμορφωθεί το τελευταίο διάστημα κι ιδιαίτερα τα τελευταία 24ωρα, κάθε άλλο παρά συνηγορούν ότι είναι δυνατόν τα μέτρα να περάσουν «αβρόχοις ποσί» με τις συνήθεις αμοιβαίες υποχωρήσεις και ελιγμούς στο πολιτικό πεδίο και με την αναμενόμενη κόπωση κι εκφυλισμό των διαμαρτυριών της αγανακτισμένης κοινωνίας.

Όσες φιλότιμες επικοινωνιακές προσπάθειες κι αν καταβληθούν, όσα βίντεο κι αν παίξουν, όσες διαβεβαιώσεις κι αν δοθούν, όσες καλές προθέσεις για συναίνεση κι αν προβληθούν και όσοι υπουργοί Οικονομικών κι αν «θυσιαστούν», είναι τόση η δυναμική των εξελίξεων και τόσο ογκώδης η αναντιστοιχία των «δοκιμασμένων πρακτικών» με τις κοινωνικές ανάγκες, που θα ισοπεδωθούν σαν χάρτινος πύργος.

Το πολιτικό προσωπικό της χώρας «έχει κάψει» όλα τα χαρτιά που παραδοσιακά θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να επηρεάσει την κοινωνία και τώρα που απειλείται «να καεί» το σπίτι του καθενός, προτιμά χίλιες φορές ο κάθε λογής αγανακτισμένος –με μια κραυγή απόγνωσης– «να καεί το μπ… η Βουλή».

Οι πολίτες τα έχουν δει και τα ‘χουν ακούσει όλα από όλους.

Η ίδια η πραγματικότητα φανερώνει το μέγεθος του υφιστάμενου προβλήματος, αλλά το ίδιο φανερή είναι κι η αδυναμία να προταθούν λύσεις ικανές να δρομολογήσουν την αποκατάσταση του κύρους του πολιτικού συστήματος και να οδηγήσουν στον κατευνασμό και την εκτόνωση της σωρευμένης λαϊκής οργής.

Μοιραία στη φιλάρεσκη απόδοση του έργου της η κυβέρνηση κατευθύνεται πλεισίστια στο πεδίο της «Μητέρας των μαχών» υποστηρίζοντας το «Μνημόνιο ΙΙ», εξίσου τραγικά μοιραία κι η αξιωματική αντιπολίτευση παίζει κρυφτούλι με τις εκλογές ανάμεσα στις μαρμαροκολόνες του «Ζάππειο ΙΙ».

Άγνοια κινδύνου ή αδυναμία να προταθεί κάτι νέο;

Τι εμποδίζει ν’ ακουστούν δυο απλές και σταράτες κουβέντες, που ν’ απεικονίζουν όχι μελοδραματικά, αλλά απλώς ποιες δραματικές συνέπειες θα έχει για την επιβίωση της χώρας και τη ζωή του κάθε πολίτη η ματαίωση αυτής της οικονομικής συμφωνίας;

Τι εμποδίζει να ακουστούν μέτρα που θ’ αντιμετωπίζουν ριζικά την κρίση, θα έχουν ποιοτικά κι όχι ισοπεδωτικά χαρακτηριστικά και θ’ απευθύνονται στο σύνολο της κοινωνίας, στον κάθε πολίτη, με όρους δικαιοσύνης κι αναλογικότητας;

Τα διλήμματα τελείωσαν προ πολλού, το ίδιο κι η εμπιστοσύνη των πολιτών.

Ο χρόνος κι η υπομονή της κοινωνίας πνέουν τα λοίσθια κι η ελληνική χρεοκοπία δεν θα είναι η θεαματική αναμετάδοση στα δελτία των 8, όπως «παίζεται» από τα ξένα ΜΜΕ, αλλά η ζοφερή πραγματικότητα που σαν φάντασμα θα στοιχειώσει τις ζωές μας και θα μας κυνηγά για μια ζωή, όχι από κανάλι σε κανάλι, αλλά σε κάθε μας βήμα.

Άραγε ο κύριος πρωθυπουργός, μέσα στο τόσο βαρύ πρόγραμμα αυτών των ημερών, θα προλάβει να το σκεφτεί;


Photo by: David Shelby

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Εθνικό Τυπογραφείο: Καταργείται η θέση του Ειδικού Γραμματέα

Με τροπολογία του Υπουργού Εσωτερικών στο νομοσχέδιο «Για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και λοιπές διατάξεις» που συζητείται στη Βουλή καταργείται η θέση του μετακλητού Ειδικού Γραμματέα στο Εθνικό Τυπογραφείο, που είχε συσταθεί το 1985 και συστήνεται θέση Γενικού Γραμματέα Τοπικής Αυτοδιοίκησης που είχε καταργηθεί με νόμο το 2007.

Στην αιτιολογική έκθεση που τη συνοδεύει εκτός από την αναγκαιότητα για τη νομοθέτηση αυτών των αλλαγών ενόψη του «Καλλικράτη», αναφέρεται επί λέξει ότι: «Δεν προκύπτει επιπλέον επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού καθώς καταργείται η θέση μετακλητού Ειδικού Γραμματέα Εθνικού Τυπογραφείου που έχει συσταθεί με την αριθμ. ΓΥ 1613/11.11.1085 κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών (ΦΕΚ 670/Β’/11.11.1085) και περιελήφθει στο άρθρο 1 του Π.Δ. 166/1989 (ΦΕΚ 177 Α») «Οργανισμός Εθνικού Τυπογραφείου» και οι προβλεπόμενες θέσεις μετακλητών υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτήν…».

Παρακάτω όμως στη Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνοδεύει την τροπολογία ρητά αναφέρεται και πάλι επί λέξει, ότι:

«Από τις προτεινόμενες διατάξεις προκαλούνται τα ακόλουθα οικονομικά αποτελέσματα: Ι. Επί του κρατικού προϋπολογισμού: Ετήσια δαπάνη ύψους 15.100 ευρώ περίπου, από την επανασύσταση της Γενικής Γραμματείας Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με αντίστοιχη κατάργηση της θέσης του Ειδικού Γραμματέα του Εθνικού Τυπογραφείου και την ως εκ τούτου καταβολή διαφοράς αποδοχών στον Γενικό Γραμματέα, που προΐσταται αυτής».
Τι θα πρέπει να πιστέψουμε τελικά, προκαλείται ή δεν προκαλείται δαπάνη και μάλιστα μεγαλύτερη στον κρατικό προϋπολογισμό από αυτήν τη ρύθμιση; Προφανώς και προκαλείται και προφανώς δεν είναι της τάξης μόνο των 15.100 ευρώ που επικαλείται η Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, εφόσον ο ρόλος (και ο μισθός) του Ειδικού Γραμματέα είναι προφανώς υποδεέστερος του αμιγώς πολιτικού ρόλου (και μισθού) του Γενικού Γραμματέα, η στελέχωση του πολιτικού γραφείου του οποίου περιγράφεται μετά τους υφυπουργούς στον κωδικοποιημένο νόμο για την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα και οι μετακλητοί υπάλληλοι που θα κληθούν στη συνέχεια να το στελεχώσουν είναι προφανές ότι θα επιβαρύνουν επιπλέον τον κρατικό προϋπολογισμό.

Κανείς δεν θα μπορούσε, φυσικά, να κρίνει τη βούληση της κυβέρνησης για τη δημιουργία μιας επιπλέον πολιτικής θέσης Γενικού Γραμματέα στο Υπουργείο Εσωτερικών, εφόσον έτσι κρίνει ότι εξυπηρετείται αποτελεσματικότερα η άσκηση των αρμοδιοτήτων της.

Η επίκληση όμως στο σκεπτικό της τροπολογίας για την οικονομία που τάχα θα επιτευχθεί από την κατάργηση της θέσης και του μισθού του Ειδικού Γραμματέα στο Εθνικό Τυπογραφείο και των μετακλητών υπαλλήλων που όμως ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχε, είναι εσφαλμένη.

Το γεγονός ότι το Εθνικό Τυπογραφείο διαδραματίζει, εξαιτίας της έκδοσης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, κρίσιμο θεσμικά ρόλο ίσως έπρεπε να προβληματίσει -υπό τις παρούσες μάλιστα οικονομικές συνθήκες- περισσότερο τους αρμοδίους και αν μη τι άλλο, σε συνδυασμό με την παραπάνω τροπολογία ίσως είναι δόκιμο και επιβεβλημένο, να προβλεφθεί η θεσμική του αναβάθμιση και να υπαχθεί ως έχει στις υπηρεσίες του Πρωθυπουργού, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. Γαλλία, Γερμανία, Πορτογαλία).

Με τον τρόπο αυτό και η θεσμική του θωράκιση στο πλαίσιο της διαφάνειας και του προγράμματος Διαύγεια επιτυγχάνεται καλύτερα, αλλά αυτομάτως θα μπορούσαν να ενισχυθούν με το εξειδικευμένο προσωπικό του και κρίσιμες για τον έλεγχο νομιμότητας των δοκιμίων ΦΕΚ υπηρεσίες του Πρωθυπουργού, όπως η Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου (στο νόμο προβλέπεται κατ’ εξαίρεση η πρόσληψη προσωπικού).

Με τέτοιου είδους ρυθμίσεις, εκτιμούμε, ότι επιτυγχάνεται οικονομία στην πράξη, αποτελεσματικότητα, αλλά κι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, αυτοί που καλούνται να υλοποιήσουν όλα αυτά μέσα σ’ αυτό το τόσο δυσμενές κλίμα, έχουν την αίσθηση και τη βεβαιότητα, ότι οι σχεδιασμοί κι οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης στοχεύουν όχι μόνο αυτούς, αλλά προπαντός τη βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης και την έξοδο από την κρίση.

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

21 Απριλίου: Μέρα μνήμης για την προάσπιση της δημοκρατίας

Αν οι ημερομηνίες έχουν μιαν συμβολική σημασία, είναι γιατί παραπέμπουν σε γεγονότα, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο υπήρξαν ή αποδείχτηκαν καθοριστικά στην διαχρονία της ιστορικής πορείας. Οι ημερομηνίες που καθιερώνονται κι επιβιώνουν δεν είναι μόνο εκείνες που αυθόρμητα η συλλογική μνήμη αντιλαμβάνεται κι ενθυλακώνει ως σημαντικές, αλλά προπαντός εκείνες που επιβάλλονται από τους κυβερνώντες εκ των άνω για λόγους εθνικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς κ.λπ.

Η αξία, φυσικά, αυτού του είδους των εμβληματικών ημερομηνιών, έγκειται στο περιεχόμενο και το νόημα που κάθε λαός αποδίδει στο σημαινόμενο. Υπάρχουν ημερομηνίες που διατηρούν διαχρονικά σχεδόν αναλλοίωτα τα κρίσιμα χαρακτηριστικά τους, ενώ αντίθετα άλλες χάνουν με το πέρασμα του χρόνου όχι μόνο την αίγλη και τη λάμψη τους, αλλά προπαντός το εννοιολογικό τους περιεχόμενο.


Αν η 21η Απριλίου αποτελεί, λοιπόν, στις μέρες μας μια ημερομηνία που αξίζει ν’ ανακαλούμε στη συλλογική μας μνήμη, είναι μόνο στο βαθμό που η αναφορά αυτή εδραιώνει και καλλιεργεί την κοινή αντίληψη για την αξία των δημοκρατικών θεσμών, εφόσον εξαρχής αυτό το εννοιολογικό περιεχόμενο της αποδόθηκε. Η αξία της συγκεκριμένης ανάμνησης στις μέρες μας, έγκειται στο γεγονός και μόνο, ότι είναι ακόμα σε θέση να προκαλεί εκείνα τα συλλογικά αντανακλαστικά, που υπενθυμίζουν τη σημασία για την κοινωνική συμβίωση και συνοχή των αρχών της δημοκρατίας, της ισονομίας και της δικαιοσύνης και ταυτόχρονα ενδυναμώνουν τη συλλογική διαθεσιμότητα και θέληση για τη διατήρηση, υπεράσπιση και περαιτέρω ανάπτυξή τους.


Είναι γεγονός, ότι με το πέρασμα των χρόνων, από την αποκατάσταση της δημοκρατίας και μετά, η σημασία που αποδίδεται στη συγκεκριμένη ημερομηνία και στο περιεχόμενο που της αποδόθηκε αρχικά ολοένα και υποβαθμίζεται. Η λειτουργία του πολιτεύματος και των θεσμών που η συνταγματική τάξη του 1975 και μετέπειτα δημιούργησε, σε συνδυασμό με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη αυτών των δεκαετιών, δεν βοήθησαν στο να διατηρηθεί στη συλλογική μας μνήμη το εννοιολογικό περιεχόμενο εκείνης της ημερομηνίας.

Αγνοήθηκε –και σε πολλές περιπτώσεις με κραυγαλέο τρόπο– το αξίωμα που επιβάλει, ότι ένα αγαθό πρέπει να το εκτιμάς όχι μόνο όταν δεν μπορείς να το έχεις ή να το χρησιμοποιείς, αλλά ιδιαίτερα όταν ελεύθερα κι ανενόχλητα σου παρέχεται η δυνατότητα να το απολαύσεις.

Με τον τρόπο αυτό στο πλαίσιο της «μεταπολιτευτικής» μας δημοκρατίας, έννοιες πολύτιμες για προηγούμενες γενιές, όπως η ελευθερία, η συμμετοχή, τα δικαιώματα αλλά κι οι υποχρεώσεις, όχι μόνο σχετικοποιήθηκαν και προσαρμόστηκαν σ’ ένα στρεβλό δυτικό πρότυπο αντιπροσώπευσης, αλλά προπαντός αλλοιώθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να φτάνουμε στις μέρες μας να υπερθεματίζονται όλο και συχνότερα απόψεις που είχαν αποθεωθεί –τι ειρωνεία;– από το καθεστώς που επιβλήθηκε με τη δικτατορία την 21η Απριλίου 1967.

Ένα από τα καίρια αιτήματα της εποχής, που η κρισιμότητά του υπαγορεύεται κι από γενικευμένο κλίμα κρίσης που ταλανίζει τη χώρα, είναι η προάσπιση της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών κι η διόρθωση δυσλειτουργιών και παθολογιών που με τον χρόνο έχουν δημιουργηθεί.

Η πολύχρονη αδιατάραχτη πολιτική πορεία του τόπου έχει επιτρέψει ν’ αναπτυχθούν στην κοινωνία μας δυνάμεις αδράνειας ή πλαδαρότητας, ώστε με κάποιον τρόπο όλα θεωρούνται αυτονόητα ή ανεκτά. Λησμονούμε σε πολλές περιπτώσεις, ότι η δημοκρατία επειδή υπάρχει δεν σημαίνει ότι λειτουργεί μόνο με πολιτικούς αυτοματισμούς και νομοθετικές ρυθμίσεις. Η γενικευμένη δυσαρέσκεια που έχει δημιουργηθεί στους πολίτες για το πολιτικό σύστημα και τους εκπροσώπους του, η οποία διαφέρει αισθητά από την μέχρι σήμερα ασκούμενη κριτική, αναδεικνύει την πλέον ορατή όψη του προβλήματος.

Για τον λόγο αυτό, τώρα που κρίσιμες πτυχές κεκτημένων καταργούνται ή συρρικνώνονται στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής και των όρων του μνημονίου, είναι απαραίτητο να υπάρξουν ικανά θεσμικά αντίβαρα δημοκρατικού πλεονάσματος, ώστε ν’ ανανεωθούν και θωρακιστούν περαιτέρω οι δημοκρατικές διαδικασίες στο πλαίσιο του αντιπροσωπευτικού μας συστήματος. Η τροποποίηση και αλλαγή σημαντικών θεσμών, όπως είναι το εκλογικό σύστημα, η λειτουργία του Κοινοβουλίου, ο εκδημοκρατισμός των κομμάτων, η δομή της κυβέρνησης αποτελούν ασφαλώς πεδία, που υπάρχουν μεγάλα περιθώρια παρεμβάσεων και τομών.

Άλλως, οι ημερομηνίες, όπως της 21ης Απριλίου, θα περνούν δίχως να μπολιάζουν την κοινωνία μας με τα στοιχειώδη, αλλά άκρως απαραίτητα, αντισώματα για τη στήριξη των δημοκρατικών θεσμών μέσα σ’ ένα ευνομούμενο πλαίσιο πολιτικής και κοινωνικής συνεργασίας κι αλληλεγγύης, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για την παραπέρα πορεία της σ’ αυτή τη δυσμενή ιστορική καμπή.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Απλούστευση Διαδικασιών: Μαγική εικόνα για το Δημόσιο


Σε λίγες μέρες θ’ ανακοινωθεί από την κυβέρνηση το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα σταθερότητας 2012 – 2015, το οποίο θα περιλαμβάνει νέο πακέτο οικονομικών μέτρων και νέες αυξήσεις σε φορολογικούς συντελεστές, νέες περικοπές σε αποδοχές και εισοδήματα. Ταυτόχρονα, εξελίσσεται σε θρίλερ η είσπραξη των οφειλών προς το κράτος, τα δημόσια έσοδα υστερούν δραματικά έναντι των στόχων που έχουν τεθεί.

Γρίφος εξακολουθεί να παραμένει το πώς θα εξελιχθεί η περιστολή των δαπανών των δημοσίων υπηρεσιών, εφόσον το κάθε υπουργείο κι ο κάθε δημόσιος φορέας, θεωρεί ότι έχει εξαντλήσει το περιθώριο που είχε για περικοπές κι οικονομίες. Όλες οι συζητήσεις αναφέρονται σε οικονομικά μεγέθη, σε ποσά και ποσοστά, σε αμοιβές κι επιδόματα. Όμως το κατεξοχήν πρόβλημα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης είναι κυρίως ποιοτικό. Είναι ζήτημα μεθόδων και διαδικασιών.

Είναι αυτές που επί δεκαετίες απλουστεύονται κι όμως, σε πείσμα νόμων, αποφάσεων κι εγκυκλίων, πολλαπλασιάζονται, γιγαντώνονται, διαιωνίζονται. Είναι αυτές που έχουν κάνει την εξυπηρέτηση του πολίτη μαγική εικόνα κι έχουν αποθεώσει τις ουρές αναμονής και τ’ ατέρμονα πήγαιν’ έλα από γκισέ σε γκισέ κι από αρμόδιο σε αρμόδιο. Η κατάργηση ή αντικατάστασή τους δεν απαιτούν τις περισσότερες φορές μελέτες, master plan, επιχειρησιακά προγράμματα, κοινοτικούς ή κρατικούς πόρους. Ενδιαφέρον και μεράκι μόνο απαιτούν, φροντίδα και στοιχειώδες αίσθημα ευθύνης, από εκείνους τους αρμοδίους, που συμμετέχουν και τις παρακολουθούν να εξελίσσονται καθημερινά το ίδιο μονότονα το ίδιο βασανιστικά.

Αυτές οι καθημερινές καταστάσεις τρέλας, που εξακολουθούν, παρά τις πιεστικές ανάγκες που έχουν δημιουργηθεί για περιστολή πόρων ανθρώπινων και οικονομικών, να εκθέτουν τη δημόσια διοίκηση και να εκτίθενται στα μάτια της κοινωνίας, θα έπρεπε ήδη να έχουν αλλάξει. Ξέρουμε δα την ευελιξία που έχει αναπτύξει το ελληνικό διοικητικό σύστημα και τη εφευρετικότητά του να αναβάλει δράσεις στο όνομα τήρησης της νομιμότητας, όπου η διάταξη του νόμου παραμένει ανενεργή μέχρι να εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα ή η υπουργική απόφαση, που με τη σειρά τους περιμένουν τάχα την έκδοση της ερμηνευτικής εγκυκλίου.

Μια από τις πλέον κραυγαλέες είναι εκείνη που έχει θεσπιστεί για πρώτη φορά με τον υπαλληλικό κώδικα του 2007 (άρθρο 55 παρ. 3 για τους… μερακλήδες) κι επιβάλει σε περίπτωση βραχυχρόνιας άδειας πριν ή μετά από αργία ή ανάμεσα σε δύο αργίες, ο υπάλληλος να παραπέμπεται υποχρεωτικά για εξέταση στην οικεία υγειονομική επιτροπή. Η μόνη λογική εξήγηση που θα μπορούσε να δοθεί γι’ αυτή τη διάταξη, είναι ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν ν’ αποτραπούν οι υπάλληλοι να μετατρέπουν με μια απλή δήλωσή τους παραμονές αργιών τα διήμερα σε τριήμερα, τα τριήμερα σε τετραήμερα και πάει λέγοντας.

Στην πράξη αυτή η διάταξη, όπως έχει στη συνέχεια «ρυθμιστεί» με τις σχετικές ερμηνευτικές εγκυκλίους, δεν συνεπάγεται, εφόσον η άδεια δεν υπερβαίνει τις πέντε (5) ημέρες, καμιά εξέταση του υπαλλήλου από οποιαδήποτε υγειονομική επιτροπή, αλλά την… παραπομπή και τη διακίνηση μεταξύ υπηρεσίας και επιτροπής μόνο εγγράφων. Με απλά λόγια, η υπηρεσία διαβιβάζει με έγγραφό της στην επιτροπή τα σχετικά δικαιολογητικά των υπαλλήλων που απουσίασαν και η επιτροπή με τη σειρά της «γνωματεύει» και εγκρίνει κατά κανόνα τις άδειες, οπότε τα παραστατικά μετά από αυτή τη διαδικασία επιστρέφουν και πάλι για αρχειοθέτηση στην υπηρεσία. Οι υπάλληλοι που έχουν απουσιάσει ούτε που παίρνουν τίποτε απ' αυτά είδηση!

Άραγε γι’ αυτήν, αλλά και για πόσες άλλες παρόμοιες διαδικασίες, που κάποιος ευφάνταστος αρμόδιος εισηγήθηκε τη θέσπισή τους, έχει γίνει αποτίμηση κι αξιολόγηση πόσο είναι απαραίτητη και πόσο κοστίζει στο ελληνικό κράτος; Πού συμβάλει στην αποτελεσματική αξιοποίηση κι απασχόληση του ανθρώπινου δυναμικού και τον έλεγχο των δημοσίων υπαλλήλων; Κανείς και πουθενά.

Μύριες όσες παρόμοιες διαδικασίες υπάρχουν, που εξελίσσονται απλώς και μόνο επειδή κάποιος, κάπου, κάποτε τις καθιέρωσε. Καιρός είναι, λοιπόν, εδώ και τώρα, αυτές οι διαδικασίες όπου καταγράφονται να καταργούνται χωρίς καθυστέρηση. Είναι από τις αλλαγές που σε κανένα μνημόνιο δεν περιγράφονται, αλλά που επιβαρύνουν με καθημερινά κόστη τον κρατικό προϋπολογισμό και ελλείμματα την εθνική οικονομία.

Το οικονομικό έλλειμμα θα είναι πιο εύκολο ν’ αντιμετωπιστεί, αν πρώτα φροντίσουμε ν’ αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το έλλειμμα σε κοινή λογική που, είναι πλέον κοινός τόπος, απουσιάζει από τη διοικητική μας κουλτούρα.

Για πόσο ακόμα;

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Οίκοι αξιολόγησης: Η σωτηρία της ψυχής

Όσο έντονα και παραστατικά περιγράφονται στις διδαχές των θρησκειών οι μεταθανάτιες απολαύσεις σαν ανταπόδοση της προσήλωσης και της εν ζωή υποταγής στα κελεύσματα και τις επιταγές τους, άλλο τόσο γλαφυρά παρουσιάζεται κι η έννοια της τιμωρίας για τους παραβάτες της επιβεβλημένης συμπεριφοράς.

Σε κάθε περίπτωση, η εξουσία, η ανώτερη δύναμη, που παρακολουθεί και καταγράφει τις δραστηριότητες και την εν γένει συμπεριφορά των κοινών θνητών, όσο βρίσκονται στο μάταιο τούτο κόσμο, περιβάλλεται από υπερφυσικές ιδιότητες, ικανότητες και συμπεριφορές.

Σε κάθε περίπτωση η κρίση της δύναμης αυτής δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις κι ενστάσεις, είναι τελεσίδικη –ούτε εφετεία, ούτε άρειοι πάγοι, αν κάποιος έχει τη δυνατότητα ν’ αναθεωρήσει αυτή την κρίση –έστω και την υστάτη στιγμή– είναι η ανώτερη δύναμη, αυτή και μόνο.

Φυσικά, δεν θα μπορούσε να παραχθεί έργο επί γης, αν δεν υπήρχαν οι ανά τον κόσμο εξουσιοδοτημένοι και κατάλληλα εκπαιδευμένοι εκπρόσωποι, οι οποίοι θα φρόντιζαν να οργανώσουν και να κατευθύνουν τις ανθρώπινες δραστηριότητες σε τρόπο που να προσανατολίζονται και ν’ αντιστοιχούν με ακρίβεια στις επιταγές και τις διδαχές, που φυλάνε στις παρακαταθήκες τους.

Οι θεματοφύλακες αυτοί, λειτουργώντας πάντα εξ ονόματος της ανώτερης δύναμης, υποδεικνύουν, επιτάσσουν, επιβραβεύουν ή επιτιμούν τα οργανωμένα κοινωνικά σύνολα ανάλογα με το κατά πόσον οι δραστηριότητες που μεταξύ τους αναπτύσσουν, αλλά και σε σχέση με τους ίδιους τους θεματοφύλακες συμπορεύονται με τις κατευθύνσεις που έχουν δοθεί.

Όπως είναι αυτονόητο, η επίκληση και μόνο αυτής της αόρατης δύναμης από τους εκπροσώπους της, δημιουργεί εκ προοιμίου την υποχρέωση για υπακοή και πειθαρχία, εφόσον στα πεπερασμένα ανθρώπινα σύνολα είναι έμφυτη η ανάγκη της αποδοχής και της επιβράβευσης από εκείνους που εξ ορισμού έχουν το μονοπώλιο του ελέγχου και της αξιολόγησης της συμπεριφοράς τους.

Το αποτέλεσμα αυτής της ανισοβαρούς σχέσης είναι οι μεν εκπρόσωποι να διευρύνουν την εξουσία και την επιρροή των απόψεών τους στις τυπικά ή άτυπα οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις, οι δε οργανωμένες κοινωνίες, μέσω των δικών τους εκλεγμένων τυπικά ή άτυπα εκπροσώπων, να επιδιώκουν τη σύναψη –ενίοτε όχι μόνο με το αζημίωτο– ευνοϊκών σχέσεων ή δεσμών με τους επί γης εκπροσώπους της ανώτερης δύναμης, ώστε να απολαμβάνουν –κατά το δυνατόν– σταθερά και σε βάθος χρόνου την ευμενή απέναντί τους στάση.

Όσο τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά –κατά το κοινώς λεγόμενον– δεν παρατηρείται κανένα πρόβλημα στις μεταξύ τους σχέσεις, οι οποίες ρυθμίζονται μέσα σε πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης και συμφερόντων. Τα προβλήματα –όπως είναι αυτονόητο– αρχίζουν όταν διασαλευτεί η ισορροπία. Παγκόσμια; Ευρωπαϊκή; Αμερικανική ή Ελληνική; Λίγη σημασία έχει.

Οι επί γης εκπρόσωποι σπεύδουν στην περίπτωση αυτή –πάντα εξ ονόματος και για την προστασία των σταθερών και του συμφέροντος της ανώτερης δύναμης– να παρέμβουν ρυθμιστικά, ώστε να αποκαταστήσουν την δυσλειτουργία. Ενίοτε –αν αυτό υπαγορεύεται από λόγους δογματισμού ή απόλυτης προσήλωσης στις άγραφες παρακαταθήκες– ο ηγέτης των εκπροσώπων με την επίκληση της λεγόμενης «αυτορύθμισης» δεν προβαίνει σε καμία ενέργεια και αφήνει τα πράγματα να εξελιχθούν.

Για τις περιπτώσεις ανυπακοής, παρεκκλίσεων ή και κατ’ εξακολούθηση παράβασης των κανόνων, οι εκπρόσωποι αξιοποιούν το μέτρο του «επιτιμίου» –που είναι ποινή ανάλογα με το παράπτωμα– ώστε ο παραβάτης να αντιληφθεί το σφάλμα του, να μεταβάλει τη στάση και τη συμπεριφορά του, να συνετιστεί και να μπορέσει να μετέλθει και πάλι σαν ισότιμος στην πανανθρώπινη κοινωνία.

Αν τώρα κάποιοι βρίσκουν, ότι τα παραπάνω ταιριάζουν με τις «αγορές», τους «οίκους αξιολόγησης» και τις διακρατικές οικονομικές σχέσεις, δικαίωμά τους...

Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα
Η σωτηρία της Ελλάδας;

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Κοινωνική συνοχή: Ο λόγος στον Πρωθυπουργό


Γεμάτος πάλι ο κυριακάτικος Τύπος από απόψεις κι αναλύσεις σχετικά με την οικονομική κατάσταση της χώρας. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, καθηγητές πανεπιστημίων, ειδικοί και στελέχη χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στριφογύρισαν στο γαϊτανάκι των κατά τη γνώμη τους προσφορότερων λύσεων. Οι γνώμες σε κάθε περίπτωση διαφορετικές κι οι προσεγγίσεις ανάλογα με την οπτική που ο καθένας αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τα δεδομένα. Όπως σε κάθε πρόβλημα, πόσο μάλλον και για το θέμα αυτό, οι απόψεις που διατυπώνονται, απηχούν όχι μόνο αντικρουόμενα πολιτικο-ιδεολογικά στρατόπεδα και σχολές, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις και αντικρουόμενα συμφέροντα.

Αυτή η καθημερινή πλέον περιδίνηση γύρω από τις ενδεχόμενες εξελίξεις και μέσα στο κλίμα που διαμορφώνεται, εξαιτίας των οικονομικών μέτρων, αλλά προπαντός από τη ρευστότητα που καλλιεργεί η ανάγκη διαδοχικών αναθεωρήσεών τους, δημιουργεί έντονα συναισθήματα ανασφάλειας και φόβου, αν όχι στο σύνολο, τουλάχιστον στη συντριπτική πλειοψηφία του κοινωνικού συνόλου. Η αβεβαιότητα κι η αστάθεια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά των δραστηριοτήτων τόσο στα νοικοκυριά, όσο και στην αγορά.

Μέσα σ’ αυτό το θολό περιβάλλον, στρατηγικός στόχος της κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και γι’ αυτόν οφείλει να εργάζεται με σταθερότητα και συνέπεια, αντίρροπα στις δυνάμεις της διάλυσης και του κατακερματισμού του κοινωνικού ιστού. Η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, που αυτήν την περίοδο δοκιμάζεται, όχι μόνο από την οικονομική κρίση και τις συνέπειές της (ανεργία, ανέχεια, κοινωνικός αποκλεισμός) αλλά κι από πλήθος άλλων κοινωνικών φαινομένων και παθογενειών (εγκληματικότητα, ξενοφοβία, ανομία), θα πρέπει ν’ αποτελέσει τη λυδία λίθο των κυβερνητικών επιλογών για την υπέρβαση και της οικονομικής κρίσης.

Το πόσο δύσκολο έργο είναι αυτό, μέσα στην παρούσα συγκυρία, εφόσον και το ίδιο το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε βαθειά κρίση αξιοπιστίας και αφερεγγυότητας, είναι αυτονόητο. Όσο δύσκολο όμως φαντάζει αυτό το έργο από την πλευρά της κυβέρνησης, άλλο τόσο επιτακτική προβάλει κι η ανάγκη από την πλευρά της κοινωνίας.

Εδώ, λοιπόν, είναι απαραίτητη η ανάπτυξη κι αξιοποίηση πολιτικών, που υπερβαίνουν τα έως σήμερα δεδομένα της κυβερνητικής δραστηριότητας σε σχέση με το κράτος και τους θεσμούς, η προώθηση επιλογών που επιτρέπουν να λειτουργήσει με όρους υπερκομματικούς απέναντι στις ομάδες πίεσης και τα οργανωμένα συμφέροντα, η επεξεργασία και λήψη αποφάσεων που ξεπερνούν τις σημερινές αγκυλώσεις και δυσλειτουργίες της κομματικής οργάνωσης και προσεγγίζουν με δικαιοσύνη, ισότητα κι αλληλεγγύη τις κοινωνικές ανάγκες και αιτήματα.

Το πρόβλημα είναι κατεξοχήν πολιτικό. Το να κουνάς επιτιμητικά κάθε τρεις και λίγο το δάχτυλο, πότε στους πολίτες και πότε στις κοινωνικές ομάδες, πότε στην αξιωματική αντιπολίτευση και πότε στον ΣΥΡΙΖΑ ή το ΚΚΕ, μπορεί να εκτονώνει σε επικοινωνιακό επίπεδο την εύλογη σε πολλές περιπτώσεις κυβερνητική πίεση, δεν παράγει όμως πολιτικά αποτελέσματα, ούτε δίνει απαντήσεις στα κρίσιμα προβλήματα του τόπου και του λαού. Αντίθετα, ανακυκλώνει μιαν παλαιοκομματικού τύπου αντιπαράθεση, που όχι μόνο δεν πείθει πλέον την κοινή γνώμη, αλλά ούτε καν το υπό στενή έννοια κομματικό ακροατήριο.

Τις πολιτικές πρωτοβουλίες τις έχει στα χέρια της η κυβέρνηση. Η πλειοψηφία των πολιτών, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις ακόμα την εμπιστεύεται. Προτού καταναλωθεί, επομένως, και το τελευταίο ίχνος από το απόθεμα της κοινωνικής ανοχής μεταξύ ανερμάτιστων τεχνοκρατικών αναλύσεων συμβούλων και ειδικών, αλλά και δημόσιων αντιπαραθέσεων μεταξύ υπουργών και βουλευτών, ας δοθεί σαφές πολιτικό μήνυμα δια στόματος του Πρωθυπουργού προς την κοινωνία.

Ας μιλήσει ο ίδιος, πρόσωπο με πρόσωπο με τους πολίτες, με ευθύτητα και θάρρος για τις προθέσεις, τις επιδιώξεις και τις επιλογές της κυβέρνησής του στο εσωτερικό και το εξωτερικό και το σημείο που τοποθετείται πλέον η «κόκκινη γραμμή», που θα σηματοδοτεί το τέλος στην καταβύθιση –πλην της ύφεσης– της εθνικής εσωστρέφειας, της κοινωνικής απογοήτευσης και της ατομικής ανασφάλειας.