Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

Οξυγόνο.


Το οξυγόνο τελείωσε σ’ ένα Σαββατοκύριακο· απνευστί. Ένοιωσα ξαφνιασμένος ή αμήχανος καλύτερα. Τι δεν κατάλαβα; Ίσως δεν έκανα στάσεις αποσυμπίεσης –σκέφτηκα– γι΄αυτό την Τρίτη έκανα εκ νέου μια προσπάθεια ανάνηψης εστιάζοντας ιδιαίτερα σε συγκεκριμένα σημεία, τότε αισθάνθηκα να μένω στα ρηχά.

Ανάμεσα στις σελίδες, γραμμή τη γραμμή και πίσω απ’ τις λέξεις, κάπου μεταξύ Τήλου και πλατείας Ομονοίας, η Ξένια υπονοούσε την παρουσία της, αλλά ουσιαστικά ήταν απούσα. Τίποτα δεν με παρέπεμπε στις ευαισθησίες, τη χάρη, το άρωμα και τη σπιρτάδα του λόγου της, όπως στο παρελθόν είχα γνωρίσει, είχα αγαπήσει.

Δεν φταίει η Ξένια, εγώ είμαι μακριά από την ορολογία της εποχής, από πεποίθηση έξω από τσατ κι ηλεκτρονικές επικοινωνίες και παραδοσιακά προσκολλημένος σε σχέσεις και συμπεριφορές παλιομοδίτικες, παραδοσιακές κι εν πολλοίς –όπως φαίνεται– παρωχημένες.

Οι δικές μου παρέες, εκεί γύρω στο ’90, μπορεί να αισθάνονταν διαφορετικά τον έρωτα, να βίωναν διαφορετικά την ελευθερία, να είχαν άλλες ανησυχίες και προτεραιότητες. Ναι, την εποχή εκείνη ακολούθησε μια εικοσαετία αχαλίνωτης ευημερίας. Οι κανόνες έγιναν εύκαμπτοι, οι διαδικασίες ευέλικτες, οι ανάγκες ατέλειωτες, οι άνθρωποι αδύναμοι.

Κοιτάζω τη φωτογραφία στο εξώφυλλο κι αναζητώ τον εαυτό μου κάπου ανάμεσα στους περαστικούς της γωνίας πλατείας Ομονοίας και Γ’ Σεπτεμβρίου να στρίβω έξω απ’ τη «Μπραζίτα». Πόσες φορές πρωί – μεσημέρι είχα περάσει απ’ το σημείο αυτό κατευθυνόμενος στον ηλεκτρικό· μια ζωή.

Εκείνη την εποχή δεν ήμουν και στα καλύτερά μου. Όχι επειδή ήταν και τότε Νέα Δημοκρατία και Μητσοτάκης στα πράγματα, ούτε που ο Σαμαράς «άνοιγε» τα σύνορα για τους Αλβανούς ή που η οικονομική κατάσταση δεν ήταν και πάλι καλή, αλλά, να, σαν ζευγάρι κάναμε αγώνα για παιδί, στη δουλειά οι εκλεκτοί στα «μέσα και στα έξω» και στις παρέες μια αγωνία για το αύριο κι ό,τι διαισθανόμασταν πως έφερνε.

Κάτι ο Νταλάρας κι ο Παπακωνσταντίνου στο Αττικόν και κάτι ούζα –στις διακοπές– στα Μεστά της Χίου μας ζωγράφιζαν με φως τις εποχές.  Κι ένας ολόλαμπρος ήλιος που έλαμψε το Νοέμβρη του ’91 κι έδωσε, πέρα από φως, καινούργιο νόημα κι άλλη διάσταση κι ενέργεια στη ζωή μας. Ακολούθησε μια εικοσαετία ευημερίας και προόδου.

Απλά μικροαστικά θέματα. Μια καθημερινότητα που κουράζει, αλλά και που αναστατώνει η τυχόν ανατροπή της. Η «Αγία Καθημερινότητα», όπως συνηθίζω να την αποκαλώ. Μια καθημερινότητα με τη ρουτίνα της, τα καλά και τα κακά της, τις αγάπες, τα μυστικά, τις ενοχές και τις συγγνώμες της, τις σιωπές, τις ματιές και τους κρυφούς της αναστεναγμούς, τις χαρές και τις λύπες της.

Σ’ αυτή την καθημερινότητά μου το οξυγόνο δεν μπήκε το περασμένο Σαββατοκύριακο. Αντίθετα, με έβαλε σε κάποιες άλλες –με συνέπεια, παραστατικότητα και δεξιοτεχνία οφείλω να ομολογήσω– που, χωρίς να’ναι ολότελα «ξένες» δεν κατάφεραν να οικειοποιθούν κάτι απ’ αυτά που αισθάνομαι, πιστεύω ή φαντάζομαι. Οι λέξεις θα’θελα νά 'ναι πιο τρυφερές, πιο αγαπησιάρικες οι σχέσεις κι οι άνθρωποι πιο καθημερινοί κι οικείοι. Μου φάνηκαν πολλά για τόσο λίγους.

Το ξαναλέω, δεν φταίει η Ξένια, εγώ φταίω που, όταν διαβάζω, αναζητώ πίσω απ’ τις λέξεις, μέσα απ’ τα νοήματα, να συναντηθώ με τον συγγραφέα και να ταιριάξουν οι εικόνες του με τις ιδέες μου κι η φαντασία του με τα συναισθήματά μου. Κι εκεί στο σμίξιμο και μπρος στα έκπληκτα μάτια μου, να παρασυρθώ απ' την απλότητα, την πλοκή, την ευρηματικότητα και τη σεμνότητα.

Είναι μια άλλη εποχή αυτή που ζούμε.

Είναι μια εποχή δύσκολη, απρόσωπη, γρήγορη, ίσως και σκληρή. Έχω πίστη, όμως, και υπομονή, και μια κρυφή ελπίδα. Οι εποχές αλλάζουν, το ίδιο κι οι άνθρωποι. Την Ξένια τη θαυμάζω και μπορώ να περιμένω.

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Γελάσαμε και φέτος.


Γελάσαμε πολύ με τα καμώματα της κυβέρνησης κι αυτόν τον χρόνο, δυσανάλογα περισσότερο από την απογοήτευση και τ’ αδιέξοδα που προκαλούν οι πολιτικές της. Για μια ακόμα χρονιά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ απέδειξε ότι, όχι μόνο είναι ο καλύτερος μαθητής του πολιτικού κατεστημένου, όχι μόνο ότι είναι ο καταλληλότερος εκφραστής του «παλαιού» πολιτικού συστήματος, αλλά ότι μπορεί άριστα κι αποτελεσματικότερα να εξελίξει, πέρα κι απ’ τα όρια ακόμα, τις χρόνιες παθογένειες, τις αγκυλώσεις και τις ακραίες συμπεριφορές του.

Νεποτισμός, οπορτουνισμός, κυνισμός, αδιαφάνεια, μισαλλοδοξία, ψέμματα και προπαγάνδα στην ημερήσια διάταξη. Κόντρα ρόλος απ’ αυτόν που –υποτίθεται– επιβάλλει η παγκόσμια συγκυρία κι η δύσκολη κατάσταση της χώρας. Κόντρα και στην κοινή λογική που τα τελευταία χρόνια φαίνεται να‘χει εξοστρακιστεί από τα κοινά του τόπου, απ’ το δημόσιο λόγο, και περιφέρεται σαν την άδικη κατάρα σε καταχωνιασμένα μονόστηλα κι αζήτητες αναλύσεις, λες κι ήταν κι αυτό δίκαιο κι έγινε πράξη.

Εμείς όμως το καταχαρήκαμε, γελάσαμε με την καρδιά μας. Η μουρμούρα κι η γκρίνια έφταναν μόνο μέχρι τα γκισέ πληρωμής των κάθε λογής φόρων, τελών και εισφορών ή άντε, στην καλύτερη, μεταξύ φρέντο και πρέφας.Στα κοινωνικά δίκτυα οι ατάκες κι οι χαριτωμενιές έδιναν κι έπαιρναν. Να, τα like, να, τα χιουμοριστικά σχόλια κι οι εικόνες, τα παραποιημένα βίντεο με πρωταγωνιστές κυβερνητικά στελέχη. Ούτε την εποχή του Κώστα Καραμανλή και της Νέας Δημοκρατίας στα χειρότερά της είχαμε δει τόση καζούρα και τόση πλάκα με πρωθυπουργό και πολιτικούς κομμάτων εξουσίας. Χαμός!

Χρόνο με το χρόνο η κοινωνική ανοχή στην ευτέλεια, στην ασχήμια, στην αυθάδεια, στο λίγο, στο ημιμαθές, πάνε χέρι-χέρι με τον πολιτικό αμοραλισμό, τον αυταρχισμό, τον κυνισμό, την αλαζονεία. Κάθε χρόνο όμως –και τα τελευταία χρόνια με ιδιαίτερη ένταση και προκλητικότητα– μπορεί κάθε τι απ’ αυτά που μας μειώνουν, μας  αποπροσανατολίζουν, μας δηλητηριάζουν ν’ αποτελέσει αφορμή για χάχανα, για πικρόχολα σχόλια κι εμπνευσμένες ατάκες· μέχρι εκεί. Άλλωστε, «Τα ίδια έκαναν κι οι προηγούμενοι». Για άλλον έναν χρόνο δεν θελήσαμε να καταλάβουμε πως κανένα από τα μετά το 2010 χρόνια δεν είναι ίδιο με τα προηγούμενα ή –καλύτερα– κανένα δεν θα έπρεπε να είναι σαν τα προηγούμενα. Για έναν ακόμα χρόνο, ανεχτήκαμε, επειδή «τα ίδια έκαναν κι οι προηγούμενοι», να κυβερνιώμαστε το ίδιο –κατ’ εμέ χειρότερα– απ’ ό,τι προηγούμενα.

Οι ίδιες πρακτικές, οι ίδιες αντιθέσεις, οι ίδιες ατάκες, τα ίδια προβλήματα, οι ίδιοι πρωταγωνιστές. Ναι, οι ίδιοι. Αυτούς που εμείς επιλέξαμε σαν «νέους» γιατί οι «παλιοί» μας χρεοκόπησαν, μας πρόδωσαν, μας απογοήτευσαν. Είναι τόσο «νέοι», που καθένας τους έχει κι από μια τουλάχιστον κυβερνητική θητεία σε κάποιο «παλιό» κόμμα, μια τουλάχιστον έμμισθη θέση σε κάποια «παλιά» κυβέρνηση, μια τουλάχιστον εκλογή ή υποψηφιότητα σε κάποιο «παλιό» αυτοδιοικητικό ή συνδικαλιστικό συνδυασμό.

Μας αρέσει αυτό το «παιχνίδι» της κοροϊδίας, κοροδευόμαστε μεταξύ μας λες και τη «βρίσκουμε». Κοιτάμε την οθόνη του υπολογιστή, το πρωτοσέλιδο, την τηλεόραση και γελάμε γύρω με τα χάλια. Ποια χάλια; Ποιανού τα χάλια μας διασκεδάζουν; Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι, ουσιαστικά, τον καθρέφτη απέναντί μας κοιτάζουμε, με τον εαυτό μας γελάμε, με τα χάλια μας διασκεδάζουμε; Πώς ν’ αλλάξουν, έτσι, τα χρόνια; Πώς ν’ αλλάξουν οι πολιτικές; Πώς ν’ αλλάξει η χώρα; Πώς ν’ αλλάξουν οι ζωές μας;

Ο χρόνος είναι το μόνο σίγουρο πως θ’ αλλάξει. Ο Νέος Χρόνος, είναι βέβαιο, θα έχει τόσες μέρες όσες ο παλιός, αλλά κάθε μέρα του μπορεί να είναι μια νέα μέρα, αν την κοιτάξουμε ανοίγοντας ένα παράθυρο στο φως, την αλήθεια, τη ζωντάνια, το χαμόγελό της κι όχι μόνο κοιτώντας την αντανάκλασή της μέσα απ’ τον καθρέφτη του εγωισμού, της αδιαφορίας, της ειρωνείας και της μισαλλοδοξίας μας. Μπορούμε να χαμογελάσουμε ειλικρινά, αυθόρμητα, πηγαία· μπορούμε. Ο Νέος Χρόνος ας γίνει αφορμή και ευκαιρία.

Καλή Χρονιά!