Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Άρρωστοι.


«Έχουμε, τουλάχιστον, την υγειά μας», η συνηθέστερη στις μέρες μας επωδός κλείνοντας μια συνομιλία. Έχουμε την υγειά μας, αμ δε· παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του, εφόσον ούτε την υγειά μας, όπως νομίζουμε, έχουμε.

Σε ποια υγεία αναφερόμαστε; Ότι, δηλαδή, περπατάμε και στεκόμαστε όρθιοι; Ότι δεν έχουμε ίωση ή κάποια ανίατη ασθένεια; Ότι μπορούμε και τρώμε και μιλάμε; Σε τι ακριβώς, γιατί στις μέρες που ζούμε μόνο όποιος έχει ολική αναισθησία ή ανήκει στον κυβερνητικό μηχανισμό μπορεί να αισθάνεται καλά, όλοι οι υπόλοιποι, ακόμα κι αν δεν καταφεύγουν προς το παρόν στα ψυχοφάρμακα, βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, σε συνθήκες παρατεταμένης ανασφάλειας και βαθιάς κατάθλιψης.

Δεν είμαστε καλά, δεν είμαστε καθόλου καλά, όχι γιατί μέρα τη μέρα φτωχαίνουμε και πάμε, όχι γιατί εξοικειωθήκαμε με το ψέμα, ούτε γιατί πιστέψαμε αφελώς ότι «όλοι το ίδιο είναι», δεν είμαστε καλά γιατί συνηθίζουμε λίγο-λίγο τη μιζέρια, ανεχόμαστε σιγά-σιγά αυταρχικές επιλογές, δεχόμαστε μέρα με τη μέρα την έκπτωση των δημοκρατικών θεσμών, αφομοιώνουμε εικόνα την εικόνα τον εξευτελισμό της ζωής, το ποδοπάτημα της αξιοπρέπειας, το κουρέλιασμα της ελπίδας.

Βυθιζόμαστε κοινωνικά, επαγγελματικά, ατομικά, αλλά επιμένουμε να μένουμε στην επιφάνεια, στο φαίνεσθαι, στο σύνθημα και την πιασάρικη ατάκα, επιλέγουμε με ευκολία την εύκολη λύση και με αβρότητα την ανέξοδη επιλογή· αυτές τις «ανέξοδες» επιλογές και τις εύκολες λύσεις πληρώνουμε μέχρι τώρα πανάκριβα, αυτές τις συμφέρουσες πολιτικές και τις πολιτικές διαπραγματεύσεις· τις αυταπάτες μας.

Πόσες αξιολογήσεις θα πρέπει να κλείσουν με νέα μέτρα σε βάρος μας; Πόσα μνημόνια θα πρέπει να υπογραφούν για νέες περικοπές και νέες μειώσεις; Πόσο ακόμα θα πρέπει να πληρώσουμε και πόσες χιλιάδες νέοι επιστήμονες να ξενιτευτούν για να συνεχίσουμε να ξεροσταλιάζουμε στις ατέλειωτες ουρές, να αγωνιούμε για ένα μεροκάματο, να ταλαιπωρούμαστε σε ατέρμονες δικαστικές διαμάχες, να πεθαίνουμε –ενίοτε κυριολεκτικά– για ένα ραντεβού σε δημόσιο νοσοκομείο, να τυρρανιώμαστε γυρεύοντας βεβαιώσεις κι υπογραφές στις εφορίες, στις πολεοδομίες, στον ΟΑΕΔ, στο ΙΚΑ, στα ΠΕΔΥ, στους Δήμους;

Να έχουμε την υγειά μας μόνο για να πληρώνουμε, φαίνεται, και να είμαστε κι ευχαριστημένοι, επειδή –λέει– αυτοί που κυβερνούν είναι καλύτεροι απ’ τους προηγούμενους κι έχουν –καβάτζα στα δύσκολα– και το «ηθικό πλεονέκτημα». Είναι εργαλείο ανάπτυξης, το ρημάδι; Είναι τρόπος παραγωγής, διακυβέρνησης, πολιτικής ή μια πομφόλυγα για τα κρατικά μέσα ενημέρωσης και για την προπαγάνδα των φιλοκυβερνητικών εντύπων;

Είμαστε στριμωγμένοι στη γωνιά, μας χτυπάνε αλύπητα κι εμείς επιμένουμε ότι είμαστε ευχαριστημένοι επειδή –λέει– έχουμε την υγειά μας! Τι να πουν τότε οι άτυχοι συμπολίτες μας που δεν την έχουν ούτε αυτή; Τι πρέπει να κάνουν, τη στιγμή, μάλιστα, που ο χώρος της δημόσιας υγείας δοκιμάζεται σκληρά κι αδυσώπητα; Πρέπει να εξαφανιστούν ή να περιμένουν το θαύμα ή το μοιραίο με καρτερία και στωικότητα; Αυτό το θαύμα που λίγο – πολύ όλοι περιμένουμε, εφόσον έτσι όπως έχουμε μπλέξει μόνο μ’ ένα θαύμα μπορεί να σωθούμε.

Αλλά ούτε στο θαύμα μπορούμε να συμφωνήσουμε μεταξύ μας. Άλλος μας λέει να το περιμένουμε εξ ουρανού, άλλος απ’ την ανατολή, άλλος από τον Τραμπ, άλλος απ’ τις εκλογές κι άλλος από τη δραχμή. Υπάρχει κάποιος που να πιστεύει και να περιμένει το θαύμα από τη σκληρή κοινή μας προσπάθεια, από τη δύσκολη κι επίπονη συνεισφορά και συμμετοχή όλων μας, από τη μακρόχρονη και συστηματική προσήλωσή μας στην ανόρθωση και την ευημερία της χώρας; Αστεία πράγματα.

Η αφασία κι η ανημποριά της –κατά τα λοιπά υγιούς– κοινωνίας βολεύει, η κόπωση κι ο μιθριδατισμός στη φτήνια και τη φτώχεια εξυπηρετούν εκείνους που μεθοδικά την κανακεύουν και την αποκοιμίζουν –με προσκεφάλι πάντα το ηθικό πλεονέκτημα– στα ρηχά και τα εύκολα, στα δήθεν αριστερά κι ελπιδοφόρα, στα αδιαπραγμάτευτα και τις κόκκινες γραμμές, στη θυματοποίηση και την παραίτηση.

Οι κοινωνικές παροχές των ψίχουλων και της ελεημοσύνης, οι κοινωνικές πολιτικές της αρπαχτής, της αδιαφάνειας και της ισοπέδωσης, οι αλλαντάλλων προσλήψεις και διορισμοί, οι εξυπηρετήσεις κι οι πελατειακές δοσοληψίες, η άμβλυνση των δημοκρατικών θεσμών και λειτουργιών, η καταστρατήγηση της νομιμότητας, της ισότητας, του δικαίου, η ανοχή στην ανομία κι η αδιαφορία για την παραβατικότητα, την αλητεία και την προσβολή, μπολιάζουν μέρα τη μέρα το κοινωνικό σώμα με το δηλητήριο της σήψης, της διάλυσης, της αυτοκαταστροφής.

Η μισαλλοδοξία κι ο ανταγωνισμός μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, των επαγγελματικών οργανώσεων, αλλά και μεταξύ γειτόνων ή ακόμα και μελών της ίδιας οικογένειας, ο κοινωνικός αυτοματισμός, λειτουργούν αποσταθεροποιητικά και διχαστικά διαρρηγνύοντας σχέσεις και σταθερές, ανατρέποντας ισορροπίες και συσχετισμούς. Δημιουργούν μείγμα τοξικό κι επικίνδυνο, που αλλοιώνει την εικόνα της κοινωνίας μας και καταστρέφει την όποια διάθεση συμμετοχής, το όποιο ενδιαφέρον συνεργασίας, τα όποια ψήγματα λογικής.

Τι τα θες όμως, εμείς να έχουμε την υγειά μας, οι αποφάσεις κι οι λύσεις μπορούν να περιμένουν· δε βλέπεις, άλλωστε, κι η αξιολόγηση;

Photo: fantasy

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Πολιτική διαπραγμάτευση για την Πρωτοχρονιά.


Πάνε κι αυτά. Τα Χριστούγεννα του 2016 πέρασαν, όπως και τα προηγούμενα ή τα προπροηγούμενα, πέρασαν πια, ανήκουν στο παρελθόν, στις αναμνήσεις. Τι έμεινε, πέρα απ’ τις άπειρες φωτογραφίες και status στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –περισσότερο ίσως από ποτέ άλλοτε–, τις πιατέλες με τα ψητά, τις τούρτες, τις δίπλες και τα μελομακάρονα; Οι ευχές; Η καλή διάθεση; Οι ευχάριστες συζητήσεις;

Το μόνο σίγουρο είναι ότι έμειναν τρεις μέρες, τρεις μόνο μέρες για την Πρωτοχρονιά του 2017. Τρεις μέρες για την πληρωμή των τελών κυκλοφορίας, της δόσης του ΕΝΦΙΑ, τη ρύθμιση της ΔΕΗ και –φυσικά– του τραπεζώματος της παραμονής, του νέου γύρου με τις πιατέλες, τα γλυκά, τις βασιλόπιτες και –απαραιτήτως– της επανάληψης άπειρων ευχών στα μέσα και τα έξω του διαδικτύου συνοδεία άπειρων φωτογραφιών, SMS και συναφών πατροπαράδοτων εθίμων.

Πολύ νοσταλγία εισέπραξα φέτος τα Χριστούγεννα, πολύ νοσταλγία για το παρελθόν και κάποια άλλα Χριστούγεννα, όχι παιδικά, όχι μαθητικά ή νεανικά, αλλά σχετικά πρόσφατα, σαν του 2004, να πούμε, ή και του 2009 ακόμα. Χριστούγεννα που το μόνο συστατικό που τους έλειπε δεν ήταν ούτε τα γλέντια, ούτε τα ταξίδια, ούτε οι οικογενειακές συγκεντρώσεις και τα τραπεζώματα· η μελαγχολία τους έλειπε, η κατάθλιψη, η γκρίνια, η μισαλλοδοξία κι ο θυμός.

Είναι απελπισμένες οι μέρες που ζούμε κι αυτή την απελπισία ούτε τα Χριστούγεννα, ούτε οι γιορτές μπορούν να την αντιμετωπίσουν, να την αμβλύνουν, να τη διασκεδάσουν. Είναι μέρες μιας άλλης εποχής κι ενός άλλου, νέου, καιρού, που κάποια Χριστούγεννα πριν, κάποια χρόνια πριν ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα μας έβρισκαν, ούτε θεωρούσαμε, ότι είναι ποτέ δυνατόν η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον να είναι αγαθό εν ανεπαρκεία.

Βρεθήκαμε απροετοίμαστοι κι ανέτοιμοι –από ‘κει που μας διαβεβαίωναν ότι είμαστε «θωρακισμένοι»– να στροβιλιζόμαστε έρμαια κι έρμοι στη δίνη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μια χώρα κι ένας λαός καρυδότσουφλο στις ατάκες και τις διαθέσεις του κάθε καιροσκόπου, του κάθε τυχοδιώκτη, του κάθε λαοπλάνου. Εφτά χρόνια κι ακόμα η ίδια –χειρότερα μάλλον– ανοργανωσιά και προχειρότητα, ο ίδιος θυμός κι οργή, η ίδια απογοήτευση κι απελπισία.

Τα Χριστούγεννα έρχονται και παρέρχονται με την ίδια συνέπεια που ανανεώνουμε τις ευχές μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις διαψεύσεις μας κι αντί να στοχεύουμε να ξανάρθουν και να ξαναζήσουμε –κι εμείς, γιατί όχι;– μαζί με τα παιδιά μας, τους συγγενείς και τους φίλους μας, κάποια Χριστούγεννα στο εγγύς μέλλον, κάποιες μελλοντικές γιορτές και Πρωτοχρονιές, ακόμα καλύτερα και πιο ευτυχισμένα απ’ αυτές τις περασμένες, που στις μέρες μας νοσταλγούμε κι αναφερόμαστε με περισσή γλύκα, αρκούμαστε να πέφτουμε στην παγίδα της μελαγχολίας, της απογοήτευσης και της παραίτησης.

Ούτως ή άλλως ο κόσμος προχωρά, αλλάζει, δύσκολα πια στις μέρες μας ή περισσότερο επίπονα και κοπιαστικά, αλλά όλα πάνε μπροστά· όπως πάντα. Παραιτημένοι, δύσθυμοι, με τις ιδεοληψίες και τον εγωκεντρισμό μας θα σερνόμαστε σ’ αυτό το δρόμο για χρόνια, για δεκαετίες, ακολουθώντας, ουραγοί, ένα αύριο που –ούτως ή άλλως– έρχεται, που θα διαμορφώνεται από άλλους, δίχως να μας λογαριάζουν και δίχως να μας δίνουν λογαριασμό. Παράταιροι επαίτες, σολίστες –ρολίστες για τους «εντός»– της –άγνωστης για τους ορθολογιστές «εκτός»– «πολιτικής διαπραγμάτευσης».

Καλό θα είναι, λέω εγώ, αντί να συγκρίνουμε τον καιρό μας και τις μέρες μας με άλλους καιρούς, που ζήσαμε, που ξεσαλώσαμε και –τελικά– πληρώνουμε, αντί να κλαψουρίζουμε παραπονιάρικα για το άδικο που μας βρήκε, για τους ξένους που μας κατατρέχουν και το ριζικό μας το κακότυχο, να κάτσουμε από κοινού γι΄αυτούς που αποφασίζουν κι όλοι μαζί ν’ ακολουθήσουμε, να σχεδιάσουμε πώς θα θέλαμε να ζήσουμε τα Χριστούγεννα του 2017, του ’18, του ’20 και πάει λέγοντας. Πώς θα θέλαμε να γιορτάζουμε, να γιορτάζει ο λαός, η χώρα μας αυτές τις μέρες, αλλά και κάθε γιορτή ή –πολύ περισσότερο– κάθε μέρα. Η συνεννόηση δεν είναι πλέον ανάγκη από τα πράγματα, αλλά επιτακτικό καθήκον. [Αν κάπου ταιριάζει γάντι ο όρος «πολιτική διαπραγμάτευση» είναι εδώ].

Αν δεν κοιταχτούμε με ειλικρίνεια πρώτα εμείς, μεταξύ μας, ίσια στα μάτια, όσες γλυκές ματιές κι αν ανταλλάξουμε με την κάθε Μέρκελ ή όσες φαρμακερές κι αν ρίξουμε στον κάθε Σόιμπλε, στα τυφλά θα στριφογυρίσουμε για χρόνια και στραβά θα συνεχίσει ν’ αρμενίζει το καραβάκι μας –κι όχι μόνο κάθε Χριστούγεννα, μα, σίγουρα, δεν θα φταίει ο γιαλός γι’ αυτό.

Καλή Πρωτοχρονιά!


Photo: Desktop Nexus