Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Γελάσαμε και φέτος.


Γελάσαμε πολύ με τα καμώματα της κυβέρνησης κι αυτόν τον χρόνο, δυσανάλογα περισσότερο από την απογοήτευση και τ’ αδιέξοδα που προκαλούν οι πολιτικές της. Για μια ακόμα χρονιά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ απέδειξε ότι, όχι μόνο είναι ο καλύτερος μαθητής του πολιτικού κατεστημένου, όχι μόνο ότι είναι ο καταλληλότερος εκφραστής του «παλαιού» πολιτικού συστήματος, αλλά ότι μπορεί άριστα κι αποτελεσματικότερα να εξελίξει, πέρα κι απ’ τα όρια ακόμα, τις χρόνιες παθογένειες, τις αγκυλώσεις και τις ακραίες συμπεριφορές του.

Νεποτισμός, οπορτουνισμός, κυνισμός, αδιαφάνεια, μισαλλοδοξία, ψέμματα και προπαγάνδα στην ημερήσια διάταξη. Κόντρα ρόλος απ’ αυτόν που –υποτίθεται– επιβάλλει η παγκόσμια συγκυρία κι η δύσκολη κατάσταση της χώρας. Κόντρα και στην κοινή λογική που τα τελευταία χρόνια φαίνεται να‘χει εξοστρακιστεί από τα κοινά του τόπου, απ’ το δημόσιο λόγο, και περιφέρεται σαν την άδικη κατάρα σε καταχωνιασμένα μονόστηλα κι αζήτητες αναλύσεις, λες κι ήταν κι αυτό δίκαιο κι έγινε πράξη.

Εμείς όμως το καταχαρήκαμε, γελάσαμε με την καρδιά μας. Η μουρμούρα κι η γκρίνια έφταναν μόνο μέχρι τα γκισέ πληρωμής των κάθε λογής φόρων, τελών και εισφορών ή άντε, στην καλύτερη, μεταξύ φρέντο και πρέφας.Στα κοινωνικά δίκτυα οι ατάκες κι οι χαριτωμενιές έδιναν κι έπαιρναν. Να, τα like, να, τα χιουμοριστικά σχόλια κι οι εικόνες, τα παραποιημένα βίντεο με πρωταγωνιστές κυβερνητικά στελέχη. Ούτε την εποχή του Κώστα Καραμανλή και της Νέας Δημοκρατίας στα χειρότερά της είχαμε δει τόση καζούρα και τόση πλάκα με πρωθυπουργό και πολιτικούς κομμάτων εξουσίας. Χαμός!

Χρόνο με το χρόνο η κοινωνική ανοχή στην ευτέλεια, στην ασχήμια, στην αυθάδεια, στο λίγο, στο ημιμαθές, πάνε χέρι-χέρι με τον πολιτικό αμοραλισμό, τον αυταρχισμό, τον κυνισμό, την αλαζονεία. Κάθε χρόνο όμως –και τα τελευταία χρόνια με ιδιαίτερη ένταση και προκλητικότητα– μπορεί κάθε τι απ’ αυτά που μας μειώνουν, μας  αποπροσανατολίζουν, μας δηλητηριάζουν ν’ αποτελέσει αφορμή για χάχανα, για πικρόχολα σχόλια κι εμπνευσμένες ατάκες· μέχρι εκεί. Άλλωστε, «Τα ίδια έκαναν κι οι προηγούμενοι». Για άλλον έναν χρόνο δεν θελήσαμε να καταλάβουμε πως κανένα από τα μετά το 2010 χρόνια δεν είναι ίδιο με τα προηγούμενα ή –καλύτερα– κανένα δεν θα έπρεπε να είναι σαν τα προηγούμενα. Για έναν ακόμα χρόνο, ανεχτήκαμε, επειδή «τα ίδια έκαναν κι οι προηγούμενοι», να κυβερνιώμαστε το ίδιο –κατ’ εμέ χειρότερα– απ’ ό,τι προηγούμενα.

Οι ίδιες πρακτικές, οι ίδιες αντιθέσεις, οι ίδιες ατάκες, τα ίδια προβλήματα, οι ίδιοι πρωταγωνιστές. Ναι, οι ίδιοι. Αυτούς που εμείς επιλέξαμε σαν «νέους» γιατί οι «παλιοί» μας χρεοκόπησαν, μας πρόδωσαν, μας απογοήτευσαν. Είναι τόσο «νέοι», που καθένας τους έχει κι από μια τουλάχιστον κυβερνητική θητεία σε κάποιο «παλιό» κόμμα, μια τουλάχιστον έμμισθη θέση σε κάποια «παλιά» κυβέρνηση, μια τουλάχιστον εκλογή ή υποψηφιότητα σε κάποιο «παλιό» αυτοδιοικητικό ή συνδικαλιστικό συνδυασμό.

Μας αρέσει αυτό το «παιχνίδι» της κοροϊδίας, κοροδευόμαστε μεταξύ μας λες και τη «βρίσκουμε». Κοιτάμε την οθόνη του υπολογιστή, το πρωτοσέλιδο, την τηλεόραση και γελάμε γύρω με τα χάλια. Ποια χάλια; Ποιανού τα χάλια μας διασκεδάζουν; Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι, ουσιαστικά, τον καθρέφτη απέναντί μας κοιτάζουμε, με τον εαυτό μας γελάμε, με τα χάλια μας διασκεδάζουμε; Πώς ν’ αλλάξουν, έτσι, τα χρόνια; Πώς ν’ αλλάξουν οι πολιτικές; Πώς ν’ αλλάξει η χώρα; Πώς ν’ αλλάξουν οι ζωές μας;

Ο χρόνος είναι το μόνο σίγουρο πως θ’ αλλάξει. Ο Νέος Χρόνος, είναι βέβαιο, θα έχει τόσες μέρες όσες ο παλιός, αλλά κάθε μέρα του μπορεί να είναι μια νέα μέρα, αν την κοιτάξουμε ανοίγοντας ένα παράθυρο στο φως, την αλήθεια, τη ζωντάνια, το χαμόγελό της κι όχι μόνο κοιτώντας την αντανάκλασή της μέσα απ’ τον καθρέφτη του εγωισμού, της αδιαφορίας, της ειρωνείας και της μισαλλοδοξίας μας. Μπορούμε να χαμογελάσουμε ειλικρινά, αυθόρμητα, πηγαία· μπορούμε. Ο Νέος Χρόνος ας γίνει αφορμή και ευκαιρία.

Καλή Χρονιά!

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Το δικό μας παραμύθι [ή το 1960 ζει]


Το παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης ασφαλώς πολλοί το γνωρίζουν κι όπως όλα τα παραμύθια –ή τα περισσότερα τουλάχιστον– έχει ευχάριστο τέλος, αφού ο πρίγκηπας ανακαλύπτει την από χρόνια –εξ αιτίας μιας κατάρας– κοιμωμένη βασιλοπούλα, την ξυπνά, το βασίλειο αφυπνίζεται, αποχτά ζωντάνια, δραστηριοποιείται και... ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Στην δική μας περίπτωση, μόνο αυτοί ζήσανε καλά. Στο Ελληνικό παραμύθι κανένας “πρίγκηπας” και καμιά “δύναμη” δεν έχει σταθεί δυνατόν να μας ξυπνήσει. Εδώ, χρόνια και χρόνια –λες και μια κατάρα το έχει καταφέρει– μένουμε μονίμως με τους ίδιους εφιάλτες και με τα ίδια φαντάσματα να στοιχειώνουν τον εθνικό μας ύπνο και τη μεγαλειώδη μας νάρκωση.

Τι καταστροφές, τι ευκαιρίες, τι αποτυχίες, τι επιτυχίες, εκεί κολλημένοι σ’ ένα μοτίβο και μια καθημερινότητα της οποίας το σενάριο παραμένει διαχρονικά αναλλοίωτο μονότονα επαναλαμβανόμενο από πολιτικούς πρωταγωνιστές που απλώς εναλλάσσονται στους ρόλους, ενώ σταθερά οι –πάντα ανεύθυνοι κι ανυποψίαστοι– λαϊκοί κομπάρσοι γκρινιάζουν μονότονα, διαπληκτίζονται απελπιστικά κι επιμένουν να διχάζονται, αμετανόητα, σε λάθος επιλογές.

Μια ματιά στην καθημερινότητά μας αρκεί για ν’ αποκαλυφθεί η στασιμότητα κι η αγκύλωση που έχει ο χρόνος σ’ αυτή τη χώρα που πνίγεται [όπως πνιγόταν] με την πρώτη μπόρα, καίγεται [όπως καιγόταν] με τον πρώτο καύσωνα, ακινητοποιείται [όπως ακινητοποιούνταν] στους δρόμους με την πρώτη απεργία των ΜΜΜ, βουλιάζει [όπως βούλιαζε] κάτω απ’ τα σκουπίδια μόλις «μπουκώσει» η Φυλή, ξεροσταλιάζει [όπως ξεροστάλιαζε] στις ουρές για μια αίτηση, πεθαίνει [όπως πέθαινε] για μια κτηματική διαφορά ή για μια απιστία και δικάζεται [όπως δικαζόταν] μετά από 15 χρόνια.

Χρεοκοπήσαμε το ’09, τι άλλο ποια θα μπορούσε να μας βρει για ν’ αφυπνιστούμε; Τι χειρότερο θα μπορούσε να πληγώσει την περηφάνια και να κινητοποιήσει το φιλότιμό μας κι όλες μας τις δυνάμεις; Επαναστατήσαμε κατά των πάντων, δεξιά αριστερά, μέσα έξω, φέραμε βίαια τα πάνω κάτω. Οχτώ χρόνια και ποιο είναι τελικά το αποτέλεσμα; Ξυπνήσαμε; Αντιμετωπίσαμε με σύνεση, επιμονή και συλλογικότητα τις αιτίες που μας πνίγουν, μας βουλιάζουν, μας ακινητοποιούν, μας σκοτώνουν; Σας παρακαλώ. Μη μου τους ύπνους –και τις ιδεοληψίες– τάραττε.

Ξεπετάμε σαν τα πουκάμισα τους πρωταγωνιστές σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου, εξορίζουμε κι απομονώνουμε τον ορθό λόγο, κι είμαστε έτοιμοι να τα δώσουμε όλα, σαν αυθεντικοί κομπάρσοι κι οπαδοί, σε χορούς λυτρωτικούς και σε παλαμάκια αποθέωσης μέχρι να μας ξινίσουν αυτοί και να πάμε γι’ άλλα και γι’ άλλους. [Να δω όταν ξωπετάξουμε και τον Τσίπρα τι θα λέμε και τι θα κάνουμε].

Ναι, γιατί εδώ σ’ αυτή την ωραία κοιμωμένη χώρα, μόνο ο «μπροστινός» μετράει, ο αρχηγός. Σπρώχνονται όλα τα λεφτά στον Κυριάκο τώρα, όπως στον Αλέξη ως τα σήμερα, στον Κώστα προηγούμενα κ.ο.κ. Είναι η μόνη χώρα που ένας κούκος περιμένουμε να φέρει την άνοιξη, γι’ αυτό μας πνίγει με την πρώτη ευκαιρία ο κακός μας ο καιρός κι όχι μόνο το πρώτο μπουρίνι.

Μέχρι κι οι ξένοι το κατάλαβαν ότι σ’ αυτόν τον τόπο που βασιλεύει –φτου κακά θα μου πεις, αλλά έτσι είναι– ο ατομισμός, η καχυποψία, η μισαλλοδοξία κι οι “ξύπνιοι”, είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να εφαρμοστούν σωστά κανόνες και να λειτουργήσουν απρόσκοπτα θεσμοί, είναι ακατόρθωτο η δημοκρατία, η δικαιοσύνη κι η ισότητα να πάρουν κεφάλι από το ρουσφέτι, τη «γνωριμία», τον κομματισμό.

Μείναμε έτσι να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας και να παριστάνουμε τους αγουροξυπνημένους [ίσως απ’ τα γέλια του Τσίπρα και του Καμμένου στο Ζάππειο], όντας βαθιά νυχτωμένοι –και τραγικά αδιάφοροι– για τις μεγάλες αλλαγές που ήδη θα έπρεπε να έχουν γίνει για να προλάβουμε να δούμε και πάλι μιαν άσπρη μέρα και τα παιδιά μας να προκόβουν στον τόπο τους, να γίνει πράξη η συνεννόηση κι η συνεργασία για τα μείζονα, να υπάρξει, επιτέλους, συμφωνία και προσήλωση σε συγκεκριμένους στόχους ανάπτυξης και προόδου.

Ψιλά γράμματα, το πριγκιπόπουλο στο δικό μας παραμύθι έχει πολύ δρόμο και πολύ ψάξιμο ακόμα, αν και –εδώ που τα λέμε– το ορόσημο του 2060 μπορεί να περιμένει, προηγείται να λύσουμε τις διαφορές μας με το... 1960.