Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Η μικρή Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα.


Μονολογεί και πάλι μέσω της ΕΡΤ ο Αλέξης Τσίπρας. Κούφια λόγια, λόγια μιας απελπισμένης αριστεράς και πολλών διαψευσμένων ελπίδων. Μια απέραντη κενότητα πολιτικής, ιδεών, σχεδίων, μια ατέλειωτη φλυαρία κι αναμάσημα των ίδιων και των ίδιων αντιλήψεων, ιδεοληψιών, ψεμάτων.

Είναι θλιβερή και φοβισμένη, πλέον, η φωνή που ακούγεται από το βήμα της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει καμιά σχέση με το σάλπισμα της αριστεράς της ελπίδας, δεν έχει καμιά σχέση με τα οράματα και τις ιδέες της αριστεράς των αγώνων για ελευθερία, δημοκρατία, σοσιαλισμό. Είναι ένας ήχος μονότονος, ένας ενοχλητικός θόρυβος, μια κουρασμένη απ’ τις επαναλήψεις ηχώ από το χτες.

Ο ομιλητής δεν θέλει ή δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί, ότι είναι πρωθυπουργός και πολιτικός ηγέτης όλων των Ελλήνων, δεν μπορεί να κατανοήσει τις ευθύνες που σηκώνει στις πλάτες του, τις ζωές που κρέμονται απ’ τα χείλη του, τις ανάσες που κόβονται σε κάθε του λέξη, τις ελπίδες που διαψεύδονται σε κάθε ατάκα που απελπισμένα εκβιάζει το χειροκρότημα του ακροατηρίου.

Η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα είναι το κράτος των διορισμών, των επιδοτήσεων και των βοηθημάτων. Η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα είναι μια χώρα παρίας, αυτή τη χώρα που βολεύεται να εκπροσωπεί, γι’ αυτόν το λαό που αρέσκεται να ομιλεί και σ’ αυτόν αισθάνεται άνετα όταν απευθύνεται. Εκεί, στο μίζερο και το παραπονιάρικο ταμπεραμέντο του ταιριάζει ο λόγος που εκφέρει. Η δικαιοσύνη του εξαντλείται εκεί που τελειώνει η μισαλλοδοξία κι ο κοινωνικός αυτοματισμός, εκεί που το μίσος τυφλώνει κι η αλητεία νομιμοποιείται.

Το Ελληνικό κράτος που ονειρεύεται ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί να υπάρξει. Δεν μπορεί να υπάρξει, όχι μόνο γιατί δεν έχει τους αναγκαίους πόρους, αλλά γιατί το κράτος, με ευθύνη όλων όσων κυβέρνησαν τη χώρα μέχρι σήμερα, έχει συγκεκριμένες παθογένειες, αγκυλώσεις και δυσλειτουργίες, οι οποίες, αφενός μεν εμποδίζουν πλέον την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού συστήματος κονωνικής προστασίας, και, προπαντός, υπονομεύουν διαρκώς και συστηματικά την ανάπτυξη της χώρας και της κοινωνίας στο σύνολό της.

Τον Αλέξη Τσίπρα δεν τον ενδιαφέρει ν’ αντιμετωπιστούν αποφασιστικά, ριζοσπαστικά και σχεδιασμένα οι παραπάνω αδυναμίες, δεν είναι στις προθέσεις του αυτό το κράτος – λάφυρο ν’ αλλάξει, να εκσυγχρονιστεί, να νοικοκυρευτεί. Αυτές οι λέξεις είναι ακατάλληλες, νεοφιλελεύθερες, ξεπουλημένες κατά τον ιδεοληπτικό συλλογισμό του. Είναι βγαλμένες από το μνημονιακό καταστροφικό σχέδιο των δανειστών και των εγχώριων φερέφωνών τους [των «προσκηνημένων»]. Γι’ αυτό δεν μπορεί να υπάρξει το κράτος που υπόσχεται ο Αλέξης Τσίπρας.

Η περιστολή των δαπανών του δημοσίου σημαίνει κατ’ αυτόν απολύσεις, γιατί δεν θέλει ν’ αγγίξει τις σπάταλες κι αναποτελεσματικές διαδικασίες του. Η εξοικονόμηση πόρων του κράτους σημαίνει κατ’ αυτόν ξεπούλημα, γιατί δεν θέλει ν’ ανατραπούν κατεστημένες δομές και συντεχνιακές ισορροπίες. Η απλούστευση διαδικασιών κι η αξιολόγηση του προσωπικού σημαίνει κατ’ αυτόν αυταρχισμός και διαφθορά, γιατί επιδιώκει πάση θυσία τον έλεγχο του κράτους και των μηχανισμών του.

Πάλιωσε πολύ γρήγορα ο Αλέξης Τσίπρας, πιο γρήγορα ακόμα κι απ’ τις διαψευσμένες αυταπάτες του. Αδυνατώντας να σταθεί με αξιώσεις, κύρος κι υπευθυνότητα σε μιαν εξουσία που λυσσαλέα διεκδίκησε και, τελικά, κατέκτησε, επιστρατεύει, πλέον, ό,τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν οδηγός πολιτικής επιβίωσης σε έκτακτες συνθήκες.

‘Ο,τι φθαρμένο και παλιό από ένα πολιτικό σύστημα που λυσσαλέα πολέμησε κι απαξίωσε, αποτελεί την πρώτη του επιλογή, το πρώτο του επιχείρημα, την πρώτη του εξαγγελία. ‘Ο,τι κατεστημένο και ισχυρό από ένα σύστημα συμφερόντων και διαπλοκής που ακατάπαυστα κατακεραύνωνε και κατήγγειλε αποτελεί την προμετωπίδα της διαφάνειας, την αποθέωση της εξυγίανσης, την αδιάσειστη απόδειξη του δημόσιου συμφέροντος.

Δεν μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να πάρει τη χώρα στις πλάτες του και να την οδηγήσει με ασφάλεια στη σταθερότητα, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην ανάπτυξη. Δεν έχει τη δύναμη, τη δυνατότητα και το κουράγιο, δεν έχει το υπόβαθρο και την κουλτούρα του εργάτη, του δουλευταρά, του μαχητή.

Δεν έχει το ιδεολογικό εύρος και το πολιτικό σθένος να πολεμήσει πραγματικά για την Ελλάδα που στα λόγια ευαγγελίζεται. Αυτή την Ελλάδα, που μόνο μέσα στα χαρτιά του των ομιλιών του ανακαλύπτει και περιγράφει, είναι μια άγνωστη γι’ αυτόν και τις ιδέες του χώρα, μια ξένη χώρα που τελεί μάλιστα υπό κατοχή, γιατί ανήκει στην Ευρώπη, σ’ αυτήν την πληγωμένη και προβληματική Ευρώπη, την Ευρώπη που σ’ αυτή τη φάση κυριαρχούν οι συντηρητικές δυνάμεις, κι είναι οι δυνάμεις που έχουν την ισχύ, τα μέσα και την ικανότητα να επιβάλουν τη θέλησή τους [έχουν όμως και το χρήμα].

Δεν πολεμάει για την Ευρώπη ο Αλέξης Τσίπρας, την Ευρώπη πολεμάει κι ό,τι αυτή μπορεί ν’ αντιπροσωπεύει για την ελευθερία, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και τη συνεργασία των λαών. Δεν πιστεύει σ’ αυτή την Ευρώπη, όχι γιατί είναι σήμερα συντηρητική, αλλά γιατί, παρά τα σοβαρά, αλλά όχι άλυτα, προβλήματά της, εξακολουθεί να είναι φιλελεύθερη, δημοκρατική, ενωμένη. Σ’ αυτήν την Ευρώπη δεν χωράει η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα. Ο Αλέξης Τσίπρας θέλει μιαν Ελλάδα για τον εαυτό του, στυλ ΣΥΡΙΖΑ 3%, ελεγχόμενη, κατευθυνόμενη, δογματική, με αυταρχισμό και φράξιες. Σ’ αυτή την Ελλάδα και μόνο απευθύνεται μονότονα, μελαγχολικά, μπαγιάτικα. Αυτή τη νέα μικρή Ελλάδα θέλει να κυβερνάει.

Χωράμε σ’ αυτή την μικρή Ελλάδα που έχει στο μυαλό του ο πρωθυπουργός; [Εμείς, νομίζω, είμαστε πολλοί για να φύγουμε…]

Photo: CNNGreece

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Ο καιρός της αθωότητας.


Κάτω απ’ αυτήν την τέφρα μπορεί να θαφτεί κι ο καιρός της αθωότητας;

Η έκρηξη του ‘10, η καταστροφή που ακολούθησε κι η ερήμωση που απλώνεται μέρα τη μέρα, πρώτα στο μέσα μου, και μ’ ακολουθεί στα μετέωρα βήματά μου, σκόρπισε τόση τέφρα με την ορμητικότητα και την έξαψή της πάνω στη ζωή μου -στις ζωές μας τολμώ να πω- που ο καιρός πριν, οι μέρες εκείνες χάθηκαν λες, εξορίστηκαν από τις μνήμες κι απ’ τις ζωές σαν στοιχειωμένες, σαν καταραμένες, σαν σατανικές και στη θέση τους μπαίνουν μέρα τη μέρα οι νέες, οι νέες αφηγήσεις, οι νέες μέρες... Αυτές πάνω στην τέφρα που σκέπασε εκείνες της αθωότητας τις μέρες.

Και κάτι μεσημέρια -σαν σήμερα καλή ώρα- που αναζητάω καταφύγιο κι ένα βαρκάκι για το γιαλό της φαντασίας, για φυγή, κάποιες σελίδες ξαναδιαβάζω κι από κάποια βιβλία, άλλοτε σύγχρονα κι άλλες φορές από τα ξεχασμένα και παλιά, ψάχνω να βρω -έτσι λες και την πληγή ανοιχτή να θέλω να κρατάω- τι στράβωσε εμένα -κι άλλους ίσως- κι οι μέρες που έχω ζήσει, οι μέρες που αγάπησα, δούλεψα, έκλαψα κι άκουσα το γέλιο των παιδιών μου, οι μέρες της ζωής μου ως τα χτες, ξόρκι σήμερα να χρειάζονται -λένε οι νέοι ή κάποιοι γηραλέοι νεανίζοντες- και πυρ εξώτερο, γιατί ευθύνονται, αυτές και μόνο, “οι παλιές”, κι όχι εγώ ή κι άλλοι, για την καταστροφή και την ερήμωση που κατέλαβαν αιφνίδια πως τη χώρα.

Κι έφτασα ξεφυλλίζοντας στον καιρό της αθωότητας!... Τι έκπληξη και ειρωνεία κρυμμένη εκεί, μπροστά σχεδόν στα μάτια μου, λίγο πιο πάνω απ’ το ενθύμιο του Συνέδριου του ‘98 στη Λισαβόνα, πίσω απ’ την κορνίζα με τις καμήλες και τα πλατιά χαμόγελα της εφταήμερης εκδρομής στις πυραμίδες...

“...Γιατί με την πάροδο του χρόνου, διαπίστωσα πως δεν υφίσταται ένας μόνο καιρός της αθωότητας στη ζωή ενός ανθρώπου, αλλά περισσότεροι, όλοι όμως χαρακτηρίζονται από μιαν απαραίτητη προϋπόθεση: την αθωότητα του υποκειμένου. Εκείνα τα δέκα χρόνια που ζήσαμε με το γιό μου στο μικρό σπίτι με την αλάνα, στο Χαλάνδρι, έχουν συγχωνευτεί εντός μου με τα χρόνια που έζησα στο πατρικό μου, στην ίδια γειτονιά, και με τα καλοκαίρια στην Καισαριανή των παππούδων μου. Και καθώς ούτε το πρώτο σπίτι υπάρχει πια, ούτε το δεύτερο, μα ούτε και το τρίτο, καθώς, επίσης, το Χαλάνδρι κι εγώ έχουμε αλλάξει όψη κάτω απ’ την παράφορη σμίλη του χρόνου, ο καιρός της αθωότητας θάλλει μόνο στη μνήμη μου, οσάκις έντρομη από λαχτάρα, προσπαθώ να τον αγγίξω μέσ’ απ’ τα γραπτά μου, τον βλέπω να απομακρύνεται, όπως η “τούμβα” που πόθησε να επισκεφθεί ο παππούς στο “Μόνον της ζωής του ταξίδιον”. Και ακούω πάλι τα λόγια τα σοφά, τα λόγια της θείας αφέλειας: “Μα τι θαρρείς, ψυχή μου; Η τούμβα, όσο προχωρώ, τραβιέται μακρύτερα! Ο ουρανός, όσο κοντεύω, σηκώνετ’ αψηλώτερα! Α! αυτό, ψυχή μου, μ’ έκοψε τα γόνατα!” Καταθέτω λοιπόν κι εγώ τα όπλα και δέχομαι, νικημένη, ότι ο καιρός της αθωότητας, τον οποίο επιπλέον δεν αντιλαμβάνεσαι ως τέτοιον ενόσω αποτελεί το παρόν, υφίσταται κυρίως για να φανερώνει το πέραν...”

Κι έμεινα ώρα πολλή στις λέξεις της Κατερίνας της Ζαρόκωστα και αισθανόμουν, όπως ο καιρός της αθωότητας κυλούσε, εκεί ανάμεσα στις σελίδες, μπρος στα μάτια μου, ευχάριστος, τρυφερός, ολοζώντανος, τυπωμένος από το Σεπτέμβριο του 2005 σε χαρτί Chamois 120 gr. μέσα στο βιβλίο το Χαλάνδρι που γνώρισα 19 Έλληνες συγγραφείς γράφουν για το Χαλάνδρι, που εκδόθηκε με την ευκαιρία του εορτασμού των 50 χρόνων από την ίδρυση του Βιβλιοπωλείου Ευριπίδης, ότι εκ των υστέρων είναι εύκολη η αθώωση, η καταδίκη, η επιτίμηση, είναι και βολικό της κάθε εποχής η εξουσία να το ορίζει, τα έργα κι οι ημέρες όμως που πέρασαν και έμειναν και άντεξαν από εφήμερες κατάρες κι εξουσίες δεν τρομάζουν, θα ζουν για πάντα τον καιρό της αθωότητας, όπως κι εκείνοι που τα εμπνεύστηκαν, τα δούλεψαν, τα έπλασαν, ζουν και θα ζούνε στις καρδιές κάποιων ανθρώπων.