Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Πολιτική διαπραγμάτευση για την Πρωτοχρονιά.


Πάνε κι αυτά. Τα Χριστούγεννα του 2016 πέρασαν, όπως και τα προηγούμενα ή τα προπροηγούμενα, πέρασαν πια, ανήκουν στο παρελθόν, στις αναμνήσεις. Τι έμεινε, πέρα απ’ τις άπειρες φωτογραφίες και status στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –περισσότερο ίσως από ποτέ άλλοτε–, τις πιατέλες με τα ψητά, τις τούρτες, τις δίπλες και τα μελομακάρονα; Οι ευχές; Η καλή διάθεση; Οι ευχάριστες συζητήσεις;

Το μόνο σίγουρο είναι ότι έμειναν τρεις μέρες, τρεις μόνο μέρες για την Πρωτοχρονιά του 2017. Τρεις μέρες για την πληρωμή των τελών κυκλοφορίας, της δόσης του ΕΝΦΙΑ, τη ρύθμιση της ΔΕΗ και –φυσικά– του τραπεζώματος της παραμονής, του νέου γύρου με τις πιατέλες, τα γλυκά, τις βασιλόπιτες και –απαραιτήτως– της επανάληψης άπειρων ευχών στα μέσα και τα έξω του διαδικτύου συνοδεία άπειρων φωτογραφιών, SMS και συναφών πατροπαράδοτων εθίμων.

Πολύ νοσταλγία εισέπραξα φέτος τα Χριστούγεννα, πολύ νοσταλγία για το παρελθόν και κάποια άλλα Χριστούγεννα, όχι παιδικά, όχι μαθητικά ή νεανικά, αλλά σχετικά πρόσφατα, σαν του 2004, να πούμε, ή και του 2009 ακόμα. Χριστούγεννα που το μόνο συστατικό που τους έλειπε δεν ήταν ούτε τα γλέντια, ούτε τα ταξίδια, ούτε οι οικογενειακές συγκεντρώσεις και τα τραπεζώματα· η μελαγχολία τους έλειπε, η κατάθλιψη, η γκρίνια, η μισαλλοδοξία κι ο θυμός.

Είναι απελπισμένες οι μέρες που ζούμε κι αυτή την απελπισία ούτε τα Χριστούγεννα, ούτε οι γιορτές μπορούν να την αντιμετωπίσουν, να την αμβλύνουν, να τη διασκεδάσουν. Είναι μέρες μιας άλλης εποχής κι ενός άλλου, νέου, καιρού, που κάποια Χριστούγεννα πριν, κάποια χρόνια πριν ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα μας έβρισκαν, ούτε θεωρούσαμε, ότι είναι ποτέ δυνατόν η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον να είναι αγαθό εν ανεπαρκεία.

Βρεθήκαμε απροετοίμαστοι κι ανέτοιμοι –από ‘κει που μας διαβεβαίωναν ότι είμαστε «θωρακισμένοι»– να στροβιλιζόμαστε έρμαια κι έρμοι στη δίνη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μια χώρα κι ένας λαός καρυδότσουφλο στις ατάκες και τις διαθέσεις του κάθε καιροσκόπου, του κάθε τυχοδιώκτη, του κάθε λαοπλάνου. Εφτά χρόνια κι ακόμα η ίδια –χειρότερα μάλλον– ανοργανωσιά και προχειρότητα, ο ίδιος θυμός κι οργή, η ίδια απογοήτευση κι απελπισία.

Τα Χριστούγεννα έρχονται και παρέρχονται με την ίδια συνέπεια που ανανεώνουμε τις ευχές μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις διαψεύσεις μας κι αντί να στοχεύουμε να ξανάρθουν και να ξαναζήσουμε –κι εμείς, γιατί όχι;– μαζί με τα παιδιά μας, τους συγγενείς και τους φίλους μας, κάποια Χριστούγεννα στο εγγύς μέλλον, κάποιες μελλοντικές γιορτές και Πρωτοχρονιές, ακόμα καλύτερα και πιο ευτυχισμένα απ’ αυτές τις περασμένες, που στις μέρες μας νοσταλγούμε κι αναφερόμαστε με περισσή γλύκα, αρκούμαστε να πέφτουμε στην παγίδα της μελαγχολίας, της απογοήτευσης και της παραίτησης.

Ούτως ή άλλως ο κόσμος προχωρά, αλλάζει, δύσκολα πια στις μέρες μας ή περισσότερο επίπονα και κοπιαστικά, αλλά όλα πάνε μπροστά· όπως πάντα. Παραιτημένοι, δύσθυμοι, με τις ιδεοληψίες και τον εγωκεντρισμό μας θα σερνόμαστε σ’ αυτό το δρόμο για χρόνια, για δεκαετίες, ακολουθώντας, ουραγοί, ένα αύριο που –ούτως ή άλλως– έρχεται, που θα διαμορφώνεται από άλλους, δίχως να μας λογαριάζουν και δίχως να μας δίνουν λογαριασμό. Παράταιροι επαίτες, σολίστες –ρολίστες για τους «εντός»– της –άγνωστης για τους ορθολογιστές «εκτός»– «πολιτικής διαπραγμάτευσης».

Καλό θα είναι, λέω εγώ, αντί να συγκρίνουμε τον καιρό μας και τις μέρες μας με άλλους καιρούς, που ζήσαμε, που ξεσαλώσαμε και –τελικά– πληρώνουμε, αντί να κλαψουρίζουμε παραπονιάρικα για το άδικο που μας βρήκε, για τους ξένους που μας κατατρέχουν και το ριζικό μας το κακότυχο, να κάτσουμε από κοινού γι΄αυτούς που αποφασίζουν κι όλοι μαζί ν’ ακολουθήσουμε, να σχεδιάσουμε πώς θα θέλαμε να ζήσουμε τα Χριστούγεννα του 2017, του ’18, του ’20 και πάει λέγοντας. Πώς θα θέλαμε να γιορτάζουμε, να γιορτάζει ο λαός, η χώρα μας αυτές τις μέρες, αλλά και κάθε γιορτή ή –πολύ περισσότερο– κάθε μέρα. Η συνεννόηση δεν είναι πλέον ανάγκη από τα πράγματα, αλλά επιτακτικό καθήκον. [Αν κάπου ταιριάζει γάντι ο όρος «πολιτική διαπραγμάτευση» είναι εδώ].

Αν δεν κοιταχτούμε με ειλικρίνεια πρώτα εμείς, μεταξύ μας, ίσια στα μάτια, όσες γλυκές ματιές κι αν ανταλλάξουμε με την κάθε Μέρκελ ή όσες φαρμακερές κι αν ρίξουμε στον κάθε Σόιμπλε, στα τυφλά θα στριφογυρίσουμε για χρόνια και στραβά θα συνεχίσει ν’ αρμενίζει το καραβάκι μας –κι όχι μόνο κάθε Χριστούγεννα, μα, σίγουρα, δεν θα φταίει ο γιαλός γι’ αυτό.

Καλή Πρωτοχρονιά!


Photo: Desktop Nexus

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Ο Τσίπρας δεν είναι "Βασιλόπουλος".


Την ώρα που εμείς θα «σκοτωνόμαστε» στα social media για το «κοινωνικό μέρισμα», όσο θα σοβεί η «μάχη» στα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλά κι όσο θα μαίνονται οι συγκρούσεις από το βήμα της Βουλής για το ίδιο θέμα, για το σωστό ή το λάθος, για το έτσι ή το αλλιώς, κάποιοι θα εξακολουθούν να δουλεύουν και να προσφέρουν αθόρυβα, πραγματικά κι ουσιαστικά σ’ αυτούς ακριβώς τους συνανθρώπους μας, αδιαφορώντας για τον αν όλοι οι φωνασκούντες πολιτευόμενοι –κι εμείς μαζί– διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους κάνοντας μνημόσυνα με ξένα κόλλυβα και δίνοντας ελεημοσύνες με δανεικά του κράτους.

Για μια ακόμα φορά διχαζόμαστε με φόντο τα αυτονόητα και κάνουμε κουρελόχαρτο την κοινή λογική για μικροκομματικούς σκοπούς. Ποιος αξιοπρεπής άνθρωπος αντέχει να βλέπει τον συνάνθρωπό του να δυστυχεί και να μην ευασθητοποιείται απέναντι στην ανέχεια και τη φτώχεια; Ποιος φιλότιμος άνθρωπος μπορεί να αδιαφορήσει απέναντι στον πενόμενο συνάνθρωπό του, στον στερούμενο ή ανήμπορο και να μην εκδηλώσει εμπράκτως την αλληλεγγύη του; Κανείς πιστεύω, κανείς δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια, να προσπεράσει αδιάφορα.

Από το επίπεδο της ηθικής και της φιλανθρωπίας, όμως, μέχρι την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, η απόσταση είναι τεράστια, όπως τεράστια, αστρονομική θα έλεγα, είναι η απόσταση μεταξύ της ιδιωτικής ανάγκης και της ιδιωτικής δράσης από τις αποφάσεις και τις επιλογές της εκάστοτε εκλεγμένης κυβέρνησης, η απόσταση μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας είναι σαφής, διακριτή και οριοθετημένη.

Αν ο κάθε ιδιώτης, ο κάθε πολίτης, έχει απεριόριστη ελευθερία βούλησης και δράσης στο πλαίσιο της νομιμότητας κι οι όποιοι ενδοιασμοί ή επιφυλάξεις του τίθενται μόνο από τη συνείδηση, τις αρχές, τις αξίες ή τον κοινωνικό περίγυρο, η εκάστοτε κυβέρνηση δεν περιορίζεται, ασφαλώς, μόνο από την αρχή της νομιμότητας, αλλά και από την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Οι περιορισμοί για τις κυβερνήσεις ούτε ηθικοί, ούτε ιδεοληπτικοί θα πρέπει να είναι, ούτε –πολύ περισσότερο– συναισθηματικοί. Ο ιδιώτης εκπροσωπεί τον εαυτό του, ενώ οι κυβερνήσεις οφείλουν να εκπροσωπούν κράτη και κοινωνίες, λαούς, συνολικά.

Η κυβέρνηση δεν είναι το «ΑΒ Βασιλόπουλος».

Τι λέω; Λέω, ότι αν ο Βασιλόπουλος έκανε το κέφι του και, μέσω της «Τράπεζας τροφίμων», μετουσίωσε την ευχή του σε πραγματικότητα, όπως κάνει γνωστό στο πλατύ κοινό η τηλεοπτική διαφήμιση, η κυβέρνηση, κάθε κυβέρνηση, αυτό το δικαίωμα δεν το έχει. Η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να υπολογίσει, να συνεκτιμήσει, να σταθμίσει πριν λάβει οποιαδήποτε απόφαση, να σκεφτεί με ευρύτητα πνεύματος, με υπευθυνότητα, με σωφροσύνη, να προασπίσει το δημόσιο συμφέρον, την κοινωνική συνοχή· να δει μακριά.

Είναι ψευτοδίλημμα, επομένως, το ερώτημα αν θέλουμε ή δεν θέλουμε να βοηθηθούν, μέρες που είναι και υπ’ αυτές τις οικονομικές συνθήκες, κάποιοι συνάνθρωποί μας. Όλοι το θέλουν. Το κρίσιμο κι ουσιώδες, το διακύβευμα, είναι, ποιες επιπτώσεις και ποιες συνέπειες προκαλεί αυτή η ενέργεια, ποια τα οφέλη και ποιες οι ζημίες, πώς αντισταθμίζονται τα θετικά για ορισμένους με τα αρνητικά ενδεχομένως για όλους –και των περιστασιακά ωφελούμενων συμπεριλαμβανομένων. Πώς από τη στιγμή που είναι γνωστοί οι περιορισμοί κι οι δεσμεύσεις, οι συμφωνίες, θα προστατευθεί το γενικό συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας, έναντι τρίτων που –εξαιτίας ακριβώς αυτών των συμφωνιών– και λόγο έχουν και ιδιοτελές συμφέρον.

Στην προκειμένη περίπτωση, το «ναι μεν, αλλά…» ούτε προσχηματικό, ούτε υπεκφυγή είναι, είναι πέρα για πέρα καθοριστικό και καίριο για την υλοποίηση της απόφασης. Είναι έκφραση ευθύνης.

Το «ναι μεν, αλλά…» λαμβάνει υπόψιν του με αίσθημα ευθύνης το κοινωνικό σύνολο, τους συνεπείς φορολογούμενους, μισθωτούς, συνταξιούχους, επιχειρηματίες κι επαγγελματίες, αλλά και τους ανέργους, τους φοιτητές, τους νέους, όλους που στηρίζουν το δύσκολο έργο της ανόρθωσης της χώρας και της εξόδου της από την ύφεση και την κρίση. Αυτούς που, πληρώνοντας φόρους, εφόσον το κράτος άλλους πόρους για ν’ αυξήσει τα δημόσια οικονομικά του δεν διαθέτει, συμβάλλουν με τη συνέπειά τους στη δημιουργία «πλεονάσματος».

Το «ναι μεν, αλλά…» λαμβάνει υπόψιν του με αίσθημα ευθύνης όλους εκείνους στους οποίους το κράτος οφείλει, χρωστάει για μήνες και για χρόνια ολόκληρα. Σ’ εκείνους που έκλεισαν τις επιχειρήσεις τους μετά τα Capital Controls, σ’ εκείνους που προμηθεύουν το δημόσιο με αναλώσιμα, σ’ εκείνους που κατασκευάζουν δημόσια έργα, σ’ εκείνους που δεν έχουν πάρει εφάπαξ κι ούτε κάν ολόκληρη σύνταξη. Εντέλει, σ’ εκείνους που δικαιούνται άρτια παιδεία, αξιόπιστη νοσοκομειακή περίθαλψη και φροντίδα, αξιοπρεπή γηρατειά.

Αν η κυβέρνηση, λοιπόν, επιθυμεί διακαώς να κατασκευάσει μια κανονικότητα για τη χώρα, δείχνοντας κοινωνική ευαισθησία και διανέμοντας μερίσματα, αυτή η κανονικότητα θα πρέπει να χωρά και ν’ απευθύνεται αναλογικά και δίκαια σε όλους, όλους όσους ζουν κι υπομένουν τα δεινά της πολύχρονης οικονομικής κρίσης κι όχι μόνο όσους εκτιμάται ότι μπορεί να επηρεαστεί η εκλογική συμπεριφορά τους από πρόσκαιρα οικονομικά οφέλη.

Ο Τσίπρας δεν είναι Βασιλόπουλος, έστω κι αν τάζει σε όλους… «και του πουλιού το γάλα».