Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Σκίζουμε.

Δεν σκίζουμε πια τα μνημόνια· εκείνες οι «ηρωικές» εποχές ανήκουν οριστικά –όπως φαίνεται– στο παρελθόν, κρυμμένες στο άλλοθι των ψευδαισθήσεων, θαμμένες από τόννους ψεμμάτων, ξεχασμένες στα άδυτα μιας εποχής που νομίζαμε πως ζούσαμε το τέλος του κόσμου.
Τα «μνημόνια» –ή όπως αλλιώς θέλεις πες τα– αποτελούν πλέον μια κανονικότητα, τον οδικό χάρτη διακυβέρνησης της χώρας, είναι τα σενάρια για να παριστάνουν κάποιοι τους υπουργούς και τους πρωθυπουργούς. Δεν αποτελούν πλέον ούτε ντροπή, ούτε αποδείξεις υποτέλειας και κατάλυσης εθνικής κυριαρχίας. Εκείνοι που τα εισάγουν και τα ψηφίζουν δεν είναι «στα τέσσερα», αλλά το πράττουν ευχαρίστως και με τα δυο τους χέρια.
Κανονικά και τα συσσίτια στα σχολεία, που δεν αποτελούν πλέον αποδείξεις φτώχειας και πείνας, αλλά τουναντίον ανταποκρίνονται στα πρότυπα και τις απαιτήσεις ανεπτυγμένων κοινωνιών, εξασφαλίζουν συνθήκες συντροφικότητας και μείωσης των ανισοτήτων, αλλά συμβάλουν ταυτόχρονα και στη «βελτίωση των παιδαγωγικών και γνωστικών αποτελεσμ…
Πρόσφατες αναρτήσεις

Κεντροαριστερή δυσανεξία.

Τόση διάθεση για την αναζωογόνηση του κεντροαριστερού πολιτικού χώρου δεν ξέρω αν έχουμε ξαναζήσει. Λυτοί και δεμένοι –που λέει κι ο λόγος– κινητοποιούνται, συναθροίζονται, εκτίθενται κι εκδηλώνονται, όλοι για το ξαναζωντάνεμα της «κεντροαριστεράς», για τη συσπείρωση των «δημοκρατικών και προοδευτικών» δυνάμεων, για τη δημιουργία του τρίτου πόλου.
Ενώ όμως η διάθεση κι ο οίστρος για προσφορά στην υπόθεση της κεντροαριστεράς περισσεύει, καμιά διάθεση δεν φαίνεται να υπάρχει προκειμένου όλοι αυτοί οι ενδιαφερόμενοι και οικειοθελώς προσφερόμενοι για τη σωτηρία της κεντροαριστεράς και της χώρας, να συντονίσουν τη δράση και τις πρωτοβουλίες τους από κοινού για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
Καθένας απ’ όσους φιλοδοξούν να διαδραματίσουν το ρόλο του αναγεννητή και του ζωοδότη της κεντροαριστεράς επιφυλάσσει για τον εαυτό του ή έστω και για το χώρο που εκπροσωπεί, την αδιαφιλονίκητη αυθεντικότητα, την αδιαπραγμάτευτη καθαρότητα, την ακριβέστερη άποψη, αλλά, τελικά, και τ’ αναμφισβήτητα πρωτεία…

Survivor και survivor.

Είμαστε καλοπροαίρετοι. Άκου με που σου λέω· σαν νορμάλ και φυσιολογικοί άνθρωποι, σαν άνθρωποι που έχουν συναίσθηση των ευθυνών τους, υπολογίζουν συνέπειες, συμμερίζονται τον συνάνθρωπο και προβληματίζονται σοβαρά για το μέλλον, δεν μπορεί να περάσει απ’ το μυαλό μας η σκέψη, ότι όλο αυτό το πήγαιν’ – έλα με τις διαπραγματεύσεις κι οι συνομιλίες με τους δανειστές, μπορεί να είναι και πάλι ένα καλοστημένο παραμύθι, ένα ιδιοτελές σχέδιο, που απώτερο στόχο έχει την εξυπηρέτηση και μόνο των στενών κομματικών σχεδίων και την εξασφάλιση του μέγιστου δυνατού κομματικού οφέλους.
Ακόμα κι αν κάποιες φορές περνά απ’ το μυαλό μας αυτή η υπόθεση ή αν τύχει να την ακούσουμε να διατυπώνεται από κάποιον, με μιας την διώχνουμε, αμέσως την προσπερνάμε, εφόσον –καλοπροαίρετοι όντες– αρνούμαστε να πιστέψουμε και να δεχτούμε ότι είναι δυνατόν, δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, που υποτίθεται προασπίζεται κι υπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας και του λαού, μπορεί να καταφύγει εκ νέου στην ίδια «αυταπάτη» για…

Μπαλαούρας και Μπαλαούρες.

Ο Μάκης Μπαλαούρας είναι ένας, αλλά πόσοι Μπαλαούρες υπάρχουν; Κανείς δεν πρόκειται να το μάθει, ποτέ.
Αλλά, ναι, το θέμα για μένα δεν είναι ο συγκεκριμένος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ακόμα – ακόμα και το ΗΔΙΚΑ (Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης), η ηλεκτρονική πλατφόρμα δηλαδή των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, το θέμα είναι ότι ακόμα μέχρι και σήμερα, το σωτήριο έτος 2017, το έβδομο της κρίσης, των μνημονίων και της λιτότητας, σκορπίζονται λεφτά δεξιά κι αριστερά στο όνομα μιας κατ’ ευφημισμόν κοινωνικής πολιτικής, χωρίς να έχει διασφαλιστεί –ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς γι’ αυτή καθ’ αυτή τη χορήγηση της «13ης σύνταξης»– ότι η πίστωση που θα διατεθεί θα διανεμηθεί πραγματικά κοινωνικά δίκαια.
Πατάμε ένα κουμπί κι όποιος προλάβει τον Κύριο είδε. Αδιακρίτως, χωρίς έλεγχο, χωρίς διασταυρώσεις, χωρίς αξιολόγηση. Όπως δηλαδή συμβαίνει μια ζωή με τη φορολογία εισοδήματος, με τα επιδόματα, τις συντάξεις, τα βοηθήματα και εν γένει τις παροχές και τις πρόνοιες του κράτου…

"Πώς φτάσαμε έως εδώ;"

«Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, οι ιδιωτικοποιήσεις, η συγκράτηση των δημοσιονομικών δαπανών και η δραστική μείωση των ελλειμμάτων δεν είναι πλέον δυνατόν να περιμένουν. Ούτε, ασφαλώς, η απελευθέρωση των αγορών εργασίας και όλα εκείνα τα μέτρα, που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, έχουν περιθώρια αναμονής. Καλή, βέβαια, και ευκταία η εργασιακή ειρήνη, την οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να συνδυάσει με τις ριζικές μεταβολές και τους γρήγορους ρυθμούς που απαιτεί η οικονομική ανάπτυξη του τόπου (γι’ αυτό και είναι επιφυλακτική, διστακτική και αναβλητική σε τολμηρές αποφάσεις). Και το κακό είναι ότι ούτε και τα άλλα κόμματα βοηθούν στη λήψη τέτοιων αποφάσεων. Αφήνοντας κατά μέρος το δογματικό ΚΚΕ, το οποίο εξ ορισμού είναι αντίθετο ακόμη και με τις ορθότερες καινοτομίες, γιατί τάχα διαταράσσουν την εργασιακή ειρήνη, βλέπω ότι και η Νέα Δημοκρατία ούτε ενθαρρύνει, στον βαθμό που επιβάλλεται, αναπτυξιακές προσπάθειες, μολονότι θεωρητικά υπερθεματίζει για …

Το τερματίσαμε.

Ήθελα να ‘ξερα τι ψάχνουμε. Αφού καθένας έχει βγάλει το συμπέρασμά του, έχει καταλήξει στα πώς και τα γιατί της κρίσης, στους πρωταίτιους και τους συνυπεύθυνους, τι ζητάμε άραγε; Ο καθένας μας κουβαλάει και μιαν αλήθεια από μόνος του, άντε να ‘χει και πέντε – έξι φίλους ή γνωστούς που να συμφωνούν απόλυτα, από ‘κει και πέρα το χάος· στον έναν δεν κάνουν τα πρόσωπα, στον άλλον δεν ταιριάζουν οι πολιτικές, τον τρίτο τον βρίσκουν αντίθετο οι συμφωνίες κι ο τέταρτος διαφωνεί γιατί οι άλλοι δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και πάει λέγοντας –και γράφοντας.
Αν εξαιρέσεις κάποιους στο διαδίκτυο που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και βγάζουν αφρούς, άντε και μερικούς δημοσιογράφους που πετάνε πού και πού καμιά σπόντα –ειδικά μετά το φιάσκο των αδειών, όλα μέλι γάλα– ο πολύς ο κόσμος έχει μπαφιάσει πια κι ας είναι απογοητευμένος κι εξουθενωμένος απ’ αυτά τα τραγελαφικά κι τ’ αλλοπρόσαλλα της κυβέρνησης. Κανείς δεν έχει όρεξη, ούτε διάθεση ν’ ασχοληθεί σοβαρά με τα κυβερνητικά καμώματα και π…

Άρρωστοι.

«Έχουμε, τουλάχιστον, την υγειά μας», η συνηθέστερη στις μέρες μας επωδός κλείνοντας μια συνομιλία. Έχουμε την υγειά μας, αμ δε· παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του, εφόσον ούτε την υγειά μας, όπως νομίζουμε, έχουμε.
Σε ποια υγεία αναφερόμαστε; Ότι, δηλαδή, περπατάμε και στεκόμαστε όρθιοι; Ότι δεν έχουμε ίωση ή κάποια ανίατη ασθένεια; Ότι μπορούμε και τρώμε και μιλάμε; Σε τι ακριβώς, γιατί στις μέρες που ζούμε μόνο όποιος έχει ολική αναισθησία ή ανήκει στον κυβερνητικό μηχανισμό μπορεί να αισθάνεται καλά, όλοι οι υπόλοιποι, ακόμα κι αν δεν καταφεύγουν προς το παρόν στα ψυχοφάρμακα, βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, σε συνθήκες παρατεταμένης ανασφάλειας και βαθιάς κατάθλιψης.
Δεν είμαστε καλά, δεν είμαστε καθόλου καλά, όχι γιατί μέρα τη μέρα φτωχαίνουμε και πάμε, όχι γιατί εξοικειωθήκαμε με το ψέμα, ούτε γιατί πιστέψαμε αφελώς ότι «όλοι το ίδιο είναι», δεν είμαστε καλά γιατί συνηθίζουμε λίγο-λίγο τη μιζέρια, ανεχόμαστε σιγά-σιγά αυταρχικές επιλογές, δεχόμαστε μέρα με…