Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Σαν απόηχος της επίσκεψης Ομπάμα.


Ναι, τον Ομπάμα τον θαύμασα, τον καμάρωσα, τον ζήλεψα, σε όλα. Θαύμασα, όμως, καμάρωσα και –δεν το κρύβω– ζήλεψα πιο πολύ δυο συμπατριώτες μας, την Ελένη Μπάνου και τον Δημήτρη Παντερμαλή.

Τους ζήλεψα, όχι για την εξαιρετική τύχη κι ευκαιρία που είχαν να συναντήσουν και να συνομιλήσουν, έστω και για λίγα λεπτά, μ’ έναν από τους ισχυρότερους –έστω κι αν απέρχεται– και, κατά γενική ομολογία, δημοφιλέστερους ηγέτες της εποχής, τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Μπαράκ Ομπάμα, αλλά γιατί οι συμπολίτες μας αυτοί, είχαν τη δυνατότητα –πέρα από την ξεχωριστή τιμή– να εκπροσωπήσουν με σοβαρότητα, ευγένεια και σεμνότητα, τη χώρα και το λαό της, τους πολίτες της, ενώπιόν του, μαζί και δίπλα σ’ αυτή την ξεχωριστή και παγκόσμιας εμβέλειας πολιτική προσωπικότητα.

Αισθάνθηκα όμως και μια ξεχωριστή περηφάνια, μια ιδιαίτερη ανάταση, έτσι όπως τους έβλεπα αντίστοιχα στις εικόνες που μετέδιδε η τηλεόραση, να κινούνται με άνεση, με ευπρέπεια, με αυτοπεποίθηση και σιγουριά, με ζωντάνια και βεβαιότητα στο χώρο, στο «χώρο του» ο καθένας, με κινήσεις κι εκφράσεις που μ' έκαναν να καταλάβω και ν’ αντιληφθώ –κι όχι μόνο να δώσουν την εντύπωση– πόσο εξοικειωμένοι, πόσο βαθιοί γνώστες και πόσο έμπειροι ήταν οι συμπολίτες μου αυτοί σ’ αυτό το σημαντικό και απαιτητικό έργο που έκαναν, σ’ αυτόν τον ξεχωριστό κι ιδιαίτερο ρόλο που παρουσίαζαν.

Για τον έναν, τον καθηγητή Δημήτρη Παντερμαλή, είχα πριν λίγο καιρό την ευκαιρία και την τιμή να γνωρίσω από κοντά και ν’ απολαύσω –κυριολεκτικά– μιαν εμπεριστατωμένη ξενάγησή του στους χώρους του Μουσείου της Ακρόπολης, οι εικόνες, επομένως, αντιπροσώπευαν ακριβώς αυτό που ήδη γνώριζα για το κύρος, την επιστημονική επάρκεια και εμπειρία, αλλά και την επικοινωνιακή άνεση, την απλότητα και την αβροφροσύνη του.

Η Ελένη Μπάνου μου ήταν άγνωστη, μόλις σήμερα ανέτρεξα σε κάποια βιογραφικά της στο διαδίκτυο, απ’ όπου διαπίστωσα τόσο το αξιοπρόσεκτο γνωστικό κι επιστημονικό της υπόβαθρο, όσο και τη μακρά εμπειρία της πάνω στο αντικείμενο της αρχαιολογίας. Και για την περίπτωσή της η εκτίμησή μου είναι ότι πρόκειται για μιαν εξαιρετική υπάλληλο του υπουργείου Πολιτισμού κι έναν ευχάριστο και ξεχωριστό άνθρωπο.

Δύο άνθρωποι, δυο περιπτώσεις, που κινήθηκαν στη σκιά του επίσημου προσκεκλημένου κι έμειναν για λίγο μόνο στο φως της επικαιρότητας και που το ίδιο αθόρυβα όπως εμφανίστηκαν, θα επιστρέψουν στα καθήκοντα και την επαγγελματική τους καθημερινότητα με το ίδιο ενδιαφέρον, το ίδιο κέφι και την ίδια άσβεστη φλόγα, όπως επί σειρά ετών και μέχρι σήμερα πράττουν.

Ο Παντερμαλής κι η Μπάνου έχω την πεποίθηση ή –μάλλον– τη βεβαιότητα, ότι δεν είναι οι μόνοι, ακάματοι και μερακλήδες υπάρχουν παντού σ’ αυτόν τον τόπο, σ’ αυτή τη χώρα, σ’ αυτόν τον κρατικό μηχανισμό. Αθόρυβοι «εργάτες» κι ακάματοι υπηρέτες του καθήκοντος και του δημοσίου συμφέροντος –του πραγματικού κι όχι αυτού που επινοήθηκε προσφάτως επ’ ευκαιρία των τηλεοπτικών αδειών– υπάρχουν εκατοντάδες, μπορεί και χιλιάδες.

Αν σε όλους αυτούς, τους χαμένους μέσα στη γραφειοκρατία του δημοσίου και το δαιδαλώδες των διαδικασιών, δοθούν οι ευκαιρίες κι η δυνατότητα να ηγηθούν, να προτείνουν, να οργανώσουν και να κατευθύνουν από θέσεις ευθύνης χώρους που έχουν τη γνώση, την ικανότητα, την εμπειρία μα –προπαντός– το μεράκι, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι ένα άλλο δημόσιο θ’ αρχίσει μέρα με τη μέρα ν’ αναδύεται και μια διαφορετική υπαλληλική αντίληψη συν τω χρόνω να καλλιεργείται.

Και μη μου πεις γι’ αξιολογήσεις κι αριστείες –καθ’ όλα χρήσιμα εργαλεία, δε λέω– αλλά είμαι απόλυτα βέβαιος, ότι αν εκδηλωθεί η κατάλληλη πολιτική βούληση κι εξασφαλιστούν οι απαραίτητες εγγυήσεις αμεροληψίας κι αντικειμενικότητας, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, οι ίδιοι οι δημόσιοι φορείς κι Υπηρεσίες, τους γνωρίζουν και μπορούν να τους αναδείξουν, γιατί εκείνοι είναι που από πρώτο χέρι γνωρίζουν ποιοι συνάδελφοί τους μπορούν και θέλουν ν’ ανταποκριθούν με συνέπεια και δυναμισμό σ’ αυτά τα καθήκοντα.

Ένα τολμηρό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, μακριά από πελατειακές σχέσεις και συνδικαλιστικές συναλλαγές και διευθετήσεις, μπορεί ν’ αποτελέσει ένα μεγάλο ποιοτικό άλμα για το Ελληνικό δημόσιο, αλλά και για τη χώρα στο σύνολό της.

Λέμε τώρα…

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Το Πολυτεχνείο έχει καεί.


Το Πολυτεχνείο έχει καεί. Κάηκε όχι απόψε μόνο, κάηκε από τότε που το σύστημα εξουσίας το επισημοποίησε, το απέσπασε απ' τη συλλογική μνήμη και το μετέτρεψε σε μνημείο, σε επέτειο, σε γιορτή.

Το Πολυτεχνείο, αντί ν’ αναληφθεί στο πάνθεον των παλλαϊκών αγώνων –όσο παλλαϊκός μπορεί να θεωρηθεί ο αγώνας κατά της δικτατορίας– αντί να μετουσιωθεί σε συμβολισμό της δύναμης της συλλογικότητας και της ομαδικής προσπάθειας, αντί να μετενσαρκωθεί σε ύμνο για την ελευθερία, τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη, ξέπεσε σε σχολική γιορτούλα, εμπορευματοποιήθηκε σαν πανηγυράκι, λοιδορίθηκε και ποδοπατήθηκε σαν απάτη και παραμύθι, ευτελίστηκε σαν σκαλοπάτι ανέλιξης και πολιτικής καριέρας.

Όσο, χρόνο με το χρόνο, η κοινωνική ένταση κι ο πολιτικός ανταγωνισμός για το νόημα της εξέγερσης, τη δικαίωση του αγώνα και τη «γενιά του Πολυτεχνείου» φούντωνε, τόσο αραίωνε το πλήθος στις πορείες, τόσο η ισχύς του μηνύματός αδυνάτιζε, τόσο η θλίψη κι απογοήτευση του ανώνυμου πλήθους που το δημιούργησε, το έζησε, το αισθάνθηκε και το εγκολπώθηκε βαθιά στα φυλλοκάρδια, μεγένθυνε την απόστασή του από τις αξίες που αυθόρμητα αναδύθηκαν εκείνο το τριήμερο και το απομάκρυνε από τις νέες γενιές, τους νέους, τα παιδιά, τα εγγόνια τους.

Αν θέλουμε –το θέλουμε;– το Πολυτεχνείο να ζήσει, νομίζω θα πρέπει να το τοποθετήσουμε με ευλάβεια και σεμνότητα εκεί που ανήκει, εκεί που δεν θα μπορεί κανείς να το εκμεταλλευτεί πλέον, να το περιπαίξει, να το συκοφαντήσει, να το αφήσουμε ν’ αναπαυτεί, όχι πάνω σε δάφνες, γαρύφαλλα, μολότοφ, ποιηματάκια του τίποτε και πανηγυρικούς της δεκάρας, αλλά στη μνήμη, στη μνήμη του καθενός και της καθεμιάς, στη μνήμη των πολιτών, στη μνήμη εκείνων που το σέβονται και το τιμούν.

Πώς; Ούτε σχολικές αργίες, ούτε ειδικές αναφορές κι εκδηλώσεις, ούτε πομπώδεις δηλώσεις κι αδιέξοδες πορείες. Ούτε συμβολίζουν όλα αυτά κάτι, ούτε σχέση έχουν με τα γεγονότα του Νοέμβρη του ’73. Αποκαθήλωση, ξήλωμα του αγκάθινου στεφάνου απ’ το μέτωπο εκείνων που χάθηκαν, που μάτωσαν, που πόνεσαν. Ενός λεπτού σιγή, ίσως, σ’ όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα στις 17 Νοέμβρη κάθε χρόνο και μετατροπή του κατακαμμένου και πολλαπλά ταλαιπωρημένου κτιρίου του Πολυτεχνείου στην Πατησίων σε μουσείο δημοκρατίας κι εκεί να βρουν τη θέση τους κι όλα αυτά που ανήκουν στο Πολυτεχνείο του ’73 και την εποχή του.

Για το κτίριο τα πράγματα είναι εύκολα, όλο και κάποιο κονδύλι θα βρουν οι μηχανικοί του ΕΜΠ για να το κατασκευάσουν –δεν θα ‘ναι άλλωστε η πρώτη η φορά– για τη μνήμη τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα, γιατί οι μνήμες δεν προστατεύονται ούτε απ’ το άσυλο, ούτε απ’ τους τοίχους, ούτε απ' τα ΜΑΤ, εύκολα στο πέρασμα των χρόνων ξεφτίζουν και χάνονται, μεταλλάσσονται ή λοξοδρομούν και καμιά γιορτή κι αργία δεν έχει τη δύναμη να τις κρατήσει ζωντανές.

Photo: NEWSBEAST