Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Το δικό μας παραμύθι [ή το 1960 ζει]


Το παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης ασφαλώς πολλοί το γνωρίζουν κι όπως όλα τα παραμύθια –ή τα περισσότερα τουλάχιστον– έχει ευχάριστο τέλος, αφού ο πρίγκηπας ανακαλύπτει την από χρόνια –εξ αιτίας μιας κατάρας– κοιμωμένη βασιλοπούλα, την ξυπνά, το βασίλειο αφυπνίζεται, αποχτά ζωντάνια, δραστηριοποιείται και... ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Στην δική μας περίπτωση, μόνο αυτοί ζήσανε καλά. Στο Ελληνικό παραμύθι κανένας “πρίγκηπας” και καμιά “δύναμη” δεν έχει σταθεί δυνατόν να μας ξυπνήσει. Εδώ, χρόνια και χρόνια –λες και μια κατάρα το έχει καταφέρει– μένουμε μονίμως με τους ίδιους εφιάλτες και με τα ίδια φαντάσματα να στοιχειώνουν τον εθνικό μας ύπνο και τη μεγαλειώδη μας νάρκωση.

Τι καταστροφές, τι ευκαιρίες, τι αποτυχίες, τι επιτυχίες, εκεί κολλημένοι σ’ ένα μοτίβο και μια καθημερινότητα της οποίας το σενάριο παραμένει διαχρονικά αναλλοίωτο μονότονα επαναλαμβανόμενο από πολιτικούς πρωταγωνιστές που απλώς εναλλάσσονται στους ρόλους, ενώ σταθερά οι –πάντα ανεύθυνοι κι ανυποψίαστοι– λαϊκοί κομπάρσοι γκρινιάζουν μονότονα, διαπληκτίζονται απελπιστικά κι επιμένουν να διχάζονται, αμετανόητα, σε λάθος επιλογές.

Μια ματιά στην καθημερινότητά μας αρκεί για ν’ αποκαλυφθεί η στασιμότητα κι η αγκύλωση που έχει ο χρόνος σ’ αυτή τη χώρα που πνίγεται [όπως πνιγόταν] με την πρώτη μπόρα, καίγεται [όπως καιγόταν] με τον πρώτο καύσωνα, ακινητοποιείται [όπως ακινητοποιούνταν] στους δρόμους με την πρώτη απεργία των ΜΜΜ, βουλιάζει [όπως βούλιαζε] κάτω απ’ τα σκουπίδια μόλις «μπουκώσει» η Φυλή, ξεροσταλιάζει [όπως ξεροστάλιαζε] στις ουρές για μια αίτηση, πεθαίνει [όπως πέθαινε] για μια κτηματική διαφορά ή για μια απιστία και δικάζεται [όπως δικαζόταν] μετά από 15 χρόνια.

Χρεοκοπήσαμε το ’09, τι άλλο ποια θα μπορούσε να μας βρει για ν’ αφυπνιστούμε; Τι χειρότερο θα μπορούσε να πληγώσει την περηφάνια και να κινητοποιήσει το φιλότιμό μας κι όλες μας τις δυνάμεις; Επαναστατήσαμε κατά των πάντων, δεξιά αριστερά, μέσα έξω, φέραμε βίαια τα πάνω κάτω. Οχτώ χρόνια και ποιο είναι τελικά το αποτέλεσμα; Ξυπνήσαμε; Αντιμετωπίσαμε με σύνεση, επιμονή και συλλογικότητα τις αιτίες που μας πνίγουν, μας βουλιάζουν, μας ακινητοποιούν, μας σκοτώνουν; Σας παρακαλώ. Μη μου τους ύπνους –και τις ιδεοληψίες– τάραττε.

Ξεπετάμε σαν τα πουκάμισα τους πρωταγωνιστές σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου, εξορίζουμε κι απομονώνουμε τον ορθό λόγο, κι είμαστε έτοιμοι να τα δώσουμε όλα, σαν αυθεντικοί κομπάρσοι κι οπαδοί, σε χορούς λυτρωτικούς και σε παλαμάκια αποθέωσης μέχρι να μας ξινίσουν αυτοί και να πάμε γι’ άλλα και γι’ άλλους. [Να δω όταν ξωπετάξουμε και τον Τσίπρα τι θα λέμε και τι θα κάνουμε].

Ναι, γιατί εδώ σ’ αυτή την ωραία κοιμωμένη χώρα, μόνο ο «μπροστινός» μετράει, ο αρχηγός. Σπρώχνονται όλα τα λεφτά στον Κυριάκο τώρα, όπως στον Αλέξη ως τα σήμερα, στον Κώστα προηγούμενα κ.ο.κ. Είναι η μόνη χώρα που ένας κούκος περιμένουμε να φέρει την άνοιξη, γι’ αυτό μας πνίγει με την πρώτη ευκαιρία ο κακός μας ο καιρός κι όχι μόνο το πρώτο μπουρίνι.

Μέχρι κι οι ξένοι το κατάλαβαν ότι σ’ αυτόν τον τόπο που βασιλεύει –φτου κακά θα μου πεις, αλλά έτσι είναι– ο ατομισμός, η καχυποψία, η μισαλλοδοξία κι οι “ξύπνιοι”, είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να εφαρμοστούν σωστά κανόνες και να λειτουργήσουν απρόσκοπτα θεσμοί, είναι ακατόρθωτο η δημοκρατία, η δικαιοσύνη κι η ισότητα να πάρουν κεφάλι από το ρουσφέτι, τη «γνωριμία», τον κομματισμό.

Μείναμε έτσι να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας και να παριστάνουμε τους αγουροξυμνημένους [ίσως απ’ τα γέλια του Τσίπρα και του Καμμένου στο Ζάππειο], όντας βαθιά νυχτωμένοι –και τραγικά αδιάφοροι– για τις μεγάλες αλλαγές που ήδη θα έπρεπε να έχουν γίνει για να προλάβουμε να δούμε και πάλι μιαν άσπρη μέρα και τα παιδιά μας να προκόβουν στον τόπο τους, να γίνει πράξη η συνεννόηση κι η συνεργασία για τα μείζονα, να υπάρξει, επιτέλους, συμφωνία και προσήλωση σε συγκεκριμένους στόχους ανάπτυξης και προόδου.

Ψιλά γράμματα, το πριγκιπόπουλο στο δικό μας παραμύθι έχει πολύ δρόμο και πολύ ψάξιμο ακόμα, αν και –εδώ που τα λέμε– το ορόσημο του 2060 μπορεί να περιμένει, προηγείται να λύσουμε τις διαφορές μας με το... 1960.

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Με τον Γκαγκάριν στις πιο άσχετες σκηνές.



Μπορεί μπάνια πολλά και μέρες διακοπών να μην είχε αυτό το καλοκαίρι, είχε όμως πολύ περισσότερο χρόνο για διάβασμα και πολύ περισσότερα από άλλα καλοκαίρια βιβλία. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, θα έλεγε κάποιος άλλος, εγώ λέω ότι στάθηκα τυχερός, γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω δυο συγγραφείς. Για την ακρίβεια μία νέα συγγραφέα, γιατί ο άλλος –ο παλιός να πούμε για να συνεννοούμαστε– ήταν γνώριμος, απλώς δόθηκε η ευκαιρία να ξανασυστηθούμε, να ξαναγνωριστούμε.

Βιβλιοκριτική και τα τοιαύτα δεν είναι του γούστου μου κι ούτε θέλω να κάνω τον ειδικό, θα ‘θελα μόνο να πω δυο λόγια παραπάνω γι΄αυτά τα βιβλία που διάβασα και με ρούφηξαν, ακολουθώντας με παντού στο σπίτι, όπου υπήρχε χώρος ελεύθερος και χρόνος διαθέσιμος. Έτσι, με τα βιβλία που μ’ αρέσουν δε θέλω να καταφεύγω σ’ απιστίες, διαβάζοντας κι άλλο –ή κι άλλα– ταυτοχρόνως, όπως συμβαίνει σ’ άλλες περιπτώσεις. Παράλληλες σχέσεις δε θέλω να διατηρώ εκεί που η ψυχή μου βρίσκει καταφύγιο κι ο χρόνος από εχθρός γίνεται φίλος.

Ναι, γλυκά ξεφύλλισα το χρόνο προς τα πίσω για να βρεθώ σε γειτονιές εφηβικές και να γνωρίσω, μετά από σαράντα τόσα χρόνια, ανθρώπους που ζούσαν παρακάτω, εκεί γύρω, στη Φωκίωνος, το Άλσος, τα Θυμαράκια, τη Λιοσίων. Για να «ακούσω» Χατζιδάκι, να θυμηθώ «νέα ταλέντα» και να στεγνώσει το λαρύγγι μπρος στα τεράστια βυζιά της Τίνας Σπάθη. Να πάρουμε παρουσίες –Δευτέρα απόγευμα πίσω στη γαλαρία– στην νέα πρεμιέρα του Γκουσγκούνη –ή Γκουζγκούνη; Να διαβώ με δέος στην Αντινέα το κατώφλι και να γευτώ κοκ νέγκρο στου Φοίβου την αυλή στο Περιστέρι.

Βρέθηκα στρωματσάδα, παιδί μικρό και πάλι, νύχτα χωρίς φεγγάρι αλλά μ’ αστέρια κεντημένη, να περιμένω, κρατώντας μ’ αγωνία την ανάσα μου, πότε, κάπου εκεί ψηλά πάνω στο επουράνιο στερέωμα, η μικρή κουκκίδα του Σπούτνικ με τον Γκαγκάριν, θα φανεί καθώς περνάει, για να χαρίσει αλήθεια σ’ ιστορίες γεμάτες πυραύλους, γαλαξίες κι αστροναύτες, που ξεπηδούσαν σε τροχιές απόκοσμες μέχρι ο ύπνος να με πάρει γλυκά αποκαμωμένο απ’ τις φανταστικές πανέμορφες περιγραφές γερμένος στο πλάι του πατέρα μου.

Μαστορικά, σελίδα τη σελίδα, έστησε τις ιστορίες, μα και τις αναμνήσεις, μπροστά στα μάτια μου ο Τατσόπουλος. Λες κι ήμουν κάπου εκεί, σε κάποιο καφέ, καμαρίνι ή σινεμά πάλι και ξαναζούσα μαζί μ’ όλους τους ήρωές του ολοζώντανα ‘κείνα τα χρόνια που περάσανε μέσα από διχόνοιες, φτώχειες, ποδαρόδρομους και γκρίνιες. Χρόνια που φεύγανε κι εγώ αλλού αρμένιζα ανέμελα, σε γειτονιές και χωματόδρομους, σε έρωτες ανείπωτους, εξάωρα και πάρτι.

Το ίδιο γλυκά, μα, με μία πίκρα αδιόρατη κι ένα «όλα θα πάνε κατ΄ευχήν» καρφιτσωμένο στο βλέμμα, γύρισα την τελευταία σελίδα επιστρέφοντας σ’ έναν κόσμο που, όταν τον βλέπεις από τόσο χαμηλά, όπως τον έστησε μπροστά στα μάτια μου ο Πέτρος ο Τατσόπουλος, είναι σαν να τον βλέπεις για πρώτη φορά και μοιάζει η Γη να καθρεφτίζεται όπως στα μάτια κείνου του χωριατόπαιδου, του Γιούρι: «Αηδιαστικά όμορφη».

Έτσι προσγειωμένος βρέθηκα πάνω σε μια σχεδία υφασμάτινη, τρυφερή και φιλική, φιλόξενη και ψαγμένη. Δεν μ’ ενοχλούσαν οι στοίβες –σωστό κάστρο– από τ’ άπειρα βιβλία που βρίσκονταν απλωμένα ένα γύρω –ξέρεις, δα, την εμμονή μου με την τάξη– ούτε οι κλεφτές ματιές της στο γαλάζιο της οθόνης. Τη συγχωρούσες, όλα θα μπορούσες να της τα συγχωρέσεις, γιατί το βλέμμα της έχει μια αλήθεια, μια ειλικρίνεια και μια ευθύτητα, που δεν τη βρίσκεις εύκολα, ιδιαίτερα σ’ εκείνους που επιλέγουν να μιλούν σε πρώτο πρόσωπο.

Λες και γνωριζόμασταν από πάντα. Μου μίλησε για τον εαυτό της και μ’ έκανε να αισθανθώ τη φίλη που θα ήθελα να έχω. Μου ανέφερε για τη μητέρα, τους φίλους, τη δουλειά, τον πατέρα της με μια οικειότητα που μόνο από πολύ δικούς μου έχω ξανασυναντήσει, κι αν. Άσε, εκεί που έπεσε ο Πιτέλα απ’ το σκαμπό, και γέλασα, το ‘χει κι αυτό, χιούμορ· πόσο μ’ αρέσει να μου μιλάει ακομπλεξάριστα ο άλλος, να μην θέλει να είναι δήθεν, ούτε να το παίξει κάποιος κι ας είναι καταξιωμένη επαγγελματικά, ας έχει στις συνεντεύξεις της ένα Σόιμπλε, ας πούμε, όσο μπορεί εσένα που ‘σαι ΣΥΡΙΖΑ βαμμένος να σ’ εξιτάρει. Αν σε νοιάζει δηλώνει «άπατρις – πολιτικά».

Δεν με νοιάζει. Εκείνο που με νοιάζει, που αισθάνομαι, είναι ότι η Ξένια Κουναλάκη φτερούγισε από το ράφι του Ευριπίδη στο Χαλάνδρι –εκεί τυχαία είχα συναντήσει κάποιο Σαββάτο και τον Τατσόπουλο– γνέφοντάς μου «Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες στιγμές», κάθε άλλο παρά έκλαιγε, με κατάκτησε κατά κράτος για τέσσερις ολόκληρες μέρες κι ένα Σαββατοκύριακο αρχές Σεπτέμβρη.

Γυμνή στάθηκε μπροστά στα μάτια μου ακούραστα, βασανιστικά, εξομολογητικά, φιλικά κι εγκάρδια· ριζότο δε φάγαμε, αλλά μιλήσαμε για θέατρο, για βιβλία για κινηματογράφο, για πολλά και διάφορα διόλου αδιάφορα. Θυμήθηκα κι εγώ κάποια δικά μου, μελαγχόλησα· μ’ έπιασε –δεν ξέρω αν το κατάλαβε– ζήλια κάποιες στιγμές που απ’ τον θαυμασμό και την προσήλωσή μου ξέφευγα και να θέλω να κρυφτώ σε μια γωνιά, δίπλα στο πληκτρολόγιο, για να ζήσω από κοντά μια μέρα της στην εφημερίδα. Τι βλάκας… Η κόρη της μπορεί να μ’ έλεγε και νούμερο.

Δεν το πιστεύω, αλλά τελικά, τα καταφέρανε, ξεκόλλησα, κι αυτό μ’ έκανε ελπίδα να γεμίσω κι όλα τα μίζερα, τα γκρινιάρικα, τις μαύρες μου με χρώμα να τα βάψω, με εικόνες έγχρωμες, με αναμνήσεις σινεμασκόπ και σκέψεις να γεμίσω και να μπουκάρω σε φθινοπωρινούς καιρούς με μια αισιοδοξία καλοκαιριάτικη. Να μη με νοιάζει μπάνια και διακοπές που φέτος δεν κατάφερα πολλά να κάνω και παραλίες ξυπόλητος να περπατήσω.

Περπάτησα μ’ απέραντη ευχαρίστηση στου χρόνου το μεταίχμιο, πέρα από της εποχής μας τ’ ανυπόφορα σημεία, ξέφυγα απ’ των ημερών το ασπρόμαυρο και γέμισα τα μάτια μου φως, συναίσθημα και γλύκα και χαμόγελο· αν θες μπορώ να στα δανείσω.