Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Συμβόλαιο του "θανατά".


Όχι, ούτε εξέταση ούρων, ούτε εκταφή του συχωρεμένου για εξέταση DNA δεν ζητήθηκαν προκειμένου να πουλήσει το παιδί ένα διαμέρισμα 22 τετραγωνικά που κληρονόμησε.

Κατά τα λοιπά, πάνε τώρα κοντά τρεις μήνες που έχει βρεθεί αγοραστής –μετά από πολύμηνες προσπάθειες– κι έκτοτε ακόμα τρέχουμε από υπηρεσία σε υπηρεσία μη γνωρίζοντας με ακρίβεια ακόμα πότε θα κλείσει αυτός ο απίστευτος κύκλος συλλογής των απαιτούμενων δικαιολογητικών.

Το απίστευτο είναι, ότι –υπό τις παρούσες συνθήκες– τη μεγαλύτερη καθυστέρηση προκαλεί η υποβολή δικαιολογητικών που θεσπίστηκε μεσούσης της οικονομικής κρίσης, μόλις το 2013 και το 2014 και πρόκειται για τη βεβαίωση του μηχανικού περί πολεοδομικής νομιμότητας και το πιστοποιητικό του ΕΝΦΙΑ.

Δηλαδή οι φωστήρες που νομοθετούν, αλλά και τα σαΐνια των υπουργείων και των συντεχνιών που τα εισηγούνται, αντί να απλουστεύουν και να διευκολύνουν τους πολίτες, ιδιαίτερα αυτή την εποχή που και το χρήμα είναι δυσεύρετο κι οι οικοδομές έχουν πατώσει, υποχρεώνουν τους πολίτες να εμπλακούν με τη φυσική παρουσία τους και να έχουν συναλλαγή με τις κατ’ εξοχήν κι αποδεδειγμένα και διαχρονικά γραφειοκρατούμενες και πλέον χρονοβόρες υπηρεσίες του ελληνικού δημοσίου, την πολεοδομία και την εφορία.

Εν προκειμένω, επειδή το ακίνητο είναι προ του 1960 –τόσο καινούργιο– θα πρέπει να βρεθεί η οικοδομική άδεια από το αρχείο της πολεοδομίας του Δήμου της Αθήνας (Συγγρού), όπου πας εκεί και αφού βγάλεις κάτι φωτοτυπίες παραδίπλα και πηγαινοέρθεις μερικές φορές από γραφείο σε γραφείο –δύο με τρία βήματα απόσταση το ένα από τ’ άλλο– και σε εξυπηρετήσουν τρεις διαφορετικοί υπάλληλοι –ο ένας δίπλα στον άλλο, όχι ο ένας που έχει τη σφραγίδα του πρωτοκόλλου είναι απέναντι(!)– παίρνεις ένα χαρτάκι που σου ορίζει ραντεβού για να τα παραλάβεις μετά από 30 με 40 μέρες.

Και περιμέναμε να περάσει ο Ιούνιος, να μπει ο Ιούλιος, να ‘ρθει κι η ευλογημένη μέρα που θα παίρναμε επιτέλους τα αντίγραφα της άδειας να δούμε αν ο μπαγαπόντης ο μηχανικός εκείνης της εποχής είχε κάνει τίποτε «αμαρτίες» στο υπόγειο, που θα έπρεπε να τις πληρώσουμε εμείς μισό και βάλε αιώνα μετά στο δημόσιο μ’ ένα χιλιαρικάκι μαζί με την αμοιβή του μηχανικού.

Και φτάνει η ευλογημένη –που λέγαμε– μέρα του Ιούλη και ‘κει που φρεσκοξυρισμένος κι ευδιάθετος ετοιμάζεσαι πρωί – πρωί για το ραντεβού, χτυπάει το τηλέφωνο και το ραντεβού ματαιώνεται. Ναι, ματαιώνεται, γιατί τελείωσε –λέει– το μελάνι του εκτυπωτή κι οι αρμόδιοι θέλησαν –να ‘ναι καλά οι άνθρωποι– να μας ενημερώσουν να μην τρέχουμε στο κέντρο, γιατί είχε κείνες τις μέρες και αφόρητο καύσωνα.

«Πότε;» –ψελλίζεις αποσβολωμένος– «άγνωστο», η απάντηση· τα μελάνια του εκτυπωτή των μικροφίλμς είναι εισαγωγής και δεν είχαν ιδέα πότε ο σχετικός διαγωνισμός των αρμόδων υπηρεσιών του Δήμου της Αθήνας θα ολοκληρωθεί ώστε να παραληφθούν. Ακόμα αγνοείται η τύχη τους.

Και σκέφτεσαι: Δεν πάω να βγάλω κανένα άλλο χαρτί μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Κι εκεί είναι που μπλέκεις με την εφορία. Οι ουρές, για τρέλα κι οι υπάλληλοι με το φανάρι. Εκνευρισμός μουρμούρα, αλλά το αφόρητο είναι –όταν μετά από δυο-τρεις ώρες έρθει η σειρά σου– το πήγαιν’ – έλα. Οι άνθρωποι δεν παίζονται, σου λένε το «πηγαίνετε να πάρετε πρωτόκολλο» με τόση φυσικότητα κι ας απέχει το τμήμα κληρονομιών απ’ το πρωτόκολλο τρεις ορόφους! Ναι, κι όλα στο χέρι. Ναι, εκεί όλα γίνονται χειρόγραφα για να ‘χουν και κύρος, αλλά –υποθέτω– και κάποια συλλεκτική αξία αύριο – μεθαύριο, όταν το ακίνητο αυτό περάσει σε κάποια άλλα χέρια.

Νομίζεις ότι ξεμπερδεύεις αμέσως; Καλά, δες αν έρχομαι! Μετά από δέκα με δεκαπέντε μέρες σου κλείνουν ραντεβού για να παραλάβεις τις βεβαιώσεις περί μη οφειλής ΕΝΦΙΑ κι ας είχε ο μακαρίτης –Θεός συχωρέσ' τον και πάλι– τακτοποιήσει όλες του τις υποθέσεις με την εφορία κι ας έχουν οι κληρονόμοι τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα για το Ε9 τους, τις δηλώσεις και τα συμπαραμαρτούντα, πρέπει να δηλώσουν, ότι για το ακίνητο δεν χρωστάνε τον ΕΝΦΙΑ του ’12, του ’13 κ.ο.κ., δηλαδή για τα χρόνια που το ακίνητο δεν ήταν κάν στην κυριότητά τους.

Αν, έτσι για να πεις και συ κάτι, διαμαρτυρηθείς για την καθυστέρηση, σου ανοίγουν με τόση ετοιμότητα μια ντουλάπα ξέχειλη από χαρτομάνι, ώστε ν’ αντιληφθείς ιδίοις όμμασι πόσοι πριν από σένα έχουν περάσει την ίδια δοκιμασία κι ακόμα περιμένουν, και να σκύψεις τα μάτια ντροπιασμένος.

Κάποια στιγμή το συμβόλαιο θα γίνει, απορώ όμως αν έχουμε σωτηρία, αν υπάρχει δρόμος και διέξοδος για εμάς, για τα παιδιά μας. Δεν είναι ρητορικά τα ερωτήματα, ούτε έχω πικαριστεί εξαιτίας της προσωπικής μου υπόθεσης και ταλαιπωρίας. Τέτοιες κι ανάλογες υποθέσεις και ταλαιπωρίες –ίσως και πολύ πιο σημαντικές και κρίσιμες– για τους ανθρώπους είναι καθημερινές, ώσπως πού αντέχει να πάει αυτό όμως; Ως πού μπορούμε κι εμείς να τ’ αντέχουμε και να τ’ ανεχόμαστε;

Δεν είναι που θεσπίζονται στο γόνατο υποχρεώσεις, δεν είναι που λείπει προσωπικό, δεν είναι που δεν δουλεύουν με ένταση σε κάποια τέτοια πόστα οι υπάλληλοι, είναι που ο κρατικός μηχανισμός κι αυτοί που έχουν την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του περί άλλων τυρβάζουν, αδιαφορούν για τον πολίτη και την καθημερινότητά του, αδιαφορούν για την ανοργανωσιά, τις ελλείψεις, τη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών.

Αυτή η κατάσταση καλλιεργεί κι εντείνει τη διάχυτη απαισιοδοξία, αυτός είναι ο πιο σημαντικός λόγος που δεν διαφαίνεται διέξοδος απ’ την κρίση και το σημερινό αδιέξοδο. Αυτή η κατάσταση θα πρέπει να κάνουμε ό,τι περνά απ' το χέρι μας για ν' αλλάξει· το συντομότερο.

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Δεν τρέχει κάστανο.


Πόσα μέτωπα ανοιχτά; Πόσες αντιπαραθέσεις σοβούν; Δεν προλαβαίνουμε να κλείσουμε τη μια πληγή και τσουπ ξεπετάγεται η επόμενη. Από πού ν’ αρχίσεις; Τη μια ο Ντάνος, την άλλη ο Νιόνιος, την τρίτη ο Ρουβάς, μετά ο Παϊσιος, χτες ο Βαρουφάκης, προχτές ο Καρανίκας, αντίπροχθες ο Τσακνής. Να πάω και πιο πίσω; Δεν το αντέχω! Ζωή μέσα στην ένταση, την κόντρα και το ξεκατίνιασμα. Είναι ζωή αυτή;

Όχι, κάθε άλλο, αυτό δεν είναι ζωή, είναι θάνατος αργός, μια καθημερινή παρατεταμένη παραίτηση από τα ουσιώδη και τα σημαντικά, απ’ τα σπουδαία και τα κρίσιμα. Ναι, ποιον δεν έχει απογοητεύσει η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ; Ποιον μπορεί ν’ αφήνουν αδιάφορο κι απαθή οι καθημερινές αστοχίες, παλινωδίες, αυταρχισμοί; Κανέναν, νομίζω, κι όμως, έχουμε αφεθεί στην εύκολη κι ευκαιριακή εκτόνωση του διαδικτύου, στη χαλαρή ενατένιση της οθόνης, παρατηρώντας με αξιοθαύμαστη –ομολογουμένως– στωικότητα τη ζωή να δυσκολεύει, να στενεύει, να γεμίζει ήττες κι ερωτηματικά κι εμείς να σουρμαλιώμαστε πότε για το ένα ριάλιτι και πότε για το άλλο twit, αποχαυνωμένοι και παραιτημένοι απ’ όλα τ’ άλλα.

Ανάπτυξη ακούμε και τσιμουδιά δεν ακούγεται για το «πώς». Στη Δυτική Μακεδονία έπρεπε να φτάσει η χάρη μας για ν’ αρχίσουμε να σχεδιάζουμε –λέμε τώρα– εν έτι 2017 αυτό για το οποίο όλες οι πολιτικές και παραγωγικές δυνάμεις της χώρας έπρεπε να έχουν κάνει υπόθεσή τους κι ευαγγέλιο από το 2010 –για να μην πούμε και πάλι για το πιο πριν. Από το πόντιουμ, πότε εδώ και πότε ‘κει, δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο απ’ τη λέξη «ανάπτυξη». Η πιο γλυκιά καραμέλα, η πιο πικρή απόφαση.

Προτιμάμε όλα αυτά τα χρόνια να μοιράζουμε την πίκρα με την κουτάλα της σούπας αδιακρίτως σ’ όλη την κοινωνία για να μην «χαλάσουμε τη σούπα» στις πανίσχυρες και πασίγνωστες συντεχνίες και ομάδες συμφερόντων που δυναστεύουν κι απομυζούν τον τόπο, να μην αγγίξουμε τις στρεβλώσεις και τις κραυγαλέες αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού στη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, τις κοινωνικές υπηρεσίες κ.λπ., να μην θίξουμε τις προφανείς και πανθομολογούμενες παθογένειες του πολιτικού συστήματος.

Βολεύει αυτός ο αποπροσανατολισμός κι αυτή η παραίτηση των πολιτών, αφενός εκτονώνει ανώδυνα μια κατάσταση που κάτω από άλλες συνθήκες θα μπορούσε να γίνει και εκρηκτική κι αφετέρου διευκολύνει να δημιουργούνται ευκαιριακές πλειοψηφίες για την κατοχή και τη νομή της εξουσίας· όσο πιο πολλοί απέχουν τόσο πιο εύκολα οι κομματικοί μηχανισμοί ελέγχουν και κατευθύνουν τις πολιτικές εξελίξεις, τόσο πιο εύκολα χειραγωγείται η κοινή γνώμη κι ακούγονται οι φωνές που το σύστημα ενημέρωσης προκρίνει κι επιθυμεί.

Ωραία τα γράφεις, αλλά, τι να κάνουμε;

Τι να κάνουμε; Ν’ αλλάξουμε!

Ναι, ρε φίλοι και σύντροφοι, ν’ αλλάξουμε εμείς πρώτοι· τρόπο ζωής, συνήθειες, νοοτροπία. Γιατί, ντε και καλά, να είναι όλα «θέμα παιδείας». Τι μου λες; Θα περιμένουμε εκατό χρόνια για να γίνει το θαύμα; Εμείς δεν πήγαμε, δηλαδή, σχολείο ή στο σχολείο που πήγαμε δεν μάθαμε πέντε γράμματα; Μόνο να πετάμε τα χαρτιά και τα τσιγάρα όπου βρούμε, μόνο να βρίζουμε και να ασχημονούμε πίσω απ’ το τιμόνι ή «όπου μας παίρνει», μας μάθαιναν; Τι να σου κάνει κι η εκπαίδευση άμα έχεις ένα διαρκές ράβε – ξήλωνε πάνω στο εκπαιδευτικό σύστημα των τελευταίων δύο αιώνων ή άμα αλλάζεις κάθε χρόνο τα σχολικά βιβλία για πλάκα;

Προφάσεις εν αμαρτίαις. Εμείς δεν θέλουμε ν’ αλλάξει τίποτα. Κι αφού δεν θέλουμε εμείς γιατί να θέλουν αυτοί που αύριο θα ζητάνε την ψήφο μας; Ποιοι, δηλαδή, γράφουν (κι έγραφαν) τροπολογίες εν τω μέσω της νυκτός ή επινοούν (κι επινοούσαν) μεταμεσονύκτιες ρυθμίσεις με χίλια δυο ρουσφέτια και διευκολύνσεις; Οι προτείνοντες υπουργοί ή βουλευτές, μόνο; Ναι, το πιστέψαμε! Εμείς είμαστε από πίσω, κάποιο «δικό μας» χέρι διατύπωσε το «αίτημα», που πάντα είναι (και ήταν) «δίκαιο», «χρόνιο» ή «ώριμο» –εκεί θα κολλήσουμε–, και το έφτασε μέχρι τη Βουλή και το ΦΕΚ. Κατ’ εμέ το θέμα των συμβασιούχων, είναι η μεγαλύτερη κοροϊδία κι ο πλήρης ευτελισμός των πολιτικών θεσμών της χώρας. Έτσι δεν βγαίνουν τα κάστανα απ’ τη φωτιά, ούτε εμείς απ’ το τούνελ.

Πριν φτάσουμε, λοιπόν, αύριο – μεθαύριο να βρίζουμε και τον Μητσοτάκη ή τον όποιον Μητσοτάκη, ας ξανασκεφτούμε τη δική μας στάση και συμπεριφορά απέναντι στη ζωή και τα πράγματα. Εκ του ασφαλούς κι εκ του προχείρου οι λύσεις βρίσκονται με το καντάρι, τα πράγματα είναι δύσκολα, όμως, και με τ’ αστεία και τα ψέματα οι λύσεις δεν βρίσκονται, αλλά φεύγουν και μαζί τους οι ευκαιρίες, τα παιδιά μας κι η ζωή μας.

Καλή η εκτόνωση κι ο χαβαλές, χαλαρωτικές οι ατάκες και τα τιτιβίσματα, βγάζουν γέλιο πολλές φορές, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν βγάζουν ψωμί κι εμείς έχουμε πολύ ψωμί μπροστά μας, πολύ ψωμί –για να μην φτάσουμε να πούμε «το ψωμί ψωμάκι», που λέει κι η μάνα μου, καλή της ώρα.

Photo: IMPAKTER

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Στης αριστεράς το κέντρο.


Είμαστε αποπροσανατολισμένοι, αυτό είναι το δικό μου συμπέρασμα. Οι αναγκαίες επιλογές κάνουν πλέον –περισσότερο από ποτέ– «νιάου-νιάου» κι η αντιπαράθεση γίνεται για το αν αυτές θα πρέπει να γίνουν από κάποιους που θα κινούνται «κεντροαριστερά» ή από εκείνους που θα τοποθετούνται στο «προοδευτικό κέντρο».

Ονοματίστε τες τις ρημάδες με τ’ όνομά τους, ένα – δύο – τρία κ.ο.κ. Αυτό θεωρούμε αναγκαίο για το κράτος και πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνει μ’ αυτό τον τρόπο, αυτό για την οικονομία και θεωρούμε απαραίτητο να ληφθούν αυτές οι αποφάσεις, αυτό για το πολιτικό σύστημα και προτείνουμε αυτές κι αυτές τις αλλαγές στο Σύνταγμα και στους νόμους κι ύστερα βήμα το βήμα αυτές είναι οι προτάσεις μας για τη δημόσια διοίκηση, για την εκπαίδευση, για τον πολιτισμό, για τους επαγγελματίες, τους νέους, τους κοινωνικά αδύναμους κ.λπ.

Ένας χώρος που έχει δρέψει δάφνες και δάφνες εκλογικών επιτυχιών κι έχει καταγράψει ατέλειωτα χιλιόμετρα άσκησης κυβερνητικής εξουσίας, δεν μου ακούγεται ευχάριστο να εμφανίζεται σε στυλ Σταύρου Θεοδωράκη –και το λέω με την καλή έννοια– που εμφανίστηκε στην πολιτική χθες και να περιγράφει σε αδρές γραμμές τα πάντα σαν να μην έχει πίσω του πεπραγμένα και παρελθόν.

Δεν μιλάω για αυτοκριτική –νισάφι πια μ’ αυτή τη λέξη– και δεν αναφέρομαι σ’ αυτήν γιατί κανένα, μα κανένα, κόμμα και πολιτικός χώρος δεν έχει αισθανθεί ποτέ –και πολύ περισσότερο μετά την κρίση– την ανάγκη ν’ αναγνωρίσει κάποιο δικό του λάθος, αστοχία ή εσφαλμένη εκτίμηση. Τουναντίον μάλιστα, αρπάχτηκαν όλοι, μα όλοι, από ένα «λεφτά υπάρχουν» και βρέθηκαν μονομιάς όλοι από τη σωστή πλευρά των πραγμάτων. Ρε, τι μνημόνια πέφτουν σαν βροχή, τι φόροι σαν χαλάζι, τι περικοπές κι απολύσεις, όλοι αισθάνθηκαν –κι εξακολουθούν να αισθάνονται– ασφαλής κάτω από την ομπρέλα αυτής της ξεκομμένης ατάκας.

Δεν αναφέρομαι, λοιπόν, στο να εξακολουθήσει αυτό το αυτομαστίγωμα κι εσωστρέφεια, η αλληλοεξόντωση κι οι κόντρες, ούτε στην επ’ άπειρον ενοχοποίηση ενός πολιτικού χώρου, που αποδεδειγμένα επέδρασε και συνέβαλλε καταλυτικά στην αλλαγή και την ανανέωση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας. Το ζητούμενο είναι ν’ απαντηθούν πειστικά και τεκμηριωμένα τα ερωτήματα που αφορούν τις μεγάλες υστερήσεις της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης του τόπου από τη μεταπολίτευση και μετά.

Φταίνε οι εποχές; Φταίει η Ευρωπαϊκή Ένωση, η παγκοσμιοποίηση, η Γερμανία; Πού χάθηκαν οι μάχες με τη γραφειοκρατεία; Πώς έμεινε πίσω ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής; Τι εμπόδισε την εμπέδωση ενός σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος, ενός αξιόπιστου εκπαιδευτικού συστήματος, ενός σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου; Ερωτήματα που, λίγο – πολύ, είναι απαντημένα απ’ την ίδια τη ζωή –η περίπτωση «Γιαννίτση» είναι η πλέον χαρακτηριστική, αλλά που είναι κρίσιμο ν’ ακουστούν κι απ’ αυτούς που επί σειρά ετών αποφάσιζαν –σχεδόν παμψηφεί– για τη ζωή όλων των άλλων. Ερωτήματα που, τελικά, δεν τα απευθύνεις απ’ το βήμα στο ακροατήριο, αλλά τ’ απαντάς κοιτάζοντας με ειλικρίνεια τα κιτάπια και τους λογαριασμούς σου.

Η εποχή αυτή προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία με την άνεση χρόνου που φαίνεται να εξασφαλίζει, ώστε οι όποιες προτάσεις να ‘ναι «δεμένες», όχι μόνο με τον εκφραστή ή την ομάδα τους, αλλά και με τις βαθύτερες αιτίες που έχουν δημιουργήσει την ανάγκη. Έτσι, στο μεγάλο κάδρο –ωραία έκφραση, μετά τα «αχαρτογράφητα νερά»– μπαίνουν διαχρονικές και διαδοχικές αιτίες, ευθύνες, παραλήψεις, αποφεύγονται –κατά το δυνατόν– αφορισμοί και απλουστεύσεις, ισοπεδώσεις κι αρνητικά σχόλια μόνο για συγκεκριμένες εποχές, πρόσωπα ή κυβερνήσεις, αποχτά ο λόγος ουσία, περιεχόμενο, γίνεται περισσότερο αντικειμενικός κι ευκολότερα αποδεκτός ως πολιτική θέση, πρόταση, αντίληψη.

Όταν λέγεται ότι «ο κόσμος θέλει την αλήθεια», εκείνο που εγώ καταλαβαίνω, είναι ότι το ζητούμενο δεν είναι ν’ ανακαλυφθεί απ’ τα κόμματα ο τετραγωνισμός του κύκλου ή μια νέα οικονομική θεωρία, αλλά ότι η συντριπτική πλειοψηφία ενός μετριοπαθούς ακροατηρίου, σιωπηλού συνήθως κι ανέκφραστου, είναι ν’ ακουστούν με πειστικό τρόπο απλές λύσεις που είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και να διευκολύνουν την καθημερινότητα, άμεσα, μεσοπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα.

Καθημερινότητα είναι κι η δουλειά και το σχολείο κι οι υποδομές κι οι υπηρεσίες, αλλά κι οι μισθοί κι οι φόροι κι όλα. Καθημερινότητα δεν είναι μόνο οι λακκούβες κι οι ουρές, ούτε μόνο το νερό και το ρεύμα. Καθημερινότητα είναι κι η τηλεόραση κι ο αθλητισμός, αλλά κι η έρευνα κι οι τεχνολογίες κι οι επιστήμες. Καθημερινότητα είναι ν’ ανοίγεις τα μάτια σου και να μπορείς να κοιτάξεις τη νέα μέρα απ’ το παράθυρο με τα μάτια της ψυχής, ν’ ανοίγει η καρδιά σου, να χαίρεσαι τη ζωή, τον έρωτα, τη γυναίκα ή τον άντρα και τα παιδιά σου.

Καθημερινότητα δεν είναι τα μεγάλα λόγια, αλλά οι εφικτές λύσεις, η αποτελεσματικότητα, η ταχύτητα, η οικονομία, αλλά κι η ανθρωπιά, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα στις ευκαιρίες, στις αντιδικίες, στους αδύναμους, ανίσχυρους, μειονεκτούντες. Μια καθημερινότητα που δεν «ακούγεται», αλλά είναι πανταχού παρούσα, γιατί, απλώς, είναι ο ορισμός της καθημερινότητας, αυτής που ζουν οι πολλοί, οι ανώνυμοι, οι απογοητευμένοι κι αποστασιοποιημένοι του πολιτικού συστήματος.

Όταν ακουστούν και μπορέσουν να φτάσουν στον κόσμο κάποια απ’ αυτά και –ασφαλώς– και πολλά - πολλά άλλα ακόμα σπουδαία και χρήσιμα, θα γίνουν η πυξίδα του κόσμου, θα μετουσιωθούν σε πόλο έλξης και μαγνήτη αξιόπιστο κι ελπιδοφόρο. Ο λόγος θα έχει περιεχόμενο κι όχι μόνο ο χώρος που τα εκπέμπει οργάνωση και όργανα. Δεν θ’ είναι κατασκεύασμα μιας κατ’ ανάγκη και άρπα – κόλλα προγραμματικής κοπτοραπτικής, αλλά συνειδητή κι αυθεντική έκφραση της αναγέννησης και της ριζικής ανανέωσης του χώρου που, κατ’ αρχήν και βασικά, εκφράζεται απ’ το ΠΑΣΟΚ –κι ένα μικρό μέρος της ανανεωτικής αριστεράς– του χώρου θα μπορεί και πάλι να καθοδηγήσει πολιτικά τα βήματα των πολιτικών με σιγουριά και σοβαρότητα.

Αυτό που μένει, λοιπόν, από αύριο να δούμε, όταν πια θα ‘χουν κοπάσει οι παράτες κι οι ενθουσιασμοί, είναι αν μέσα από το διάλογο θα προκύψει ο σαφής προσανατολισμός κι η πολιτική πυξίδα για ένα κοινό και δυναμικό παρόν και μέλλον ή αν, με μπούσουλα καθένας την προσωπική πορεία του, στο στενό ορίζοντα των σύγχρονων Συμπληγάδων του δικομματισμού δοκιμάσει ευκαιριακά την τύχη του.

Σε κάθε περίπτωση –κι αυτό είναι το δεύτερο που εγώ καταλαβαίνω– είναι ότι άλλη ευκαιρία, δύσκολα θα προκύψει. [Κι αυτό θέμα προσανατολισμού είναι…]