Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Με την ψυχή στο στόμα.



Όλοι συμφωνούμε ότι είναι πόλεμος, αλλά επιμένουμε να τον παρακολουθούμε με τα χέρια κατεβασμένα, από τον καναπέ, μέσα απ’ την τηλεόραση και το διαδίκτυο. Παθητικά μετράμε παράπλευρες απώλειες και καταλογίζουμε κουραστικά ευθύνες, τοποθετώντας επίμονα τον εαυτό μας πάντα στη θέση του παρατηρητή και του μοιραίου θύματος.

Με καρτερία κι αξιοπρόσεχτη στωικότητα, τρία χρόνια τώρα, αντιμετωπίζουμε τα διαδοχικά «χτυπήματα» κι αρκούμαστε στην καταγραφή τους. Πότε είναι η Μέρκελ, πότε η τρόικα, πότε το eurogroup, πότε οι δανειστές, πότε ο ένας και πότε ο άλλος. Ένας ιδιότυπος μαζοχισμός και ηττοπάθεια χαρακτηρίζει τη στάση μας. Η όποια αντίδρασή μας περιορίζεται πια, είτε στην ανούσια σιωπηρή μας συμφωνία με κάποια από τις «έξυπνες» ανακοινώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου, είτε με τη μαχητική επιδοκιμασία μας –με έντονο κούνημα του δείκτη– σ’ όποια αμετροεπή δήλωση του Τσίπρα, του Καμμένου ή κάποιου άλλου από το αποκαλούμενο και «αντιμνημονιακό τόξο».

Άλλος στη θέση μας, μετά από τέτοια ανατροπή δεδομένων, ύστερα από τόσο ραγδαία συρρίκνωση των εισοδημάτων του και πτώση του βιοτικού του επιπέδου, θα ‘χε επαναστατήσει με τον ίδιο του τον εαυτό, θα είχε πάρει την κατάσταση στα χέρια του, θα αντιδρούσε. Θα διεκδικούσε το ταχύτερο δυνατό να ξεφύγει απ’ αυτή την αυτοκαταστροφική περιδίνηση και την επιπόλαια περιπλάνηση σε χρόνους περασμένους, σε ψευδεπίγραφες ψευδαισθήσεις και σε υποθετικές υποσχέσεις. Θα σκεφτόταν, θα σχεδίαζε, θα επιχειρούσε.

Μεγάλη ευθύνη για τη διαμόρφωση της στάσης αυτής έχει κι η κυβέρνηση, η οποία δημιουργεί σε κάθε ευκαιρία κλίμα καθησυχασμού και ελέγχου των εξελίξεων, που, όμως, κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στο ευμετάβλητο σκηνικό που εξελίσσονται τα γεγονότα και στο περιβάλλον που καθημερινά ανατρέπεται κι επιδεινώνεται. Δεν καταλαβαίνω, αν πρώτα και πάνω απ’ όλα η κυβέρνηση επιδιώκει να επιβεβαιώνει τα πεπραγμένα της, που επί της ουσίας δεν είναι τίποτε άλλο από περικοπές, φορολογία και αυξήσεις. Αυτή η στασιμότητα κι η παρακολούθηση του χρόνου που κυλά μέσω των ανά τακτά χρονικά διαστήματα επισκέψεων της τρόικα ή επ’ ευκαιρία της διέλευσης κάποιου αλλοδαπού αξιωματούχου, υποθηκεύει και σε μεγάλο βαθμό ματαιώνει τις θυσίες και τις στερήσεις που υποβάλλεται το κοινωνικό σύνολο και δημιουργεί με βεβαιότητα τις προϋποθέσεις για τη λήψη και νέων μέτρων.

Η αισιοδοξία κι η ελπίδα μπορεί προς στιγμήν να δημιουργούνται με επικοινωνιακά τρυκ και «στημένες» επιτυχίες, αλλά είναι αδύνατο να διαρκέσουν και να παράγουν σε βάθος χρόνου τα ευεργετικά αποτελέσματά τους, λειτουργώντας ως οιονεί πυροκροτητές κοινωνικής ανάτασης, αν δεν συνοδεύονται από απτά δείγματα και πεπραγμένα. Η εντύπωση της στιγμής κι ο φευγαλέος ενθουσιασμός δεν αρκούν, ώστε ν’ αποτελέσουν τις σπίθες της ανάκαμψης και της ανάπτυξης, αν δεν γίνουν ευδιάκριτα τα σημάδια της σταθεροποίησης και της βελτίωσης των συνθηκών στο σύνολο των δραστηριοτήτων και των λειτουργιών του κράτους, αλλά και της κοινωνίας.

Μιλάμε καθημερινά με οικονομικούς όρους, έχουμε φάει τη λογιστική και τα χρηματοοικονομικά με το κουτάλι, έχουμε γίνει ειδικοί σε όλους τους τομείς και τις εξειδικεύσεις των οικονομικών επιστημών. Θεωρίες κι αναλύσεις μερόνυχτα, στη Βουλή, στις εφημερίδες, στην τηλεόραση, στο διαδίκτυο. Αποτέλεσμα, βρε, παιδιά. Δείξτε μου μια επιχείρηση που πήρε έναν υπάλληλο, μια διαδικασία του δημοσίου που απλουστεύθηκε, μια ξένη επένδυση που ολοκληρώθηκε, έναν αναπτυξιακό στόχο που τέθηκε κι επιτεύχθηκε.

Ωραίες οι επιτροπές κι οι συζητήσεις στη Βουλή για ευθύνες και παραλείψεις υπουργών, θαυμάσιες οι εξαγγελίες για τιμωρία των επίορκων υπαλλήλων, εξαιρετικές οι προσπάθειες για εξυγίανση της λειτουργίας των Δήμων, από ‘κει και πέρα; Πέρα από τα σχέδια, τους πειραματισμούς –αν γίνονται– τις προθέσεις, τις δηλώσεις, τα πήγαιν’ έλα; Υπάρχει κάποιος συνολικός προγραμματισμός για το πού πηγαίνουν τα πράγματα; Τι σκοπεύουμε και πού αποβλέπουμε; Οι δόσεις είναι το μόνο ζητούμενο; Οι εκθέσεις της τρόικα και μόνο αποτελούν τα πεπραγμένα μας; Υπάρχουμε πλέον μόνο και μόνο για να περιμένουμε τι θα γράψουν στην έκθεσή τους οι ελεγκτές ή για να προσπαθήσουμε να ξεφύγουμε απ’ τον φαύλο κύκλο της μέχρι σήμερα αβελτηρίας μας;

Εξίσου προβληματική και κατώτερη των περιστάσεων η αντιπολίτευση. Αν η κυβέρνηση πολιτεύεται ωσάν να μην έχει συμβεί τίποτα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης διαγκωνίζονται ποιο θα πλειοδοτήσει σε λαϊκισμό, παραπλάνηση κι αλαζονεία. Αφ’ υψηλού, ειδικά η αξιωματική αντιπολίτευση, ζει το μύθο της σαν να βρίσκεται σ’ άλλη γη σ’ άλλα μέρη. Τίποτε δεν υπάρχει πέρα από τις ρήσεις των στελεχών της, έξω από τα στενά πλαίσια της Κουμουνδούρου. Ένας θυμός και μια γκρίνια, μια ξινίλα και μια επιθετικότητα, άνευ προηγουμένου. Δεν είναι ότι δεν ακούγονται ολοκληρωμένες και σαφείς απόψεις –και γιατί ν’ ακουστούν άλλωστε;– αλλά γιατί οι απόψεις κι οι γνώμες που ακούγονται σηματοδοτούν –στο βαθμό που διαθέτουν συνοχή κι ειρμό– το νεφελώδες, το σκοτεινό, το απροσδιόριστο. Γροθιές στην αυτογνωσία, κλωτσιές στην προοπτική. Αν η κοινωνία έχει περιέλθει σε κατάθλιψη κι απελπισία, εξαιτίας των δύσκολων περιστάσεων και τις οικονομικής ασφυξίας από κυβερνητικές αποφάσεις, οι εκδοχές των αντιπολιτευόμενων επιτείνουν και διεκτραγωδούν ακόμη περισσότερο την ούτως ή άλλως βαριά και δυσβάσταχτη πραγματικότητα.

Στον πόλεμο, λοιπόν, όχι μόνο απροετοίμαστοι κι ανυποψίαστοι, αλλά μόνοι και χωρίς πολεμοφόδια, δίχως συμμάχους, χωρίς σχέδιο. Έχουμε όμως ψυχή, τσαγανό, σθένος. Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Εμείς δεν είμαστε που υπερηφανευόμαστε για τις εθνικές μας επιτυχίες, για το αρχαίο πνεύμα το αθάνατο; Για το «’21», για το «έπος του ‘40»; ‘Η μήπως τα θυμόμαστε αυτά εκ του ασφαλούς, για να χαϊδέψουμε τ’ αυτιά μας ή για να κάνουμε μόνο τις αντιδιαστολές μας και να δηλώσουμε τη διαφορετικότητά μας από τους «άλλους», τους «βάρβαρους», τους «ξένους»; Μόνο για μαγκιά; Μόνο μεταξύ μας;

Ναι, μεταξύ μας, αλλά για να παρασύρει δημιουργικά ο ένας τον άλλον, να συμπαρασταθεί ο ένας στον άλλον, να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Η ζωή, το παρόν και το μέλλον βρίσκεται μέσα στην κοινωνία, εμείς κρατάμε στα χέρια μας και την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, μα προπαντός το σήμερα και το αύριο, τη ζωή μας την ίδια. Περιμένοντας να κινητοποιηθούμε με παραγγέλματα και συνθήματα, όπως κάποιες άλλες παλιότερες εποχές, ματαιοπονούμε, μα –το σπουδαιότερο– καθυστερούμε.

Η επανεκκίνηση της κοινωνίας θα σηματοδοτήσει την επανεκκίνηση της οικονομίας. Το πρόβλημα είναι πρώτα και κύρια ψυχολογικό και δευτερευόντως οικονομικό. Κι άλλοτε δεν είχαμε πόρους, κι άλλοτε βρισκόμασταν χαμηλά, το παλέψαμε, δουλέψαμε, κοπιάσαμε, κάπου φτάσαμε. Χάσαμε στο δρόμο το βηματισμό μας, ίσως κι ένα μέρος απ' την ψυχή μας, θ’ αφήσουμε να χαθούν όλα; Ούτε τότε είχαμε τις καλύτερες κυβερνήσεις, ούτε τις καλύτερες αντιπολιτεύσεις. Μήπως έχουμε υπερεκτιμήσει κάποια πράγματα, ενώ αντίθετα έχουμε υποτιμήσει κάποια άλλα; Ας μην κρυβόμαστε πίσω απ’ αυτά που επιτρέπουμε να μας σερβίρουν. Κι εμείς –κακά τα ψέματα– δεν είμαστε κι η πιο συγκροτημένη κοινωνία. Ψάχνοντας μέσα μας όμως, μπορούμε να βρούμε, όχι μόνο το χαμένο μας εαυτό, αλλά και την άκρη του νήματος. Ν’ ανακαλύψουμε το χαμένο μας πείσμα και την ξεχασμένη μας αυτοπεποίθηση.

Μπορούμε να κινητοποιηθούμε. Έμπνευση και κουράγιο να μας δώσει η πίστη μας κι η θέληση για ζωή, η επιθυμία κι ο πόθος να πάμε μπροστά, ψηλά, μακριά. Να προκόψουμε και πάλι. Με τις δυνάμεις και τις γνώσεις μας, με τη συνεργασία και την επιμονή μας, με την υπομονή και το μεράκι μας. Με τις δικές μας δυνάμεις. Σ’ αυτά ξεσυνηθίσαμε να πιστεύουμε κι ήρθε η ώρα να τα ξαναβρούμε. Όλα τ’ άλλα, τα μεγαλεπήβολα και θαυμαστά, όλα τα συναρπαστικά και τα μεγαλειώδη –όπως π.χ. το ένδοξο παρελθόν– ας μείνουν για μια στιγμή, ας μείνουν στην μπάντα τούτη την ώρα, έχουμε δουλειά μπροστά μας και δουλειά που ήδη από καιρό μας περιμένει. Αξίζει και πρέπει ν' αναζητήσουμε την ψυχή μας, έστω και με την «ψυχή στο στόμα».

Ειδάλλως, όπως λέει κι η λαϊκή σοφία, «Όποιος δε θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει».

(Έρχεται κι η τρόικα την άλλη βδομάδα…)

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Καλά ξεμπερδέματα.



Είμαι μπερδεμένος.

Η Μέρκελ εκδικήθηκε; Ο Αναστασιάδης δεν κατάλαβε; Ο Στουρνάρας δεν είδε; Ο Σόιμπλε δεν ήθελε; Ο Χριστόφιας ήξερε; Το σχέδιο Ανάν πότε εφαρμόστηκε; Το «όχι» το είπε ο λαός; Οι Ευρωπαίοι εκβιάζουν; Οι Ρώσοι υποστηρίζουν;

Αυτό που καταλαβαίνω να συμβαίνει και πάλι από την περασμένη Παρασκευή το βράδυ είναι το πόσο εύκολα τελικά, ευκαιρίας δοθείσης, διχαζόμαστε,  μοιραζόμαστε στα δυο. Πόσο πρόχειρο έχουμε τον αντίλογο και την αντίρρηση. Πόσο μπορούν τα συναισθηματικά αντανακλαστικά κι η παρόρμηση της στιγμής να υποκαθιστούν τη λογική και το μέτρο.

Αν τα «μπράβο» και τα «ζήτω», που ακούστηκαν μετά το –«ηρωικό»–  «όχι» της Κυπριακής Βουλής στο σχέδιο διάσωσης που πρότεινε η Ευρωπαϊκή Ένωση, συνυπολογίζονταν στα 5,8 δις, τότε ούτε τα λεφτά των Ρώσων θα είχε ανάγκη η κυπριακή οικονομία για να μη χρεοκοπήσει, ούτε την περιουσία της Εκκλησίας, ούτε το κούρεμα των καταθέσεων θα ήταν απαραίτητο.

Αν ο εθνικός ενθουσιασμός κι η ανάταση που επικράτησαν στην Ελλάδα έναντι των «αδελφών Κυπρίων» για την σθεναρή τους αντίσταση έναντι της Γερμανίας της Μέρκελ και του Σόιμπλε, μετουσιωνόταν σε προθεσμιακές καταθέσεις στην Κύπρου ή τη Λαϊκή, ασφαλώς οι τράπεζες αυτές θα ξεπερνούσαν μονομιάς το πρόβλημα ανακεφαλαιοποίησής τους και θ’ απέφευγαν τα χειρότερα.

Λες κι όλα μας τα προβλήματα εδώ είναι λυμένα. Αντί να διαισθανθούμε και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι διακυβεύεται, αντί να υπολογίσουμε και να προετοιμαστούμε για κάθε ενδεχόμενο, αντί να συμβάλουμε στη διατήρηση νηφαλιότητας και σύνεσης σε Ελλάδα και Κύπρο, βγήκαμε μονομιάς «στον αέρα». Δίχως να σταθμιστούν συνέπειες κι επιπτώσεις, παρενέργειες κι αντιδράσεις ο υδράργυρος της ελληνικής λεβεντιάς «χτύπησε κόκκινο», τα πρωτοπαλίκαρα του μονοπωλίου πατριωτικής περηφάνιας «ανέβηκαν στα κεραμίδια». Σχεδόν μέχρι ΕΟΚΑ Γ’ απείλησαν (μέσω facebook και twitter εξυπακούεται).

Διακαής πόθος κι ανάγκη για την με κάθε τρόπο και μέσο αυτοδικαίωση κι αυτοεπιβεβαίωση μαξιμαλιστικών κι ανερμάτιστων πολιτικών, ανεξάρτητα αν οι εξελίξεις στη συνέχεια κάθε άλλο παρά συνηγορούν κι επισφραγίζουν την ορθότητά τους. Φτάνει που εκδηλώθηκε αντίδραση, φτάνει που υπήρξε απόρριψη των αποφασισμένων κι υπαναχώρηση από τα συμφωνηθέντα. Η περηφάνια συνώνυμο της αφερεγγυότητας κι ο τσαμπουκάς αντίστοιχο του θάρρους.

Παράλληλα –και για να μην ξεχνιόμαστε– οι μύδροι που εξαπολύθηκαν εναντίον της προσδεμένης «στο άρμα του ακραίου νεοφιλελεύθερου μερκελισμού» κυβέρνησης, είναι καταιγιστικοί. Ομόφωνη ήταν η απόφαση της Συνόδου κορυφής για τη Κύπρο, αλλά μόνο οι εκπρόσωποί μας μειοδότησαν, μόνο οι Έλληνες «ήταν κότες», μόνο ο υπουργός Οικονομικών εκτέθηκε. Για τον τελευταίο, μάλιστα, μέχρι και πρόταση μομφής επιχειρήθηκε να προωθηθεί, δίχως να υπάρχουν κάν οι προβλεπόμενες θεσμικές προϋποθέσεις. Σε δουλειά να βρισκόμαστε, να ‘χουν και τα κανάλια «εικόνα».

Αν όμως είμαι εγώ μπερδεμένος, πώς να μην είναι κι όσοι από το πρωί μέχρι το βράδυ εξαντλούνται στο ν' αναζητούν ευκαιρίες για να εκφράσουν τη διαφωνία τους, να καταγγείλουν, να καυτηριάσουν, να επικρίνουν, να καταψηφίσουν, να ισοπεδώσουν. Πώς να μη μπερδεύουν και συγχέουν δηλώσεις, καταστάσεις, έννοιες και πολιτικές, συμφέροντα, συσχετισμούς κι ισορροπίες, χώρες, λαούς και συγκυρίες;

Πάντως, περισσότερο κι από μένα κι αυτούς κι από όλους, έχω την εντύπωση, ότι η πλέον μπερδεμένη είναι η Κύπρος. Η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει και την οποία –και πάλι έχω την εντύπωση– θα τη δούμε να εξελίσσεται το αμέσως επόμενο διάστημα, δεν θα έχει καμιά σχέση με όσα ευφάνταστα πατριωτικά και γλαφυρά οικονομοτεχνικά βλέπουν το φως της δημοσιότητας στον Ελλαδικό χώρο αυτές τις μέρες.

Το τραύμα έγινε.

Δουλεύοντας με σύνεση και συνέπεια, με αποφασιστικότητα και τόλμη μπορεί να μην κακοφορμίσει και να επουλωθεί. Οι Κύπριοι, είμαι βέβαιος, το γνωρίζουν.

Όσο για μας… Καλά ξεμπερδέματα.

Φωτο: Yalçın Varnalı

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Τα ζύγια.



Τα ζύγια είναι το άλφα και το ωμέγα. Όσο φανταχτερός και πολύχρωμος αν είναι ο αετός, όσο φουντωτή και πυκνή να ‘ναι η ουρά, όσο κατσαρά και μακριά τα ζβουιχτάρια, έστω κι αν έχει σκουλαρίκια, τα ζύγια είναι εκείνα που θα τον «τραβήξουν» ίσια πάνω μόλις το αεράκι αρχίσει να τον σηκώνει, αυτά είναι που θα τον κρατήσουν σταθερό και σε ισορροπία όταν θα βρίσκεται ψηλά στον ουρανό κι έχει «βρει τον αέρα του».

Από ‘κει και πέρα, φυσικά, όπως και σε πολλά άλλα πράγματα –που δεν είναι πάντα πράγματα– στη ζωή, έτσι και το «πέταγμα» του αετού αποτελεί συνάρτηση των υλικών κατασκευής. «Οι μάνες» π.χ. πρέπει να ‘ναι ελαφριές κι ίσες –δεν πειράζει να ‘ναι κι από καλάμι. Ο σπάγκος να είναι τυλιγμένος καλά στην καλούμπα για να μην μπερδεύεται και καλύτερα είναι να’ ναι κορδονέτο κι όχι πλαστικός. Το σχήμα έχει σημασία μόνο από αισθητική άποψη, όμως ο χάρτινος αετός είναι ο κορυφαίος. Κόλλες γυαλιστερές πολύχρωμες κολλημένες μεταξύ τους μ’ αλευρόκολλα (προσοχή το νερό να μην έχει κάψει!) Ρόλο, επίσης, όπως σε τόσες και τόσες δραστηριότητες της ζωής, παίζουν οι συνθήκες και το περιβάλλον. Η επιδεξιότητα, η αντίληψη, η καλή συνεργασία για ένα επιτυχημένο «κεφάλι», ο αέρας, το έδαφος, ο ανταγωνισμός, οι «κρεμάλες», οι ύπουλες δολιοφθορές με ξυραφάκια στην ουρά κ.ο.κ.

«Για το καλό πέταγμα, τα ζύγια είναι το άλφα και το ωμέγα, παιδί μου, κι αυτό μην το ξεχάσεις ποτέ», μου έλεγε στερεότυπα κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ο πατέρας μου καθώς κατασκευάζαμε τον χαρταετό μαζί. Πάντα, κάθε Καθαροδευτέρα, πετούσε πιο ψηλά απ’ όλους τους άλλους, με γέμιζε λαχτάρα, καμάρι, χαρά.

Τώρα που τα παιδιά δεν ξέρουν κάν τι είναι «οι μάνες», η αλευρόκολλα, η καλούμπα, ξέρω το γιατί. Τώρα που δεν υπάρχει διάθεση, κέφι, αισιοδοξία για «πέταγμα» κι η Σαρακοστή έχει πλέον 365 μέρες, ξέρω κι αυτό το γιατί.

Για χρόνια στη ζωή μετρούσε το πέταγμα, το ανέβασμα, με κάθε τρόπο όλο και πιο ψηλά, αδιαφορώντας για το πώς και το πόσο, παραβλέποντας τι μένει πίσω και τι σημαίνει το μπροστά, αψηφώντας τους κανόνες της φύσης, της φυσικής, της κοινωνίας και της ζωής της ίδιας. Όλοι κι όλα γύρω συνηγορούσαν και παρακινούσαν γι’ αυτό. Στο σπίτι, στη δουλειά, στην παρέα, στην ομάδα. Παντού. Όλο και πιο ψηλά, ήταν το μότο, για όλους. 'Οσο πιο εύκολα, όσο πιο γρήγοτα τόσο καλύτερα.

Αλλά από ‘κει ψηλά, όταν τα πράγματα –που δεν είναι πάντα πράγματα όπως είπαμε και πιο πάνω– έρθουν ανάποδα κι αρχίσει η κατρακύλα –όπως στον αετό π.χ. που ξαφνικά αρχίζει να κάνει «κωλοτούμπες» προς τα κάτω– όλα κι όλοι αρχίζουν να φταίνε. Ο μόνος υπεύθυνος όμως είναι τα χαλασμένα ζύγια. Έχασα την ισορροπία, το μέτρο.

Τώρα το ξέρω, πατέρα, πονάει αλλά αρχίζω να το συνειδητοποιώ.

Φωτο: ETHNOS

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Φταίει η τρόικα.



Ένας θεός ξέρει τι διαμείβεται πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες του Μαξίμου αυτή την ώρα. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος μάγος, όμως, για να φανταστεί ότι η συζήτηση του πρωθυπουργού με την τρόικα κάθε άλλο παρά μαγικές λύσεις θα αναδείξει και ως δια μαγείας θα αρθεί το από μέρες διαφαινόμενο αδιέξοδο.

Φωτιά πήραν τις τελευταίες μέρες τα κομπιουτεράκια υπουργείων για να εξοικονομηθούν μερικά εκατομμύρια ευρώ, μήπως και θαμπωθούν οι εκπρόσωποι των δανειστών και πιστέψουν ότι όντως όλα εξελίσσονται ως προς τα δημοσιονομικά ομαλά κι ότι βρισκόμαστε «εντός στόχων». Τα Α4 έδιναν κι έπαιρναν απ’ την άλλη και τα οργανογράμματα κάποιων υπουργείων κόντεψαν να κάψουν τα εκτυπωτικά. Αυτά μαζί με τα σενάρια και τις εναλλακτικές της κινητικότητας κρατούσαν ως αργά τις νύχτες στη Βασιλίσσης Σοφίας αναμμένα τα φώτα.

Δύσκολο έργο η διαπραγμάτευση, αλλά στην περίπτωσή μας –ας μην γελιόμαστε– δεν διαπραγματευόμαστε. Το να διατείνεσαι, ότι η κοινωνία «δεν αντέχει» και «θα μας πάρει με τις πέτρες» γιατί δεν «έχει μία» για νέους φόρους, δεν είναι διαπραγμάτευση, ρεζιλίκι είναι. Το να επιχειρηματολογείς, ότι ο κόσμος δεν αντέχει άλλα μέτρα και περιμένει ελαφρύνσεις, γι’ αυτό «χαλαρώστε» τις πιέσεις, δεν είναι διαπραγμάτευση, ξεφτίλα είναι. Α! Και πολιτική αστάθεια μπορεί να δημιουργηθεί, αν η τρόικα επιμείνει στις αρνήσεις της. H κυβέρνηση κινδυνεύει με πτώση, όχι, φυσικά, από υπερκόπωση, αλλά από αφόρητη –στις περισσότερες υπουργικές καρέκλες– ραθυμία, αμεριμνησία και παθητικότητα.

Το τραγικότερο θα είναι να νομισθεί, ότι η προσφυγή του πρωθυπουργού στους ευρωπαίους εταίρους και όργανα θα επιφέρει την πολυπόθητη «χαλάρωση» κι έτσι θα πάρουμε μερικές ανάσες μέχρι το επόμενο θρίλερ. Αν φτάσουμε ίσαμ’ εκεί –ο μοι γένοιτο– το στραπατσάρισμα κι ένας νέος γύρος αρνητικών πρωτοσέλιδων για τη χώρα είναι το πιθανότερο.

Φταίει η τρόικα για την κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η χώρα. Φταίει, γιατί έπρεπε μετά τα πρώτα μέτρα, το καλοκαίρι του 2010, να μείνει ανυποχώρητη στην αναδιοργάνωση του δημόσιου τομέα. Από τότε έπρεπε να έχουν μπει πιεστικά οι όροι για τις αλλαγές και τις αναδιαρθρώσεις στο κράτος. Κουβέντα δεν έπρεπε ν’ ακούσει στις επόμενες επισκέψεις της, αν δεν έβλεπε πρώτα απτά δείγματα αλλαγών στις δημόσιες υπηρεσίες. Άφησε τις κυβερνήσεις να κυνηγάνε τη δημοσιονομική προσαρμογή επιτιθέμενες επί της ουσίας στην κοινωνία και διαλύοντας με οριζόντιες περικοπές και φόρους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, προγραμματισμούς ζωής, προσδοκίες κι ελπίδες για το μέλλον.

Τώρα που τα «εύκολα» λεφτά από τις διαδοχικές επελάσεις στα εισοδήματα της κοινωνίας εξάντλησαν τα όριά τους, τώρα που οι προϋπολογισμοί των υπουργείων έχουν στερέψει κι οι περικοπές «χτύπησαν» κόκκινο, βρεθήκαμε αίφνης μπροστά στο αδιέξοδο. Γι’ αυτό φταίει η τρόικα, γιατί αρκέστηκε στον εύκολο δρόμο των αριθμών και της λογιστικής, ενθουσιάστηκε από την ταχύτητα μείωσης του ελλείμματος, δελεάστηκε από τις ανεξάντλητες νομοθετικές πρωτοβουλίες και τις άπειρες αποφάσεις κι εγκυκλίους. Ερχόταν κι έφευγε μπαινοβγαίνοντας στο Υπουργείο Οικονομικών και κατά περίσταση δεξιά κι αριστερά γύρω απ’ την πλατεία Συντάγματος. Στοιχεία και πίνακες, εκθέσεις και σχεδιαγράμματα έβλεπε, ασκήσεις επί χάρτου, επί μήνες.

Τώρα που τα «παίζουν όλα για όλα» τρόικα και κυβέρνηση, τούτη την ώρα που πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες κάποιοι δίνουν και κάποιοι παίρνουν, είναι καλό να περάσει για μια στιγμή έστω απ’ το μυαλό τους, ότι βγαίνοντας έξω, μπορεί πολλοί ρεπόρτερς να τους περιμένουν για να τους πουν, η κοινωνία όμως δεν τους περιμένει για ν’ ακούσει –βαρέθηκε πια– αλλά για να τους δει άμεσα να πράττουν.

Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν κι ο όποιος ανασχηματισμός δεν διασώζει πλέον κανέναν. Αν δεν αποφασίσουν, έστω και τώρα, ν’ αλλάξουν κυβερνητική ρώτα, το 2013, δυστυχώς, θα έχει τελειώσει για όλους πρόωρα.

FOTO: Nico Ramos

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Ο Βαρβαρέσος και οι... "βάρβαροι".



Όταν βρεθούν τα κριτήρια, οι όροι κι οι προϋποθέσεις για την απομάκρυνση κάποιων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων από τις θέσεις τους, να μου το πείτε κι εμένα. Θα ‘ναι υπάλληλοι αορίστου χρόνου; Θα ‘ναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης; Θα ‘ναι από οργανισμούς που θα καταργηθούν ή από οργανικές θέσεις που θα πλεονάζουν; Κύριος οίδε.

Είμαστε όμως κι εμείς απίστευτοι. Πάμε κι αποδεχόμαστε κάποιους όρους σε μνημόνια και συμφωνούμε σε κάποια δεδομένα, που τα συμπεριλαμβάνουμε μάλιστα και σε μεσοπρόθεσμα σχέδια κυβερνητικής πολιτικής, δίχως να ΄χουμε καταστρώσει πριν κάποιο στοιχειώδες σχέδιο ή έχουμε συλλάβει έστω μια ιδέα, πώς είναι δυνατόν στη συνέχεια οι όροι αυτοί να τηρηθούν και, όχι μόνο να μη γίνουμε ρεζίλι, όταν έρθει η ώρα του ελέγχου από την τρόικα, αλλά και να μη θέσουμε σε κίνδυνο την ομαλή εξέλιξη του δανειακού προγράμματος της χώρας.

Το πρόβλημα της απομάκρυνσης δημοσίων υπαλλήλων από το Δημόσιο εξελίσσεται αυτές τις μέρες κι επ’ ευκαιρία του τακτικού ελέγχου από τους αντιπροσώπους των δανειστών μας, ως η θρυαλλίδα που μπορεί να τινάξει τη δόση του Μαρτίου στον αέρα. Δίχως το θέμα αυτό να είναι κατ’ ουσίαν αμιγώς οικονομικού χαρακτήρα, έχω την αίσθηση, ότι η επιμονή της τρόικα για συγκεκριμένες δεσμεύσεις, περισσότερο θέλει να οριοθετήσει και να τονίσει την ανάγκη να υπάρχει συνέχεια και συνέπεια στα συμφωνηθέντα από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης παρά να μπουν λεφτά στα ταμεία. Και δεν έχει άδικο.

Αν κοιτάξουμε γύρω μας αναζητώντας να διακρίνουμε πού η ζωή μας έχει αλλάξει προς τα καλύτερο και ποιοι τομείς του κράτους έχουν βελτιωθεί από την εφαρμογή των διαδοχικών μνημονίων, διαπιστώνουμε ότι η κατάσταση είναι τραγική. Για ποια ανάπτυξη και για ποιες επενδύσεις να μιλήσουμε, όταν καρκινοβατούν και «σέρνονται» στοιχειώδεις παρεμβάσεις και διοικητικές μεταβολές που δεν έχουν κάν οικονομικό κόστος;

Το θέμα της κρατικής αναδιοργάνωσης κι ιδιαίτερα το ζήτημα της μεταρρύθμισης στη δημόσια διοίκηση εκ των πραγμάτων αποτελεί θεμελιώδες και πρωταρχικό πεδίο δράσης, εφόσον οποιοσδήποτε σχεδιασμός και δράση στους επιμέρους τομείς, αποτελεί άμεση συνάρτηση κι εξαρτάται καταλυτικά από την αποτελεσματική κι αξιόπιστη λειτουργία της κρατικής μηχανής, της δημόσιας διοίκησης.

Πώς είναι δυνατόν να προσδοκά μια κυβέρνηση, ότι μπορεί να υλοποιήσει οποιοδήποτε μεταρρυθμιστικό σχέδιο κι οποιαδήποτε αλλαγή, αν δεν διαθέτει, εκτός από τη βούληση, το πρόγραμμα και τους πόρους, το απολύτως απαραίτητο έμψυχο δυναμικό, το οποίο με αξιοπιστία και συνέπεια θα επωμιστεί το επίπονο και κοπιαστικό αυτό έργο; Στη χώρα μας διεκδικούμε αυτά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης μιαν παγκόσμια πρωτοτυπία ως προς το θέμα. Μειώνουμε δραματικά τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, τους μηδενίζουμε εξτρά απολαβές και προνόμια, τους απειλούμε καθημερινά με απολύσεις κι αναδιοργανώσεις και τους ζητάμε ταυτόχρονα να εργάζονται ευσυνείδητα και απερίσπαστα. Γιατί και για ποιον;

Σήμερα η δημόσια διοίκηση είναι κομματιασμένη και σχεδόν διαλυμένη. Υπάρχουν τα πολιτικά γραφεία υπουργών, υφυπουργών, γενικών γραμματέων κ.λπ., που είναι στελεχωμένα με στρατιές συμβούλων και παρατρεχάμενων –ελέω 1558 που έχει γίνει ιδιαίτερα «ευρύχωρος» μετά την κωδικοποίησή του επί Παυλόπουλου– κι από ‘κει και πέρα το χάος. Η υπαλληλία ακολουθεί τους ρυθμούς της ανάλογα με τη διάθεση και το μεράκι του κάθε υπαλλήλου, ανάλογα με τη φύση της δουλειάς και τις απαιτήσεις της θέσης. Η συντριπτική πλειοψηφία των προϊσταμένων ασκούν τα καθήκοντά τους κατ’ ανάθεση, αγνοούν επί της ουσίας τι και γιατί αποφασίζεται, ενώ τις περισσότερες φορές, ακόμα κι υψηλόβαθμα στελέχη, πληροφορούνται τις κυβερνητικές αποφάσεις του τομέα των αρμοδιοτήτων τους από την τηλεόραση ή τις εφημερίδες.

Όλα κινούνται στους ρυθμούς ενός ένδοξου κρατικού παρελθόντος, αναμένοντας με φόβο κι αβεβαιότητα μιαν αναδιοργάνωση που φημολογείται και ποτέ δεν έρχεται, μ’ έναν προϋπολογισμό που δεν καλύπτει σε κάποιες περιπτώσεις ούτε τ’ αναγκαία, με την ανασφάλεια και τη ρουτίνα, με το ομιχλώδες παρόν και το σκοτεινό μέλλον να τρεμοπαίζουν στο μυαλό, τους «διαδρόμους», τις γενικές συνελεύσεις και τις οθόνες των υπολογιστών –τις ώρες που πολλοί απ’ αυτούς δεν είναι απασχολημένοι με πασιέντζες ή facebook. Βάρβαρες για όλους καταστάσεις.

Ο Βαρβαρέσος το 1952 τα είχε πει.

«Να τεθή ως γενική αρχή ότι ανώτατα και ανώτερα στελέχη της διοικήσεως είναι υπεύθυνα δια την πλημμελή λειτουργίαν των υπηρεσιών επί κεφαλής των οποίων ευρέθησαν κατά την παρελθούσαν δεκαετίαν και ότι η απομάκρυνσίς των είναι απαραίτητος προϋπόθεσις δια την βελτίωσιν της λειτουργίας των υπηρεσιών τούτων. Δεν είναι ανάγκη δια να γίνη η απομάκρυνσις αύτη να διαπιστωθή ποινική ή πειθαρχική ευθύνη δια συγκεκριμένας πράξεις και παραλείψεις, διότι τούτο θα ήτο αφ’ ενός δυσχερέστατον και αφ’ ετέρου άσκοπον, ουδέ είναι ανάγκη η απομάκρυνσις να λάβη την μορφήν ποινής». («‘Εκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος», εκδ. Σαββάλας 2002, σελ. 290).

Υποχρεωτική συνταξιοδότηση κι έξω απ’ την πόρτα.

Σήμερα ψάχνουμε ψύλλους στ’ άχυρα, όταν ανάλογες ανάγκες είχαν δημιουργηθεί δεκαετίες πριν, οπότε είχαν διατυπωθεί κι αντίστοιχες προτάσεις. Τουναντίον μάλιστα, σήμερα αντί να επιδιώκουμε να κινηθούμε τάχιστα προς την κατεύθυνση της κατά το δυνατόν βαθύτερης ανανέωσης του στελεχιακού δυναμικού της δημόσιας διοίκησης, αντί να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις νέες ιδέες να έρθουν στο προσκήνιο, φρέσκιες γνώσεις και νεαρότερα άτομα να βρεθούν στις θέσεις ευθύνης, ψηφίζουμε νόμους που επιτρέπουν την παράταση –μετά από αίτησή τους παρακαλώ– της παραμονής σε θέσεις γενικών διευθυντών μέχρι τα 67 τους χρόνια. [Για την ιστορία αναφέρεται, ότι ένας γενικός διευθυντής «προ νέου μισθολογίου» (Οκτώβριος 2011) εξακολουθεί ν’ αμείβεται –ελέω «υπερβάλλουσας μείωσης»– όχι κάτω από 3.500 ευρώ καθαρά].

Αν υπήρχε η τόλμη και η βούληση, για την εφαρμογή μιας ανάλογης πρότασης στη δημόσια διοίκηση της εποχής μας –πάντα σε συνδυασμό και με την προϋπόθεση αξιόπιστου συστήματος αξιολόγησης προσόντων, αδιάβλητου και δίκαιου οργάνου επιλογής, καθορισμού ευθυνών κι αρμοδιοτήτων κ.λπ.–, ούτε εφεδρείες θ’ αναζητούσαμε, ούτε διαθεσιμότητες θα εφευρίσκαμε, ούτε αναξιόπιστοι θα φαινόμαστε. Ενδεχομένως, θα μπορούσε κάποια αποφασιστική και με ριζοσπαστικές ιδέες κυβέρνηση να μην υπουργοποιήσει εκ νέου ή να τοποθετήσει σε θέσεις κυβερνητικές ή δημόσιες κι όσους το αντίστοιχο διάστημα άσκησαν δημόσια εξουσία. Δείχνοντας έμπρακτα με τον τρόπο αυτό τη βούληση να γίνει μια βαθειά τομή με το πρόσφατο παρελθόν, τουλάχιστον σε επίπεδο προσώπων.

Με τέτοιου βεληνεκούς επιλογές και αποφάσεις, που οριοθετούν με σαφήνεια το χτες από το σήμερα και το αύριο, οπλίζεται κι η κοινωνία με κουράγιο για ν’ αντέξει και ν’ αντιμετωπίσει το σκληρό πρόσωπο της οικονομικής κρίσης. Μπορεί ο καλόπιστος πολίτης ν’ αντιληφθεί ότι κάτι επιτέλους αλλάζει, ότι υπάρχει πιθανότητα κάτι να κινηθεί προς τα μπρος.

Απόψε, αλλά κι όλες τις επόμενες μέρες και νύχτες, που θα ψάχνουμε γύρω – γύρω ν’ ανακαλύψουμε δημοσίους υπαλλήλους γι’ απομάκρυνση, ίσως ο Κυριάκος Βαρβαρέσος από ‘κεί ψηλά που μπορεί να μας βλέπει, να χαμογελά πικρά για τα δύσκολα –πράγματι– που μας βάζουν οι… «βάρβαροι».

FOTO: Katerina Lomonosov

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Κατανοώ τον Αντώνη Μανιτάκη.



Κατανοώ απολύτως τη δυσχερή θέση του Αντώνη Μανιτάκη. Κινδυνεύει να του «σκάσει στα χέρια» ένα Δημόσιο που γιγαντώθηκε επί δεκαετίες με ευθύνη προκατόχων του υπουργών και κυβερνώντων και να βρεθούν έτσι «στον αέρα» εκατοντάδες υπάλληλοι για πρώτη φορά από την εποχή που καθιερώθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο η μονιμότητα. Από την άλλη όμως δε συμμερίζομαι καθόλου τις μέχρι σήμερα επιλογές του Υπουργείου του. Ατολμία και δισταχτικότητα, χρονοτριβή και καθυστερήσεις.

Θα είναι κρίμα πραγματικά για το σεμνό άνθρωπο και τον άξιο πανεπιστημιακό, για τον εξαίρετο συνταγματολόγο, ο επικείμενος ανασχηματισμός να τον φέρει εκτός κυβέρνησης με το «στίγμα» της αναποτελεσματικότητας. Η «βρώμικη δουλειά» είναι σίγουρο ότι δεν ταιριάζει ούτε στις ιδέες του, ούτε στην ακέραια προσωπικότητά του, αλλά η «καυτή πατάτα» έχει απομείνει κι υπ’ αυτή την έννοια ίσως αυτό να είναι για εκείνον το καλύτερο. Ο διάδοχός του αυτή την αποστολή κι αυτό το «προνόμιο» θα έχει, να «καθαρίσει» δηλαδή την υπόθεση «Δημόσιες Υπηρεσίες», ώστε ν’ αποφευχθεί η λήψη νέων επώδυνων οικονομικών μέτρων τους αμέσως προσεχείς μήνες.

Εδώ που τα λέμε, όλο αυτό το τραινάρισμα κι η καθυστέρηση για την αναδιοργάνωση και την εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης έχει κοστίσει  και σε αξιοπιστία και σε εκατομμύρια ευρώ. Αν κάποιοι κάνουν ότι ξέχασαν τις «150.000 απολύσεις» του καλοκαιριού του 2010, θέμα που τέθηκε σχεδόν πρώτο – πρώτο στο τραπέζι τότε από την τρόικα, δεν σημαίνει ότι κι οι εκπρόσωποι των δανειστών έχουν την ίδια επιλεκτική κι αφαιρετική μνήμη. Μήπως όμως και το περασμένο καλοκαίρι, αμέσως μετά τις εκλογές, το θέμα αυτό δεν επανήλθε στο προσκήνιο; Τι έχει γίνει έκτοτε; Μια άρον – άρον κουτσουρεμένη και κολοβή διαθεσιμότητα –για να μη θυμηθούμε την αλήστου μνήμης «εφεδρεία»– προκειμένου να πάρουμε τη μεγάλη δόση, κάτι ευφάνταστα περί «επίορκων», κάτι σκόρπια περί οργανογραμμάτων κι η ζωή στο ελληνικό δημόσιο συνεχίζεται.

Άραγε πού έλλειψε ο χρόνος, οι γνώσεις, τα μέσα ή οι πόροι από το καλοκαίρι του 2010 και με τόσες κυβερνήσεις κι υπουργούς να έχουν περάσει, ώστε δεν κατέστη δυνατόν να καταστρωθεί ένα πλήρες σχέδιο για τη συνολική αναδιοργάνωση του κράτους και την αναδιάταξη της δημόσιας διοίκησης; Είναι, μάλλον, πιο εύκολο να λαμβάνονται οριζόντια μέτρα σε βάρος ολόκληρης της κοινωνίας, όπως ήταν π.χ. το «χαράτσι» στα ακίνητα, που εισπράχθηκε μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ ή η εξίσωση της τιμής του πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης, που είχε ως αποτέλεσμα να «παγώσουν» οι κεντρικές θερμάνσεις των πολυκατοικιών και μαζί μ’ αυτές και χιλιάδες νοικοκυριά. Άραγε ποιος θα μας πει, αν τελικά, τα μέτρα αυτά ήταν πιο αποτελεσματικά και προσοδοφόρα, από μια σχεδιασμένη παρέμβαση στο κράτος και τις λειτουργίες του;

Θα πουν ίσως κάποιοι, ότι ο χρόνος πίεζε και τα δημόσια ταμεία έπρεπε με κάποιον τρόπο να γεμίσουν, χώρια που έπρεπε να περιοριστεί κι η ζήτηση. Εντάξει, ο χρόνος πίεζε μία, πίεζε δύο… τρεις και το λουρί της μάνας πια. Τρία χρόνια πάνε από τότε κι ακόμα βολοδέρνουμε με οργανογράμματα υπουργείων σε… δόσεις. Είναι εικόνα αυτή κράτους που σέβεται τις υπογραφές του και τους πολίτες του; Διασύρουμε υπαλλήλους και υπηρεσίες, επισημοποιούμε ότι οι «επίορκοι» είναι στη χώρα κατά χιλιάδες, ενώ διαρρηγνύαμε πριν δυο χρόνια τα ιμάτιά μας, όταν ο Γιώργος Παπανδρέου φέρεται να είπε πως είμαστε «χώρα διεφθαρμένων». Τι υποκρισία και τι αναισθησία είναι αυτή.

Δημιουργήθηκαν επιτροπές αξιολόγησης δομών, πολυμελείς, οι άνθρωποι έκαναν τις επαφές τους στα υπουργεία, ολοκλήρωσαν το έργο τους, παρέδωσαν τα συμπεράσματά τους από μήνες κι αντί να εφαρμοστούν, έστω στο βαθμό που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν, οι προτάσεις τους, τουναντίον, σε κάθε υπουργείο συστήθηκε κι από μια άλλη επιτροπή αναδιοργάνωσης να κάνει την ίδια(;) δουλειά. Το αποτέλεσμα είναι προφανές. Αντί να συζητάμε και να καμαρώνουμε σήμερα το νοικοκύρεμα και το συμμάζεμα του δημοσίου, την αξιοποίηση δομών και υπαλλήλων, ψάχνουμε τους «διαθέσιμους» ή τους «επίορκους» για τους οποίους μάλιστα μόλις προχτές διορίσαμε τα νέα πειθαρχικά συμβούλια.

Θέλουμε μετά να μας πάρουν οι ξένοι κι οι δανειστές μας στα σοβαρά και να πεισθούν ότι πράγματι προσπαθούμε εντατικά ν’ αντιμετωπίσουμε τις εγγενείς αδυναμίες και τις χρόνιες ανεπάρκειες του κράτους και της οικονομίας. Πηγαινοέρχονται, μπαινοβγαίνουν βιαστικοί και σκυθρωποί στα υπουργεία, κι όλο στα ίδια και τα ίδια πέφτουνε. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα είναι πιο δύσκολα και θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα, φοβάμαι. Κάποιοι μιλούσαν μ’ ελαφρότητα για «βελούδινη» επίσκεψη της τρόικα, θαρρείς και δεν έχουν καταλάβει πλέον οι άνθρωποι, μετά από τόσα πήγαιν’-έλα τι έχουν ν’ αντιμετωπίσουν. Τώρα που τα περιθώρια στένεψαν και οι αντοχές για νέες περικοπές δαπανών στον κρατικό προϋπολογισμό έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί, ποια άραγε επιλογή απομένει, αν, βεβαίως, δεν οδηγηθούμε εκ των πραγμάτων σε νέα μέτρα;

Κι όμως, όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια της δημοσιονομικής προσαρμογής θα μπορούσαμε από κοινού να σχεδιάσουμε, ν’ αποφασίσουμε και να υλοποιήσουμε, να διορθώσουμε στη δημόσια διοίκηση, όλα αυτά που μεταξύ μας γνωρίζουμε, συζητάμε ή ανεχόμαστε. Η μισή Ελλάδα –αν όχι τα τρία τέταρτα– δημόσιο είναι, μα υπουργείο, μα δήμος, μα οργανισμός, μα ΔΕΚΟ, γνωριζόμαστε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Ο Παναγόπουλος ή ο Τσικρικάς ξέρουν τους εργαζόμενους και τους υπαλλήλους σχεδόν με το μικρό τους. Ίσως και τα μισά να είχαμε ίσαμε σήμερα πετύχει, κανείς δεν θα μιλούσε για απολύσεις και τα τοιαύτα, ποιος το διεκδικεί και πιέζει άραγε σταθερά γι’ αυτό εκτός απ’ την τρόικα; Αλλά κι απ’ την άλλη να το δούμε, δεν είναι άδικο για τους ευσυνείδητους, τους εργατικούς και τους έντιμους, ν’ ανέχονται στο όνομα της όποιας «αλληλεγγύης» ή μονιμότητας τεμπέληδες και κοπανατζήδες, αμόρφωτους ή αλεξιπτωτιστές; Είναι δίκαιο να μην υπάρχει μέχρι σήμερα ένα αξιοπρεπές και κατά το δυνατόν αντικειμενικό σύστημα αξιολόγησης;

Όλα αυτά θα μπορούσαμε, φυσικά, μόνοι μας να τα έχουμε εντοπίσει και διορθώσει, χωρίς καμιά τρόικα ή μνημόνιο να τα επιβάλουν. Το δυστύχημα είναι ότι ακόμα και τώρα, τώρα που αγωνιζόμαστε να επιβιώσουμε ως κράτος και ως κοινωνία, αδυνατούμε να συνεννοηθούμε και να μονιάσουμε για τ’ αυτονόητα, για εκείνα που θα δώσουν οξυγόνο κι ανάσα στην κοινωνία και θα βελτιώσουν την εικόνα που ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ δίνουμε στους άλλους για τη χώρα μας.

Κατανοώ τον Αντώνη Μανιτάκη, γιατί αντιλαμβάνομαι σε πόσο «εχθρικό» για τις ιδέες και την ιδιοσυγκρασία του περιβάλλον κλήθηκε να «βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά», ήλπιζα όμως ότι, επειδή ακριβώς είναι αυτός, θα ξεκινούσε πρώτα απ’ το υπουργείο του, το «Διοικητικής Μεταρρύθμισης κ.λπ.» αμέσως μετά τις εκλογές, δίνοντας έτσι το σύνθημα για το πώς αντιλαμβάνεται την αναδιοργάνωση του δημοσίου και σε ποιους άξονες στοχεύει να κινηθεί, παραμερίζοντας εμπόδια και αγκυλώσεις, παραβλέποντας μικροϋπολογισμούς και σκοπιμότητες, χωρίς φόβο, δίχως εμπάθεια. Δεν το έπραξε.

Τώρα, μόνο ο ανασχηματισμός αποτελεί –δυστυχώς για όλους– την προσωπική του έξοδο κινδύνου. Για κάποιους από τους υπόλοιπους, τους «εντός των τειχών» το μόνο που αρχίζει να διαφαίνεται είναι –και πάλι δυστυχώς για όλους– η «έξοδος», σκέτη…

Foto:www.emedco.com