Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Δυο μικρές φράσεις, μια μεγάλη αλήθεια.


Απέπνεε έναν ενθουσιασμό που μ’ άρεσε το «Τρεις Ολυμπιάδες + ένας Αύγουστος»· γενικά, όπου συναντήσω κείμενο με την υπογραφή της Λίνας Παπαδάκη το διαβάζω.

Μέσα στις προτροπές και τις μικρές διαδοχικές αλήθειες του παραπάνω κειμένου, λοιπόν, βρισκόταν κι η πιο μεγάλη –κατά τη γνώμη μου– αλήθεια, αλλά κι η απάντηση-εμπόδιο ταυτόχρονα. Αναρωτιέται, ανάμεσα στα άλλα, η συγγραφέας: «Ποια άλλη από τις ηλικίες που προηγήθηκαν και που ακόμα ορίζουν τις τύχες της πολιτικής ζωής, των επιχειρήσεων, της Τέχνης, της επιστήμης  έχει τη μόρφωσή μας, την εξωστρέφειά μας, τη γνώση της τεχνολογικής γλώσσας της εποχής μας, την απελευθέρωση από τις συντηρητικές αγκυλώσεις, την ανοιχτή ματιά μας;»

«Καμιά» μπορώ ν’ απαντήσω μ’ αυθορμητισμό και άνεση.

Αρκεί, άραγε, αυτό αναρωτιέμαι με τη σειρά μου, τη στιγμή που «ακόμα ορίζουν τις τύχες της πολιτικής ζωής, των επιχειρήσεων, της τέχνης, της επιστήμης» οι ηλικίες –κι οι γενιές– που προηγήθηκαν; Τι πιθανότητες έχει –συνεχίζω το συλλογισμό μου– η γνώση, το ταλέντο, η τεχνολογία ή η ανοιχτή ματιά από μόνα τους ν’ αντιπαλέψουν, δίχως πολιτικά εργαλεία κι εκπροσώπηση, κατεστημένα κι αγκυλώσεις δεκαετιών ή μιας ολόκληρης ζωής;

«Καμιά» μπορώ και πάλι ν’ απαντήσω με τον ίδιο αυθορμητισμό και την ίδια άνεση.

Δεν είναι μόνο μιας ηλικίας ή μιας γενιάς η ευθύνη για το σήμερα, ούτε μόνο μιας ηλικίας ή μιας γενιάς υπόθεση το αύριο. Το παρόν και το μέλλον αποτελούν τους κρίκους της ίδιας διαχρονικής αλυσσίδας με το παρελθόν κι αναφέρονται στην ίδια κοινωνία, σε μια κοινωνία ανισοτήτων, ανταγωνιστική, εσωστρεφή και παραδοσιακή· την ελληνική.

Θα ήταν συναρπαστικό, αν σ’ αυτή την ιστορική καμπή, αυτή η κοινωνία κατόρθωνε να διακρίνει και να επιλέξει να την εξουσιάσουν και να την κατευθύνουν πολιτικές δυνάμεις που θα πλαισιωνόταν κατά κύριο λόγο από εκπροσώπους νεώτερων ηλικιών, γενιών, από νέους πολιτικούς, από ανθρώπους με πολιτικές ανησυχίες, ιδέες κι οράματα για το παρόν και το μέλλον. Δυστυχώς, και για την κοινωνία και για τον καθένα από εμάς, τα μέλη της, η πλειοψηφία επέλεξε κατά τα πατροπαράδοτα– κομματικά σχήματα από τα παραδοσιακά για τη διακυβέρνησή της κι αυτά με τη σειρά τους κινήθηκαν όσο πιο παραδοσιακά μπορούσαν στις επιλογές και τις αποφάσεις τους.

Έτσι, ό,τι ενδιαφέρον και νεωτεριστικό ακούστηκε μετά το ξέσπασμα της κρίσης, ό,τι πιο ενδιαφέρον κι αυτονόητο ως προς τα πολιτικά ήθη και πράγματα, προσπεράστηκε γρήγορα κάτω από τα ποδοβολητά αγανακτισμένων ή διαμαρτυρόμενων, ξεχάστηκε πίσω από μυριάδες υποσχέσεις, θεωρίες, συνωμοσίες, λάθη και ψέματα. Δεν κατόρθωσε από μόνο του το πολιτικά «νέο» ν’ αντιπαλέψει όλα αυτά που το «ψημένο» και δοκιμασμένο σε σκληρές κομματικές αντιπαραθέσεις και πολιτικές σκοπιμότητες σύστημα μπορούσε να υπηρετήσει και να εξυπηρετήσει.

Ζούμε μιαν πραγματικότητα κι αυτή δεν μπορεί ν’ αλλάξει ούτε αυτόματα, ούτε μ’ ευχές, ούτε –πολύ περισσότερο– με παραινέσεις. Οι παραινέσεις κι η έξαψη του θυμικού, η κινητοποίηση, τελικά, της κοινωνίας, των ομάδων, των ατόμων –ιδιαίτερα σε συνθήκες απογοήτευσης κι αποστασιοποίησης– δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με μεμονωμένες ενέργειες κι ηρωικές προσπάθειες. Αυτές είναι καταδικασμένες να πεθάνουν και δεν πα’ να το προσπαθούν κάθε μια για λογαριασμό της όλες οι ηλικίες από σαράντα και κάτω.

Σήμερα χρειάζεται, ίσως όσο ποτέ –μεγάλη κουβέντα, αλλά όπως πάνε τα πράγματα, ταιριάζει γάντι–, συμμαχία όλων των γενιών κι όλων των ηλικιών που πιστεύουν στη δημοκρατία, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ισονομία. Όχι χωρίς ιδεολογικό προσανατολισμό κι αναφορά, όχι «χύμα στο κύμα» και για το «γιούργια για τις καρέκλες», όχι μ’ ανιστόρητες συρραφές και ανίερες συμμαχίες, όχι για την κατάληψη της εξουσίας, αλλά για τη διακυβέρνηση του τόπου.

Αν κατορθώσουν να συναντηθούν και να συνεννοηθούν οι πολιτικές δυνάμεις που σήμερα αναζητούν μιαν ανάσα κι ένα πολιτικό στίγμα πέραν της Νέας Δημοκρατίας κι έξω απ’ το ΣΥΡΙΖΑ, αν κατορθώσουν οι νέοι τους οποίους καλεί η Λίνα Παπαδάκη να δώσουν ένα ηχηρό παρόν και να αναζωογονήσουν μ’ αποφασιστικότητα, ζωντάνια και αυτοπεποίθηση το γερασμένο και ταλαιπωρημένο κουφάρι της πολιτικής, αν τροφοδοτήσουν μ’ ενέργεια και μπολιάσουν μ’ ειλικρίνεια τον διάλογο που εξελίσσεται σ’ αυτό το χώρο, όλα είναι δυνατόν ν’ αλλάξουν.

Βαριά ευθύνη και δύσκολη, αλλά είναι η ώρα αυτή η γενιά –γιατί όχι;– που ζούσε με τη βεβαιότητα και την ασφάλεια, ότι το αύριο θα είναι καλύτερο, να δώσει όλες τις δυνάμεις, μαζί μ’ εκείνους που το μπορούν και το θέλουν, να γεμίσουν και πάλι πίστη για την πολιτική οι δεκαοχτάρηδες, να χαραχθεί ένα χαμόγελο ελπίδας στους πρόωρα γερασμένους φτωχούς, ν’ ανοίξει μια διέξοδος επιστροφής για εκείνους που έχουν εξαφανιστεί απ’ τον ορίζοντα.

Τότε η γενιά της, και… «αι γενεαί πάσαι», αλλά κι όσοι μετεωρίζονται σήμερα πάνω από το τεράστιο πολιτικό κενό, πάνω από την κατάμαυρη πολιτική τρύπα, θα γίνουν ένα για να υπερβούν τα σημερινά εμπόδια, θα διακρίνουν ξεκάθαρα τις προκλήσεις και τις ανάγκες των καιρών, θα έχουν κάποιο λόγο για να μονιάσουν, θα θελήσουν να υπερβούν αντιθέσεις και διχόνοιες, ν’ αποδεχτούν τη διαφορετικότητα και τις διαφωνίες, θα τολμήσουν να ενώσουν τις εμπειρίες και τις γνώσεις, τις ιδέες και τις αξίες, το κοινό μέλλον κι όραμα και να κλείσουν μια και καλή τους λογαριασμούς με το παρελθόν –όχι στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας–, αλλά στην κοινή πεποίθηση για ένα καλύτερο αύριο για όλους, για την κοινωνία στο σύνολό της, δίχως διακρίσεις κι αποκλεισμούς.