Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "58". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "58". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Πολικό ψύχος.

Βγαίνει ο Σταύρος Θεοδωράκης, λέει πέντε πράγματα, αυτονόητα, κοινότυπα, γνωστά κι αναστατώνεται το σύμπαν. Δηλώσεις, σχόλια, αναρτήσεις και ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ αρχίζει να εισρέει ορμητικό στις δημοσκοπήσεις.
Δεν μπορώ να ξέρω αν είναι περιστασιακό φαινόμενο κι ούτε μ’ ενδιαφέρει –για να πω την αλήθεια– ν’ αναζητήσω τούτη την ώρα κίνητρα ή πιθανές σκοπιμότητες, εκείνο που διαπιστώνω, είναι ότι  ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ έγινε από την πρώτη στιγμή αποδεκτό μ’ ενδιαφέρον και συμπάθεια. Φαίνεται να ξεπετάχτηκε σαν αχτίδα φωτός μέσα στο πολικό ψύχος της πολιτικής βαρυχειμωνιάς. Η αμηχανία ή καλύτερα η αντισυμβατική του εμφάνιση δεν προκάλεσε, ούτε προβλημάτισε το πλήθος των ανώνυμων που την παρακολούθησαν ή την πληροφορήθηκαν, αντίθετα έδινε μια αίσθηση απελευθέρωσης και οικειότητας, έναν τόνο αυθορμητισμού και αυθεντικότητας.
ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, με λίγα λόγια –κι αυτά με πολλές γενικότητες– αποστόμωσε τους πολυλογάδες, τους φλύαρους και τους αμετροεπείς των κομμάτων, έκανε το κατεστημένο κομματικό σύστημα να φαντάζει τόσο μπαγιάτικο και ξεπερασμένο, τόσο φθαρμένο και γέρικο. Η παρουσία και μόνο, η λιτή εμφάνιση, επισκίασε τους ογκόλιθους της πολιτικής ευθύνης και τους βράχους της πολιτικής ηθικής. Δεν είναι τυχαίες οι επιθέσεις κι η προσπάθεια απαξίωσης κι ευτελισμού που του επεφύλαξαν, πολλοί –αν όχι όλοι– από τους «επαΐοντες» της κατεστημένης πολιτικής, της δημοσιογραφίας, των μέσων και των «μέσων».
ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ «έπιασε το σφυγμό του κόσμου», ικανοποίησε κατ’ αρχήν την ανάγκη του για ανανέωση, για φρεσκάδα, για μια άλλη «εικόνα» της πολιτικής. Ζέστανε παγωμένες από το πολιτικό ψύχος καρδιές, έκανε κάποιες άλλες να χτυπήσουν με συμπάθεια κι ενδιαφέρον ξανά –ή για πρώτη φορά– για την πολιτική, σίγουρα όμως καρδιοχτύπησε κι εξακολουθεί να καρδιοχτυπά όλους τους αμετανόητα βολεμένους του κομματικού κατεστημένου.
Έκανε αυτό που δεν μπόρεσε να πετύχει μέχρι τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο Σταύρος Θεοδωράκης με την αδεξιότητα και την αμεσότητά του κατόρθωσε να κερδίσει με την πρώτη του εμφάνιση, εκείνο που επιτηδευμένα κι επίμονα δεν μπορεί ν’ αξιοποιήσει επί δύο χρόνια ο Αλέξης Τσίπρας, παρά την ανοχή της κοινωνίας, την αποδοχή της. Ασφαλώς οι διαφορές μεταξύ τους είναι μεγάλες, αλλά το περιβάλλον είναι το ίδιο, οι ανάγκες της κοινωνίας εξακολουθούν να είναι πιεστικές, οι περιρρέουσα ατμόσφαιρα κάθε άλλο παρά έχει αλλάξει από το ξέσπασμα της κρίσης.
Αυτό, λοιπόν, που απογείωσε με το «καλημέρα» ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ, που παραμένει καθηλωμένος μετά το ξεπέταγμά του τις εκλογές του 2012 αδυνατώντας ν’ αναπτύξει δυναμική, είναι ότι ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ έδωσε την αίσθηση του καινούργιου, του άφθαρτου, του φρέσκου. Ο Σταύρος Θεοδωράκης με την κίνηση και τα λεγόμενά του και δίχως να λέει κάτι καινούργιο ή ρηξικέλευθο, θα δείχνει νεότατος αν σταθεί πλάι στο νεαρό Αλέξη Τσίπρα, που μόλις ανοίξει το στόμα του και σηκώσει ψηλά τα χέρια, νομίζεις ότι γυρίζεις σε άλλη εποχή, σ’ ένα παρελθόν –σημαντικό μεν– αλλά οριστικά κι αμετάκλητα ξεπερασμένο, αισθάνεσαι να βαραίνει τους ώμους σου το βάρος μισού αιώνα.
Η λέξη «ελπίδα» λείπει απ’ το λεξιλόγιο του ΣΥΡΙΖΑ. Δυο χρόνια τώρα ποντάρει όλο του το πολιτικό κεφάλαιο στην απογοήτευση και την δυσαρέσκεια της κοινωνίας. Τρέφει και τρέφεται απ’ τη λαϊκή αγανάκτηση, την απελπισία και την οργή. Συντηρεί με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία όλη του την πολιτική επιχειρηματολογία σε μια αυταπάτη, σ’ ένα ψέμα, ότι είναι δυνατόν, δηλαδή, όλα να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν, χωρίς όριο, χωρίς ευθύνη, χωρίς κόστος. Η χροιά της αποστροφής κι υποψία του μίσους προς τους πολιτικούς αντιπάλους καραδοκούν –άλλοτε διακριτικά κι άλλοτε απροκάλυπτα– πίσω από τον πολιτικό του λόγο. Απευθύνεται στο θυμικό ή και στα ένστικτα του λαού στοχοποιώντας πρόσωπα κι όχι συμπεριφορές, θεσμούς κι όχι συμφέροντα.
Στην κοσμογονία που είναι αναγκαίο να συντελεστεί για την ανασυγκρότηση, αλλά προ παντός για τη σωτηρία της χώρας, δηλώνει επιδεικτικά «απών», αρκούμενος στην αλαζονική, όσο κι επικίνδυνη, δήλωση, ότι αρνείται κι απορρίπτει τα πάντα. Επιτρέπει στις δυνάμεις της συντήρησης και της στασιμότητας να διαμορφώνουν κατά το δοκούν την ατζέντα της πολιτικής επικαιρότητας, περιοριζόμενος σε κραυγές, καταγγελίες και διαμαρτυρίες, εγκλωβισμένος στην «αντιμνημονιακή» του ρητορεία, δίχως άλλη πρόταση, δίχως προοπτική, δίχως όραμα. Ανέχεται στο όνομα της εσωκομματικής του πολυφωνίας να καλλιεργείται η σύγχυση, η συσκότιση, η παραπλάνηση της κοινής γνώμης. Σκιαμαχεί κι αναλώνεται σε ανέξοδες μικροκομματικές αντιπαραθέσεις περιοριζόμενος φιλάρεσκα στα στενά πλαίσια του νεόκοπου διπολισμού. Επιμένει να συντηρεί στην κατάψυξη ξεπερασμένα τσιτάτα και αφορισμούς, αντί να σπάσει τον πάγο μεταξύ πολιτών και πολιτικής και ν’ ανοίξει νέους ορίζοντες και προοπτικές για τα κόμματα και το πολιτικό σύστημα.
Αν η κίνηση των 58 κι όλες οι διεργασίες που εξελίσσονται στο χώρο της κεντροαριστεράς, συναντούν την αποδοχή κι έχουν απήχηση σε σημαντικά τμήματα του κατακερματισμένου μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και την αδυναμία της ΔΗΜΑΡ χώρου, αλλά, προ παντός, αν ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ συναντήθηκε με το κοινό αίσθημα και κέρδισε τόσο σύντομα, αν όχι την αποδοχή, τουλάχιστον τη συμπάθεια και την προσοχή του, οφείλονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην αδυναμία και τη μέχρι τώρα πολιτική ανεπάρκεια του ΣΥΡΙΖΑ.
Ο χώρος της κεντροαριστεράς, ο κεντρώος μετριοπαθής χώρος, δεν έχει κερδηθεί από τον Αλέξη Τσίπρα και γι’ αυτό δεν φταίνε ούτε τα συμφέροντα, ούτε τα ρουσφέτια, ούτε, πολύ περισσότερο, οι 58 ή ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ. Φταίει ο ξεπερασμένος πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ, φταίει η γερασμένη ματιά του προς το παρελθόν, φταίει η προβλέψιμη και δοκιμασμένη του πρακτική και συμπεριφορά.
Στα απολειφάδια του ΠΑΣΟΚ, αλλά και στις διακηρύξεις και τα οράματά του, πολλοί επένδυσαν κι επενδύουν, αλλά ο λαός κι η κοινωνία αναζητούν πλέον κάτι σύγχρονο, πιο ρεαλιστικό, έστω κι αν δεν είναι καινούργιο, κάτι όμως που ν’ αποπνέει φρεσκάδα, ζωντάνια, ελπίδα. Η κοινωνία θέλει όσο τίποτε άλλο μετά από τέσσερα χρόνια μέσα στην κρίση και την ανασφάλεια να ξανασταθεί στα πόδια της και να κοιτάξει μπροστά, να κλείσει, όχι μόνο τους λογαριασμούς, αλλά και τις πληγές του παρελθόντος.
Η διατήρηση του πολικού ψύχους στη σχέση μεταξύ κομμάτων και πολιτών παγώνει τη δημοκρατία, απονεκρώνει τα κοινωνικά αντανακλαστικά, βαθαίνει το σκοτάδι του φασισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί ν’ αποφεύγει –ή ν’ αδυνατεί– ως τώρα να πρωταγωνιστήσει στο ρόλο του καταλύτη για την αναθέρμανση και την αναζωογόνηση της σχέσης αυτής, αλλά εκείνο που αρχίζει πια να διαφαίνεται, είναι ότι οι εξελίξεις που κυοφορούνται στο χώρο της κεντροαριστεράς αποτελούν την κρίσιμη θρυαλλίδα προς την κατεύθυνση αυτή.
Μπορεί τους 58 ή ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ να τους παρασύρει αργά ή γρήγορα ο ρους της ιστορίας, αλλά την ελπίδα και το αίσθημα αυτοσυντήρησης της κοινωνίας δεν την πήρε ακόμα –ευτυχώς– κανένα ποτάμι.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Η σταύρωση των "58".


Κι εκεί που, αργά αλλά σταθερά, πήγαιναν οι «58» προς τις ευρωεκλογές «με το σταυρό στο χέρι», τους έμεινε ξαφνικά μόνο ο σταυρός. Από τη μια στιγμή στην άλλη, με μια τροπολογία, λες κι ήρθαν τα πάνω κάτω σ’ έναν χώρο που –κατά δήλωσή του– ούτε πάνω έχει ούτε κάτω, μόνο προσανατολισμό σε κάποιο νοητό πολιτικό χάρτη: Κεντροαριστερά.

«Εφτά σε παίρνει αριστερά», αλλά μην το ζορίζεις, γιατί αν μπλέξουμε στο μέτρημα και στο ζύγισμα, στο σταύρωμα και τα κουκιά, δε θα μείνει στάλα πρωτοβουλίας για πολιτικές απόψεις, θέσεις, προτάσεις κι αυτό είναι το ζητούμενο. Τα πρόσωπα θα τα βρούμε, δεν είναι δα και πολλοί, πενήντα οχτώ νοματαίοι, πόσους ευρωβουλευτές μπορούν να στηρίξουν; Κι οι άλλοι που συμμετέχουν μαζί τους; Τίποτα;

Ο εξορκισμός γίνεται με σταυρό, αλλά ο εξορκισμός του σταυρού, όποια προτίμηση κι αν έχεις, σ’ όποιο σημείο το κεντροαριστερού χώρου κι αν στέκεσαι δεν νομίζω ότι αποτελεί σημείο τριβής και ηττοπάθειας. Εκτός κι αν τελικά, αυτό που ξορκίζεται δεξιά κι αριστερά σαν «μιντιακή δημοκρατία» αποτελεί μια αδυσώπητη και σκληρή πραγματικότητα, που δεν μπορείς όχι μόνο ν’ αλλάξεις, αλλά ούτε κάν ν’ αντιμετωπίσεις. Τότε τι «παίζεις»; Κάτσε ήσυχα στο πάνελ σου, όπου τέλος πάντων –λόγω καθηγητικής έδρας ή άλλων συναφών προσόντων– σε καλούν, πες τις απόψεις σου κι «ευχαριστούμε που μας παρακολουθήσατε».

Ξέρεις και κάτι; Υποτιμάς με την αντίδρασή σου κι εμένα, που απ’ την αρχή σε παρακολουθώ, γιατί η πρωτοβουλία σου εκτίμησα είναι μια χαραμάδα φωτός –παρά τις κάποιες «θαμπάδες» της– μέσ’ στο γκρίζο, το ζοφερό και το μαύρο. Εμμέσως πλην σαφώς, με χαρακτηρίζεις ανίκανο κι ευκολόπιστο, ώστε να μην μπορώ να ξεχωρίσω «δυο γαϊδάρων άχυρα», τη Φώφη απ’ τον Σουλεϊμάν ή τον Παγουλάτο από τον Παπαδάκη. Άσε που με μπολιάζεις με το «καλημέρα» αρνητικά με τις φοβίες για καπελώματα και παρασκήνια, για ίντριγκες και συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι. Τι περίμενες; Δρόμο στρωμένο με γαρίφαλα και βιόλες; Πάνε οι εποχές της «ΠΟΛ.ΑΝ» και του «ΔΗ.Κ.ΚΙ.» Αφού εκτίθεσαι θα παρακολουθήσεις –τη δεδομένη συγκυρία– τους κανόνες και τους όρους του «συστήματος». Πού θα είσαι εσύ; Στο «άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε»; Για εκλογές πάμε κι όχι για «τσιγκολελέτα» στο προαύλιο του Προεδρικού Μεγάρου. Πολιτική πρωτοβουλία είσαι, όχι φιλολογικός σύνδεσμος, ούτε φοιτητικό φροντιστήριο.

Αφού ξεκαθαρίστηκε, λοιπόν, το θέμα του «σταυρού», ας πάμε στα πιο δύσκολα. Προετοιμάζεται –είπε η Αθηνά Δρέττα στο Χαλάνδρι– κείμενο πολιτικών θέσεων και συγκεκριμενοποίηση της αρχικής διακήρυξης μέχρι τις αρχές Μάρτη. Αναμφίβολα αναγκαίο. Ελπίζω να μην αναμασά τα «τώρα» και τα «τώρα» που ακούστηκαν στο Κέντρο Νεότητας. Αυτά μας «έφαγαν» τόσα χρόνια, όταν πριν από εκλογές μαζευόμασταν γιατί κάθε φορά «τώρα» ήταν η ανάγκη για συσπείρωση, «τώρα» για ενότητα, «τώρα» για δράση. Ψηφίζαμε κι εμείς «εδώ και τώρα» και την επ’ αύριο των εκλογών τα «τώρα» όχι μόνο πήγαιναν περίπατο, άλλα τώρα –τότε– ούτε που μας ήξεραν. Μέχρι να ξανάρθουν οι άλλες εκλογές και ν’ ακουστούν τα άλλα –ίδια– «τώρα».

Στις πολιτικές θέσεις δεν σας φοβάμαι. Ο χώρος έχει «κεφάλια» κι οι προοδευτικές ιδέες, οι μεταρρυθμίσεις κι οι αλλαγές εδώ κυοφορούνται, γεννιούνται και καρπίζουν. Ο οραματισμός του μέλλοντος κι η περιγραφή του πλαισίου κοινωνικής αναφοράς μπορούν να γίνουν με ξεκάθαρο και ρεαλιστικό τρόπο. Ιδιαίτερα προτάσεις για τομές στο πολιτικό σύστημα, όπως εύστοχα επεσήμανε ο Νίκος Αλίβιζάτος στην ίδια εκδήλωση των «58» στο Χαλάνδρι, που αφορούν π.χ. τον εκλογικό νόμο, την ψήφο των μεταναστών και την ευθύνη των υπουργών, προσφέρουν ένα ελπιδοφόρο, αλλά και σταθερό υπόβαθρο για τις όποιες αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.

«Δεν είμαστε κόμμα» –λέγεται–, αλλά χωρίς οργάνωση και συντονισμό η υπόθεση είναι χαμένη, εκτός κι αν τελικά κάποιοι νομίζουν ότι η διακυβέρνηση του τόπου μπορεί να γίνει μέσω Μ.Κ.Ο. Κακά τα ψέματα, είναι προφανές ότι οι «58» διαθέτουν στην παρούσα Βουλή ισχυρή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Ποιους; Τι είναι το ΠΑ.ΣΟ.Κ., ο Λοβέρδος, ο Ψαριανός; Δεν μπορούν να εκφράσουν τον αρχικό κοινοβουλευτικό πυρήνα της πρωτοβουλίας; Ας προσυπογράψουν την προγραμματική συμφωνία κι ας ξεκινήσουν από κοινού ως εκπρόσωποι της πρωτοβουλίας πλέον την υποστήριξη και προώθηση αυτών των θέσεων μέσα στο Κοινοβούλιο. Από αυτή τη Βουλή. Χωρίς να αμφισβητείται η κυβερνητική σταθερότητα –τουλάχιστον προς το παρόν– ως προς την τήρηση των στόχων του μεσοπρόθεσμου και των συμφωνιών, αλλά εκτός κυβέρνησης και με σαφές ιδεολογικό στίγμα πλέον και διακριτή πολιτική ατζέντα.

Μέσα από αυτές τις διαδικασίες, όχι μόνο θα διαφανεί ποιοι στηρίζουν κι ακολουθούν αυτή την πρωτοβουλία για την ανασυγκρότηση του κεντροαριστερού χώρου, αλλά και ποιοι προσβλέπουν εκ του ασφαλούς στην εκμετάλλευση ή αποτυχία του εγχειρήματος. Όποιος προσδιορίζεται και τοποθετείται σ’ αυτόν τον χώρο, από τώρα να κληθεί να συμμετάσχει ενεργά και ν’ αναλάβει την προώθηση και μέσα στο Κοινοβούλιο της πολιτικής του ατζέντας, για την Ελλάδα, για την Ευρώπη, για το παρόν και το μέλλον.

Με τον τρόπο αυτό, ούτε ο πρωθυπουργός θα μπορεί –ελέω συγκυβέρνησης– να φαντασιώνεται τον μοναδικό κι αταλάντευτο μεταρρυθμιστή, ούτε –πολύ περισσότερο– θα καταναλώνεται «αριστεροσύνη» και κοινωνική ευαισθησία εκ του ασφαλούς αποκλειστικά από ετερόκλιτους κι αυτόκλητους αντιμνημονιακούς επαναστάτες από το βήμα της Βουλής. Οι όροι εντός Κοινοβουλίου, αλλά και στο πλαίσιο του κομματικού συστήματος θ’ αλλάξουν. Ο ψευδεπίγραφος διχασμός «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» καταρρίπτεται. Εκ των πραγμάτων δημιουργείται ένας θεσμικός πόλος, που προετοιμάζεται συλλογικά για τις επόμενες εκλογές. Οι εξελίξεις αρχίζουν να τρέχουν κι οι αλλαγές στο πολιτικό σύστημα επισπεύδονται.  Η κοινωνία μπορεί δημόσια πλέον να δει και ν’ ακούσει την πρωτοβουλία ως θεσμικό παράγοντα. Μπορεί ν’ αξιολογήσει, μπορεί να κρίνει και να συγκρίνει. Ο πολιτικός αχταρμάς κι η ιδεολογική συσκότιση αρχίζουν ν’ αποσυντίθενται. Το νεφέλωμα μορφοποιείται και το απροσδιόριστο συγκεκριμενοποιείται.

Εγχείρημα φιλόδοξο, δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο, μάλλον –θα τολμούσα να πω– αυτονόητο. Μέχρι τις Ευρωεκλογές ο χρόνος είναι ελάχιστος, αλλά η παρακαταθήκη του μπορεί και να περισσέψει μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές, αν κάποιοι σταθμίσουν την κρισιμότητα της συγκυρίας και δράσουν με πολιτική συνέπεια, τόλμη κι υπευθυνότητα. Δεν αναζητούνται Δον Κιχώτες, αλλά πολιτικοί που θα λειτουργήσουν με σθένος μέσα στην κρίση για να μετουσιωθεί σε πράξη αυτό που η κοινωνία με αγωνία τα τελευταία χρόνια αναζητάει: Σταθερότητα, δικαιοσύνη, ανάπτυξη.

Αν η πρωτοβουλία αξιοποιήσει με αποφασιστικότητα το θεσμικό πλαίσιο της μεταπολίτευσης, μπορεί να επιτελέσει κι ένα ακόμα σπουδαίο έργο: Να υπενθυμίσει, σ’ εκείνους που εύκολα ξέχασαν ή με ευκολία αντιπαρέρχονται, ότι αυτή η τόσο παρεξηγημένη στις μέρες μας περίοδος της νεότερης ιστορίας του τόπου, διαμόρφωσε και προσφέρει σήμερα τα απαραίτητα θεσμικά εργαλεία, το αναγκαίο έρμα δημοκρατίας, για την έξοδο από την πολιτική κρίση και την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος.

Θα είναι μια σπουδαία προσφορά για τον λαό και μια σημαντική πολιτική παρακαταθήκη για τον τόπο. Μπορεί η σκληρότητα της περιόδου να μην επιτρέπει τον εξωραϊσμό της πολιτικής, αλλά πολιτική δίχως ευαισθησία είναι πολιτική δίχως όραμα, δίχως κοινωνικές αναφορές, δίχως ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό κι αριστερό πρόσημο.

Είναι πολλά και δύσκολα. Αν ήταν απλά και εύκολα, γιατί θα χρειαζόταν η κεντροαριστερή πρωτοβουλία; Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν υπεραρκετός.