Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Η μεταπολίτευση που δεν περιμένουμε.



Τότε περιμέναμε να πέσει η χούντα.
Τότε περιμέναμε να έρθει ο Καραμανλής.
Τότε περιμέναμε την αλλαγή.
Τότε περιμέναμε την ΑΤΑ.
Ύστερα περιμέναμε πότε ο Σαμαράς θα ρίξει τον Μητσοτάκη.
Μετά περιμέναμε τις καλύτερες μέρες.
Μετά περιμέναμε πότε θα βγει ο Αντρέας από την εντατική.
Μετέπειτα περιμέναμε πότε θα τελειώσουν τα ολυμπιακά έργα.
Αργότερα περιμέναμε πότε ο Καραμανλής θα πάει στου Μπαϊρακτάρη.
Από τον Παπανδρέου περιμέναμε τα λεφτά που υπήρχαν.
Τώρα περιμένουμε την τρόικα.
Τώρα περιμένουμε την επόμενη δόση.
Τώρα κάποιοι περιμένουν από τον Τσίπρα.
Τώρα κάποιοι άλλοι περιμένουν την κεντροαριστερά.
Τώρα οι περισσότεροι δεν περιμένουν πια τίποτα.

Κάτι χάσαμε περιμένοντας κάτι άλλο όλα αυτά τα χρόνια, σύντροφοι, και γι' αυτό μόνο η μεταπολίτευση δεν ευθύνεται.

Σαράντα χρόνια στο «περίμενε», σαράντα χρόνια από τον Ιούλιο του '74 στην αναμονή με μόνο κέρδος ένα iPhone ή ένα κινητό σε κάθε χέρι.

Μήπως έφτασε η ώρα, επιτέλους, να επικοινωνήσουμε;

'Η μήπως αυτή τη «μεταπολίτευση» είναι μάταιο στις μέρες μας να την περιμένουμε;

Photo: Fine Art Photography

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Οι έξω από 'δω Γερμανοί.



Οι προβλέψεις επαληθεύτηκαν. Παρά την απογοήτευση ορισμένων και τα πικρόχολα σχόλια κάποιων άλλων, το τελικό αποτέλεσμα είναι δίκαιο. Μπορεί συμβολισμοί και συναισθηματισμοί να εμπόδισαν μιαν εξαρχής ρεαλιστική εκτίμηση, μπορεί συνθήκες κι αμφίρροπο στο ποδόσφαιρο να μην επέτρεπαν εκ προοιμίου σιγουριές και βεβαιότητες, όπως και να ‘χει όμως η ομάδα της Γερμανίας κατά γενική ομολογία– κατέκτησε το παγκόσμιο κύπελλο δικαίως, επιδεικνύοντας σ' όλη τη διάρκεια της διοργάνωσης σταθερότητα, ομοιογένεια, αντοχή.

Είτε μας αρέσει, είτε όχι, με αφορμή την επιτυχία της Γερμανικής εθνικής ομάδας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, ότι η προσήλωση στο στόχο, η αγωνιστική πειθαρχία κι η προσαρμοστικότητα ανάλογα με την εξέλιξη και τις απαιτήσεις του κάθε αγώνα, αποτέλεσαν τα κρίσιμα χαρακτηριστικά αυτής της ομάδας σε όλη τη διάρκεια της διοργάνωσης. Τα αποτελέσματα κι η τελική επικράτηση σε καμιά περίπτωση θα μπορούσαν να θεωρηθούν τυχαία ή προϊόντα οποιασδήποτε εύνοιας της τύχης ή της διαιτησίας.

Δεν είναι σκοπός μου ο σχολιασμός κι οι θριαμβολογίες επ’ ευκαιρία της Γερμανικής επιτυχίας, ούτε πολύ περισσότερο η όποια αναφορά στην ποδοσφαιρική διοργάνωση, που μονοπώλησε καθημερινά επί ένα μήνα σχεδόν το ενδιαφέρον κι άφησε –δυστυχώς– σε δεύτερη και τρίτη μοίρα γεγονότα όπως οι καταστροφικές πολεμικές επιχειρήσεις στη λωρίδα της Γάζας ή την έκρυθμη κατάσταση στην Ουκρανία. (Αν και –μιας και τ’ αναφέραμε– αυτά τα «εξωτερικά» ποτέ δεν ήταν στην πρώτη γραμμή των προτιμήσεών μας). Νοοτροπίες και συμπεριφορές ίσως είχε ενδιαφέρον να σχολιαστούν σε αδρές γραμμές, όσο παρακινδυνευμένες ή ελλειπτικές μπορεί να είναι οι γενικεύσεις αυτού του είδους.

Απ’ τη μια, μια πειθαρχημένη, προσεχτική, οργανωμένη και σταθερή συλλογική προσπάθεια, που μπορούσε να συνδυάσει τις ατομικές αξίες με το ομαδικό πνεύμα και την ατομική ανάδειξη με τη συνολική επιτυχία. Μια ικανότητα που ξεπερνά το ποδόσφαιρο, ξεπερνά τον αθλητισμό και ενσωματώνεται σαν στάση ζωής και συμπεριφοράς στην ατομική και κοινωνική ζωή αυτού του λαού. Ένα αυστηρά οργανωμένο και προσανατολισμένο στην επίτευξη στόχων σύνολο δραστηριοτήτων. Η Ιστορία έχει διαμορφώσει τις προϋποθέσεις κι ο χρόνος έχει σμιλέψει τις συνειδήσεις. Από τον Μπραντ στον Κολ κι από τον Σρέντερ στη Μέρκελ, από το τελείωμα του 20ου στην αυγή του 21ου αιώνα, η Γερμανία μπορεί ενωμένη πλέον κι ισχυρή να καθορίζει αποφασιστικά την πορεία της Ευρώπης και να επηρεάζει ουσιαστικά τις παγκόσμιες εξελίξεις.

Απ’ την άλλη, μια νοοτροπία «ό,τι κάτσει». Ένας λαός που βολεύεται στην προχειρότητα, στην αντίδραση, στον ατομισμό. Μια υπερπολιτικοποιημένη κοινωνία σφιχταγκαλιασμένη με το κράτος και τα όργανά του σε διαδρόμους νοσοκομείων, δικαστηρίων, σχολείων, πανεπιστημίων, φυλακών, αποδυτηρίων. Μια κοινωνία έρμαιο της συγκυρίας και της στιγμής, των μέσων και των «αποκλειστικών πληροφοριών», έτοιμη για το καλύτερο χάρη σε μια έμπνευση, ένα όραμα ή έναν ηγέτη, αλλά και πρόθυμη για το χειρότερο εξαιτίας ενός συνθήματος, μιας ευκολίας ή μιας εντύπωσης. Ιστορική άγνοια, ιδεοληψίες, εσωστρέφεια, αμετροέπεια και παρελθοντολαγνεία ποδηγετούν την καθημερινότητα, που στα εύκολα σπαταλά το χρόνο της στο lifestyle και την ψυχαγωγία και στα δύσκολα κατασκευάζει ως άλλοθι κρεμάλες κι αναζητά δεξιά κι αριστερά ενόχους.

Δεν είναι καλύτεροι οι Γερμανοί. Δεν μπορούν να συγκριθούν με την ιδιοσυγκρασία των λαών του Ευρωπαϊκού νότου, με τους Έλληνες. Δε φτάνει όμως να «είμαστε ωραίοι ως Έλληνες», πρέπει ν' αρχίσουμε να παράγουμε και αποτελέσματα. Αποτελέσματα όχι συνεπεία εύνοιας της τύχης, της συγκυρίας ή μιας ατομικής ενέργειας, αλλά ως αποτέλεσμα συνεργασίας και συλλογικής προσπάθειας, που θα είχε οργανωθεί και προετοιμαστεί για την επίτευξή του. Πρέπει να γίνουμε ομάδα. Όχι μιμούμενοι τους άλλους, αλλά παραδειγματιζόμενοι από άλλους, όχι αντιγράφοντας αλλά διδασκόμενοι, όχι υποκλέπτοντας αλλά συνδιαλεγόμενοι.

Γι’ αυτό δεν επαρκούν μόνο οι γνώσεις, η ευφυΐα, το μεράκι και το ταλέντο. Δεν αρκεί η υπομονή, η επιμονή κι η επινοητικότητα. Δεν φτάνει μόνο το σύνταγμα, η δημοκρατία ή η εμπνευσμένη ηγεσία. Αυτά τα χαρίσματα, αυτά τα προνόμια της φύσης κι οι κατακτήσεις του λαού μας, μπορούν να δώσουν προστιθέμενη αξία και να πολλαπλασιάσουν τ' αποτελέσματα της όποιας οργανωμένης προσπάθειας, φτάνει να μη νοθεύονται και να μην χαλκεύονται όταν «φουντώνουν» τα διαχρονικά κι ως τώρα ακόμα αδιόρθωτα πάθη μας, η διχόνοια, η μισαλλοδοξία κι ο ατομισμός.

Τους Γερμανούς, νομίζω, δεν τους γουστάρουμε κυρίως, όχι γι' αυτό που φαίνεται ότι είναι, αλλά γι' αυτό που ενδόμυχα αποδεχόμαστε, ότι εμείς δεν γουστάρουμε να είμαστε.

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Δέκα χρόνια (στα) κομμάτια.


Σαν χτες κι όμως μοιάζει να ‘χει περάσει από τότε μια ζωή. Μέσα σε μια δεκαετία μόνο φαίνεται να διανύσαμε με τεράστια άλματα την απόσταση που απέχει το ζενίθ από το ναδίρ. Ίσως γιατί στην πραγματικότητα ποτέ δεν αισθανθήκαμε ότι βρεθήκαμε στο ζενίθ, ποτέ δεν πιστέψαμε ότι φτάσαμε, ότι το κατακτήσαμε. Ίσως γι’ αυτό δεν προσπαθήσαμε να κρατηθούμε, αφού δεν επρόκειτο για κάτι δικό μας, για μια κατάκτησή μας.

Αντίθετα, στο ναδίρ αισθανόμαστε πολύ βολικά και άνετα, λες κι είναι ο φυσικός μας χώρος κι η θέση που μας ταιριάζει. Για το ναδίρ μπορούμε να μιλάμε και να σχολιάζουμε ολημερίς, να κρίνουμε και να επικρίνουμε, να εξοργιζόμαστε και να θυμώνουμε, δίχως επί της ουσίας να έχουμε κανέναν άλλο λόγο γι’ αυτό πέρα απ’ το να τρωγόμαστε μεταξύ μας. Η ατάκα «αυτή είναι η Ελλάδα» ίσως είναι η πιο πικρή, αλλά είναι μια πέρα για πέρα αληθινή ατάκα. Γι’ αυτό μας πείραξε και μα ξίνισε, γιατί «μας την είπε» κατάμουτρα.

Πόσο μας γλυκαίνουν και μας συναρπάζουν τα παραμύθια. Πόσο μας βολεύουν οι εύκολες αναγνώσεις κι οι απροβλημάτιστες διηγήσεις. Την αλήθεια την τρέμουμε όπως ο διάβολος το λιβάνι. Γι' αυτό ποτέ δεν μπορούμε να διακρίνουμε αν υπάρχει πράγματι έστω και μια αντικειμενική αλήθεια σ’ αυτό τον τόπο. Η αλήθεια του ενός είναι ψέμα για τον άλλο κι η πραγματικότητα του άλλου είναι ψεύδος για τον παράλλο.

Πού, λοιπόν, το παράξενο, ότι ο όρος «συνεννόηση» δεν παραπέμπει σε έναν ειλικρινή κι ανιδιοτελή διάλογο, σε μια συμφωνία, σ’ ένα κοινό πλαίσιο δράσης, αλλά τουναντίον φέρνει στο μυαλό τη διαπλοκή, την αδιαφάνεια, την καμαρίλα κι ενδεχομένως και συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι; Έτσι εξηγείται, που στη χώρα μας οι πολιτικές επιλογές και πρωτοβουλίες της εκάστοτε κυβέρνησης βρίσκουν καθολικά σύσσωμα αντίθετες της κατά καιρούς αντιπολιτεύσεις. Έτσι ερμηνεύεται, ότι εκεί που άλλες χώρες κι άλλοι λαοί έχουν βρει ένα σημείο ισορροπίας για βασικές λειτουργίες του κράτους τους όπως η εκπαίδευση, η φορολογία, η υγεία, στην πατρίδα μας τα θέματα αυτά αποτελούν διαχρονικά σημεία τριβής, αντιπαράθεσης και αλλαγών.

Το καλοκαίρι του 2004 ήταν πέρα για πέρα το καλοκαίρι της Ελλάδας. Ήταν το καλοκαίρι της νίκης, της αισιοδοξίας, της ανάτασης, της προοπτικής, του όνειρου. Ξεγλίστρησε όμως και ξέφυγε καλοκαίρι με το καλοκαίρι, μέχρι να ξεβραστεί στις πανέμορφες ακτές του Καστελόριζου σαν κατάρα, σαν ήττα, σαν φούσκα, σαν εφιάλτης. Τα καλοκαίρια από τότε σέρνονται στα βαλτωμένα νερά του ναδίρ να κατακαίγονται από απαισιοδοξία, γκρίνια, ανασφάλεια, μιζέρια, πεσιμισμό.

Δέκα χρόνια, δέκα καλοκαίρια, μια ολόκληρη ζωή. Δέκα χρόνια στα κομμάτια. Το ναδίρ είναι πάντα εδώ, γνώριμο, ψυχοφθόρο, βασανιστικό, έτοιμο να μηδενίσει και να ισοπεδώσει κάθε απόπειρα και κάθε προσπάθεια να ονειρευτούμε έστω κάποια μελλοντικά καλοκαίρια ηλιόλουστα και γαλανά, αποφασισμένο να μην επιτρέψει στην ελπίδα να μπολιάσει μ’ αισιοδοξία το παρόν. Καλοκαίρι του 2014 κι οι πρωταγωνιστές, επιμένουν  να κρατούν την Ελλάδα στο ναδίρ, γιατί μέχρι εκεί φτάνει και το δικό τους το ανάστημα, γιατί αυτή θέλουν να είναι η Ελλάδα, στα μέτρα του ίσκιου τους.

Το δικό μας ανάστημα μέχρι πού φτάνει; Μέχρι το επόμενο παγκόσμιο κύπελλο;


Photo:MEDIA