Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Το τελευταίο καλοκαίρι.


Μετά από τρία χρόνια αλλεπάλληλων κυβερνητικών καθυστερήσεων και διαδοχικών υπουργικών υπεκφυγών κι αναβολών, φτάνουν άρον – άρον στην κλίνη του Προκρούστη δεκάδες χιλιάδες δημόσιοι και δημοτικοί υπάλληλοι. Αφού πέρασαν από αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών κι επιδομάτων, αφού χάζεψαν με τις διαδοχικές φορολογικές επιβαρύνσεις, αφού «πάγωσαν» πάνω στα οργανογράμματα και τις αξιολογήσεις των δομών, έφτασε η ώρα να πάρουν αριθμό προτεραιότητας και να μπουν στη σειρά για τη διαθεσιμότητα.

Αριθμοί ακούγονται και ποσοστώσεις ανακοινώνονται ανά Υπουργείο και κανείς δεν είναι σε θέση ν’ απαντήσει με ασφάλεια στο ερώτημα «πώς έχουν προκύψει;» Επί μήνες το υπουργείο Μεταρρύθμισης μελετούσε κι εξέταζε και σχεδίαζε και διαβεβαίωνε ότι όλα εξελίσσονται σύμφωνα το χρονοδιάγραμμα και τις υποδείξεις της task force, αλλά καμιά απόφαση και κανένα μέτρο για το δημόσιο δεν προχωρούσε. Ξαφνικά –με τον ανασχηματισμό λες– σχηματοποιήθηκαν οι αλλαγές, προέκυψαν οι αριθμοί, λήφθηκαν οι αποφάσεις. Υπήρχαν; Προέκυψαν; Επιλέχτηκαν στην τύχη; Κύριος οίδε.

Η «διοικητική μεταρρύθμιση», μια ευκαιρία για τη δημιουργία ενός περισσότερο ευέλικτου κι αποτελεσματικού κρατικού μηχανισμού, καθοδηγείται μηχανιστικά κι «αυτόματα» από επιλογές της στιγμής κι αποφάσεις ανάγκης. Η αναδιοργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών, ο ακρογωνιαίος λίθος για τον μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης σ’ ένα σύγχρονο εργαλείο ανάπτυξης κι εκσυγχρονισμού της χώρας, παρατήθηκε στην τύχη της συγκυρίας, στις πιέσεις της τρόικας και στην καλή διάθεση του κάθε παρατρεχάμενου  συμβούλου, συνεργάτη ή ειδικού.

Κατακαλόκαιρο και χιλιάδες εργαζόμενοι κοιμούνται και ξυπνάνε με την αγωνία αν και σε ποια λίστα θα είναι γραμμένο τ’ όνομά τους. Κάθονται στο γραφείο και το μυαλό τους βρίσκεται πότε στο τι θα πει ο υπουργός και πότε στο πώς θ’ αντιδράσει ο σύλλογός τους. Κατακαλόκαιρο και το θερμόμετρο της αγωνίας συναγωνίζεται εκείνο της θερμοκρασίας. Κατακαλόκαιρο, αλλά οι αγωνίες της κοινωνίας φαίνεται να είναι αλλού, το «Δημόσιο» έχει από καιρό «καεί» στην κοινή αντίληψη κι ας ήταν για μια ζωή το ασφαλές καταφύγιο –και πάλι κατά την κοινή αντίληψη– για έναν εργασιακό βίο με σιγουριά, εξασφάλιση και εισοδηματική σταθερότητα.

Μετά από τα καλοκαίρια μιας ζωής στη μονιμότητα κι ύστερα από τρία καλοκαίρια εν μέσω οικονομικής κρίσης, το ερχόμενο καλοκαίρι τίποτε δεν θα θυμίζει το δημόσιο όπως το ξέραμε. Όλα θα έχουν ανατραπεί, όλα θα έχουν αλλάξει. Όλα, εκτός από τις «ουρές» αναμονής, τις ατάκτως κολλημένες πάνω σε τοίχους ανακοινώσεις, τα επικυρωμένα φωτοαντίγραφα, τα παράβολα, τις προθεσμίες και τις παρατάσεις, τα πρόστιμα και τις δόσεις. Μαζί μ’ αυτά, ακλόνητα θα εξακολουθούν να μας θυμίζουν το δημόσιο τα διάσπαρτα σ’ Ανατολή και Δύση πολυάριθμα κτίρια συναρμόδιων υπηρεσιών, τα τηλέφωνα πληροφοριών που συνεχώς βουίζουν κι οι αρμόδιοι που δέχονται μετά τις 12 το μεσημέρι, τα ραντεβού που κλείνονται μετά από 5 – 6 μήνες, οι διαδοχικές υπογραφές που απαιτούνται για οποιαδήποτε συναλλαγή. Με τον ίδιο τρόπο θα εξακολουθούν να διεξάγονται οι εξετάσεις υποψηφίων οδηγών, να χορηγούνται οι άδειες παραμονής, να ελέγχονται οι τροχαίες παραβάσεις, να λειτουργούν οι συγκοινωνίες, αλλά κι η Βουλή, τα δικαστήρια, οι φυλακές, ο στρατός και, φυσικά, οι «120 προς κατάργηση και συγχώνευση φορείς του δημοσίου».

Το τελευταίο καλοκαίρι είναι αυτό για το δημόσιο όπως το ήξεραν 12.500 εργαζόμενοι. Θ’ ακολουθήσουν κι άλλοι μέχρι να «πιάσουμε» το στόχο. Όταν όμως –μετά από τόσες παλινωδίες– πρώτος «στόχος» γίνονται οι άνθρωποι κι όχι οι παθογένειες του συστήματος, όσους κι αν πετύχεις πάντα για κάποιους θα υπάρχει ένα τελευταίο καλοκαίρι στο δημόσιο.

Πόσο θ’ αντέχει η κοινωνία να μετρά τις απώλειες με χαμένα καλοκαίρια, με χαμένες ευκαιρίες;

Ποιος μπορεί άραγε να υποστηρίξει με βεβαιότητα, ότι αυτό θα είναι το τελευταίο; Το ευχόμαστε, αλλά μια ευχή μόνο αρκεί;

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

"Συσσίτια δημοκρατίας".


Η κατάσταση έχει σοβαρέψει πάρα πολύ και δεν χρειάζεται να το πω εγώ για να το επιβεβαιώσεις. Τα διαδοχικά φαινόμενα όξυνσης κι εκτράχυνσης –ενίοτε και σε βαθμό παραφοράς κι εκτροπής– της πολιτικής αντιπαράθεσης και του πολιτικού λόγου, δεν αποτελούν παρά τις αφορμές για να το διαπιστώνουμε.

Προτάσεις διάφορες διατυπώνονται κι απόψεις ακούγονται, άλλες προς την κατεύθυνση της υποβάθμισης, αποσιώπησης ή και της διακωμώδησης του θέματος κι άλλες –πιο αποφασιστικές τάχα– προς την κατεύθυνση της καταδίκης και της πλήρους απομόνωσης των πρωταιτίων. Κάποιοι άλλοι –αδιόρθωτοι θα έλεγα– επιλέγουν ν’ αντιδρούν και να συμπεριφέρονται αλά καρτ κι ανά περίσταση, κατά το πώς τους βολεύει.

Όποια κατεύθυνση κι αν ακολουθήσεις το φίδι θα το βρίσκεις πλέον μπροστά σου, θα μπερδεύεται στα πόδια σου και θα στάζει σε κάθε ευκαιρία γερές δόσεις με δηλητήριο ρατσισμού, ξενοφοβίας, μισαλλοδοξίας και φόβου στο πληγωμένο σώμα της κοινωνίας. Δεν πα’ να δηλώνεις αποφασισμένος, δεν πα’ να αντιπαραθέτεις επιχειρήματα, δεν πα’ να απαγορεύεις και να συλλαμβάνεις. Ο ίδιος ο νόμος μπορεί προς στιγμήν να καταστέλλει, αλλά τις αιτίες δεν τις αντιμετωπίζει. Ο νόμος επεμβαίνει όταν προκαλούνται συνέπειες, αποτελέσματα κι οι συνέπειες και τ’ αποτελέσματα σύντομα μπορεί να πάρουν καθημερινή και μόνιμη μορφή, οπότε;

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει ευτυχέστερη συγκυρία απ’ αυτήν που διανύει τα τελευταία χρόνια η πατρίδα μας, για να επωαστεί τάχιστα και να γεννηθεί το φρικτό έκτρωμα του νεοναζισμού. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε σαν κεραυνός εν αιθρία στην απροετοίμαστη και ξένοιαστη κοινωνία μας αποτέλεσε τη θρυαλλίδα και λειτουργεί μέρα με τη μέρα ως επιταχυντής για την εξάπλωση της βίας, της ανομίας και του φόβου. Το φάντασμα της φτώχειας και της δυστυχίας, που πλανάται πάνω από ευαίσθητα κοινωνικά στρώματα κι ομάδες, αναβιώνει μνήμες κι ιστορίες δραματικές και ξαναζωντανεύει λησμονημένες βεντέτες και τυφλό κοινωνικό μίσος.

Μπορεί να μην το φωνάζουμε ή ν’ αποφεύγουμε και να το συζητήσουμε ακόμα, αλλά είναι βέβαιο ότι οι πιο πολλοί έχουμε επίγνωση και γνωρίζουμε –πολύ καλά μάλιστα– τα βαθύτερα ή πιο ρηχά αίτια, που δημιούργησαν –πέρα απ’ την κρίση– τις τόσο πρόσφορες και ιδεώδεις συνθήκες για την εξάπλωση και τη γιγάντωση του φαινομένου. Το να μη βγάζουμε τσιμουδιά ή να ξορκίζουμε τις δημοσκοπήσεις ή να προετοιμάζουμε συντεταγμένα ακροδεξιά «ανοίγματα», μόνο τη μονιμοποίηση και την περαιτέρω νονιμοποίηση της απάνθρωπης αυτής ιδεολογίας και των εκφραστών της προετοιμάζουν.

Η μεθοδικότητα κι η βήμα – βήμα διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, αρχής γενομένης από τις περιοχές και τα σημεία, που η κρατική παρουσία κι η νομιμότητα έλαμψαν επί χρόνια δια της απουσίας τους, προμηνύουν τη δυσκολία και την πολυπλοκότητα του εγχειρήματος. Αντίπαλος δεν είναι η χρυσή αυγή και τα ποσοστά της, ούτε ο κάθε υποστηρικτής ή οπαδός της. Αντίπαλος και μάλιστα περισσότερο δύσκολος, ύπουλος κι επικίνδυνος, είναι ο κακομαθημένος μας εαυτός, οι απονευρωμένοι μας θεσμοί, τ’ απονεκρωμένα μας αντανακλαστικά, η απισχνασμένη δημοκρατία.

«Συσσίτια δημοκρατίας» πρέπει να στηθούν απ’ άκρη σ’ άκρη στη χώρα. Στα σχολεία, στους συλλόγους, στις οργανώσεις, παντού, όπου υπάρχει άνθρωπος, οικογένεια, πόνος αλλά κι αδιαφορία, να ξεκινήσουν να μοιράζονται τ’ αγαθά και τα οφέλη της. Δεν είναι ανάγκη να ‘ναι πλούσια και υπέρογκα, δεν χρειάζονται σακουλάκια, αρκεί να δίνονται με συνέπεια και σταθερότητα, μ’ αποφασιστικότητα και τόλμη. Ο «ναός» της δημοκρατίας, το Κοινοβούλιο, οφείλει να πρωταγωνιστήσει σ’ αυτή τη διαδικασία, πετώντας δια παντός απ’ τα παράθυρα μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη την υποκρισία, το ψεύδος, τη συκοφαντία, την προχειρότητα και την ατολμία. Να κρεμάσει πανό με μια συγνώμη, που δεν θα ‘ναι γραμμένη απλώς με κεφαλαία, αλλά και με άλλον γραφικό χαρακτήρα από κείνον της ξύλινης γλώσσας του Βήματος της Βουλής.

Τα λάθη, τις παραλείψεις, το τι έγινε και το τι δεν έγινε για να φτάσει σήμερα να δοκιμάζεται το πολίτευμα σε συσσίτια και συγκεντρώσεις «μόνο για Έλληνες», είναι πασίγνωστα. Από αυτά θα πρέπει να ξεκινήσει η πορεία προς τον λαό, προς την κοινωνία. Μπροστά στην πλατεία Συντάγματος και με την αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά και συνολικά σε μια γενναία κι αποφασιστική και συντεταγμένη αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, να ξανασυναντηθούν πολίτες και κυβερνώντες για την επικύρωση της απόφασης για κοινή πορεία προς την εμπέδωση της δημοκρατίας, την λαϊκή κυριαρχία, την κοινωνική απελευθέρωση κι ανάταση.

Ποιος θα πει: «Τι ωραία»; Αυτό θα είναι το πρώτο κρίσιμο λάθος. Σ’ αυτό το «συσσίτιο δημοκρατίας» κανείς δεν δικαιούται να αυτοθαυμαστεί και να ευλογήσει τα γένια του. Κανένας δεν θα ξεχωρίζει από το διπλανό του ούτε για τη θέση, ούτε για το «μέσο», ούτε για τα προνόμια. Όλοι ίσοι, αλλά κι ο καθένας στο ρόλο του, στη θέση του, στις ευθύνες και τα δικαιώματά του. Όλοι μαζί, με σεβασμό στην αξία, τις δυνατότητες και τις ιδιαιτερότητες του άλλου, με πίστη για τη δύναμη της αλήθειας, του δίκιου, της ομαδικότητας και της θέλησης.

Να συμφιλιωθούμε με το παρελθόν μας, να αναγνωρίσουμε τις αδυναμίες και τα λάθη μας και να οργανώσουμε τη δημοκρατική μας αντεπίθεση με όπλα την ειλικρίνεια, την ευθύτητα και την καθημερινή πρακτική. Με ορίζοντα όχι την επόμενη ψηφοφορία ή τις επόμενες εκλογές, αλλά τα επόμενα δύσκολα χρόνια, τις επόμενες γενιές. Τα «συσσίτια δημοκρατίας», που θα συνιστούν στην πράξη τη δυναμική διείσδυση, το μπόλιασμα, στο σώμα της κοινωνίας ισχυρών αντισωμάτων πίστης και αφοσίωσης στο πολίτευμα, εμπιστοσύνης στους θεσμούς, στους κανόνες, στους αντιπροσώπους, αλλά και στον εαυτό της τον ίδιο.

Πίστη, ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί ούτε ως μπράβος, ούτε ως προστάτης, ούτε ως νταής, αλλά ζει κι αναπνέει όταν δεν χρειάζονται ούτε μπράβοι, ούτε προστάτες, ούτε νταήδες. Ζει κι αναπνέει όταν δεν υπάρχουν ανισότητες, αποκλεισμοί, διακρίσεις. Ζει κι αναπνέει όταν ο κάθε πολίτης, καθένας που βρίσκεται ή κατοικεί σ’ αυτόν τον τόπο αισθάνεται ελεύθερος, ασφαλής και ικανός ν’ αναπτύξει την προσωπικότητα και να ζήσει τη ζωή του, με αξιοπρέπεια κι ανεξαρτησία, σεβόμενος τη νομιμότητα, αλλά και την ελευθερία του άλλου.

Η δημοκρατία ζει κι αναπνέει δυνατή και γνήσια, όταν δεν χρειάζεται ούτε συσσίτια, ούτε τεχνητή αναπνοή, ούτε μηχανική υποστήριξη καθηλωμένη στο κρεβάτι της εντατικής.

Foto: Glauco Dattini

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Ιστορίες γι' αγρίους ή το δικό μας success story.


Λοιπόν, ξέρεις κάτι; Βαρέθηκα όλην αυτήν τη γκρίνια και τη μιζέρια. Οκ, θα μου πεις «η φτώχια φέρνει γκρίνια», αλλά τι να κάνουμε; Ακούγεται από πουθενά καμιά πειστική φωνή για το πώς θα σταθούμε ως χώρα και κοινωνία υπεύθυνα κι αποτελεσματικά απέναντι στην κρίση που μας βρήκε κι έχει βρει μαζί κι όλους τους ευρωπαίους; Καθένας το μακρύ του και το κοντό του. Κατά πού φυσάει ο άνεμος αρμενίζουν οι δηλώσεις κι οι απόψεις των υπευθύνων και των αρμοδίων. Άλλοι με μπούσουλα τις πιέσεις των δανειστών κι άλλοι με γνώμονα το κομματικό τους συμφέρον. Όλοι μαζί με την ελαφρότητα και την προχειρότητα άλλων εποχών κι άλλων συνθηκών.

Το πράγμα έχει από καιρό δείξει πώς περίπου θα εξελιχθεί και γι’ αυτό λέω να το πάρω απόφαση. Μεταρρυθμίσεις θεαματικές και ρηξικέλευθες δεν φαίνονται στον ορίζοντα. Το έργο αυτό τελείωσε πριν καν αρχίσει. Το δυστύχημα είναι ότι με τον τρόπο αυτό –και υπό την ασφυκτική πίεση της τρόικας– θα ξεβολευτούν μερικές χιλιάδες εργαζόμενοι του δημοσίου. Δεν είναι μικρό πράγμα, είναι οδυνηρό γι’ αυτούς που το βιώνουν και απάνθρωπο με τη διαδικασία που τελικά εξελίσσεται. Τσιμουδιά δεν ακούγεται για τους περιβόητους φορείς–σφραγίδες που θα έκλειναν, αντιθέτως, «πακέτα» εργαζομένων μπαίνουν οριζοντίως στη διαδικασία της κινητικότητας και εκ των υστέρων αναζητούνται κριτήρια, μέθοδοι και ρυθμίσεις. Δουλειές του ποδαριού.

Θα σερνόμαστε λίγο – λίγο και μέχρι να διαφανούν στον ορίζοντα οι οριζόντιες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλέπε Γερμανία και περί αυτήν) για την τύχη των κρατών μελών. Οπότε –σύμφωνα με τα μέχρι τότε επιτεύγματά μας– θα κατακτήσουμε περίοπτη θέση στη δεύτερη –μόνο;– ταχύτητα και στους αποκλεισμένους από τα κέντρα των αποφάσεων. Κομψά ή κοφτά θα επισημοποιηθεί και σε επίπεδο θεσμικών οργάνων η επιτροπεία μας και θ’ αποσαφηνισθούν οι νέοι όροι με τους οποίους θα μετερχόμαστε των «αχράντων μυστηρίων» της πάλαι ποτέ «Ένωσης». Πάλι καλά.

Θα χορτάσουμε εύσημα κι επαίνους ως την ώρα εκείνη, θα πλημμυρίσουμε από παχιά λόγια και μεγαλόστομες δηλώσεις επωνύμων ανά την υφήλιο για τη μεγαλειώδη μας προσπάθεια να τιθασεύσουμε τα ελλείμματα και να εμφανίσουμε πλεόνασμα. Κανείς όμως δεν θα λέει πώς αυτό το «επίτευγμα» θα διατηρηθεί και κανένας δεν θα μεριμνήσει προκειμένου να διατηρηθεί αυτή η «επιτυχία» σε βάθος χρόνου. Τα γυάλινα πόδια του επιτεύγματος που με τόσες θυσίες στήνονται, θα κρύβονται επιμελώς και με ιδιαίτερη προσοχή μέχρι να διαμορφωθούν τα νέα δεδομένα και να ξεκαθαρίσει το τοπίο για το πού θα πάει η Ευρώπη μέσα σ’ αυτή την παγκόσμια λαίλαπα της κυριαρχίας των αγορών και του κεφαλαίου. Ισορροπία τρόμου.

Γι’ αυτό σου λέω, ότι –επειδή τα πράγματα φαίνεται να έχουν πάρει το δρόμο τους– ο μόνος τρόπος να επηρεάσουμε υπέρ ημών τις μέχρι τότε εξελίξεις, είναι ν’ αποφασίσουμε να επιδράσουμε στην καθημερινότητα, να διαφοροποιήσουμε τις συνήθειες, ν’ ανατρέψουμε τα μέχρι σήμερα δεδομένα. Με τη γκρίνια στο διαδίκτυο και τη μουρμούρα όπου βρεθούμε και σταθούμε δε βγαίνει άκρη. Ούτε με τους τσαμπουκάδες του δρόμου και τα «συσσίτια» της χρυσής αυγής. Ούτε «άλλο» πόλο του δικομματισμού έχουμε την πολυτέλεια επ’ άπειρο να περιμένουμε, ούτε πότε θα ‘ρθουν οι Κινέζοι ή θα κατέβουν οι Ρώσοι. (Τι ειρωνεία κι αυτή –ανοίγω παρένθεση– να περιμένουμε επενδύσεις και «ζεστό χρήμα» από τους «κομμουνιστές». Σημεία των καιρών κι αυτά, που όμως δεν θα πρέπει να τα αγνοούμε. Το χρήμα μπορεί να έχει χρώμα, δεν έχει ούτε θεό, ούτε πατρίδα, πολύ δε περισσότερο δεν έχει ιδεολογία, αλλά κι ηθική. Κλείνει η παρένθεση).

Τα δεδομένα μόνοι μας μπορούμε να τα διαμορφώσουμε κι ας αφήσουμε κατά μέρος το κράτος και τους φόρους και τα έτσι και τ’ αλλιώς. Πόσο έχουμε επιτρέψει ν’ αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας του εμπορίου και της διακίνησης προϊόντων κι υπηρεσιών; Πόσο έχουμε αφήσει ν’ ανοίξουν τ' «ανοιχτά» και πόσο ν’ απελευθερωθούν τα «προστατευόμενα» επαγγέλματα; Πόσο έχει τροποποιήσει το καθεστώς τιμολόγησης των ειδών; Όταν ο ένας την «κάνει» από ‘δω κι ο άλλος κοιτάζει πώς θα ξεφύγει από ‘κει, ποιος θα την πληρώσει στο τέλος; Πρέπει να έρθει το κράτος να μας τα επιβάλει όλα δια της βίας, γιατί μόλις γυρίσει το κεφάλι απ’ την άλλη ο «αρμόδιος» είμαστε έτοιμοι να την κάνουμε. Κι ο «αρμόδιος», όσο οι διαδικασίες του επιτρέπουν να ρυθμίζει αποφασιστικά το ένα και το άλλο, είναι έτοιμος με το «καλημέρα» να ζητήσει να κατέβει επιτόπου ο ουρανός με τ’ άστρα. Ποιο κράτος;

Μόνοι μας πρέπει να σπάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο, γιατί μόνοι μας συμβάλουμε στη συντήρηση και διαιώνισή του. Καμιά κυβέρνηση και κανένας πολιτικός δεν θ’ αποφασίσει να εφαρμόσει αυτά που κατ’ ιδίαν κι ο ίδιος παραδέχεται ως κακώς κείμενα. Έτσι είναι το παιχνίδι παντού. Παντού και πάντα η πολιτική αυτούς τους κανόνες ακολουθεί και μ’ αυτούς τους όρους παίζει. Δε διαβάζετε και καμιά εφημερίδα, βρε παιδιά; Εμείς –οι άμεμπτοι κι ακέραιοι– ξεσαλώσαμε κι είμαστε έτοιμοι ακόμα και τον Χίτλερ να νεκραναστήσουμε προκειμένου να διασωθούμε από δαύτους («θου Κύριε», μέρα πού ‘ναι και σήμερα). Δεν κοιτάμε πώς θα διαμορφώσουμε ως κοινωνία ένα ξεκάθαρο πλαίσιο διακριτών και αποσαφηνισμένων ρόλων, ευθυνών, δικαιωμάτων κι υποχρεώσεων, αλλά φορτώνοντας τα πάντα στους πολιτικούς νίπτουμε τα χείρας μας από την επαύριον κι όλας των εκλογών. Τη δύναμη ν’ αποφασίζουν εμείς την έχουμε εκχωρήσει, αλλά με αντικαταβολή, εφόσον την «επαύριον» πρώτοι και καλύτεροι συνωστιζόμαστε στα βουλευτικά και λοιπά γραφεία για τα «κατόπιν ενεργειών μας». Κοροϊδευόμαστε; Απλώς, αλλού υπάρχουν και λειτουργούν θεσμοί, ενώ εδώ είναι όλα μπάχαλο. Μόνο στα λόγια ξέρουμε να φέρνουμε ως παραδείγματα την Ιταλία ή το Βέλγιο, που λειτουργούσαν ως κράτη προσωρινά μεν, αλλά επί μεγάλα διαστήματα, έστω και με υπηρεσιακές κυβερνήσεις.

Εδώ είναι κι οι ευθύνες κάποιων απ’ τους «αριστερούς» χώρους της εποχής μας, που στο όνομα της «επανάστασης» –τρομάρα μας– και της ανατροπής του συστήματος, στο όνομα του «ανατροπή να ‘ναι κι ότι να ‘ναι», κοντεύουν να ξεπεράσουν σε εθνικιστικές κορώνες και σε αντιδημοκρατικές κραυγές κάθε ακροδεξιό «χώρο». Η αντικοινωνική τους συμπεριφορά στο όνομα των αναγκών της κοινωνίας, δημιουργεί τόση σύγχυση κι αποπροσανατολισμό, ιδίως μεταξύ των νέων, που εμποδίζει επί της ουσίας να αλλάξει οτιδήποτε από τα κακώς κείμενα μιας ζωής. Τρομοκράτηση στην πράξη κι όποιος αντέξει. Για να τρώμε τον αυταρχισμό του κράτους με τα κουτάλια και να δικαιώνουμε τη διάχυση και την εμπέδωση του εκφασισμού της κοινωνίας. Η κρίση κλείνει τα μαγαζιά της Αθήνας, ενώ το κάψιμό τους κάθε τρεις και λίγο από μολότοφ τα κρατούσε ανοιχτά. Κούνια που μας κούναγε.

Η ζημιά που έχει γίνει είναι μεγάλη, ας μην την κάνουμε ανεπανόρθωτη, για το καλό το δικό μας και τον παιδιών μας. Δεν λέω ότι μπορεί να μην υπάρχει προοπτικά άλλος δρόμος ή ότι δεν μπορούν να υπάρξουν δικαιότερες πολιτικές. Ξεκινώντας όμως εκ προοιμίου με τα «όχι» και τα «δεν», με τα «ποτέ» και τα «τίποτα», τι ποιότητα αποφάσεων και τι προστασία των κεκτημένων επιτυγχάνεται; Άτακτη νομοθέτηση κι άτακτη υποχώρηση. Πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένα. Μια κοινωνία σμπαράλια, νεύρα τσατάλια. Ως πού θα πάει αυτό; Ως τις Γερμανικές εκλογές; Ως την πρωτοχρονιά; Ως τις ευρωεκλογές; Είναι λύση αυτή; Να συναρτάμε –λέγοντας και κάνοντας ασυναρτησίες– την τύχη μας με χίλιους δυο άλλους παράγοντες, γεγονότα κι ενδεχόμενα κι όχι με μας τους ίδιους, μ’ αυτά που εμείς είμαστε αποφασισμένοι να φτιάξουμε, να χαλάσουμε, να διορθώσουμε ή να καταστρέψουμε; Όλοι οι άλλοι τη δουλειά τους κάνουν. Μα καλώς, μα κακώς, οι μεν βορειοευρωπαίοι κρατάνε τα ηνία, οι δε νότιοι τραβάνε τα ζόρια και το κουπί. Ας σταθούμε όσο μπορούμε υπεύθυνα απέναντι στους λαούς που κι αυτοί βασανίζονται το ίδιο σκληρά μ’ εμάς. Ας αφήσουμε κατά μέρος τα νταηλίκια και τις εξυπνάδες που δεν μας τιμάνε ούτε σαν λαό, ούτε σαν χώρα. Έχουμε αδυναμίες, αλλά και πάμπολλες δυνατότητες, ας μιλήσουμε γι’ αυτές, ας επιδιώξουμε να τις πραγματώσουμε, ας κάνουμε έστω τον κόπο να προβληματιστούμε με το ενδεχόμενο να κουνήσουμε επιτέλους το δαχτυλάκι μας δημιουργικά και προς το συμφέρον μας, αντί να το τείνουμε δεξιά κι αριστερά προς επήκοον κι εκφοβισμό πότε της Μέρκελ, πότε του Σόιμπλε, πότε του ΔΝΤ, πότε στον έναν και πότε στον άλλον. Το δάσος μας ενδιαφέρει, όχι το δάχτυλο.

Το κράτος μας όπως λειτουργούσε και λειτουργεί έχει προβλήματα, αλλά δεν θα λυθούν –όπως κι η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει– με τον εφησυχασμό, την αδιαφορία, την άρνηση, την τσαπατσουλιά. Όσοι κι αν απολυθούν, όσες υπηρεσίες κι αν κλείσουν, όσες διαθεσιμότητες κι αν επινοηθούν, όσοι ΦΠΑ κι αν μειωθούν, όσες δόσεις κι αν μπουν στους φόρους, τίποτε δεν μπορεί να διατηρήσει το επισφαλές πλεόνασμα του 2014, που χάριν του ζούμε τη «νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» –κι αυτό θα είναι το μεγάλο κρίμα κι άδικο– αν δεν γίνει υπόθεσή μας η αλλαγή. Αν η κοινωνία δεν μπει μπροστά δείχνοντας ότι απαιτεί να ζήσει, έστω και κάτω από αυτές τις δυσμενείς συνθήκες, αλλά να ζήσει, με αξιοπρέπεια, ασφάλεια, αλληλεγγύη. Αν ο καθένας μας δεν δείχνει μονίμως το διπλανό του για να σηκώσει το σταυρό του μαρτυρίου και των μέτρων, παραμένοντας πεισματικά αδιάφορος κι αδιάλλακτος στην αλλαγή νοοτροπίας, συμπεριφοράς κι αντιλήψεων.

Ποιος έχει τη δύναμη να επιβάλει αυτούς τους κανόνες, αν όχι εμείς οι ίδιοι με τη στάση, τη συμπεριφορά και την καθημερινή μας πραχτική; Αν εμείς οι ίδιοι πρώτα δεν αλλάξουμε, είμαστε χαμένοι από χέρι, ενώ όλα είναι στο χέρι μας. Νομίζω.


Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Είμαστε ακόμα ζωντανοί.



Το 2010 μας διέψευσε πανηγυρικά. Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται πια στη χώρα μας ούτε καν ως φάρσα. Η αναγωγή στο ανατρεπτικό 1910, οπότε αναδείχθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως κεντρική ηγετική φυσιογνωμία στο πολιτικό προσκήνιο, που σφράγισε την μετέπειτα πορεία της χώρας, δεν επαναλήφθηκε. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε βίαια στη χώρα και ανέδειξε ταυτόχρονα κι όλες τις πτυχές και τις αδυναμίες του πολιτικοκοινωνικού μας συστήματος, δεν κατέστη δυνατόν να κινητοποιήσει τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του τόπου, προς την κατεύθυνση ενός νέου οράματος, για τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης αντίληψης για την οργάνωση του κράτους και των θεσμών του.

Τρία χρόνια τώρα, κυβερνήσεις και πρωθυπουργοί αλλάζουν, αλλά συνεχίσουν μονότονα να εφαρμόζονται οι ίδιες οριζόντιες πολιτικές επί δικαίων και αδίκων.  Τρία χρόνια τώρα κι απ’ την πλευρά της κοινωνίας εξακολουθούν μονότονα ν’ ακούγονται  οι ίδιες φωνές και γκρίνιες για την διατήρηση ενός status που εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να διασωθεί. Τρία χρόνια τώρα σκληρής οικονομικής λιτότητας, δραματικών ανατροπών σε όλες τις ατομικές και κοινωνικές δραστηριότητες, εξουθενωτικών συνθηκών διαβίωσης, αλλά και λειτουργίας του κράτους, κι όλα στη χώρα φαίνεται να παραμένουν στάσιμα, μετέωρα, αδιάφορα.

Όμως… Είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Είναι χαρακτηριστική η αδυναμία να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν πολιτικές, που αν μη τι άλλο, ας είναι περιοριστικές, αλλά τουλάχιστον να διασφαλίζουν την αποκατάσταση δυσλειτουργιών κι αδυναμιών του παρόντος. Είναι πραγματικά εκπληκτικό, πώς έχουμε ακινητοποιηθεί και ως κοινωνία απέναντι στο κακό που μας βρήκε. Και το ζητούμενο δεν είναι να τα κάνουμε όλα γυαλιά καρφιά στα τυφλά για να ξεθυμάνουμε και να ξεδώσουμε, αλλά πώς θα κατορθώσουμε να ξεκολλήσουμε απ’ όλα όσα μας κρατάνε καθηλωμένους και ν’ απαλλαγούμε από εκείνα που, λίγο – πολύ, ευθύνονται για τη σημερινή μας θέση. Οι όποιες αντιδράσεις περιορίζονται σε μιαν άρνηση της πραγματικότητας και σε μια ολοκληρωτική δυσανεξία σε οποιαδήποτε, έστω κι ανεπαίσθητη, μεταβολή.

Η κατάσταση αυτή είναι απόρροια της αδράνειας και του εφησυχασμού που προϋπήρξε. Είναι ενδεικτική του πατερναλιστικού και πελατειακού τρόπου άσκησης της εξουσίας και της διακυβέρνησης του τόπου επί δεκαετίες. Η ενθυλακωμένη στο συλλογικό υποσυνείδητο αντίληψη, ότι «το κράτος», ως υπέρτατη αρχή κι εξουσία μέσω της κυβέρνησης, μεριμνά, επιλαμβάνεται κι επιλύει τελικά –αδιάφορα πώς– κάθε πρόβλημα συλλογικό ή ατομικό, έχει απονεκρώσει τα κοινωνικά αντανακλαστικά κι έχει απαξιώσει τις συλλογικές δράσεις (γι' αυτό άμοιρος ευθυνών δεν είναι κι ο κομματικός συνδικαλισμός). Η δυνατότητα αντιμετώπισης της όποιας δυσκολίας ή δυσχέρειας, αλλά και της ικανοποίησης του όποιου αιτήματος ή οποιασδήποτε ανάγκης, μέσω της διαμεσολάβησης των δημοκρατικά –πάντοτε– εκλεγμένων ή διορισμένων στα πολιτειακά αξιώματα, έχει αχρηστεύσει τις αρχές της ισότητας και της δικαιοσύνης κι έχει αμβλύνει τις αντιστάσεις στην αυθαιρεσία και τον αυταρχισμό. Γι’ αυτό, δεν είναι τυχαίο, ότι ακόμα και τώρα, μεσούσης της κρίσης, όλα εξαρτώνται από την εκάστοτε κυβέρνηση κι όλοι περιμένουν από «το κράτος» να φροντίσει κατά προτεραιότητα για όλα και για όλους.

Έτσι, η πραγματικότητα εξακολουθεί να προσλαμβάνεται από την κοινωνία μονοσήμαντα κι ευθύγραμμα κι όχι ως δυναμική και πολύμορφη αλληλουχία δεδομένων και μεταβλητών. Οι ποικιλόμορφες αλληλεπιδράσεις μέσα στο νέο περιβάλλον που δημιούργησε η κρίση, στο εσωτερικό, αλλά και στο διεθνές πεδίο, εξακολουθούν να ερμηνεύονται με τους εμπειρικούς αυτοσχεδιασμούς του παρελθόντος. Οι σχέσεις αλληλεξάρτησης κι αλληλοϋποστήριξης έχουν διαρραγεί κι έχουν υποκατασταθεί από αυθόρμητους, όσο κι ακραίους, κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς. Ο συντηρητισμός ή η καταφυγή σε παραδοσιακές μεθόδους, ως εργαλεία πολιτικής, είναι πληκτικά προβλέψιμες και αποκαρδιωτικά ομοιόμορφες, όσο, ταυτόχρονα, απρόσφορες κι αναποτελεσματικές.

Όμως… Είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Πολιτικές απόψεις, προβληματισμοί κι αναζητήσεις περί του πρακτέου, για την υπέρβαση του παρόντος, για μια νέα αφετηρία μεταρρυθμίσεων και αλλαγών, κινούνται ασυντόνιστα κι ασύντακτα και –προς το παρόν τουλάχιστον– μόνο σε επίπεδο θεωρητικών επιδιώξεων και μεσσιανικών αντιλήψεων, ενώ ταυτόχρονα διακατέχονται έντονα από συναισθηματικά στοιχεία και προϊδεάσεις. Η διαχείριση της υφιστάμενης κατάστασης κι η επιδίωξη ριζοσπαστικών και καινοτόμων μεταρρυθμίσεων, εναπόκειται  στη συνεννόηση και την καλή διάθεση ετερόκλιτων και αμφιλεγόμενων για την πολιτική τους κουλτούρα και διαδρομή προσώπων και συλλογικοτήτων, που κάθε άλλο παρά εγγυώνται την επιτυχή ευόδωση των προθέσεων. Ο δονκιχωτισμός και το θνησιγενές αυτών των οραματισμών είναι προφανής, ενόψει, μάλιστα, της δυναμικής που αναπτύσσεται μέρα με τη μέρα από ακραίες και λαϊκιστικές δυνάμεις εντός κι εκτός Κοινοβουλίου.

Τα δεδομένα αυτά δεν ενθαρρύνουν τις μαζικές μετακινήσεις του εκλογικού σώματος σε κομματικές κατευθύνσεις άγνωστες και πολιτικά νερά αχαρτογράφητα. Μπορεί το 2010 να μας διέψευσε, αλλά συνθήκες «1974» ή «1981», που να ευνοούν θεαματικές αλλαγές δεν φαίνεται να υπάρχουν και δεν διαφαίνεται ότι στο εγγύς μέλλον είναι εύκολο να προκύψουν. Η όποια μέχρι σήμερα θορυβώδης κι αδέξια προσπάθεια εκ μέρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης να καλλιεργήσει το κλίμα, ώστε να προσποριστεί κομματικά οφέλη, μάλλον φυγόκεντρα κι αποθαρρυντικά λειτουργεί για τη μεγάλη πλειοψηφία των μετριοπαθών ψηφοφόρων. Αν και υπάρχει, λοιπόν, αξιόλογο τμήμα του εκλογικού σώματος που, για χίλιους δυο διαφορετικούς λόγους, δεν εκπροσωπείται από το υπάρχον κομματικό κατεστημένο, η αδυναμία να αρθρωθούν αξιόπιστες εναλλακτικές πολιτικές ως προς τα δεδομένα του σήμερα και τις προοπτικές του αύριο, το κρατά αποστασιοποιημένο και παθητικό παρατηρητή των εξελίξεων.

Όμως… Είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Στο πλαίσιο αυτό Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ συνδέουν όλο και περισσότερο τις τύχες τους –διόλου τυχαία η επιλογή Παπουτσή– και προετοιμάζουν χωριστά και από κοινού μέρα τη μέρα και μήνα το μήνα τις κινήσεις τους μέχρι το Μάιο του 2014. Αν «βγει» το θερμό φετινό καλοκαίρι, όλα από το Σεπτέμβριο και μετά θα δείχνουν διαφορετικά. Αν «μπει» χωρίς απρόοπτα ο προσεχής χειμώνας, θα αποσαφηνιστούν με μεγαλύτερη άνεση οι πολιτικές κινήσεις του 2014. Του 2014 που θα φέρει όπως όλα δείχνουν, εκτός από το πρωτογενές πλεόνασμα, και τις τριπλές εκλογές του Μαΐου, με κορωνίδα τη συνταγματική αναθεώρηση και την οριστική μεταπολίτευση της μεταπολίτευσης.

Το 2010 μας διέψευσε, αλλά το 2014 δεν προτίθεται να μας αφήσει να πλήξουμε. Αν, φυσικά, το 2013 επιτρέψει ως τότε να «μας αντέξει το σκοινί».

Foto: Vivi Rindom

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Η Ε.Ρ.Τ. γυρίζει;


Πες με πνεύμα αντιλογίας, πες με κυβερνητικό, εγώ θεωρώ ότι το σήμα της νέας κρατικής τηλεόρασης είναι πέρα για πέρα ρεαλιστικό κι απηχεί τις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης.

Με το που έσκασε μύτη όλοι έπεσαν –σαν έτοιμοι από καιρό– να το θάψουν. Το τι έχει ειπωθεί και γραφτεί από χτες τ’ απόγευμα δε λέγεται. Αυτό μας μάρανε –θα μου πεις– αλλά μέσα στο γενικό χαμό δεν πρέπει να ισοπεδώνονται όλα. Το σήμα της νέας ΕΡΤ σηματοδοτεί το πέρασμα σε μιαν άλλη εποχή, σε μιαν εποχή αλήθειας, ρεαλισμού και ελεύθερης επικοινωνίας.

Μια ματιά στο νέο εικαστικό δημιούργημα που θα συντροφεύει προσεχώς τις τηλεοπτικές μας αναζητήσεις, αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

Πρώτον η υδρόγειος γέρνει σαν να κυλάει. Ε και; Έτσι δεν έχουν τα πράγματα; Σε έναν ευμετάβλητο και ρευστό κόσμο δεν ζούμε, όπου καθημερινά όχι μόνο η ειδησεογραφία, αλλά κι οι σταθερές κι οι αξίες που τον χαρακτήριζαν μέχρι σήμερα ανατρέπονται;

Να μας ευαισθητοποιήσει ως πολίτες θέλει και να μας υπενθυμίζει καθημερινά, ότι όλα αυτά που μέχρι σήμερα ξέραμε πρέπει να τα ξεχάσουμε. Όλα ανατρέπονται κι όλα γυρίζουν –όχι μόνο η Γη που λέει κι ο Ζουγανέλης. Η ΕΡΤ έκλεισε, η δημοτική αστυνομία διαλύθηκε, η μονιμότητα στο δημόσιο ξεπεράστηκε, ακόμα και το χαράτσι της ΔΕΗ θ’ αλλάξει μορφή.

Οι πολύχρωμες γραμμές που ανεμίζουν αιθέρια στο γαλάζιο φόντο, είναι κάτι σαν κορδέλες, αλλά στην πραγματικότητα είναι τα φύκια της ελληνικής θάλασσας που ανεμίζουν ελεύθερα κι ανέμελα όχι μόνο στον κάθε λογής βυθό, αλλά και στα θολά νερά των τηλεοπτικών παραθύρων και πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Θα μου πεις κι η τηλεόραση εκεί που έχει κατρακυλήσει σαν ένας απέραντος –αν κι όχι γαλάζιοςβυθός μοιάζει, οπότε κι απ’ αυτή τη σκοπιά πάλι το νέο σήμα αντικατοπτρίζει τη νέα πραγματικότητα του τηλεοπτικού τοπίου.

Για να είμαι ειλικρινής το μόνο που με προβληματίζει λίγο είναι τ’ αρκτικόλεξο. Ε.Δ.Τ. έδτ, κολλάει η γλώσσα. Να λέγεται Ε.ΔΗ.Τ. μήπως; Κάπως πιο εύηχο, αλλά θα τρίζουν τα κόκαλα του συγχωρεμένου του Γιάννη του Ζίγδη από τη φαινομενική συνήχηση με την πάλαι ποτέ Ε.ΔΗ.Κ.

Ίσως ένας μικρός αναγραμματισμός όπως το Δ.Ε.ΤΗ. (κατά το Δημόσια Ελληνική ΤΗλεόραση) να ήταν μια κάποια λύση και προτείνω στους υπεύθυνους να το σκεφτούν. Με αυτή τη μικρή αλλαγή ολοκληρώνεται ο συμβολισμός και θα μπορούμε να φανταζόμαστε συνολικά –με τόσους πια συμβολισμούς– πόσο ελεύθερη κι αντικειμενική θα είναι η εικόνα της νέας ΕΡΤ.

Μια εικόνα όσο χίλιες λέξεις. Κι ακόμα δεν είδαμε καν το πρόγραμμα.


Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Δημόσιο: Αναζητώντας το "plan A".


Αν κάτι απεχθάνονται οι πολιτικοί στην Ελλάδα είναι τα «εναλλακτικά σχέδια», τα «plan Β», για να συνεννοούμαστε. Και τα απεχθάνονται γιατί οι επιλογές κι οι αποφάσεις τους καμιά σχέση δεν έχουν με τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό κι όλες αυτές τις διοικητικές διαδικασίες, που κάθε άλλο παρά έχουν σχέση με τα ρουσφέτια και την εξυπηρέτηση κομματικών πελατειών, αλλά αντιθέτως εισάγουν τον ορθολογισμό, την πρόβλεψη και τον έλεγχο στην άσκηση των πολιτικών τους.

Οι εξελίξεις από τον περασμένο Μάρτιο, οπότε η τρόικα έθεσε επιτακτικά το θέμα της απομάκρυνσης μερικών χιλιάδων υπαλλήλων, αποτελούν την θλιβερή απόδειξη της διαπίστωσης. Η εναγώνια αναζήτηση του τελευταίου διαστήματος για υπαλλήλους κι εργαζομένους στο δημόσιο προς απόλυση, μετακίνηση κ.ο.κ., φανερώνει ότι όχι μόνο σχέδιο δεν υπήρξε, αλλά ούτε κάν στοιχειώδης μέριμνα και πρόνοια, ώστε να αποτυπωθούν σ’ ένα κομμάτι χαρτί πέντε αξιόπιστα σενάρια άμεσης εφαρμογής.

Άραγε, πού είναι οι 150.000 συνταξιοδοτήσεις που θα προέκυπταν μέχρι το 2015, όπως υποστήριζε μετ’ επιτάσεως μάλιστα κάποιος προ του Αντώνη Μανιτάκη υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης; Παρουσιάστηκαν έκτοτε οποιαδήποτε αξιόπιστα και τεκμηριωμένα στοιχεία που ν’ αποδεικνύουν, ότι πράγματι οι προς συνταξιοδότηση υπάλληλοι ανέρχονται σ’ αυτό τον αριθμό, οπότε να ησυχάσουμε όλοι; Ασφαλώς και όχι. Τουναντίον, κάθε φορά που ετίθετο θέμα απομάκρυνσης ή μετακίνησης υπαλλήλων ανακαλύπτονταν απ’ τους αρμοδίους κι από μια νέα κατηγορία. Να οι επίορκοι, να οι κοπανατζήδες, να ετούτοι, να κι οι άλλοι.

Μετά το βίαιο κλείσιμο της ΕΡΤ, παιχνιδίζουμε και με άλλες κατηγορίες υπαλλήλων λες και πρόκειται για ασκήσεις επί χάρτου ή τρόπο ψυχαγωγίας. Πότε με τους καθηγητές πληροφορικής, πότε με τους φύλακες των σχολείων και πότε με τη δημοτική αστυνομία. Αστεία πράγματα, αλλά πολύ σοβαρά όταν πρόκειται για κυβερνητικές αποφάσεις που αφορούν εργαζόμενους. Έστω κι αν όλοι αυτοί μετακινηθούν εν μία νυκτί, λύθηκε το πρόβλημα του δημοσίου; Ασφαλώς όχι. Υπαλληλικές σχέσεις κι ανθρώπινες ζωές ανακατεύονται απλώς και μπερδεύονται σ’ ένα κουβάρι απελπισίας, που μόνο τον εκσυγχρονισμό και τη μεταρρύθμιση δεν σηματοδοτεί, επιτείνοντας ταυτόχρονα και την εργασιακή ανασφάλεια στο δημόσιο, τη στασιμότητα, την παθητικότητα και την αδράνεια.

Πώς να προχωρήσει άλλωστε η όποια διαδικασία διοικητικής μεταρρύθμισης, όταν η ίδια η κυβέρνηση δεν έχει ξεκαθαρίσει με ποιο σχήμα θα επιχειρήσει τη διακυβέρνηση της χώρας. Όταν υπουργεία απ’ τη μια συμπτύσσονται σε υπερτροφικούς γραφειοκρατικούς γίγαντες αναποτελεσματικότητας κι απ’ την άλλη αναδημιουργούνται οιονεί υπουργεία που οι αρμοδιότητές τους αναζητούνται εκ των ενόντων για να δημιουργηθεί μόνο και μόνο η υπουργική καρέκλα. Όταν όλος ο καυγάς είναι τι θα γράφει η «γαρνιτούρα» στην ταμπέλα π.χ. του υπουργείου Παιδείας, «Δια βίου Μάθησης» ο ένας, «και Θρησκευμάτων» -σταθερά- ο άλλος. Μπορείς με τέτοιου είδους «αλλαγές» να υποστηρίξεις ότι υποστηρίζεις σοβαρά την υπόθεση της διοικητικής μεταρρύθμισης; Ούτε για πλάκα.

Υπάρχει άραγε ο αναγκαίος χρόνος ως το Σεπτέμβριο, ώστε η σοβαρότητα να επιστρέψει κι ευθύνη να τοποθετηθεί στο επίκεντρο των επιλογών για την τύχη του δημοσίου; Υπάρχει, δύσκολα, κοπιαστικά αλλά υπάρχει. Τα οργανογράμματα των δημοσίων υπηρεσιών απ’ τις επιτροπές που είχαν συσταθεί είναι απ’ τον περασμένο Οκτώβριο έτοιμα. Να εκδοθούν τα σχετικά προεδρικά διατάγματα για όλα τα υπουργεία άμεσα. Να τοποθετηθούν οι υπάλληλοι και μετά ν’ αρχίσουν ανά Υπουργείο οι κρίσεις. Βέβαια, υπάρχουν κι οι πιέσεις για «τακτοποιήσεις» που πρέπει να γίνουν, εφόσον διάφοροι δεν συμφωνούν με τις εισηγήσεις των επιτροπών κι έχει αρχίσει ένα μεγάλο «μαγείρεμα» με τη σύσταση άλλων επιτροπών σε διάφορα υπουργεία για τη διάσωση διευθύνσεων και μονάδων στο όνομα –κι αυτές– της αναδιοργάνωσης.

Δεν χρειάζεται να ξαναρχίσουν όλα απ’ την αρχή.

Ας προχωρήσει με αποφασιστικότητα η εφαρμογή των σχεδίων οργανισμών κι οι υπηρεσίες του διοικητικής μεταρρύθμισης, ας συντονίσουν σε βάθος χρόνου μια διαδικασία εκπόνησης τυχόν διορθώσεων  ανά υπουργείο. Δεν μπορεί στο όνομα της τελειότητας να μην γίνεται τίποτε και να κρατούνται όμηροι οι εργαζόμενοι. Ούτε στο όνομα της αντικειμενικότητας να έχουν αποψιλωθεί όλες οι υπηρεσίες από προϊσταμένους που να έχουν κριθεί στοιχειωδώς από υπηρεσιακά συμβούλια. Από «κριτήρια» και «αξιολογήσεις» βρωμάει η οικουμένη κι εμείς για το θέμα αυτό, εδώ και τρία χρόνια, ανακαλύπτουμε και πάλι την πυρίτιδα.

Τούτη την ύστατη για το δημόσιο ώρα δεν επιτρέπεται κανένας να αδρανεί ψάχνοντας τάχα ευέλικτα σχέδια και μαγικές φόρμουλες για την εξυγίανση του δημοσίου σε ξένα περιοδικά κι εγκυκλοπαίδειες ή σε επιτροπές και φόρουμ εργασίας. Τέλεια σχέδια και απόλυτες δομές δεν υπάρχουν, γι’ αυτό άλλωστε παντού στον κόσμο υπάρχουν τα «plan Β». Μόνο στη χώρα μας κλώθουμε και τραινάρουμε τις όποιες σχεδιασμένες αποφάσεις για το δημόσιο, νομίζοντας ότι έτσι αποφεύγεται η χρέωση του πολιτικού κόστους και το «φόρτωμα» όλων των στραβών στους «ξένους».

Δυστυχώς, είναι επιπόλαιες, κοντόφθαλμες, αλλά κι επικίνδυνες αυτές οι επιλογές, αφού όχι μόνο διατηρούν υψηλά το δείκτη αφερεγγυότητας της κυβέρνησης για να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, αλλά συντηρούν τον προβληματισμό για το ενδεχόμενο μιας άτακτης και παταγώδους αποτυχίας ανασυγκρότησης, όχι μόνο του δημοσίου, αλλά κι ολόκληρης της χώρας.

Όταν δεν υπάρχει στην ουσία «plan Α'», το «plan Β'» φαντάζει απλησίαστη πολυτέλεια. Αλλά μέχρι πότε;

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Κεντροαριστερά και πράσιν' άλογα.


Μια χαρά τα είπε ο Βορίδης στο συνεδριακό παλκοσένικο, σαν άριστος κομματικός ρολίστας. Τι περίμεναν κάποιοι να πει; Κι αυτά που είπε, από ποια άλλα χείλη θα είχαν μεγαλύτερη επικοινωνιακή εμβέλεια; Ολοταχώς δεξιά τραβά τη ρότα η Νέα Δημοκρατία στα χέρια του Αντώνη Σαμαρά. Φουλ για τη νέα δεξιά διεύρυνση έχει προσανατολίσει την παράταξη. Ο «μεσαίος χώρος» και τ’ άλλα Καραμανλικά εξέπνευσαν από καιρό, τώρα ο κόσμος ζητάει ακραίες λύσεις κι ο Αντώνης Σαμαράς είναι πρόθυμος –προκειμένου να παραμείνει πρωθυπουργός– να τις προσφέρει. Η πόλωση με το ΣΥΡΙΖΑ κι αυτό το καθημερινό –ξενέρωτο– σου ‘πα - μου πες προετοιμάζει την επόμενη πράξη του έργου, που μπορεί να μάθαμε χτες τον τίτλο, «Νέα Ελλάδα», αλλά δεν είναι τίποτε άλλο από το προανάκρουσμα της αναθέρμανσης κι επανενεργοποίησης όλων των συντηρητικών δυνάμεων κι αντανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας για τη συγκρότηση της νέας δεξιάς.

«Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γενούν οι κότες». Ποια κεντροαριστερά και πράσινα άλογα; Λόγια σε δουλειά να βρισκόμαστε και κουβέντες για να περνάει ο καιρός. Μόνο «πλατφόρμες» και «προγράμματα», τα «παραμύθια της Χαλιμάς» τα ξέρεις; «Όποιος δε θέλει να ζυμώσει» τσουπ ξεφουρνίζει και μια «πλατφόρμα», που δεν λέει τίποτε διαφορετικό επί της ουσίας από τον άλλο σύντροφο, αλλά που του δίνει το δικαίωμα να στήσει και να διατηρεί το δικό του «μαγαζί», τη δική του σφραγίδα. Πέντε; Πέντε. Τρία; Τρία. «Τσίμπαγε κι ας είν’ και ρώγες». Το κατώφλι του εκλογικού νόμου και της Βουλής αν εξασφαλίζουμε κι από ‘κει και πέρα «από δω παν κι οι άλλοι». Η κοινωνία κι οι ανάγκες της μπορούν να περιμένουν. Εξάλλου δεν έχει εμφανιστεί ακόμα κι ο μεσσιανικός ηγέτης με το κατάλληλο κεντροαριστερό προφίλ. Στήνουμε και μια όμορφη συζήτηση στα φόρα και στα δίκτυα για τη μεγάλη κεντροαριστερά, για τις μεταρρυθμίσεις, για το μέλλον της Ελλάδας, της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου και δεν βλέπουμε ότι μπρος στα μάτια μας στήνεται η νέα Ελλάδα της συντήρησης, της οπισθοδρόμησης, του φόβου, του αυταρχισμού και της καταπίεσης.

Είμαστε πραγματικά ωραίοι σαν «αριστεροί» στην Ελλάδα, ιδιαίτερα οι άκαπνοι, του «κομματικού σωλήνα». Οι «αριστεροί» της μεταπολίτευσης εκείνοι που καμιά σχέση δεν έχουν με το μεροκαματιάρη οικοδόμο του ’50 και του ’60. Εκείνοι που το «Πολυτεχνείο» το αξιοποίησαν σαν μεταπτυχιακό κι ούτε μυρωδιά πήραν από ΕΑΤ – ΕΣΑ και Γυάρο. Εκείνοι που, ελέω ΠΑΣΟΚ, 1264 κι ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, έκαναν ντου σ’ όλες τις συλλογικές οργανώσεις κι αντί ν’ απελευθερώσουν τους εργαζόμενους, τους έσυραν ομήρους συντεχνιακών και κομματικών μηχανισμών. Εκείνοι που το όραμα κι ο αγώνας τους ξεκινούσαν από τη διατήρηση της ΑΤΑ κι έφταναν στην απόσυρση του «νομοσχέδιου Γιαννίτση» ή το «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά». Εκείνοι που ενίοτε με την ασφαλή «απόσταση» της «δημοκρατικής παράταξης» ή την εξασφάλιση της κρατικής θέσης και του παχυλού μισθού, έκαναν καραμέλα την αριστερόστροφη φρασεολογία κι επιστήμη τις κοινωνικές παροχές με δανεικά. Αυτοί οι «αριστεροί» έχουν τόση σχέση με την Αριστερά όση η χρυσή αυγή με τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Η μέρα με τη νύχτα. Πόσες «Αριστερές» και πόσα κόμματα υπάρχουν αν αναζητήσεις καταλαβαίνεις για τι μιλάμε.

Αν αυτοί οι «αριστεροί» δεν συγχωρούν «κάτι» στον Ανδρέα Παπανδρέου, είναι ότι τους στέρησε το προνόμιο της αέναης διαμαρτυρίας, της εσαεί γκρίνιας, της αιώνιας εκ του ασφαλούς αντιπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ διέρρηξε τη βολή στης στείρας άρνησης, έφερε στο πολιτικό προσκήνιο κι ένωσε πρόσωπα και δυνάμεις αποκλεισμένα από τη νομή της εξουσίας, τους κάθισε σε κυβερνητικές καρέκλες και τους έδωσε ευθύνες διακυβέρνησης. Καρέκλες κι ευθύνες που παραδοσιακά κι επί δεκαετίες ζέσταιναν και διαχειρίζονταν εκπρόσωποι της συντήρησης, του κατεστημένου, της δεξιάς. Γι' αυτό για τη Νέα Δημοκρατία ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ ήταν παραδοσιακά αντίπαλοι στην εναλλαγή της εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ δεν πήρε συνθήματα, έφερε πολιτικές, έφερε θεσμούς, έφερε την κοινωνία στο επίκεντρο της πολιτικής. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν επινοούσε «success story», έκλεινε ο ίδιος αυτοπροσώπως τα ραντεβού του με την ιστορία.

Χτυπώντας με την ευκαιρία της κρίσης τη «μεταπολίτευση» αυτά επιχειρείται να διαστρεβλωθούν. Αποδομώντας τις κοινωνικές κατακτήσεις και το έργο που παράχθηκε με το ξεφύλλισμα της πρόσφατης Ιστορίας, όλα αυτά επιδιώκεται να συσκοτίσουν. Με κραυγές όμως δεν γίνεται δουλειά. Με δηλώσεις σκόρπιες και κλαψουρίσματα δεν περιφρουρείται η ιστορική μνήμη. Η υπονόμευση και το ροκάνισμα έχουν ξεκινήσει χρόνια πριν, μέσα από το ΠΑΣΟΚ. Η κερκόπορτα της Ιπποκράτους δεν άνοιξε ως δια μαγείας. Είχε κι η Χαριλάου Τρικούπη κερκόπορτες. Μια έφταιγε ο Σημίτης, έφυγε ο Σημίτης. Μια έφταιγε ο Παπανδρέου, έφυγε ο Παπανδρέου. Τώρα φταίει ο Βενιζέλος, αλλά αυτός δεν θα φύγει μόνος του, θα πάρει μαζί του και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Το πολιτικό ανάστημα και το κύρος του Ανδρέα Παπανδρέου πρώτα οι άνθρωποι που τον πλαισίωσαν κι όσοι μετέπειτα αξιοποίησαν για την ανέλιξή τους την πολιτική του παρακαταθήκη, έπρεπε να τιμήσουν και να προστατεύσουν. Εκείνοι που κατά καιρούς μπαινόβγαιναν κατά το δοκούν κι ανάλογα με το πού φύσαγε ο καιρός στην –υπό την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ– δημοκρατική παράταξη, έπρεπε πρώτοι και καλύτεροι να μην επιτρέψουν στους «ιστοριογραφούντες» των ημερών μας, αλλά και σε κανέναν άλλον, να μπορεί να σκυλεύει εκ του ασφαλούς την ιστορία και την προσφορά του ΠΑΣΟΚ στην ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας και της κοινωνίας.

Αν σήμερα μιλάμε για κρίση, χρησιμοποιώντας επιλεκτικά τη μνήμη μας κι επικεντρώνοντας πότε στον Ανδρέα Παπανδρέου και πότε στο ΠΑΣΟΚ, για δείτε τη Νέα Δημοκρατία, ποιος είναι αρχηγός της; Εκείνος που το 1993 «έριξε» μιαν άλλη κυβέρνηση του ιδίου κόμματος υπό τον Κωσταντίνο Μητσοτάκη. Εκείνον που ίδρυσε κόμμα κι αντιπολιτεύτηκε τη Νέα Δημοκρατία. Τον Κωσταντίνο Καραμανλή, τον ιδρυτή του κόμματος, εικόνισμα τον έχουνε. Στο ναδίρ έφτασε η Νέα Δημοκρατία το 2009 κι όμως ετοιμάζεται –με τη νέα επέλαση προς τα δεξιά– να εμβολίσει οριστικά τον Καμμένο, να περιμαζέψει τον Καρατζαφέρη και τα ρετάλια του ΛΑΟΣ και φτάνοντας στις παρυφές –αν όχι μέσα– στη χρυσή αυγή να διεκδικήσει και πάλι αυτοδυναμία. Ποιος θυμάται και ποιος μιλάει για την εξαετία του Κώστα Καραμανλή; Ούτε καν ο ίδιος.

Αν ψάχνουν, λοιπόν, οι «κεντροαριστεροί» κι οι «σοσιαλδημοκράτες» για απαντήσεις και για λύσεις στ’ αλήθεια κι όχι για να περνάνε εδώ στα διαδίκτυα την ώρα τους και στα κομματικά γραφεία, τα κανάλια και τα καφενεία τον καιρό τους, αλλού θα πρέπει να γυρίσουν την κουβέντα. Τα προηγούμενα κάτι θα πρέπει να σημαίνουν. Ο Βορίδης μια χαρά τα είπε ενώπιον του κομματικού ακροατηρίου κι εις επήκοον όλων. Από ‘κει και πέρα τι γίνεται; Του τα ψάλανε κάποιοι, έβγαλαν το άχτι τους και τ’ αποτέλεσμα; Σιγά μην είπε ό,τι είπε ο Βορίδης γιατί δεν έγινε υπουργός. Υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο κι εξελίσσεται με μεθοδικότητα στα γραφεία της γαλάζιας παράταξης, κάτω απ’ τη μύτη των «δημοκρατικών δυνάμεων» της αριστεράς και της προόδου. Η κεντροδεξιά Ελλάδα οργανώνεται βήμα με βήμα και μεθοδικά. Οι άλλοι πού είναι; Έριξαν τις τουφεκιές τους κι έπραξαν το χρέος τους; Οι μεν ξαναγύρισαν στην καθημερινή αμφισβήτηση του Βενιζέλου ή στην υπόγεια απαξίωση του Παπανδρέου, οι δε «βράζουν στο καβούκι τους» εκεί στην Αγίου Κωσταντίνου και κάποιοι ξέμπαρκοι περιφέρονται εντός κι εκτός Κοινοβουλίου περιμένοντας να φανεί η επόμενη «σημαία ευκαιρίας» για να ξαναμπαρκάρουν.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες κεντροαριστερά ή κάτι παρόμοιο μην περιμένετε προς το παρόν να φανεί στον ορίζοντα. Καλή είναι η συζήτηση και αγχολυτική, αλλά επειδή μεταρρυθμίσεις χωρίς λεφτά δεν γίνονται κι επειδή η εποχή Σημίτη πέρασε ανεπιστρεπτί –κάποιοι, μάλιστα, δεν θέλουν ούτε να τη θυμούνται– ας προετοιμαζόμαστε ως τις επόμενες εκλογές να βιώσουμε την αναβίωση του κεντροδεξιού comeback υπό τον Αντώνη Σαμαρά, απολαμβάνοντας τη θυελλώδη –πλην εικονική– αναμέτρησή του με τον δημοσκοπικό του αντίπαλο, Αλέξη Τσίπρα.

Αυτό το story μπορεί να μην είναι success, αλλά δεν θέλει –προς το παρόν– για να στηθεί έξοδα και λεφτά, οι «δεξιοί» ξέρουν καλά τι πάει να πει συντήρηση, ξέρουν να μένουν ενωμένοι και να κάνουν υπομονή. Ξέρουν να επιβιώνουν, αντί να ξεκατινιάζονται και να μαλώνουν ποιος θα πρωτογίνει αρχηγός.