Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Ο Βενιζέλος και το γκισέ στο μετρό.


Είμαστε το παρελθόν μας. ‘Ο,τι ζούμε, όπως ζούμε, στο παρελθόν έχει τις ρίζες, τις αιτίες και τις αφορμές του, σε κάποιες επιλογές και αποφάσεις θα οφείλεται, σε σωστά και λάθη περασμένων εποχών, αλλοτινών καιρών.

Το κακό είναι, ότι στις μέρες μας, μέσα στο θυμό και την οργή μας, μέσα στην άγνοια και τη μισαλλοδοξία μας, αναμασάμε και μηρυκάζουμε όλα τα σφάλματα, τις αστοχίες και τις παραλήψεις, δίχως να αντλούμε κουράγιο και δύναμη από τις επιτυχίες και την πρόοδο που έχει κατά καιρούς σημειωθεί. Προσφέρουμε άφθονο, απεριόριστο θα έλεγα, χώρο και χρόνο στο θυμικό και το συναίσθημα, στην αντίδραση τη στιγμιαία και την αψυχολόγητη, δίχως να κοντοσταθούμε για λίγο σ’ εκείνες τις στιγμές ή τις περιόδους που αντικειμενικά υπήρξε ανάταση, πρόοδος, προκοπή.

Δεν αναζητάμε νέες ιδέες και καινοτόμες εμπνεύσεις. Δεν ψάχνουμε λύσεις κι αλλαγές. Ψάχνουμε, μόνο, κι ανακαλύπτουμε όλες τις σκοτεινές κι αμφιλεγόμενες πλευρές του πρόσφατου κι απώτερου παρελθόντος ή –ακόμα χειρότερα– χαλκεύουμε κι αλλοιώνουμε γεγονότα, σπιλώνουμε πρόσωπα, παραχαράζουμε περιόδους και στιγμές της ιστορίας για να τα προσαρμώσουμε στις ανάγκες μια μίζερης, καταστροφικής κι αδιέξοδης αφήγησης, που εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τις ανάγκες και τις σκοπιμότητες του παρόντος.

Ζούμε μιαν μακρά περίοδο κρίσης, οικονομικής κρίσης, που ανέδειξε εμφαντικά τις χρόνιες κι εγγενείς, όπως επιστημονικές μελέτες κι αναλύσεις από καιρό έχουν διαπιστώσει, αδυναμίες της κρατικής μας οργάνωσης. Το γεγονός αυτό, αντί ν’ αποτελέσει αφετηρία και πρόκληση για ένα νέο δυναμικό ξεκίνημα, εφαλτήριο για μια όντως «νέα μεταπολίτευση», αποτέλεσε τη θρυαλλίδα μιας παρατεταμένης έντασης, σημείο εκκίνησης μιας ελεύθερης πτώσης, ενός νέου διχασμού, που μετακύλησε ως τις μέρες μας την κρίση από το αμιγώς δημοσιονομικό σε όλα τα πεδία των κρατικών κι ανθρώπινων δραστηριοτήτων, το οικονομικό, το πολιτικό, το κοινωνικό.

Η χώρα δεν υπήρξε ποτέ για τους ξένους ένας προνομιακούς επενδυτικός χώρος. Ποτέ δεν αποτέλεσε έναν ελκυστικό φορολογικό, ναυτιλιακό, εκπαιδευτικό, πολιτιστικό ή και τουριστικό ακόμα - ακόμα προορισμό. Μια δημόσια υπηρεσία ήταν και είναι η χώρα μας, τίποτε περισσότερο. Όλα τ’ άλλα κι όλοι οι άλλοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία υπάρχουν και λειτουργούν για να τη στηρίζουν, να την προμηθεύουν και να την εξυπηρετούν. Όλα κι όλοι, από τους θεσμούς και τους νόμους, μέχρι τον τελευταίο κάτοικο της Γαύδου ή τον ιερέα του Καστελλόριζου.

Γύρω από ένα γκισέ γεμάτο με κολλημένες στο τζάμι του κακοτυπωμένες φωτοτυπίες οδηγιών κι υποχρεώσεων έχουμε περάσει κι έχουμε γράψει σχεδόν όλη τη νεότερη ιστορία μας. Άλλοι «στην ουρά», μπροστά, με την αγωνία, το φόβο, την ταραχή, την ανυπομονησία ή και το φακελάκι στην τσέπη κι άλλοι «στις διαδικασίες», άλλοι πίσω σ’ ένα γραφείο, με το ραχάτι, την ξινίλα, το ρεπό ή την αδιαφορία τους, με τις «διαδικασίες» τους. [Δεν είναι –προς Θεού– όλοι το ίδιο, αλλά δυστυχώς στην περίπτωσή μας και κρίνοντας απ’ το αποτέλεσμα, οι εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα].

Αυτό το «γκισέ» με τις διαδικασίες και τα τερτίπια του ήταν ευκαιρία ν’ ανατραπεί στις μέρες μας. Ν’ αλλάξει εκ βάθρων να περιοριστεί, να γίνει σύγχρονο, φιλικό, αποτελεσματικό και χρήσιμο. Το μνημόνιο εκ των πραγμάτων οριοθέτησε τη «νέα μεταπολίτευση», οι δανειακές συμβάσεις ούτως ή άλλως έθεταν πλαίσιο και στόχους, στόχους σκληρούς μεν ως προς τα δημοσιονομικά, αλλά ικανούς, εφόσον υλοποιούνταν με συνέπεια και μεθοδικότητα οι απαραίτητες αλλαγές στο κράτος, να ελαχιστοποιούνταν συν τω χρόνω ο κίνδυνος κι η ανάγκη για διαδοχικές περικοπές σε μισθούς και συντάξεις και σε αλλεπάλληλα επαχθή και δυσβάσταχτα φορολογικά βάρη.

Αυτονόητες αλήθειες, που αποσιωπώνται όμως προκειμένου να είναι πειστικό το παραμύθι με τον «κακό δράκο», που ανάλογα με την περίσταση τον «υποδύεται» η τρόικα, το κουαρτέτο, οι δανειστές, οι Γερμανοί, οι Τούρκοι, ο Σόιμπλε, το ΔΝΤ κι όποιος άλλος θεσμός ή πρόσωπο διαφοροποιείται από την κυριαρχούσα για το θυμικό της κοινής γνώμης καραμέλα.

Αυτονόητες αλήθειες, που δεν διευκολύνουν στην επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας. Αλήθειες, που η παραδοχή κι αποδοχή τους θα δυσκόλευαν να μείνει το «γκισέ» ανέγγιχτο, ακλόνητο, απαράλλαχτο και μαζί του κι όλα τα προνόμια κι οι παροχές που συντηρούν και τρέφουν τους επιγόνους –αλλά και όψιμους κατήγορους– της μεταπολίτευσης. Εκείνους που χρησιμοποιούν την Ιστορία θυμίζοντας αγώνες προγόνων άλλων εποχών, για να εξαργυρώσουν τις ιστορίες αυτές ανέξοδα πίσω απ’ το ίδιο διαχρονικό δημόσιο «γκισέ».

Με την εικόνα του Βενιζέλου μπροστά και στο φόντο ψηλά πίσω τον ‘Αη Γιώργη στο Λυκαβηττό, αυτές οι σκέψεις ήρθαν αυθόρμητα στο μυαλό μου, όπως κατέβαινα τα σκαλιά για το σταθμό του μετρό στο Μέγαρο Μουσικής. [Τα εκδοτήρια εισιτηρίων ήταν ευτυχώς ακόμα στη θέση τους, τα «ελευθέρας» –όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκα– ίσχυαν χτες στο σταθμό «Πετράλωνα»].

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Διαγράφεται το "μνημόνιο".


Ναι, αυτό που έχει μείνει στο κοινωνικό υποσυνείδητο σαν τη λέξη «μνημόνιο» είναι επαχθείς περικοπές και δραματικές μειώσεις εισοδημάτων. Ίσως κάποια κυβέρνηση στο εγγύς –γιατί όχι;– μέλλον να προτείνει και την οριστική διαγραφή της απ’ το ελληνικό λεξιλόγιο μ’ ένα νόμο και μ’ ένα μόνο άρθρο.

Ποιος αποκλείει, έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα στη χώρα, ενδεχόμενη αποτυχία στη διαγραφή του χρέους, να διασκεδαστεί με τη διαγραφή αντ’ αυτού της λέξης «μνημόνιο». Ούτως ή άλλως ζούμε στις μέρες που κι οι ίδιες οι λέξεις έχουν χάσει το νόημα, τη σημασία ή κι αυτήν ακόμα την αξία τους.

Εξάλλου, από καιρό στη μούγκα και χωρίς πολλές φανφάρες και τυμπανοκρουσίες έχει διαγραφεί μονοκοντυλιά η λέξη «μεταρρύθμιση», της οποίας η τύχη όχι μόνο αγνοείται, αλλά κι είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο, ότι δεν πρόκειται ν’ ακουστεί το επόμενο διάστημα από πρωθυπουργικά χείλη ούτε σαν αστείο.

Μετά το «μνημόνιο», η «μεταρρύθμιση» είναι ίσως η περισσότερο ταλαιπωρημένη και –προπαντός– παρεξηγημένη λέξη. Καραμέλα στο στόμα κάποιων, «φτου κακά» στην αντίληψη κάποιων άλλων, παντελώς άγνωστη κι απούσα από το λεξιλόγιο των κυβερνώντων.

Αυτή η δαιμονική λέξη κυριάρχησε και μονοπώλησε το ενδιαφέρον στην αρχή των μνημονίων για να ξεφουσκώσει και να ξεχαστεί με την πάροδο του χρόνου. Στις μέρες μας ούτε κάν απασχολεί την κυβέρνηση, δεν απασχολεί όμως και την κοινωνία κι αυτό ίσως είναι το κρισιμότερο. Αυτή τη στιγμή δεν πρέπει να υπάρχει ούτε για δείγμα ένας, που να πιστεύει σοβαρά ότι σ’ αυτή τη χώρα μπορεί να σχεδιαστεί και να προχωρήσει η οποιαδήποτε μεταρρύθμιση ή αλλαγή.

Όλος ο «ηρωισμός», οι «κόκκινες γραμμές» κι… μεταξωτές κορδέλες των εκάστοτε φιλολαϊκών κυβερνητικών προτάσεων, το μόνο αποτέλεσμα που μέχρι σήμερα απέφεραν είναι άτακτες υποχωρήσεις, διαδοχικές κωλοτούμπες για τους εκάστοτε κυβερνώντες και –ασφαλώς– σκληρά κι επώδυνα οικονομικά μέτρα για τους πολίτες. Του κόσμου τα δάκρυα έχουν χυθεί και πομπώδεις οιμωγές για το Δ.Ν.Τ. και τους δανειστές ολημερίς ακούγονται, αλλά να κοιτάξει κανείς την αλήθεια και τον κόσμο στα μάτια δεν τολμάει.

Όλες οι αξιολογήσεις κι οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές έναν κοινό παρανομαστή είχαν μέχρι σήμερα: Το ύψος των περικοπών στα εισοδήματα. Θες αυτές ήταν άμεσοι ή έμμεσοι φόροι, θες ήταν ονομαστικές μειώσεις, θες αποτελούσαν ποσοστώσεις σε κλίμακες, η ουσία ήταν κι είναι μία και μόνο μία: Μειώσεις επί μειώσεων. Αυτό που ζούμε όλο αυτό το διάστημα με την καρκινοβατούσα αξιολόγηση δεν είναι τίποτε περισσότερο από πικρή επανάληψη κάποιων προηγούμενων και –μετά βεβαιότητος– σκηνές από αυτές που –αν δεν έρθουν τα πάνω - κάτω– πρόκειται ν’ ακολουθήσουν.

Κανείς δεν έχει προσέλθει μέχρι τώρα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μ’ ένα ολοκληρωμένο σχέδιο μεταρρύθμισης στο κράτος. Κανείς δεν έχει προσκομίσει ένα στοιχειώδες σχέδιο αλλαγών σε δομές, λειτουργίες, διαδικασίες. Πιαστήκαμε το ’10 στα πράσα –μεταξύ πολλών άλλων– να μην ξέρουμε πόσους εργαζόμενους στο δημόσιο έχουμε ή πόσοι παίρνουν συντάξεις και κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε το μέγεθος και το βάθος του υφιστάμενου προβλήματος.

Για να ειπωθεί, βέβαια, και του στραβού το δίκιο, κάποιες έστω και δειλά επιχειρήθηκαν κάτω απ' την πίεση των δανειστών, υπό την πίεση όμως των αντιδράσεων και υπό το βάρος του πολιτικού κόστους κι οι ελάχιστες μεταρρυθμίσεις που έθιγαν κάποια από τα κακώς κείμενα, είτε έμειναν ημιτελείς πηγαίνοντας οριστικά στις καλένδες, είτε αναβλήθηκαν για τα επόμενα χρόνια. Ποια π.χ. επαγγέλματα άνοιξαν, ποιο φορολογικό σύστημα έγινε δίκαιο, ποιες υπηρεσίες προς τους πολίτες βελτιώθηκαν; Αλλαγή στο δημόσιο με άμεσα αποτελέσματα και μετρήσιμη ωφέλεια για την οικονομία της χώρας δεν υπήρξε πέραν των μειώσεων και των περικοπών στους προϋπολογισμούς των δημοσίων Υπηρεσιών.

Είναι ενδεικτικό, ότι στα χρόνια της κρίσης θεσμικές αλλαγές στο πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης έγιναν μόνο στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, στα οργανογράμματα των Υπουργείων, που επί της ουσίας –πέραν της περικοπής των κενών οργανικών θέσεων– «άλλαξε ο Μανωλιός…» και –το πιο χαρακτηριστικό– το βαθμολογικό σύστημα και δη το σύστημα επιλογής στις θέσεις ευθύνης, άλλαξε δυο φορές, δεν εφαρμόστηκε πλήρως καμιά και ήδη προχωρούμε στην τρίτη! Για την αξιολόγηση προσωπικού… Αστεία πράγματα. Κι είμαστε αισίως στον έβδομο χρόνο της κρίσης.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη από αυτονόητα παραδείγματα κι ευκαιρίες για μικρές ή μεγαλύτερες αλλαγές, που και τη ζωή μας κι αυτή τη ριμάδα την καθημερινότητά μας μπορούν να βελτιώσουν. Αλλαγές που μπορούν –όπερ και σπουδαιότερο ίσως– να εξοικονομήσουν πόρους βελτιώνοντας τα οικονομικά του κράτους, προσφέροντας πολύτιμη σανίδα σωτηρίας στα διαρκώς μειούμενα με απίστευτη ευκολία –παρά τα περί του αντιθέτου διαδιδόμενα– εισοδήματα.

Σ’ ένα κράτος που είναι πανταχού παρόν σε κάθε βήμα ή δραστηριότητά μας, είναι άπειρες οι περιπτώσεις που προσφέρονται για αλλαγή. Αντ’ αυτού όμως ζουν και βασιλεύουν οι ίδιες δυσλειτουργίες, οι ίδιες παθογένειες, οι ίδιες εστίες αναποτελεσματικότητας, οι ίδιες σπατάλες, οι ίδιοι θύλακες διαφθοράς.

Κατ’ εμέ ένα κορυφαίο παράδειγμα. Οι οδικές συγκοινωνίες μπαίνουν δεκάδες εκατομμύρια μέσα –γράφουν οι εφημερίδες– και σε λίγο θα χτυπάνε κόκκινο κι οι προϋπολογισμοί των μέσω σταθερής τροχιάς, και; Πού είναι μέχρι σήμερα ένα επεξεργασμένο και ευέλικτο σχέδιο αναδιοργάνωσής τους; Πού είναι η αποτελεσματικότητά τους, η αξιοπιστία τους, η χρησιμότητά τους, τελικά; Όλη η κουβέντα για το κόμιστρο και το κόμιστρο και το κόντρα κόμιστρο. Ποιος πληρώνει, ρε παιδιά; Ειλικρινά και καλόπιστα ρωτάω κι όχι ρητορικά, έχει ασχοληθεί κανείς με το ποιος πληρώνει ή θ’ απαντήσουμε αφού οι συγκοινωνίες διαβούν οριστικά το ρουβικώνα;

Περιμένοντας τη Μεγάλη βδομάδα διατυπώνω μερικές κοινότυπες σκέψεις. Δεν πρωτοτυπώ, ούτε κι ευελπιστώ. Ξέρω ότι η Ανάσταση του Θεανθρώπου σε λίγες μέρες είναι η μόνη σίγουρη –«στανταράκι» που λένε– η άλλη ανάσταση, η δική μας, πολύ φοβάμαι, ότι θα περάσουν πολλές μεγάλες εβδομάδες και πάθη για να έρθει, και αν…

Άλλωστε, υπάρχει κι η σχετική δήλωση του πρωθυπουργού, που στο προηγούμενο «αν» –κρίνοντας από τις μέχρι σήμερα διαβεβαιώσεις του– δίνει μια ξεχωριστή… εγκυρότητα!