Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Στης αριστεράς το κέντρο.


Είμαστε αποπροσανατολισμένοι, αυτό είναι το δικό μου συμπέρασμα. Οι αναγκαίες επιλογές κάνουν πλέον –περισσότερο από ποτέ– «νιάου-νιάου» κι η αντιπαράθεση γίνεται για το αν αυτές θα πρέπει να γίνουν από κάποιους που θα κινούνται «κεντροαριστερά» ή από εκείνους που θα τοποθετούνται στο «προοδευτικό κέντρο».

Ονοματίστε τες τις ρημάδες με τ’ όνομά τους, ένα – δύο – τρία κ.ο.κ. Αυτό θεωρούμε αναγκαίο για το κράτος και πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνει μ’ αυτό τον τρόπο, αυτό για την οικονομία και θεωρούμε απαραίτητο να ληφθούν αυτές οι αποφάσεις, αυτό για το πολιτικό σύστημα και προτείνουμε αυτές κι αυτές τις αλλαγές στο Σύνταγμα και στους νόμους κι ύστερα βήμα το βήμα αυτές είναι οι προτάσεις μας για τη δημόσια διοίκηση, για την εκπαίδευση, για τον πολιτισμό, για τους επαγγελματίες, τους νέους, τους κοινωνικά αδύναμους κ.λπ.

Ένας χώρος που έχει δρέψει δάφνες και δάφνες εκλογικών επιτυχιών κι έχει καταγράψει ατέλειωτα χιλιόμετρα άσκησης κυβερνητικής εξουσίας, δεν μου ακούγεται ευχάριστο να εμφανίζεται σε στυλ Σταύρου Θεοδωράκη –και το λέω με την καλή έννοια– που εμφανίστηκε στην πολιτική χθες και να περιγράφει σε αδρές γραμμές τα πάντα σαν να μην έχει πίσω του πεπραγμένα και παρελθόν.

Δεν μιλάω για αυτοκριτική –νισάφι πια μ’ αυτή τη λέξη– και δεν αναφέρομαι σ’ αυτήν γιατί κανένα, μα κανένα, κόμμα και πολιτικός χώρος δεν έχει αισθανθεί ποτέ –και πολύ περισσότερο μετά την κρίση– την ανάγκη ν’ αναγνωρίσει κάποιο δικό του λάθος, αστοχία ή εσφαλμένη εκτίμηση. Τουναντίον μάλιστα, αρπάχτηκαν όλοι, μα όλοι, από ένα «λεφτά υπάρχουν» και βρέθηκαν μονομιάς όλοι από τη σωστή πλευρά των πραγμάτων. Ρε, τι μνημόνια πέφτουν σαν βροχή, τι φόροι σαν χαλάζι, τι περικοπές κι απολύσεις, όλοι αισθάνθηκαν –κι εξακολουθούν να αισθάνονται– ασφαλής κάτω από την ομπρέλα αυτής της ξεκομμένης ατάκας.

Δεν αναφέρομαι, λοιπόν, στο να εξακολουθήσει αυτό το αυτομαστίγωμα κι εσωστρέφεια, η αλληλοεξόντωση κι οι κόντρες, ούτε στην επ’ άπειρον ενοχοποίηση ενός πολιτικού χώρου, που αποδεδειγμένα επέδρασε και συνέβαλλε καταλυτικά στην αλλαγή και την ανανέωση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας. Το ζητούμενο είναι ν’ απαντηθούν πειστικά και τεκμηριωμένα τα ερωτήματα που αφορούν τις μεγάλες υστερήσεις της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης του τόπου από τη μεταπολίτευση και μετά.

Φταίνε οι εποχές; Φταίει η Ευρωπαϊκή Ένωση, η παγκοσμιοποίηση, η Γερμανία; Πού χάθηκαν οι μάχες με τη γραφειοκρατεία; Πώς έμεινε πίσω ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής; Τι εμπόδισε την εμπέδωση ενός σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος, ενός αξιόπιστου εκπαιδευτικού συστήματος, ενός σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου; Ερωτήματα που, λίγο – πολύ, είναι απαντημένα απ’ την ίδια τη ζωή –η περίπτωση «Γιαννίτση» είναι η πλέον χαρακτηριστική, αλλά που είναι κρίσιμο ν’ ακουστούν κι απ’ αυτούς που επί σειρά ετών αποφάσιζαν –σχεδόν παμψηφεί– για τη ζωή όλων των άλλων. Ερωτήματα που, τελικά, δεν τα απευθύνεις απ’ το βήμα στο ακροατήριο, αλλά τ’ απαντάς κοιτάζοντας με ειλικρίνεια τα κιτάπια και τους λογαριασμούς σου.

Η εποχή αυτή προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία με την άνεση χρόνου που φαίνεται να εξασφαλίζει, ώστε οι όποιες προτάσεις να ‘ναι «δεμένες», όχι μόνο με τον εκφραστή ή την ομάδα τους, αλλά και με τις βαθύτερες αιτίες που έχουν δημιουργήσει την ανάγκη. Έτσι, στο μεγάλο κάδρο –ωραία έκφραση, μετά τα «αχαρτογράφητα νερά»– μπαίνουν διαχρονικές και διαδοχικές αιτίες, ευθύνες, παραλήψεις, αποφεύγονται –κατά το δυνατόν– αφορισμοί και απλουστεύσεις, ισοπεδώσεις κι αρνητικά σχόλια μόνο για συγκεκριμένες εποχές, πρόσωπα ή κυβερνήσεις, αποχτά ο λόγος ουσία, περιεχόμενο, γίνεται περισσότερο αντικειμενικός κι ευκολότερα αποδεκτός ως πολιτική θέση, πρόταση, αντίληψη.

Όταν λέγεται ότι «ο κόσμος θέλει την αλήθεια», εκείνο που εγώ καταλαβαίνω, είναι ότι το ζητούμενο δεν είναι ν’ ανακαλυφθεί απ’ τα κόμματα ο τετραγωνισμός του κύκλου ή μια νέα οικονομική θεωρία, αλλά ότι η συντριπτική πλειοψηφία ενός μετριοπαθούς ακροατηρίου, σιωπηλού συνήθως κι ανέκφραστου, είναι ν’ ακουστούν με πειστικό τρόπο απλές λύσεις που είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και να διευκολύνουν την καθημερινότητα, άμεσα, μεσοπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα.

Καθημερινότητα είναι κι η δουλειά και το σχολείο κι οι υποδομές κι οι υπηρεσίες, αλλά κι οι μισθοί κι οι φόροι κι όλα. Καθημερινότητα δεν είναι μόνο οι λακκούβες κι οι ουρές, ούτε μόνο το νερό και το ρεύμα. Καθημερινότητα είναι κι η τηλεόραση κι ο αθλητισμός, αλλά κι η έρευνα κι οι τεχνολογίες κι οι επιστήμες. Καθημερινότητα είναι ν’ ανοίγεις τα μάτια σου και να μπορείς να κοιτάξεις τη νέα μέρα απ’ το παράθυρο με τα μάτια της ψυχής, ν’ ανοίγει η καρδιά σου, να χαίρεσαι τη ζωή, τον έρωτα, τη γυναίκα ή τον άντρα και τα παιδιά σου.

Καθημερινότητα δεν είναι τα μεγάλα λόγια, αλλά οι εφικτές λύσεις, η αποτελεσματικότητα, η ταχύτητα, η οικονομία, αλλά κι η ανθρωπιά, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα στις ευκαιρίες, στις αντιδικίες, στους αδύναμους, ανίσχυρους, μειονεκτούντες. Μια καθημερινότητα που δεν «ακούγεται», αλλά είναι πανταχού παρούσα, γιατί, απλώς, είναι ο ορισμός της καθημερινότητας, αυτής που ζουν οι πολλοί, οι ανώνυμοι, οι απογοητευμένοι κι αποστασιοποιημένοι του πολιτικού συστήματος.

Όταν ακουστούν και μπορέσουν να φτάσουν στον κόσμο κάποια απ’ αυτά και –ασφαλώς– και πολλά - πολλά άλλα ακόμα σπουδαία και χρήσιμα, θα γίνουν η πυξίδα του κόσμου, θα μετουσιωθούν σε πόλο έλξης και μαγνήτη αξιόπιστο κι ελπιδοφόρο. Ο λόγος θα έχει περιεχόμενο κι όχι μόνο ο χώρος που τα εκπέμπει οργάνωση και όργανα. Δεν θ’ είναι κατασκεύασμα μιας κατ’ ανάγκη και άρπα – κόλλα προγραμματικής κοπτοραπτικής, αλλά συνειδητή κι αυθεντική έκφραση της αναγέννησης και της ριζικής ανανέωσης του χώρου που, κατ’ αρχήν και βασικά, εκφράζεται απ’ το ΠΑΣΟΚ –κι ένα μικρό μέρος της ανανεωτικής αριστεράς– του χώρου θα μπορεί και πάλι να καθοδηγήσει πολιτικά τα βήματα των πολιτικών με σιγουριά και σοβαρότητα.

Αυτό που μένει, λοιπόν, από αύριο να δούμε, όταν πια θα ‘χουν κοπάσει οι παράτες κι οι ενθουσιασμοί, είναι αν μέσα από το διάλογο θα προκύψει ο σαφής προσανατολισμός κι η πολιτική πυξίδα για ένα κοινό και δυναμικό παρόν και μέλλον ή αν, με μπούσουλα καθένας την προσωπική πορεία του, στο στενό ορίζοντα των σύγχρονων Συμπληγάδων του δικομματισμού δοκιμάσει ευκαιριακά την τύχη του.

Σε κάθε περίπτωση –κι αυτό είναι το δεύτερο που εγώ καταλαβαίνω– είναι ότι άλλη ευκαιρία, δύσκολα θα προκύψει. [Κι αυτό θέμα προσανατολισμού είναι…]

4 σχόλια:

  1. Ευάγγελε,εγώ,μια από τις χιλιάδες εκπροσώπους του…..μετριοπαθούς ακροατηρίου,σιωπηλού συνήθως και ανέκφραστου σε διαβεβαιώνω από τα βάθη της καρδιάς μου ότι αυτό που περιμένω από τις ….αριστεράς το κέντρο(καλόο) είναι αυτό ακριβώς που περιγράφεις εσύ,δηλαδή,τις απλές και καθαρές λύσεις για τα θέματα της καθημερινότητας,γιαυτό μου επιτρέπεις σε παρακαλώ να φωνάξω από το φιλόξενο κονάκι σου μπας και με ακούσουν;
    Είμαι σίγουρη ότι είπες ναι γιαυτό……..
    -Κουνηθείτε καλέ!
    -"Προσδιοριστείτε" επιτέλους να δούμε πως θα πορευτούμε από εδώ και στο εξής!
    -Αμάν πια!Μας πρήξατε!
    Να είσαι καλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αμάν, xristin μου, οι καρέκλες δεν έχουν μαζευτεί ακόμα από το ΣΕΦ κι αντί για σκληρή δουλειά για το δύσκολο εγχείρημα κάποιοι ξεμπροστιάζονται στο διαδίκτυο για το ποιο θα είναι το στίγμα της ΔΗ.ΣΥ.

      Τι να πεις; Εδώ ο κόσμος καίγεται [κυριολεκτικά], βαρκούλες αρμενίζουν [πολύ φοβάμαι όμως, όχι για πολύ ακόμα]...

      Τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου!

      Διαγραφή
  2. Ευάγγελε,
    ως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας αυτών των λεχθέντων που αναφέρεις
    και άλλων πολλών ακόμα, διαπιστώνω οτι έχουμε παρόμοιες ανησυχίες.
    Διαφαίνεται κυρίως ενα πράγμα, οτι υπάρχει φοβία και σύγχυση ως προς τον αυτοπροσδιορισμό των πολιτικών [κομματικών] δυνάμεων που φιλοδοξούν να δώσουν λύσεις ξεκάθαρες και ουσιαστικές, οταν ανέλθουν σε εξουσία.
    Ακουσα πολές φορές τον όρο "κεντροαριστερά", αλλά άλλοι ομιλητές
    επέμεναν πιο πολύ στο "Κέντρο", η λέξη "σοσιαλισμός" δεν τολμήθηκε απο πολλούς και εν τέλει φαίνεται κάποια σύγχυση ταυτότητας, καθπριστικής για την πορεία στο εξής.
    Προσωπικά θα χαιρόμουν να άκουγα πολύ κουβέντες και πράξεις που να λένε :
    ¨Είμαστε αυτοί που είμαστε, θέλουμε να γίνουμε καλύτεροι, κάναμε όσα κάναμε, αυτά ήταν τα σωστά μας και αυτά τα λάθη μας. Προσαρμοζόμαστε στην πραγματικότητα, διορθώνουμε όσα μπορούμε, βαφτίστε μας όπως θέλετε"

    Φοβάμαι όμως οτι το τέρας του κομματισμού θα νικάει όσο οι προσωπικές φιλοδοξίες τραβούν αυτο το τσακισμένο καράβι περα δώθε.

    Οπου "καράβι" βάλε οτι θες.

    Την καλημέρα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τι να προσθέσει κανείς, αγαπητέ φίλε Τζον, το σχόλιο σου περιγράφει το πρόβλημα. Οι πολίτες περιμένουν ν' ακουστούν πέντε σταρατες κουβέντες κι αντ' αυτού στήθηκε καυγάς για το πού τραβάει ο χώρος. Λες κι οι πολιτικές που μπορούν να εκφράσουν σήμερα την κοινωνία, μέσα στο πλαίσιο των συμφωνιών που υπάρχουν, θα κριθούν μόνο απ' το πρόσημο κι όχι από την απήχηση, τον ρεαλισμό και την αποτελεσματικότητα τους.

      Άντε μετά να ξεκολλήσουμε απ' τη διάχυτη μιζέρια, τη γκρίνια και την απογοήτευση.

      Κι ο καιρός περνάει σε βάρος μας.

      Οψόμεθα!...

      Καλή δύναμη! Να περνάς καλά!

      Διαγραφή

Καλοπροαίρετα