Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Αριστερή αναισθησία.


Μετά την τοπική και την ολική, νομίζω, πως θα πρέπει να εισαχθεί –όχι στην ιατρική, αλλά στην κοινωνική μας ορολογία– και ο όρος «αριστερή» αναισθησία.

Στην πολιτική λίγο – πολύ ο όρος χρησιμοποιούνταν κατά καιρούς για να χαρακτηρίσει και να προσδιορίσει συμπεριφορές κυβερνήσεων, κομμάτων ή πολιτικών, τόση κοινωνική αναισθησία όμως σε τόσο κραυγαλέες και σκληρές συνθήκες οικονομικής πίεσης, κρίσης και τελμάτωσης, δεν ξέρω αν άλλη κοινωνία θα μπορούσε να επιδείξει. Η ίδια κοινωνία, μάλιστα, που μόλις 2- 3 χρόνια πριν, κάτω από αναλογικά ίδιες –για να μην πω καλύτερες συνθήκες και όρους– είχε εκδηλώσει τόσο βίαια και ακραία ξεσπάσματα κι επιδείκνυε μηδενική ανοχή σε οποιαδήποτε επιδείνωση των όρων της επαγγελματικής, κοινωνικής και ατομικής της διαβίωσης.

Είναι η απογοήτευση; Είναι η συνήθεια; Είναι η παραίτηση; Είναι η αδιαφορία; Κοινωνικός αναλυτής δεν είμαι, ούτε ψυχίατρος, αλλά η περίπτωσή μας, εκτιμώ, ότι θα πρέπει ν’ αποτελέσει αντικείμενο διερεύνησης και επιστημονικής ανάλυσης. Αν και πριν από οποιονδήποτε ειδικό και επιστήμονα, το καλύτερο θα ήταν ο καθένας να προσπαθήσει να το ψάξει μόνος του, ν’ αναζητήσει, δηλαδή, μ’ επιμονή και ειλικρίνεια τα αίτια που τον οδήγησαν στη σημερινή του στάση, είτε αυτή εκφράζεται ως αποχή, άρνηση, απόρριψη του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος, καθώς και των υποχρεώσεών του ως πολίτη έναντι του κράτους, είτε ως προς διάθεση ανοχής ή και αποδοχής αυταρχικών, αντιδραστικών ή ακόμα-ακόμα και οιονεί ολοκληρωτικών συνθηκών και καταστάσεων, που το τελευταίο διάστημα ολοένα και συχνότερα εκδηλώνονται.

Ούτε αυτόματα, ούτε μοιραία μας συνέβησαν όλα αυτά. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, ότι ο λαός κι η κοινωνία μας αντέδρασαν όπως παραδοσιακά είχαν μάθει. πίστεψαν προεκλογικά κι ακολούθησαν κάθε φορά την ευκολότερη πρόταση, τη δελεαστικότερη προσφορά. Το καταστροφικό στην περίπτωσή μας όμως είναι, ότι και τα πολιτικά κόμματα αντέδρασαν κοντόφθαλμα με όρους και μέσα παραδοσιακής πολιτικής συμπεριφοράς και σκέψης. στο κυνήγι της εξουσίας ο αντιπολιτευτικός λόγος γέννησε μύθους, εχθρούς και τέρατα κι οδήγησε σ’ ένα κρεσέντο ψηφοθηρικής πλειοδοσίας πέρα κι έξω απ’ τις απαιτήσεις της συγκυρίας και τις ανάγκες του τόπου, πέρα κι έξω από κάθε μέτρο και κάθε λογική.

Βρισκόμαστε πλέον στα πολύ δύσκολα. ήρθε η κρίση κι ήρθαν όλα στο φως, το καπάκι του βαρελιού άνοιξε κι ακόμα  –εφτά χρόνια τώρα– ψάχνουμε τον πάτο. Το πολιτικό σύστημα κυριολεκτικά έχει κονιορτοποιηθεί, η αναξιοπιστία κι η έλλειψη εμπιστοσύνης στους πολιτικούς χτυπάει κόκκινο, ενώ η καχυποψία, ο φόβος κι η ανασφάλεια αποτελούν τα βασικά συνοδευτικά κάθε κυβερνητικής εξαγγελίας, κάθε  πολιτικής απόφασης. μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Όταν τελειώνουν οι αναμάρτητοι, όταν διαψεύδονται οι αυταπάτες, όταν λεφτά εξακολουθούν να μην υπάρχουν κι η κρίση συνεχίζει με αμείωτο ρυθμό την επέλασή της παρά τις καλές προθέσεις, τις επιθυμίες και τα μεγάλα λόγια, αν δεν τολμήσεις να κοιταχτείς στον καθρέφτη και να πάρεις ριζοσπαστικές αποφάσεις, είτε ως άτομο, είτε ως κοινωνία, είτε ως κυβέρνηση, αφήνεσαι στην αναισθησία και την αδράνεια του «ό,τι προκύψει».

Σ’ αυτό το σημείο πιστεύω πως βρισκόμαστε. όλα δείχνουν να μεταλλάσσονται δίχως επί της ουσίας ν’ αλλάζει τίποτα, αλλά κι ό,τι αλλάζει στο κράτος και την κοινωνία είναι ένα πισωγύρισμα, μια οπισθοδρόμηση, μια διολίσθηση στο παρελθόν.

Μια κυβέρνηση χωρίς φαντασία, χωρίς αισθητική, χωρίς ενθουσιασμό, χωρίς ιδέες και χωρίς συνοχή. Ένας ιδεολογικός χυλός κι ένα ετερόκλιτο άθροισμα προσώπων που με μπούσουλα ό,τι πιο λαϊκιστικό, εύληπτο και παραπλανητικό ανέδειξε η παραπολιτική κουλτούρα κι η αριστερή ιδεοληψία της μεταπολίτευσης κι έφερε στο αφρό το ξέσπασμα της κρίσης, επιχειρεί να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες που θα διευκολύνουν την με κάθε τρόπο παραμονή της στην εξουσία.

Μια κοινωνία, απ’ την άλλη, χωρίς νεύρο, με τσιμενταρισμένη τη νοοτροπία του «δε βαριέσαι» κι «άστο γι’ αύριο», χωρίς βαθιά ριζωμένες δημοκρατικές πεποιθήσεις κι αντανακλαστικά, φοβική, παραδομένη, διχασμένη στη βάση του «πόσα παίρνω - πόσα παίρνεις», ατομίστρια, μισαλλόδοξη και, προπαντός, κανακεμένη, μαθημένη μόνο για τα εύκολα, στο να της δίνουν, εκπαιδευμένη μόνο να δικαιούται και να διεκδικεί. Μια κοινωνία με αριστερή φρασεολογία και δεξιά τσέπη. Μια κοινωνία αντιδραστική σε κανόνες και περιορισμούς, αλλά που νοσταλγεί και τους συνταγματάρχες.

Έχουμε γίνει κουβάρι.

Ένα κυβερνητικό μπουλούκι απ’ τη μια, επιχειρεί με αποσπασματικά μέτρα κι αλλοπρόσαλλες αποφάσεις να κυβερνήσει μια χώρα, που μετά τη χρεωκοπία της κι ύστερα από εφτά χρόνια σκληρής λιτότητας, ύστερα από απύθμενες ψευδολογίες κι αμετροεπείς υποσχέσεις, έχει ανάγκη από γενναίες μεταρρυθμίσεις, πολιτική συνέπεια και συνεργασία, αλήθεια, σεμνότητα και σκληρή δουλειά.

Μια κοινωνία απ’ την άλλη, που ενώ βλέπει τις επιλογές της να διαψεύδονται και να καταρρέουν, δείχνει ανίκανη να ξεφύγει απ' τον κακό εαυτό της, να λογικευτεί, να συνεννοηθεί, ν’ αντιδράσει στο ισοπεδωτικό «όλοι το ίδιο είναι», να ξεφύγει απ’ τις παραδοσιακές αγκυλώσεις και τις ιδεοληπτικές περιχαρακώσεις κι αναστολές της, να δημιουργήσει συλλογικότητες, να γεννήσει ιδέες, ν’ αναδείξει ηγεσίες και να προβάλει με πειστικότητα και πείσμα το δικό της όραμα, διεκδικώντας τη θέση που της αξίζει μέσα στην Ευρώπη και στον κόσμο, σε μια εποχή που όλοι κι όλα αλλάζουν, αλλά μέρα τη μέρα ολοένα απομακρύνονται και χάνονται μέσα στη μούχλα και στην καταχνιά μιας [τάχα] αριστερής αναισθησίας.

Photo: ARTFLAKES

2 σχόλια:

  1. Καλησπέρα αγαπητέ μου Ευάγγελε.
    Μετά από τις πολυήμερες διακοπές μου και πάλι εδώ.
    Μα την ανάρτησή σου συμφωνώ απόλυτα. Ο Θεός να μας φυλάει τι θα δούμε ακόμη.
    Πέρασε και από τα Εφτάνησα και το Καφε Ελλάς,
    Έχω κάτι που αξίζουν.
    Καλό σου Φθινόπωρο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα! Καλή βδομάδα και καλό φθινόπωρο με υγεία, Ντένη!!

      Διαγραφή

Καλοπροαίρετα