Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Ανασχηματίζοντας τα δεδομένα.


Η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ απ’ την κυβέρνηση διέλυσε έναν μύθο και επικύρωσε μια βεβαιότητα. Ο μύθος αφορούσε τη δυνατότητα να συνυπάρξουν στην ίδια κυβέρνηση κόμματα με ακραία ετερόκλιτες ιδεολογικές διαφορές και πολιτικές αντιλήψεις, όπως τουλάχιστον μας τις έχει διδάξει η μεταπολίτευση κι όπως τις κουβαλάει καθείς για λογαριασμό του στο δισάκι των αναμνήσεων και τις διηγήσεις των παππούδων του μετά τον πόλεμο. Η βεβαιότητα είναι, ότι η νέα ιδεολογική συσπείρωση που αναδύθηκε μετά το ξέσπασμα της κρίσης και μέρα τη μέρα ενδυναμώνεται, υπερακοντίζεται ιδεοληψιών και αγκυλώσεων, υπερβαίνει τις κομματικές γραμμές και συσπειρώνει πολίτες που, αν και προέρχονται από διαφορετικές αφετηρίες και διαθέτουν ετερόκλιτες προσλαμβάνουσες, εμφορούνται από την κοινή πεποίθηση, ότι η χώρα χρειάζεται εδώ και τώρα γενναίες και ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις για να προχωρήσει μπροστά και να εξελιχθεί σ’ ένα σύγχρονο κράτος της Ευρώπης.

Η οικονομική κρίση αποκάλυψε με έμφαση και με πρωτόγνωρο για τις γενιές μας τρόπο, ότι η αδυναμίες κι οι ανεπάρκειες του πολιτικοκοινωνικού μας οικοδομήματος δεν υπήρχαν μόνο στα πανεπιστημιακά εγχειρίδια και μελέτες, ούτε αποτελούσαν θεωρητικές προσεγγίσεις μιας κουλτουριάρικης και ξιπασμένης περιθωριακής εκσυγχρονιστικής ελίτ. Αντίθετα, με εκκωφαντικό τρόπο αποκαλύφθηκε, ότι τα προβλήματά μας ήταν περισσότερο σύνθετα και –δυστυχώς– τρομερά δυσεπίλυτα και πολύπλοκα.

Η δημιουργία της τρικομματικής κυβέρνησης, παρά τις επώδυνες και δυσχερείς συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκε και παρά το γεγονός ότι συναρθρώθηκε από ετερόκλιτες κι όλως διόλου –τουλάχιστον για τα στάνταρ της εποχής και των συνηθειών μας– πρότυπα, έδωσε ελπίδες. Ο σχηματισμός της, μολονότι έγινε επιπόλαια και υπό το δυσβάσταχτο βάρος του οικονομικού προβλήματος και της κοινωνικής έντασης, εκλήφθηκε από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως εν δυνάμει τροφοδότης του περάσματος σε μια άλλη εποχή κυβερνητικών συνεργασιών θεμελιωμένης στη βάση των προβλημάτων και των προγραμματικών συγκλίσεων για τη λύση τους.

Το εγχείρημα δεν ευωδόθηκε τελικά. Κριτικές κι επιφυλάξεις διατυπώθηκαν κι εξακολουθούν να διατυπώνονται για τις ενδοκυβερνητικές σχέσεις και προτεραιότητες. Από την πρώτη στιγμή ήταν προφανής η χαλαρή κυβερνητική συνοχή κι η έλλειψη συντονισμού. Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, απέφυγαν και τελικά απέτυχαν να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν τις όποιες αλλαγές στη διοίκηση και το κράτος, τις μεταρρυθμίσεις. Ενδεχομένως, στο πλαίσιο του κυβερνητικού τριγώνου κάποιοι να είχαν επενδύσει περισσότερο απ’ όσο ήταν αντικειμενικά φύση και θέση να διεκδικήσει και να επηρεάσει σ’ αυτό η ΔΗΜΑΡ.

Τώρα, τι να περιμένει κανείς από τον επικείμενο ανασχηματισμό του ένα προς δύο; Να κρίνει τα πρόσωπα, τις «καραμπόλες», τις μετονομασίες ή τις εκπλήξεις, όταν επέρχεται μετά από βίαιη διάσπαση της τρικομματικής κυβέρνησης κι όταν οι ταχύτητες που ήδη θα έπρεπε να αναπτύσσει η κυβέρνηση έπρεπε να είναι ιλιγγιώδεις; Αν ξέρεις τα πρόσωπα όλα τα υπόλοιπα είναι θέματα που αντιμετωπίζονται. Τα πρόσωπα κι ιδιαιτερότητές τους είναι το κλειδί της υπόθεσης. Η καταγωγή, οι σταυροί, οι εσωκομματικές ισορροπίες, οι προσωπικές φιλίες, η αφοσίωση, οι σχέσεις με τα ΜΜΕ, αποτελούν αποφασιστικής σημασίας κριτήρια που πρέπει να σταθμίζει ένας πρωθυπουργός πριν καταλήξει στην επιλογή του κυβερνητικού σχήματος. Το τελευταίο, ίσως, και το περισσότερο αμελητέο, η ικανότητα παραγωγής έργου, η αποτελεσματικότητα. Όλα αυτά, βεβαίως, αποκτούν νόημα και βαρύνουσα σημασία όταν αναφερόμαστε στο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας μας, το οποίο, εκτός από πρωθυπουργοκεντρικό, είναι και προσωποκεντρικό, συγκεντρωτικό και πελατειακό.

Θα μπορούσε, κάτω από άλλες συνθήκες, αυτός ο ανασχηματισμός ν’ αποτελέσει την κορυφαία πράξη για τη διοικητική μεταρρύθμιση, τον ακρογωνιαίο λίθο για την αλλαγή του κράτους. Μακριά από υπολογισμούς και σκοπιμότητες, ποσοστώσεις κι αναλογίες εκπροσώπησης, ήταν δυνατό να σχεδιαστεί μια κυβέρνηση με σαφές αναπτυξιακό χαρακτήρα, με ευέλικτες οργανωτικές δομές, με εξωστρεφή προσανατολισμό αρμοδιοτήτων, με συνεκτικές καθ’ ύλη αρμοδιότητες. Θα μπορούσε αυτός ο ανασχηματισμός να μην αποτελεί καν είδηση, αν είχαμε κατακτήσει να λειτουργεί η διοίκηση και το κράτος ανεξάρτητα από το ποιος κάθεται στον κάθε υπουργικό θώκο.

Με τα «αν» και τα «ίσως» ούτε κυβερνήσεις στήνονται, ούτε μεταρρυθμίσεις προάγονται, ούτε –πολύ περισσότερο– ο τόπος προοδεύει. Πρόοδος δεν πρόκειται να υπάρξει όποια κυβέρνηση κι αν σχηματιστεί, όσο άξια και ικανά στελέχη κι αν τη συγκροτούν, όση βούληση και διάθεση για μεταρρυθμίσεις κι αν υπάρχει. Δεν θα υπάρξει –όπως δεν υπήρξε και μέχρι σήμερα– γιατί οι κινήσεις είναι εκ των πραγμάτων δισταχτικές, αποσπασματικές κι ασυντόνιστες. Κάθε υπουργείο συγκροτεί κι ένα «φέουδο», που κατευθύνει κεντρικά τις πολιτικές μέσω πολυδαίδαλων διαδικασιών και δομών, που δεν διαθέτει στις περισσότερες των περιπτώσεων την κατάλληλη και επαρκή στελέχωση, μηχανισμούς συντονισμού κι ελέγχου, επάρκεια πόρων. Διαχείριση στην καλύτερη των περιπτώσεων και έργο που αποτιμάται με τα νομοσχέδια που προωθήθηκαν, με τα επιμέρους που διευθετήθηκαν, με τις κινητοποιήσεις που αποσοβήθηκαν. Διαχείριση στο πλαίσιο αλληλοκαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων, αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, αλληλοϋπονομευόμενων στελεχών. Το γεγονός, ότι υπουργεία συμπτύσσονται ή διαχωρίζονται με μόνο κριτήριο, όχι την βελτίωση των προσφερόμενων υπηρεσιών, αλλά τις ανάγκες διατήρησης ισορροπιών και συσχετισμών εντός κι εκτός κυβέρνησης, είναι πλέον συνηθέστατο.

Βασισμένη πάνω σ’ αυτό το εύθραυστο υπόβαθρο αμοιβαίας δυσπιστίας και επιφυλαχτικότητας, στηριγμένη πάνω σε στελέχη που κανέναν λόγο δεν έχουν να συνυπάρξουν παρά μόνο για να συντηρήσουν και να τονώσουν το πολιτικό τους προφίλ, εδραιωμένη πάνω στα συντρίμμια της πάλαι ποτέ τρικομματικής με το φάντασμα της ΔΗΜΑΡ να τη στοιχειώνει, η νέα κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας ΠΑΣΟΚ έχει στην καλύτερη των περιπτώσεων απώτατο χρονικό ορίζοντα μέχρι της ευρωεκλογές. Στην καλύτερη περίπτωση, γιατί το έργο που έχει μείνει πίσω είναι όλη η «λάντζα», όλη η «βρώμικη» δουλειά που επί τρία χρόνια –για να μην πούμε δεκαετίες ολόκληρες– με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποφεύγονταν. Δίχως να υπολογίζεται, βέβαια, και το βάσιμο ενδεχόμενο, ότι μπορεί να προκύψουν εμβόλιμα και τίποτε έκτακτες περικοπές και μέτρα.

Ποιος μεταρρυθμιστικός άνεμος χωρά να πνεύσει μεταξύ των χαρτοφυλακίων αυτής της κυβέρνησης; Ποιο αεράκι δροσερό κι αναζωογονητικό να ξεσηκώσει το βαλτωμένο ενδιαφέρον και να συνεπάρει τον ξεθυμασμένο ενθουσιασμό; Ακόμα και τα πρόσωπα που ακούγονται κουβαλάνε στα βιογραφικά τους ολόκληρα κατεβατά κυβερνητικών θητειών. Μια από τα ίδια, για καλό καλοκαίρι, λοιπόν, που εκλογές μπορεί να μην έφερε, αλλά άφησε στα «κρύα του λουτρού» κι όσους από το κοινωνικό ρεύμα των μεταρρυθμιστών ήλπιζαν, ότι είναι δυνατόν χωρίς όραμα κι εμπνευσμένη καθοδήγηση να ξημερώσουμε ένα πρωί και να βρισκόμαστε στη χώρα των μεταρρυθμίσεων. 

Καλή η θαλασσινή αύρα και το μελτεμάκι, αλλά ο αέρας ο φρέσκος κι ο καθαρός κατεβαίνει από τα ψηλά βουνά κι εδώ έχουν γίνει όλα ίσωμα.

4 σχόλια:

  1. Ξέρεις τι μου θυμίζουν όλα αυτά Ευάγγελε άλλαξε οΜανολιός και έβαλε τα ρούχα τοτ αλλιώς.
    Λες και θα αλλάξει κάτι για εμάς τώρα.
    Ουτε καν!!
    Τιποτε άλλο έχουν να μας δείξουν να μας εντυπωσιάσουν.
    Βαρεθήκαμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Με το βλέποντας και κάνοντας πηγαίνουμε, 'Ελενα.

      Μακάρι, τουλάχιστον, να 'χουμε τα μάτια μας ανοιχτά και να μην πηγαίνουμε στα τυφλά.

      Διαγραφή
  2. Αναζητήσαμε το καινούριο, το φρέσκο, το δημιουργικό, αλλά φεύ!...
    και ξαναγυρίσαμε στο παλιό στο οποίο ελπίζουμε -για να ελπίζουμε- να φέρει το νέο!
    Είναι να τρελαίνεσαι με αυτό το μυστήριο της ζωής που λέγεται άνθρωπος!...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η ελπίδα πεθαίνει -ευτυχώς- πάντα τελευταία, φίλε Δημήτρη!

      Διαγραφή

Καλοπροαίρετα