Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Κεντροαριστερή δυσανεξία.


Τόση διάθεση για την αναζωογόνηση του κεντροαριστερού πολιτικού χώρου δεν ξέρω αν έχουμε ξαναζήσει. Λυτοί και δεμένοι –που λέει κι ο λόγος– κινητοποιούνται, συναθροίζονται, εκτίθενται κι εκδηλώνονται, όλοι για το ξαναζωντάνεμα της «κεντροαριστεράς», για τη συσπείρωση των «δημοκρατικών και προοδευτικών» δυνάμεων, για τη δημιουργία του τρίτου πόλου.

Ενώ όμως η διάθεση κι ο οίστρος για προσφορά στην υπόθεση της κεντροαριστεράς περισσεύει, καμιά διάθεση δεν φαίνεται να υπάρχει προκειμένου όλοι αυτοί οι ενδιαφερόμενοι και οικειοθελώς προσφερόμενοι για τη σωτηρία της κεντροαριστεράς και της χώρας, να συντονίσουν τη δράση και τις πρωτοβουλίες τους από κοινού για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

Καθένας απ’ όσους φιλοδοξούν να διαδραματίσουν το ρόλο του αναγεννητή και του ζωοδότη της κεντροαριστεράς επιφυλάσσει για τον εαυτό του ή έστω και για το χώρο που εκπροσωπεί, την αδιαφιλονίκητη αυθεντικότητα, την αδιαπραγμάτευτη καθαρότητα, την ακριβέστερη άποψη, αλλά, τελικά, και τ’ αναμφισβήτητα πρωτεία στην πορεία προς την επιδιωκόμενη ενοποίηση και ενιαιοποίηση του χώρου.

Από το 2012, οπότε στελέχη και ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ άρχισαν να φυλλορροούν προς διάφορες άλλες κομματικές κατευθύνσεις κι επιλογές, ο πολιτικός χώρος που το άλλοτε κραταιό κόμμα εκπροσωπούσε, παρέμεινε κραυγαλέα αποψιλωμένος στελεχειακά κι απονεκρωμένος πολιτικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ ευτύχησε, έκτοτε, να καρπωθεί τη μερίδα του λέοντος τόσο σε εκλογικά ποσοστά, όσο και σε ένταξη στελεχών του ΠΑΣΟΚ στα ψηφοδέλτια και τα όργανά του.

Αυτή η εκλογική κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κι η συνακόλουθη παταγώδης κυβερνητική του μεταστροφή, που σημαδεύεται από ασυνέπεια, αμφιθυμία, προχειρότητα κι αλαζονεία, άνοιξε, δειλά στην αρχή αλλά με ιδιαίτερη ένταση πρόσφατα, τη συζήτηση και την αναζήτηση εναλλακτικών προτάσεων για την αναδιοργάνωση και την επανασυσπείρωση του κεντροαριστερού χώρου. Κι όλα αυτά, ταυτόχρονα με την παρατεταμένη εσωστρέφεια, τις μεταλλάξεις, αλλά και τη διάσπαση του ΠΑΣΟΚ.

Κουβέντες πολλές για την κεντροαριστερά, λοιπόν, μαζί με διαγκωνισμούς, αψιμαχίες και φιλοδοξίες σ’ ένα πολιτικό τοπίο που μέρα τη μέρα ερημώνεται, συντηριτικοποιείται, οπισθοδρομεί. Λόγια κι άλλα λόγια μπροστά στις οθόνες, τα θέατρα και τ’ αμφιθέατρα, αλλά και στα κλειστά αυτιά μιας κοινωνίας απογοητευμένης, κουρασμένης κι απρόθυμης ν’ ακολουθήσει. Κουβέντες και λόγια που πλειοδοτούν σε καλές προθέσεις κι υστερούν απελπιστικά σε απήχηση, δυνατότητες και ρεαλισμό.

Δικαίωμά τους να διεκδικεί ο καθένας τους για λογαριασμό του μια λύση για τον «χώρο» και τη χώρα, θεμιτές κι οι προσωπικές φιλοδοξίες, αλλά απ’ όλο αυτό το κουβεντολόι και το σύρε κι έλα όλων αυτών των πασίγνωστων για το ΠΑΣΟΚικό παρελθόν τους στελεχών, αυτό που προκύπτει είναι έκδηλη δυσανεξία μεταξύ προσώπων και ομάδων. Δε «χωνεύονται» μεταξύ τους, έχουν πολλά «προηγούμενα». Αυτός –κατ’ εμέ– είναι κι ο μόνος λόγος που δεν βρίσκονται, δεν συμπυκνώνουν πέντε - δέκα κοινά αποδεκτές απόψεις σε μια κόλλα χαρτί, αλλά ψάχνονται και ψάχνουν διαφορές τάχα στις λεπτομέρειες και στα σημεία.

Το πολιτικό τους αύριο επιδιώκουν να διασφαλίσουν. Ακούγεται κυνικό, αλλά αυτός είναι ο κανόνας, μια ματιά στο κομματικό τοπίο με τις μετακινήσεις, τις μεταπηδήσεις και τις διαγραφές των τελευταίων ετών μαρτυρά πολλά· γι’ αυτό πασχίζουν –κάποιοι, μάλιστα, και για τα παιδιά ή τα εγγόνια τους.

Με τη χώρα μέσα στα μνημόνια και τις ασφυκτικές δανειακές συμφωνίες, μετά το πατατράκ του ΣΥΡΙΖΑ, ποιος πιστεύει πλέον σε καθαρά ιδεολογικά σχήματα και ανεξάρτητες πολιτικές, ποιος μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά, ότι υπάρχουν –τουλάχιστον προς το παρόν– ποικίλες και τόσο κραγαλέα διαφορετικές επιλογές ή λύσεις μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο συμφωνιών και συμμαχιών της χώρας; Και μη μου πείτε για τις «κοινωνικές πολιτικές» της παρούσας κυβέρνησης, γιατί τέτοιες κοινωνικά μονομερείς κι άδικες πολιτικές ο καθένας ιδεοληπτικός και ψηφοθήρας θα μπορούσε να εφαρμόσει.

Τα πράγματα είναι απλά· όλη αυτή η κεντροαριστερή αναζήτηση και πρεμούρα όσο παρατείνεται και πλανάται θολώνει αντί να ξεκαθαρίζει το πολιτικό τοπίο και μπορεί να μείνει απλώς στα λόγια και τα χαρτιά, το σημαντικότερο, όμως, απαξιώνει και ζημιώνει ακόμα περισσότερο το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, που, εν πάσι περιπτώσει, εξακολουθεί να είναι το κόμμα αναφοράς για την κεντροαριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία στη χώρα.  

Έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις, ώστε, όταν έρθει η ώρα, οι δυσαρεστημένοι κι ανένταχτοι «κεντροαριστεροί» χαρακτηριζόμενοι ψηφοφόροι –ιδιαίτερα εκείνοι που με κάθε τρόπο επιθυμούν την απαλλαγή της χώρας από την παρούσα κυβέρνηση– να προστρέξουν προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία, χαρίζοντάς τους θεαματικά εκλογικά ποσοστά, ενώ οι υπόλοιποι –που «δεν πάει με τίποτα το χέρι τους δεξιά»– να χαρίσουν, θες με βαριά, θες μ’ ελαφριά καρδιά, μια ακόμα ευκαιρία στον Αλέξη Τσίπρα, αφού –ποιος ξέρει;– μπορεί μέχρι εκείνη την ώρα να το ‘χει φέρει «το μαγαζί» εντελώς στα ίσα· τι; Μα, να το έχει πλήρως ΠΑΣΟΚοποιήσει.

Τον Τσίπρα πολλοί εμίσησαν· την εξουσία ουδείς. [Τότε να δεις μια κεντροαριστερά, νααα!]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Καλοπροαίρετα