Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Για ένα moratorium ελπίδας.


Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι πλέον γύρω μας, που να μη μας πληγώνει, να μη μας απογοητεύει, να μη μας ενοχλεί, να μη μας στεναχωρεί. Έχει στενέψει ασφυκτικά, νομίζω, ο ζωτικός χώρος, έχει μικρύνει απελπιστικά, ο περίγυρος των ανθρώπων που μπορούμε να στηριζόμαστε, να εμπιστευόμαστε, να αγαπάμε και να επιθυμούμε τη συναναστροφή και την παρέα τους.

Έχει περιοριστεί δραματικά η νομιμοποιητική εμβέλεια θεσμών, λειτουργιών και οργάνων. Έχουν συρρικνωθεί τα περιθώρια αποδοχής ή ανεκτικότητας κανόνων, οδηγιών κι επίσημων απόψεων. Η διάχυτη κρίση εμπιστοσύνης και δυσπιστίας, επιβεβαιώνουν σε κάθε ευκαιρία  τη μεταστροφή της κοινωνίας προς την εσωστρέφεια και το βαθύ ρήγμα της με το πολιτικό σύστημα.

Είναι τόσες πολλές κι αλλεπάλληλες οι διαψεύσεις των τελευταίων ετών, είναι τόσο απροσδόκητες και ραγδαίες οι ανατροπές, που η οπισθοδρόμηση και το πισωγύρισμα δεν αφορά μόνο την οικονομική κατάσταση, αλλά απλώνεται κι αγκαλιάζει όλες τις δραστηριότητες και συνήθειες, όλες τις πτυχές και τις εκφάνσεις της ζωής, την καθημερινότητά μας την ίδια.

Τα συμπεράσματα για όλην αυτή την κατάσταση έχουν κουτσά - στραβά εξαχθεί. Καθένας και καθεμιά έχουν καταλήξει για τις αιτίες, τους λόγους και τις αφορμές, προσεγγίζοντάς τα, βέβαια, από τη σκοπιά του κι από τη μεριά που βλέπει τα πράγματα και τις εξελίξεις. Δεν νομίζω να υπάρχει συμπολίτης μας που να μην έχει τη δική του εκδοχή και άποψη για το τι έφταιξε.

Εκείνο, όμως, που λίγο - πολύ νομίζω τώρα πλέον, έχει γίνει κοινή πεποίθηση και κοινός τόπος για τους πιο πολλούς, είναι ότι στη χώρα –ανεξάρτητα από αιτίες και λόγους που την οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση– για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και τα προβλήματα, για ν’ ανασάνει η κοινωνία κι η οικονομία, θα πρέπει να γίνουν συγκεκριμένες αλλαγές και να ληφθούν στοχευμένες αποφάσεις. Οι περισσότερες απ’ αυτές –αν όχι όλες– αφορούν άμεσα ή έμμεσα το κράτος και τις λειτουργίες του.

Απέναντι σ’ αυτή την πλειοψηφούσα αντίληψη, εκείνο που γίνεται παντοιοτρόπως αντιληπτό είναι η παρατεινόμενη δυστοκία, η διαρκής αναβλητικότητα κι η δεδομένη απροθυμία για την ανάληψη αυτών των αναγκαίων κι επειγουσών πρωτοβουλιών από τους κυβερνώντες. Η διαπίστωση αυτή, σε συνδυασμό με τις ψευδολογίες και τις υπερβολές του τελευταίου χρόνου, που επιχειρούν να τη συγκαλύψουν, να τη δικαιολογήσουν ή να την αποδώσουν σε μύριους όσους εξωγενείς κι υποχθόνιους λόγους κι επιβουλευτές, τροφοδοτούν και μεγεθύνουν την κοινωνική αμηχανία κι επιτείνουν το υφιστάμενο οικονομικό πρόβλημα της χώρας.

Η κατάσταση αυτή δεν είναι δυνατόν να παρατείνεται επ’ άπειρον. Τώρα, μάλιστα, που και το προσφυγικό πρόβλημα άρχισε ν’ αφορά, όχι μόνο κάποια νησιά ή περιοχές, αλλά το σύνολο της επικράτειας, η επίσπευση της αντιμετώπισης των χρόνιων εκκρεμοτήτων μετατρέπεται σε άκρως επιτακτική και αδήριτη. Το αντίδωρο της ελπίδας και της προοπτικής, μέσω συγκεκριμένων πολιτικών πρωτοβουλιών, θα πρέπει να είναι η βαλβίδα εκτόνωσης και κατευνασμού της περιρρέουσας κοινωνικής απογοήτευσης κι απελπισίας.

Εκ των πραγμάτων, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ έχει την ευθύνη και την πρωτοβουλία των κινήσεων, δυστυχώς όμως, για χίλιους δυο λόγους που καθημερινά βλέπουν το φως της δημοσιότητας, αδυνατεί ν’ απεγκλωβιστεί απ’ τις ιδεοληψίες και τις αντιλήψεις των συμμετεχόντων. Η κυρίαρχη και νομοτελειακή αντίληψη για το «κράτος – λάφυρο» στα χέρια των κυβερνώντων της μεταπολεμικής Ελλάδας, επιβεβαιώνεται με τον πλέον προκλητικό κι αδέξιο τρόπο.

Ο εγκλωβισμός και το αδιέξοδο όμως του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στην αντιμνημονιακή τους ρητορεία, δεν θα πρέπει ν’ αποτελέσουν τη θρυαλλίδα που θα οδηγήσει στην κατάρρευση και την καταστροφή κι όλη τη χώρα. Η ανατροπή των προσδοκιών και των ψευδαισθήσεων, που ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας βλέπει να κατεδαφίζεται και να γκρεμίζεται συθέμελα από το καλοκαίρι κι ύστερα, δεν θα πρέπει να συμπαρασύρει και την κοινωνία στο σύνολο της.

Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν, πολύ δε περισσότερο μαγικές. Φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, τι κάνουμε; Θα χοροπηδάμε χαρούμενα πάνω στα συντρίμμια που καθημερινά δημιουργούνται δεξιά κι αριστερά; Θα τ’ αφήσουμε όλα στην τύχη τους και θα κλειστούμε στον εαυτό μας κοιτάζοντας μόνο την πάρτη μας; Θα πάρουμε τον ομματιών μας για τα ξένα ή θα επιτρέψουμε στο φασισμό να αποδείξει πόσο λάθος έχουμε ισοπεδώνοντας σε κάθε ευκαιρία τα πάντα;

Η γνώμη μου είναι, ότι όλοι θα πρέπει να κάνουμε το κάτι παραπάνω, αυτό που με χίλιες δυο δικαιολογίες και προφάσεις αποφεύγουμε να κάνουμε μια ζωή, μια ζωή κι όχι μόνο τα χρόνια της κρίσης, σ’ αυτά που βολικά αναφερόμαστε. Πρώτη η κυβέρνηση εννοείται. Κι αν όχι η παρούσα, γιατί δεν θέλει ή δε μπορεί, ή κι εγώ δεν ξέρω τι, εκείνη που θα έχει το θάρρος, παραμερίζοντας το πολιτικό κόστος, συζητώντας, συνεργαζόμενη και συνθέτοντας, να πει με ειλικρίνεια αλήθειες και να σταθεί υπεύθυνα με την εμπιστοσύνη της παρούσας Βουλής, αναλαμβάνοντας ν’ αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και την αξιοπρέπεια στο λαό, όχι στα λόγια και στα μπαλκόνια, αλλά στην καθημερινή πολιτική της δραστηριότητα.

Καιρός είναι, νομίζω, εκείνοι που επιβάλουν σε όλους εμάς τα τελευταία χρόνια κατά τις αντιλήψεις τις αποφάσεις τους για μέτρα, περικοπές και μειώσεις, να τολμήσουν να συνεννοηθούν μεταξύ τους δίχως περιστροφές και αστερίσκους, δίχως μικροϋπολογισμούς και υστεροβουλίες και να καταλήξουν σ’ ένα αξιόπιστο πρόγραμμα - χρονοδιάγραμμα εξόδου από την κρίση. Να διορθώσουν και ν’ αποκαταστήσουν μεθοδικά και με ευαισθησία, όλα όσα στραβά κι ανάποδα διαπίστωναν και κατήγγειλαν ο ένας για τον άλλον επί δεκαετίες, παραδειγματίζοντας, αλλά κι επιβάλλοντας όπου και αν χρειάζεται,  σ' όλους εμάς ν’ ακολουθήσουμε.

Προσωπικά, πολλά –για να μην πω τίποτα απ’ αυτά– δεν ελπίζω, αλλά κι άλλη διέξοδο το πεπερασμένο μου μυαλό αδυνατεί, μέσα στο πλαίσιο της Συνταγματικής μας τάξης να επινοήσει. Θα πεις –και με το δίκιο σου– «δουλεία δικιά σου είναι, ρε φίλε, να βρεθεί λύση;» Θα ‘θελα όμως –θα σου απαντήσω– τα παιδιά μου, μα κι όλοι οι νέοι, να παν στις άλλες εκλογές για να ψηφίσουν κι όχι, ή να βρίσκονται κάπου μακριά στα ξένα ή αηδιασμένα ν’ αδιαφορήσουν, αφήνοντας –όπως και τόσοι άλλοι– αυτή η δημοκρατία, που ολημερίς κάποιοι τη βρίζουν, να γίνει εργαλείο και μέσο, ώστε ο αυταρχισμός, ο φανατισμός, οι ιδεοληψίες κι όλα τα στραβά μας και τ’ ανάποδα αυτή τη χώρα να διαλύσουν.

Σχόλια

  1. Φίλε Βαγγέλη αν ψάξεις στα περασμένα γραφτά μου θα βρεις ό,τι κι΄εσένα σήμερα σε προβληματίζει. Χρόνια τώρα τα λέω και τα γράφω.
    Φοβάμαι ότι φτάσαμε στο τέλος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κοινός τόπος πλέον, αγαπητέ Ντένη, ο προβληματισμός κι η απογοήτευση.

      Ζητούμενο να βρεθούμε σε μια κοινή αφετηρία συμμετοχής και προσπάθειας με πρωτεργάτες εκείνους που εκλέξαμε να κατευθύνουν τις τύχες της χώρας και τις δικές μας.

      Μόνοι μας, κατά τη γνώμη μου, εμποδίζουμε την ελπίδα να διαφανεί. Ας επιμείνουμε όμως!

      Καλή σου συνέχεια!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Καλοπροαίρετα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ΓΡΑΜΜΗ 19 ΤΟΥ ΤΡΟΛΕΪ "ΜΟΥΣΕΙΟ - ΧΑΛΑΝΔΡΙ"

Το Χαλάνδρι εξυπηρετείται από τον ΗΛΠΑΠ με δύο γραμμές τρόλεϊ, τη γραμμή 18 «Μουσείο – Χαλάνδρι (Εθνικής Αντιστάσεως)» και τη γραμμή 19 «Μουσείο - Σταθμός μετρό Χαλάνδρι (Σίδερα)», που αποτελεί εδώ και μερικούς μήνες προέκταση της γραμμής 19 «Μουσείο – Χαλάνδρι (Σίδερα)» που ήδη λειτουργούσε. Το δρομολόγιο της γραμμής 19 όμως από την αφετηρία στο σταθμό του μετρό και ακολουθώντας τη διαδρομή Λεωφόρος Δουκίσσης Πλακεντίας, πλατεία Κένεντι (Φλύας) Παλαιολόγου και δεξιά την οδό Ανδρέα Παπανδρέου, διέρχεται και πάλι μέσω του κέντρου του Χαλανδρίου, με αποτέλεσμα να καθυστερεί υπερβολικά. Ιδιαίτερα τις ώρες κυκλοφοριακής αιχμής τα δρομολόγια έχουν διάρκεια πάνω από μιάμιση ώρα.
Για τους διερχόμενους από την περιοχή οδηγούς είναι γνωστά τα μποτιλιαρίσματα που δημιουργούνται καθημερινά τις ώρες αιχμής στον κόμβο της πλατείας Κένεντι, στη διασταύρωση Παλαιολόγου (Παπανικολή) και Εθνικής Αντιστάσεως, στην έξοδο της Ανδρέα Παπανδρέου προς την πλατεία Χαλανδρίου, στη συμβολή της Βασιλέως Γεωργίου…

Άρρωστοι.

«Έχουμε, τουλάχιστον, την υγειά μας», η συνηθέστερη στις μέρες μας επωδός κλείνοντας μια συνομιλία. Έχουμε την υγειά μας, αμ δε· παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του, εφόσον ούτε την υγειά μας, όπως νομίζουμε, έχουμε.
Σε ποια υγεία αναφερόμαστε; Ότι, δηλαδή, περπατάμε και στεκόμαστε όρθιοι; Ότι δεν έχουμε ίωση ή κάποια ανίατη ασθένεια; Ότι μπορούμε και τρώμε και μιλάμε; Σε τι ακριβώς, γιατί στις μέρες που ζούμε μόνο όποιος έχει ολική αναισθησία ή ανήκει στον κυβερνητικό μηχανισμό μπορεί να αισθάνεται καλά, όλοι οι υπόλοιποι, ακόμα κι αν δεν καταφεύγουν προς το παρόν στα ψυχοφάρμακα, βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, σε συνθήκες παρατεταμένης ανασφάλειας και βαθιάς κατάθλιψης.
Δεν είμαστε καλά, δεν είμαστε καθόλου καλά, όχι γιατί μέρα τη μέρα φτωχαίνουμε και πάμε, όχι γιατί εξοικειωθήκαμε με το ψέμα, ούτε γιατί πιστέψαμε αφελώς ότι «όλοι το ίδιο είναι», δεν είμαστε καλά γιατί συνηθίζουμε λίγο-λίγο τη μιζέρια, ανεχόμαστε σιγά-σιγά αυταρχικές επιλογές, δεχόμαστε μέρα με…

"Πώς φτάσαμε έως εδώ;"

«Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, οι ιδιωτικοποιήσεις, η συγκράτηση των δημοσιονομικών δαπανών και η δραστική μείωση των ελλειμμάτων δεν είναι πλέον δυνατόν να περιμένουν. Ούτε, ασφαλώς, η απελευθέρωση των αγορών εργασίας και όλα εκείνα τα μέτρα, που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, έχουν περιθώρια αναμονής. Καλή, βέβαια, και ευκταία η εργασιακή ειρήνη, την οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να συνδυάσει με τις ριζικές μεταβολές και τους γρήγορους ρυθμούς που απαιτεί η οικονομική ανάπτυξη του τόπου (γι’ αυτό και είναι επιφυλακτική, διστακτική και αναβλητική σε τολμηρές αποφάσεις). Και το κακό είναι ότι ούτε και τα άλλα κόμματα βοηθούν στη λήψη τέτοιων αποφάσεων. Αφήνοντας κατά μέρος το δογματικό ΚΚΕ, το οποίο εξ ορισμού είναι αντίθετο ακόμη και με τις ορθότερες καινοτομίες, γιατί τάχα διαταράσσουν την εργασιακή ειρήνη, βλέπω ότι και η Νέα Δημοκρατία ούτε ενθαρρύνει, στον βαθμό που επιβάλλεται, αναπτυξιακές προσπάθειες, μολονότι θεωρητικά υπερθεματίζει για …