Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Το καλοκαίρι μπορεί.


Ο καιρός ή η διάθεση; Η διάθεση ή ο καιρός; Ίσως και τα δυο, ίσως κι οι δίχως κίνηση πρωινοί δρόμοι ή ακόμα – ακόμα τα χαρτιά και τα νάιλον που άφησαν σκόρπια πίσω τους φεύγοντας οι μικροπωλητές γύρω απ’ την εκκλησία της Μεταμόρφωσης. Μπορεί και τα άδεια σκοτεινά γραφεία στη δουλειά. Όλα συμβάλουν το γκρίζο να κυριαρχεί, να γίνεται ευδιάκριτο και ξεκάθαρο. Η βροχή ξεπλένει κάποιες απ’ τις πινελιές του καλοκαιριού, η υγρασία κόβει μερικές απ’ τις ανάσες ξενοιασιάς, η ψύχρα κλείνει παράθυρα και μαζεύει βιαστικά αραχτές σκέψεις κι αδειούχους προβληματισμούς.

Δεν είναι κι απ’ τα καλύτερα το φετινό καλοκαίρι. Πολεμικές επιχειρήσεις που εξελίσσονται σε χώρες της ευρύτερης περιοχής δημιουργώντας χιλιάδες θύματα και πολιτική αστάθεια στο εξωτερικό, νομοθετικές πρωτοβουλίες που κινούνται μεταξύ προχειρότητας και σκοπιμότητας επιτείνοντας το αίσθημα αυταρχισμού κι αυθαιρεσίας μεταξύ κυβέρνησης και πολιτών στο εσωτερικό. Καθένα ξεχωριστά κι όλα ταυτόχρονα συνθέτουν ένα βαρύ περιβάλλον που επηρεάζουν ούτως ή άλλως τη διάθεση. Αν πλάι σ’ αυτά μπουν και τα ψαλιδισμένα περιθώρια λόγω της οικονομικής κρίσης, η διάχυτη απογοήτευση κι απαισιοδοξία, η περιρρέουσα ανασφάλεια κι επιφυλακτικότητα, να ‘σου ένα παζλ μουντό και στενάχωρο, που μέσα του κάθε καλοκαίρι, αλλά και κάθε εποχή, θ’ ασφυκτιούσε. Γι' αυτό μόνο το καλοκαίρι δεν φταίει.

Η πίκρα δεν ταιριάζει στο καλοκαίρι που έχω συνηθίσει να ‘ναι ολόγλυκο με γεύσεις παγωτού φράουλας και σοκολάτας, με άρωμα βερίκοκου και πεπονιού και με δροσιά θαλασσινής αύρας. Η μελαγχολία δεν του πάει γιατί στο νου μου αντιπροσωπεύει την εποχή της ξενοιασιάς, των διακοπών, του ερωτισμού. Η στεναχώρια δεν του πρέπει γιατί μπορεί να με παρασέρνει σε πολυσέλιδα ταξίδια πλημμυρισμένα περιπέτειες κι αρμύρα, να με συναρπάζει με ολόχρυσα ηλιοβασιλέματα και φεγγαρόφωτα ασημοκεντημένα, να με νανουρίζει πάνω σε ζεστές αμμουδιές νοτισμένες απ’ το κύμα που χαϊδεύουν τρυφερά τις αθώες πατούσες των παιδιών.

Θα έλεγα πως κι η βροχή δεν του πηγαίνει, αλλά το καλοκαίρι θα ξέρει πιο καλά, έτσι νομίζω. Μπορεί οι ξαφνικές του συννεφιές κι οι μπόρες να ανατρέπουν σχέδια, καταστάσεις ή και δεδομένα, αλλά το κάνουν έτσι πιο επιθυμητό, πιο απαραίτητο, πιο ευδιάκριτο. Ο ήλιος μετά τη μπόρα είναι πιο λαμπερός, η ατμόσφαιρα πιο καθαρή, οι μυρωδιές της φύσης πιο ζωντανές, ακόμα κι η υγρασία που κολλάει στο γυμνό κορμί, έχει την πυκνή γλύκα ιδρωμένης ερωτικής αγκαλιάς.

Το καλοκαίρι μπορεί να μας θυμίζει πιο καλά απ’ οποιαδήποτε άλλη εποχή, ότι τίποτε σ’ αυτόν τον κόσμο δεν είναι πλέον δεδομένο -ίσως ποτέ και να μην ήτανε κι ας το πιστεύαμε έτσι. Στις εξοχές και τις ακρογιαλιές που συνηθίζουμε ν’ απολαμβάνουμε τις χάρες και τις χαρές του, μια ξαφνική μπόρα ή μια βαριά συννεφιά μπορεί ν’ αναστατώνουν και ν’ ανατρέπουν, αλλά δημιουργούν ταυτόχρονα τη γλυκιά προσμονή, την ελπίδα, ότι το καλοκαίρι είναι εκεί και θα ξανάρθει. 

Το καλοκαίρι ξέρει και μπορεί να μας γεμίζει συναισθήματα, συγκινήσεις, αναμνήσεις, αλλά και να χαρίσει αισιοδοξία και διάθεση για τις άλλες εποχές, για όλες τις εποχές. Το καλοκαίρι έχει τη δύναμη και το φως, προσθέτοντας κι εμείς τη διάθεση και το μεράκι είναι βέβαιο ότι θα διαλυθούν πιο γρήγορα τα σύννεφα.

Όσο κι αν μας βρίσκουν ξαφνικές μπόρες, όσο κι αν επιμένει η συννεφιά, μέσα μας το ξέρουμε, το καλοκαίρι, ο ήλιος, το φως είναι εκεί και μπορούμε να τα ξαναφέρουμε.

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Με το γάντι.


Για τα παιδιά στη Γάζα σφαχτήκαμε. Για τα γάντια της Αλεξίου ξεμαλλιαστήκαμε. Για τη χρεοκοπία της Αργεντινής δώσαμε τα ρέστα μας. Άντε να συνεννοηθούμε μετά για τη «μικρή ΔΕΗ», για τη φορολογική μεταρρύθμιση, για τη λειτουργία των πανεπιστημίων. Για την εκλογή Προέδρου, φυσικά, ούτε συζήτηση.

Η πολιτική αντιπαράθεση κι ο δημόσιος πολιτικός λόγος έχουν αποκτήσει τόσο ακραία κι επιθετικά χαρακτηριστικά, ώστε εύλογα η κοινή γνώμη να διαπιστώνει, ότι όλη η επικοινωνία κι ο διάλογος μεταξύ των κομμάτων εξαντλείται μόνο στη δημιουργία της εντύπωσης και την με κάθε τρόπο αποστόμωση των αντιπάλων. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο που ό,τι κάνουν οι κυβερνώντες να είναι απόλυτα λάθος για τους αντιπολιτευόμενους κι ότι προτείνουν οι αντιπολιτευόμενοι να είναι εντελώς λαθεμένο κατά τους κυβερνώντες. Ούτε ξέρω, αν υπάρχει άλλος τόπος στον κόσμο που ανά πάσα στιγμή είναι δυνατόν να δημιουργηθεί τόση ένταση και τόση πόλωση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, ακόμα και για το πλέον ασήμαντο κι επουσιώδες θέμα, ώστε να καταφεύγουν οι αντιπαρατιθέμενοι σε υβριστικούς κι άκρως απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς κι εκφράσεις κατά των αντιπάλων τους.

Κανέναν δεν φαίνεται να ενδιαφέρει η αλήθεια, η τεκμηρίωση, η γνώση ή η ενημέρωση, όλο το ενδιαφέρον κι όλη η προσπάθεια επικεντρώνεται στο ποιος θα ξεστομίσει την μεγαλύτερη εξυπνάδα ή το ποιος θα χρησιμοποιήσει την πιο εντυπωσιακή λέξη. Υπερβολές, αμετροέπειες, ψεύδη και συκοφαντίες, συνοδευόμενα ενίοτε κι από μπόλικο θράσος και αυθάδεια, επιστρατεύονται και χρησιμοποιούνται στον υπερπάντων αγώνα του ποιος θα πει την τελευταία κουβέντα και ποιος θα υπερισχύσει με την ένταση της φωνής.

Οι μεν με το θυμό και με το δίκιο που τους πνίγει εδώ και τέσσερα χρόνια, οι δε με την αλαζονεία και την πλαδαρότητα άλλων εποχών, στήνονται καθημερινά όπου υπάρχουν ακροατήρια και κάμερες και αναλώνουν ώρες επί ωρών και μέρες επί ημερών, με επιδιαιτητές τις περισσότερες των περιπτώσεων δημοσιογράφους, δημοσιογραφίσκους και δημοσιογραφούντες, απέναντι σε ένα πολτοποιημένο και παραζαλισμένο κοινό, σε μια κοινωνία, που -αν δεν τραβάει τα μαλλιά της ή δεν μαλλιοτραβιέται κι αυτή στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης μιμούμενη ή παρακολουθώντας τους «πρώτους διδάξαντες»- μένει άφωνη, αποσβολωμένη κι απογοητευμένη.

Αν έχει χαθεί κάτι τα τέσσερα αυτά χρόνια των μνημονίων και της οικονομικής κρίσης, είναι ό,τι πολυτιμότερο διαθέταμε, ό,τι πιο σπουδαίο και χρήσιμο για τη συγκυρία κι αυτό δεν είναι μόνο η δανειοληπτική ικανότητα ή η αξιοπιστία της χώρας, ούτε αποκλειστικά οι μισθοί κι οι συντάξεις από τα νοικοκυριά, είναι ο χρόνος. Χάθηκε χρόνος που δεν περίσσευε, ούτε άφηνε περιθώρια για άλλες καθυστερήσεις.

Την αμεριμνησία της διακυβέρνησης μετά την ΟΝΕ εποχής, διαδέχτηκε η βεβαιότητα της πεπατημένης κι ότι τα λεφτά υπάρχουν. Την επιπολαιότητα της αντιπολίτευσης των Ζαππείων, διαδέχτηκε η ευκολία της κατάργησης των μνημονίων μ' ένα άρθρο. Οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας σπατάλησαν πολύτιμο χρόνο στην πιο δύσκολη καμπή για την πορεία της χώρας κι έχασαν έτσι την ευκαιρία για να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν ένα αποτελεσματικό και ευέλικτο πρόγραμμα προσαρμογής της χώρας και της κοινωνίας στις έκτακτες συνθήκες που δημιουργήθηκαν. Τα μόνα που περίσσεψαν όλα αυτά τα χρόνια είναι τα λόγια, τα λόγια και τα λόγια.

Με άγαρμπο κι αποσπασματικό τρόπο έκτοτε, επιχειρείται η βίαιη και βεβιασμένη δημοσιονομική προσαρμογή της οικονομίας σε όρους και συνθήκες που θα έπρεπε από χρόνια να έχουν εξασφαλιστεί. Με διαδοχικά «πολυνομοσχέδια» ή «νομοσχέδια σκούπα», που συγγράφονταν κι εξακολουθούν να συγγράφονται για να συρράψουν στο άρπα – κόλλα κι όπως όπως ρυθμίσεις και διατάξεις για υποχρεώσεις και συμφωνίες με τους δανειστές κάθε φορά που επρόκειτο να αφιχθεί η τρόικα στη χώρα ή ενόψει καταβολής κάποιας δόσης από τις δανειακές συμβάσεις.

Αλλαγές και προσαρμογές που απαιτούν λεπτούς χειρισμούς και ιδιαίτερα προσεχτική αντιμετώπιση, όπως οι απολύσεις, οι φόροι, οι μειώσεις αποδοχών και συντάξεων, οι αξιολογήσεις κ.ο.κ., προκλήθηκαν με αδέξιο και χονδροειδώς παράνομο τρόπο, με αποτέλεσμα πολλές απ' αυτές να ανατρέπονται στα δικαστήρια με όποιο κόστος αυτό συνεπάγεται. Ταυτόχρονα, η αναβλητικότητα ή κι η αδιαφορία για την αντιμετώπιση των δυσλειτουργιών και των οργανωτικών δυσπλασιών στη δημόσια διοίκηση, προκάλεσαν σημαντικές καθυστερήσεις και απώλεια χρόνου και συσσώρευσαν ακόμη περισσότερα προβλήματα στην ήδη προβληματική οργάνωση και στελέχωση των δημοσίων Υπηρεσιών.

Αντί για προσοχή, φροντίδα και συνέπεια, αντί για συνεννόηση και συνεργασία, αντί για γάντια χειρουργείου, τέσσερα χρόνια τώρα, οι αρμόδιοι κάθε πλευράς προτιμούν να επιχειρούν για να λύσουν τα δικά μας και τα δικά τους προβλήματα φορώντας γάντια του μποξ. Έτσι ως φαίνεται διευκολύνονται για να στρέφουν κάθε τόσο την προσοχή μας στα λαστιχένια γάντια της κάθε Χαρούλας.

Ίσως αυτό να έχει γίνει πλέον αντιληπτό από κάποιους τρίτους, οι οποίοι με τη σειρά τους δεν μας εμπιστεύονται και ως εκ τούτου δεν έχουν κανέναν λόγο να μας φέρονται «με το γάντι».