Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Αριστερά φιλιά.


Στη Νέα Ιωνία τα γραφεία της ΔΗΜΑΡ είναι απέναντι από το σουβλατζίδικο του Παναγιώτη. Χρόνια φίρμα στην περιοχή ο Παναγιώτης που ψήνει στο κάρβουνο τις πίτες και το χειροποίητο πολίτικο κεμπάπ. Χρόνια κρατά κι η συζήτηση για τη συγκρότηση της κεντροαριστεράς και τελευταία, μάλιστα, με ιδιαίτερη ένταση. Η ταμπέλα στη μαρκίζα του α’ ορόφου έπαιξε το ρόλο της για να ξαναπιαστεί η ίδια κουβέντα για μια ακόμα φορά, η περίσταση κι η παρέα δεν ήθελαν δα και πολύ.

Οι «ταμπέλες», κατ’ αρχήν, είναι ένα μεγάλο πρόβλημα στη διαδικασία της πολιτικής επικοινωνίας, αλλά και στην πρόοδο της όποιας συνεννόησης και συνεργασίας. Αυτές –απ’ τη στιγμή που θα τοποθετηθούν– καθορίζουν δεσμευτικά κι απαρέγκλιτα το πλαίσιο και τους κανόνες της μετέπειτα στάσης και συμπεριφοράς. Εκείνες είναι που θα ανοίξουν ή θα κλείσουν τους διαύλους, τις πόρτες και τα παράθυρα της συνεννόησης. Ούτε οι προγραμματικές θέσεις, ούτε οι πολιτικές πλατφόρμες, ούτε –πολύ περισσότερο– οι ανάγκες της κοινωνίας και της χώρας.

Το ωραίο είναι ότι, εδώ κι ένα χρόνο, οι «ταμπέλες», ενώ παραδοσιακά δημιουργούν αυτά τα προβλήματα κι ορθώνουν απαραβίαστα αναχώματα στη συνεργασία των πολιτικών κομμάτων και δυνάμεων, ουδόλως εμποδίζουν όσους βρίσκονται υπό τη σκέπη τους, αλλά μέσα στην τρικομματική κυβέρνηση, να συμπεριφέρονται με συνέπεια έναντι των εξαγγελιών και διακηρύξεων που οι ίδιες οι ταμπέλες τους υπαγορεύουν. Με άλλα λόγια, δηλώνω αριστερός, αλλά στηρίζω τις δεξιές επιλογές της Νέας Δημοκρατίας στη διακυβέρνηση ή δηλώνω μεταρρυθμιστής, αλλά η μεταρρυθμιστική μου διάθεση εξαντλείται στις όποιες αποκρατικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων εξαγγέλλονται απ’ την κυβέρνηση.

Στα κόμματα της συγκυβέρνησης, αυτά που κατά τον πρωθυπουργό κάνουν «κωπηλασία χρέους», το χρέος εξαντλείται στη διαχείριση των μνημονίων και της κρίσης με όρους που επ’ ουδενί θίγουν τον πυρήνα του πολιτικού συστήματος και σε καμία περίπτωση αγγίζουν την αυτοτέλεια και την αυτονομία των συγκυβερνώντων. Διαχείριση με κυβερνητικές συνταγές δοκιμασμένες και με πολιτικές επινοήσεις που καθόλου δεν διαφέρουν από τις εποχές προ κρίσης, εποχές αυτοδυναμιών και δικομματισμού.

Αν αυτό για τη Νέα Δημοκρατία, που –όπως δημοσκοπικά προκύπτει– διατηρεί αξιοπρεπές ποσοστό δυνάμεων στο εκλογικό σώμα, είναι μια στάση, όχι μόνο αναμενόμενη, αλλά και συνεπής απέναντι στις αρχές και τις συντηρητικές ιδεολογικές της καταβολές, για το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, που καθημερινά τα ποσοστά τους ολοένα και συρρικνώνονται στα ευρήματα των ίδιων δημοσκοπήσεων, αποτελεί εξαιρετική προδιαγραφή πολιτικής αυτοκτονίας.

Ένας χρόνος συγκυβέρνησης και το πηλίκο δεν είναι ακόμα ούτε καν μηδενικό. Ο κοινός παρανομαστής εξακολουθεί ν’ αυξάνει για την κοινωνία ως προς τη λιτότητα, ενώ ο αριθμητής για το κυβερνητικό έργο παραμένει εξαιρετικά μικρός κι αμελητέος. Ένας χρόνος κι ακόμα ψάχνουμε να δούμε, τι θα την κάνουμε τελικά τη ριμάδα τη διάσωση της χώρας; Θα την πάμε μπροστά μέσα από γενναίες μεταρρυθμίσεις και τομές στο παραγωγικό μοντέλο; Θα την πάμε πίσω σ’ ένα πτωχικό μεταπρατικό παρελθόν; Θα την κρατήσουμε στάσιμη να «βράζει στο ζουμί» των χρεών της; Θα την αφήσουμε στα χέρια των Κινέζων ή θα την παραδώσουμε πεσκέσι στους Ρώσους;

Ζητήματα που νομίζαμε πως είναι λυμένα και πως από τις δυνάμεις των λεγόμενων κεντροαριστερών κομμάτων θα μπορούσαν να τεθούν με την ευκαιρία της συγκυβέρνησης στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας, έστω και ως μεσοπρόθεσμοι στόχοι κι επιδιώξεις, έχουν ξεφουσκώσει στα αζήτητα συμπιεσμένα από τα ασφυκτικά οικονομικά μέτρα, τις ακροδεξιές προκλήσεις και την κρατική διάλυση. Ιδέες που διαδραμάτιζαν κεντρικό ρόλο στον προγραμματικό ρόλο και λόγο του κεντροαριστερού χώρου, αποσιωπώνται και παραλείπονται από τις κυβερνητικές πολιτικές, ενώ όσες αποτολμάται να εξωτερικευτούν –άραγε υπό ποιες προϋποθέσεις και συνθήκες– παραγκωνίζονται κι εκφυλίζονται τεχνηέντως, παρασυρμένες από τον χείμαρρο της διάχυτης συντηρητικοποίησης κι ανασφάλειας της κοινωνίας.

Από την πρώτη μέρα δημιουργίας της συγκυβέρνησης μετά τις εκλογές του περασμένου Ιούνη, δεν εκπέμπεται προς τα έξω, προς τη μεριά της κοινωνίας, τίποτε περισσότερο από ένα βόλεμα και μια σπουδή να σπρώξουν –το ΠΑΣΟΚ κι η ΔΗΜΑΡ– τον καιρό και τις εξελίξεις προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση εκτός από εκείνη που ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας θα προσδοκούσε ή θα ανέμενε να προκύψει μέσα απ’ αυτή τη συνεργασία, μια αξιόπιστη, δηλαδή, δυναμική κι ισχυρή κεντροαριστερή συμμαχία. Οι δυο εταίροι αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι, οποιαδήποτε ενέργεια θα μπορούσε να εκληφθεί ως εν δυνάμει διεργασία για συνεννόηση και συνεργασία. Καχυποψία, τυπικότητα, δυσπιστία κι αμοιβαία επιφυλακτικότητα χαρακτηρίζουν τις όποιες άτολμες κι αδέξιες χειρονομίες αβροφροσύνης και μεταξύ τους επικοινωνίας. Κρατούν έτσι τις ταμπέλες ανηρτημένες και τα μαγαζιά ανοιχτά, μέχρι να έρθει να τους τα κλείσει η ίδια η εξέλιξη κι η φυσική πορεία των πραγμάτων. Εφόσον αυτοί δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένοι ή ικανοί ν’ αξιοποιήσουν έμπρακτα την ανάγκη της συγκυρίας σε όφελος της κοινωνίας και του τόπου.

Η μικρή –πλην τίμια– αριστερά αρνείται το «φιλί της ζωής» στην κεντροαριστερά, στη συμπαράταξη και σύμπραξη των πολλών, το κρατά φιλάρεσκα κι εγωιστικά για τον εαυτό της, ξεχνά όμως κάτι που ισχύει από παλιά, ότι «ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα» (έστω κι αν έτρωγε σουβλάκι με τζατζίκι και κρεμύδι απ’ του Παναγιώτη).

Φωτο: Vlad Khodski


Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Σε τούτα 'δω τα μάρμαρα.


Άρεσε, δεν μπορώ να πω. Η φωτογραφία με τους κουβάδες και τους σκαρφαλωμένους στη σκάλα εργάτες να κάνουν φασίνα στα μάρμαρα του κτιρίου Αβέρωφ στο Πολυτεχνείο –εκτός από επιτυχημένη– προκάλεσε αίσθηση. Η πρωτοβουλία του επιχειρηματία Ιωάννη Τσεπέρκα, που χρηματοδότησε τον καθαρισμό, έκανε ως είδηση το γύρω της χώρας, αποσπώντας ευμενή σχόλια και το γενικό θαυμασμό.

Ντροπή μας.

Ντροπή μας, γιατί με τα «γιούρια» και τα «αέρα» προσπαθούμε ν’ αποδείξουμε –την τελευταία συνήθως στιγμή– ότι είμαστε έτοιμοι, πολιτισμένοι και κοινωνικά ευαίσθητοι κι ότι φροντίζουμε ως πολίτες τη χώρα μας, ενώ στην ουσία δεν είμαστε τίποτε περισσότερο από αθεράπευτα ατομιστές κι αδιόρθωτα εγωιστές.

Το κτίριο-σύμβολο, χάρη σ’ αυτή την αξιέπαινη προσπάθεια, πήρε και πάλι τη μορφή που του αξίζει και ως προς την ιστορία του και ως προς την αποστολή και το έργο του. Μπορεί να παραμείνει καθαρό άραγε, γιατί –όπως ξέρουμε– «σε τούτα ‘δω τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει», αλλά οι μπογιές, τα πανό κι οι κάθε είδους και λογής αφίσες μια χαρά κολλάνε και παραμένουν ανέγγιχτα από ανθρώπου χέρι μέχρι να ξεφτίσουν, να ξεθωριάσουν, να σκιστούν και να μετατραπούν σε σκουπίδια, μετατρέποντας με τη σειρά τους πανεπιστημιακά ιδρύματα και κτίρια της πατρίδας μας, αλλά κι άλλους χώρους εκπαίδευσης και διδασκαλίας, σε αποκρουστικούς σκουπιδότοπους.

Η έλλειψη σεβασμού και φροντίδας προς το δημόσιο χώρο και το περιβάλλον γενικότερα, είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά, που διακρίνει την αλαζονική κι ανεξέλεγκτη εξέλιξή και πορεία μας στις λεωφόρους της μεταπολεμικής ανάπτυξης. Όχι ότι δεν το είχαμε από πριν το σαράκι και το μικρόβιο, όχι ότι ξαφνικά «χαλάσαμε», αλλά είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε κι εμπεδώθηκε η συλλογική αντίληψη για τη χρήση και την αντιμετώπιση του δημόσιου χώρου, του δρόμου, της πλατείας, του κρατικού κτιρίου.

Στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ η κατάσταση έχει ξεφύγει εντελώς από χρόνια. Ίσως τα κτίρια των ΑΕΙ να διεκδικούν τον τίτλο των πλέον βανδαλισμένων χώρων ανά την Επικράτεια. Εκεί που θα έπρεπε να κυριαρχεί η καλαισθησία, η τάξη κι η οργάνωση, βασιλεύουν η βρωμιά, η εγκατάλειψη κι η αδιαφορία. Είναι απορίας άξιο, πώς είναι δυνατόν να προάγεται η γνώση, η έρευνα, η τεχνολογία κι η επιστήμη μέσα σε χώρους που ζέχνουν από ακαθαρσίες και ξερνούν ρυπαρότητα. Τι σχέση μπορεί να έχει η ελεύθερη κι ανεμπόδιστη διακίνηση των ιδεών και των απόψεων, η προαγωγή της άμιλλας και της ευγενικής επιστημονικής αντιπαράθεσης, με την ανεξέλεγκτη κι ανεμπόδιστη αφισοκόλληση, ανάρτηση πανό ή αναγραφή συνθημάτων σε τοίχους.

Δεν πρόκειται για φαινόμενα που εκδηλώθηκαν επ’ ευκαιρία της οικονομικής κρίσης, ούτε για περιπτώσεις μεμονωμένες ή περιστασιακές. Αποτελούν «κανονικότητες» που η πανεπιστημιακή κοινότητα αποδέχεται, ανέχεται και –ενδεχομένως– υποστηρίζει. Η αφισορρύπανση και μόνο αποτελεί μια συγγνωστή παραβατική συμπεριφορά, που δεν μπορεί να κρυφτεί και να καμουφλαριστεί πίσω από την αδιαφορία ή το «άσυλο», αλλά αποτελεί την πλέον ορατή –κι ίσως λιγότερο αποκρουστική– όψη σειράς παραβάσεων ή και παρανομιών, που δυναστεύουν και ταλαιπωρούν επί δεκαετίες τα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ποιος δεν θυμάται την περίπτωση με τα σκουπίδια στο Αριστοτέλειο;

Οι συμπεριφορές αυτές δεν εκδηλώνονται ξαφνικά με το που κάποιος νέος εισάγεται στο πανεπιστήμιο. Ενυπάρχουν ως γενικευμένες αντιλήψεις κι ως στερεότυπα συμπεριφοράς. Έχουν ενθυλακωθεί στο νεανικό υποσυνείδητο από τα πρώτα μαθητικά του βήματα, από το δημοτικό ή κι από το νηπιαγωγείο ακόμα. Έχει μάθει ότι η παιδεία είναι «δωρεάν» κι επειδή είναι δωρεάν μπορεί να την κάνει ότι θέλει, δεν είναι κάτι δικό του, του πατέρα ή της μάνας του, δεν είναι κάτι που ανήκει σε όλους, ένα κοινό αγαθό, που θα πρέπει να το προσέξει και να το προστατέψει. Σαν κάτι «ξένο» το προσεγγίζει. Εξάλλου, κατά κανόνα, αυτό το «ξένο», δεν έχει ούτε επαρκείς υποδομές, ούτε κατάλληλους χώρους, ούτε πραγματοποιεί ελκυστικές εκδηλώσεις και γεγονότα. Συμβατικά κι απρόσωπα, τυπικά και τυποποιημένα είναι τα πρώτα του βιώματα. Η απόλυτη δημοσιοϋπαλληλοποίηση του μαθητή από τα πρώτα – πρώτα τρυφερά του βήματα.

Πώς ν’ αλλάξουν στην πορεία του χρόνου οι εντυπώσεις αυτές, πώς να εκλείψει η αδιαφορία και να κεντριστεί το ενδιαφέρον, όταν και στην παραπέρα πορεία του μαθητικού του βίου κρίσιμες συνιστώσες της μετέπειτα ζωής του προσεγγίζονται κι αντιμετωπίζονται ως «μαθήματα»; Περιβαλλοντική και κυκλοφοριακή αγωγή μέσα από το βιβλίο γίνεται; Στο θρανίο και μέσα στην τάξη στραγγαλίζονται, όχι μόνο πολλές από τις εκπαιδευτικές ώρες της μαθητικής ζωής, αλλά κι ο μελλοντικός χρόνος για την ανάπτυξη και την εξέλιξη της κοινωνίας, της χώρας της ίδιας. Η δημιουργικότητα κι η φαντασία, ο συνδυασμός κι η σύνθεση επαφίενται και πάλι στον «πατριωτισμό» και το μεράκι και μένουν μετέωρα και ξεκομμένα να κονταροχτυπιούνται και να βάλλονται μέσα σ’ έναν κοινωνικό περίγυρο γεμάτο αρνητική κριτική, δίχως την αίσθηση της συλλογικότητας, του εθελοντισμού και της αλληλεγγύης.

Φτάνουν έτσι, μετά από τόσα χρόνια και τόσους κόπους, τα τρυφερά βλαστάρια σε πανεπιστημιακές αίθουσες αχούρια και σε χώρους που σιχαίνεσαι να περάσεις και το αντιμετωπίζουν ως κάτι απολύτως φυσικό. (Αν μάλιστα κάποιοι τολμήσουν να αντιδράσουν μπορεί να βρεθούν απέναντι και σε δυσάρεστες συνέπειες). Δεν τους έχει γίνει βίωμα σ’ όλη την προηγούμενη μαθητική τους πορεία η αυτενέργεια κι η πρωτοβουλία σε συνδυασμό κι σ’ αλληλεξάρτηση με τη συλλογική προσπάθεια. Δεν έχουν μάθει να φροντίζουν και να εκτιμούν το δημόσιο, επειδή ακριβώς είναι «δωρεάν» –όπως και κάθε τι «δωρεάν»– και το πληρώνουν όλοι, αλλά και επειδή δικαιούνται να το έχουν εξίσου κι όλοι. Δεν έχουν βιώματα από συμμετοχές τους σε δράσεις εκπαιδευτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, αθλητικές, που συστηματικά κι οργανωμένα προβλέπονται και αναπτύσσονται στις σχολικές δραστηριότητες, με ομαδικές εργασίες, με συλλογικά projects.

Έχουν μάθει να κολλάνε σε τοίχους ζωγραφιές κι όχι σε οργανωμένα ταμπλό. Έχουν δει ν’ αναρτώνται σε τζάμια σχολικές ανακοινώσεις. Έχουν «στολίσει» αίθουσες με αφίσες και σημαιάκια κολλημένα με σελοτέιπ. Έχουν συνηθίσει να κάθονται σε μουτζουρωμένα θρανία. Ξέρουν ότι τα σκουπίδια θα τα μαζέψει η καθαρίστρια. Περιμένουν το σχολείο να το βάψει ο Δήμος. Έχουν πιει νερό από βρύσες που βράζουν στο το λιοπύρι. Έχουν συμμετάσχει σε εκπαιδευτικές εκδρομές ανίας και ρουτίνας. Γυμνάστηκαν κι έκαναν «επιδείξεις» σε ασφαλτοστρωμένα προαύλια δίχως ένα περιποιημένο δέντρο ή έστω μια γλάστρα, με κατεστραμμένο φιλέ του βόλεϊ και παραμελημένες μπασκέτες. Κάπνισαν «μετά φόβου Θεού» σε σχολικές τουαλέτες. Κατέλαβαν σχολεία κι έκαψαν απουσιολόγια. Έκαναν 150 απουσίες και δεν απορρίφθηκαν. Κατέφυγαν σε αμφιλεγόμενα πιστοποιητικά για ειδική μεταχείριση στις πανελλήνιες.

Ποια παιδιά θα φροντίσουν, λοιπόν, το πανεπιστήμιο; Ποια παιδιά θα έχουν την καλλιέργεια, τη διάθεση και την υποστήριξη να φροντίσουν και να ενδιαφερθούν προκειμένου οι τοίχοι του κτιρίου Αβέρωφ, αλλά κι οι χώροι σε κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα να διατηρούνται καθαροί;

Πιστεύω πως μπορούν αυτά τα παιδιά. Τα δικά μας παιδιά, τα παιδιά του σήμερα. Αυτά τα καλομαθημένα και κακομαθημένα μας «κωλόπαιδα». Αρκεί να τους δώσουμε τα θεσμικά εργαλεία, να τους προσφέρουμε τα μέσα, να τους δείξουμε την εμπιστοσύνη μας. Τα παιδιά αυτά μπορούν και πρέπει να κάνουν την επανάστασή τους, τώρα. Να γίνουν μπροστάρηδες κι οδηγοί μιας επανάστασης αξιοπρέπειας, αξιών και δημιουργίας. Μιας επανάστασης για τη δια βίου μόρφωση, για τον πολιτισμό, για τη δημοκρατία. Μιας επανάστασης για τη ζωή και το μέλλον, δίχως νεκρούς και παράπλευρες απώλειες, μιας ζωής με δικαιώματα κι υποχρεώσεις.

Αν στηρίζουμε την πατρίδα μας, αν ενδιαφερόμαστε και πιστεύουμε σ’ αυτή, έχουμε χρέος να στηρίξουμε ως οργανωμένη πολιτεία και κοινωνία με όλες μας τις δυνάμεις, με κάθε τρόπο και μέσο τα παιδιά και τους νέους. Εκπαίδευση και μόρφωση, απασχόληση και δουλειά, εδώ ας πέσει με τόλμη, αποφασιστικότητα και συνέπεια όλο το βάρος κι η φροντίδα για την αναδιοργάνωση, την ανάταξη και την ανάπτυξη της χώρας, όχι μόνο απ’ την κυβέρνηση, αλλά από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, απ’ όλη την κοινωνία. Σ’ αυτούς τους πυλώνες να θεμελιωθεί η νέα αφετηρία. Σ’ αυτά τα ολόλευκα, καθαρά και γερά «μάρμαρα», ας στερεωθεί με σιγουριά το αύριο του τόπου. Σ’ αυτά τα «μάρμαρα», που –όπως η ιστορία μας έχει αποδείξει– πραγματικά καμιά σκουριά δεν πιάνει.

Μαζί τους και δίπλα τους, συντονισμένοι, συμμέτοχοι κι αλληλέγγυοι σ’ αυτή την προσπάθεια, μπορεί κι εμείς –οι μεγαλύτεροι– ν’ ανακαλύψουμε και να κατανοήσουμε, επιτέλους, τους λόγους που μας οδήγησαν στο σημερινό οικονομικό αδιέξοδο και την κρίση, τους λόγους που δεν μπορούμε ως τώρα να συνεννοηθούμε μεταξύ μας, τους λόγους που έφτασε στις μέρες μας ο φασισμός να χτυπά με βία την πόρτα μας, τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει ν’ αντιδράσουμε στην παθητικότητα και τη μιζέρια και να ελπίσουμε σ’ ένα καλύτερο αύριο, τους λόγους για τους οποίους χρειάστηκε το φιλότιμο ενός συμπολίτη μας, για να μας διασώσει από την ασχήμια και τη ντροπή, επωμιζόμενος με τόλμη –και μπράβο του– τη συλλογική μας ευθύνη.