Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

21 Απριλίου: Μέρα μνήμης για την προάσπιση της δημοκρατίας

Αν οι ημερομηνίες έχουν μιαν συμβολική σημασία, είναι γιατί παραπέμπουν σε γεγονότα, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο υπήρξαν ή αποδείχτηκαν καθοριστικά στην διαχρονία της ιστορικής πορείας. Οι ημερομηνίες που καθιερώνονται κι επιβιώνουν δεν είναι μόνο εκείνες που αυθόρμητα η συλλογική μνήμη αντιλαμβάνεται κι ενθυλακώνει ως σημαντικές, αλλά προπαντός εκείνες που επιβάλλονται από τους κυβερνώντες εκ των άνω για λόγους εθνικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς κ.λπ.

Η αξία, φυσικά, αυτού του είδους των εμβληματικών ημερομηνιών, έγκειται στο περιεχόμενο και το νόημα που κάθε λαός αποδίδει στο σημαινόμενο. Υπάρχουν ημερομηνίες που διατηρούν διαχρονικά σχεδόν αναλλοίωτα τα κρίσιμα χαρακτηριστικά τους, ενώ αντίθετα άλλες χάνουν με το πέρασμα του χρόνου όχι μόνο την αίγλη και τη λάμψη τους, αλλά προπαντός το εννοιολογικό τους περιεχόμενο.


Αν η 21η Απριλίου αποτελεί, λοιπόν, στις μέρες μας μια ημερομηνία που αξίζει ν’ ανακαλούμε στη συλλογική μας μνήμη, είναι μόνο στο βαθμό που η αναφορά αυτή εδραιώνει και καλλιεργεί την κοινή αντίληψη για την αξία των δημοκρατικών θεσμών, εφόσον εξαρχής αυτό το εννοιολογικό περιεχόμενο της αποδόθηκε. Η αξία της συγκεκριμένης ανάμνησης στις μέρες μας, έγκειται στο γεγονός και μόνο, ότι είναι ακόμα σε θέση να προκαλεί εκείνα τα συλλογικά αντανακλαστικά, που υπενθυμίζουν τη σημασία για την κοινωνική συμβίωση και συνοχή των αρχών της δημοκρατίας, της ισονομίας και της δικαιοσύνης και ταυτόχρονα ενδυναμώνουν τη συλλογική διαθεσιμότητα και θέληση για τη διατήρηση, υπεράσπιση και περαιτέρω ανάπτυξή τους.


Είναι γεγονός, ότι με το πέρασμα των χρόνων, από την αποκατάσταση της δημοκρατίας και μετά, η σημασία που αποδίδεται στη συγκεκριμένη ημερομηνία και στο περιεχόμενο που της αποδόθηκε αρχικά ολοένα και υποβαθμίζεται. Η λειτουργία του πολιτεύματος και των θεσμών που η συνταγματική τάξη του 1975 και μετέπειτα δημιούργησε, σε συνδυασμό με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη αυτών των δεκαετιών, δεν βοήθησαν στο να διατηρηθεί στη συλλογική μας μνήμη το εννοιολογικό περιεχόμενο εκείνης της ημερομηνίας.

Αγνοήθηκε –και σε πολλές περιπτώσεις με κραυγαλέο τρόπο– το αξίωμα που επιβάλει, ότι ένα αγαθό πρέπει να το εκτιμάς όχι μόνο όταν δεν μπορείς να το έχεις ή να το χρησιμοποιείς, αλλά ιδιαίτερα όταν ελεύθερα κι ανενόχλητα σου παρέχεται η δυνατότητα να το απολαύσεις.

Με τον τρόπο αυτό στο πλαίσιο της «μεταπολιτευτικής» μας δημοκρατίας, έννοιες πολύτιμες για προηγούμενες γενιές, όπως η ελευθερία, η συμμετοχή, τα δικαιώματα αλλά κι οι υποχρεώσεις, όχι μόνο σχετικοποιήθηκαν και προσαρμόστηκαν σ’ ένα στρεβλό δυτικό πρότυπο αντιπροσώπευσης, αλλά προπαντός αλλοιώθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να φτάνουμε στις μέρες μας να υπερθεματίζονται όλο και συχνότερα απόψεις που είχαν αποθεωθεί –τι ειρωνεία;– από το καθεστώς που επιβλήθηκε με τη δικτατορία την 21η Απριλίου 1967.

Ένα από τα καίρια αιτήματα της εποχής, που η κρισιμότητά του υπαγορεύεται κι από γενικευμένο κλίμα κρίσης που ταλανίζει τη χώρα, είναι η προάσπιση της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών κι η διόρθωση δυσλειτουργιών και παθολογιών που με τον χρόνο έχουν δημιουργηθεί.

Η πολύχρονη αδιατάραχτη πολιτική πορεία του τόπου έχει επιτρέψει ν’ αναπτυχθούν στην κοινωνία μας δυνάμεις αδράνειας ή πλαδαρότητας, ώστε με κάποιον τρόπο όλα θεωρούνται αυτονόητα ή ανεκτά. Λησμονούμε σε πολλές περιπτώσεις, ότι η δημοκρατία επειδή υπάρχει δεν σημαίνει ότι λειτουργεί μόνο με πολιτικούς αυτοματισμούς και νομοθετικές ρυθμίσεις. Η γενικευμένη δυσαρέσκεια που έχει δημιουργηθεί στους πολίτες για το πολιτικό σύστημα και τους εκπροσώπους του, η οποία διαφέρει αισθητά από την μέχρι σήμερα ασκούμενη κριτική, αναδεικνύει την πλέον ορατή όψη του προβλήματος.

Για τον λόγο αυτό, τώρα που κρίσιμες πτυχές κεκτημένων καταργούνται ή συρρικνώνονται στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής και των όρων του μνημονίου, είναι απαραίτητο να υπάρξουν ικανά θεσμικά αντίβαρα δημοκρατικού πλεονάσματος, ώστε ν’ ανανεωθούν και θωρακιστούν περαιτέρω οι δημοκρατικές διαδικασίες στο πλαίσιο του αντιπροσωπευτικού μας συστήματος. Η τροποποίηση και αλλαγή σημαντικών θεσμών, όπως είναι το εκλογικό σύστημα, η λειτουργία του Κοινοβουλίου, ο εκδημοκρατισμός των κομμάτων, η δομή της κυβέρνησης αποτελούν ασφαλώς πεδία, που υπάρχουν μεγάλα περιθώρια παρεμβάσεων και τομών.

Άλλως, οι ημερομηνίες, όπως της 21ης Απριλίου, θα περνούν δίχως να μπολιάζουν την κοινωνία μας με τα στοιχειώδη, αλλά άκρως απαραίτητα, αντισώματα για τη στήριξη των δημοκρατικών θεσμών μέσα σ’ ένα ευνομούμενο πλαίσιο πολιτικής και κοινωνικής συνεργασίας κι αλληλεγγύης, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για την παραπέρα πορεία της σ’ αυτή τη δυσμενή ιστορική καμπή.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Απλούστευση Διαδικασιών: Μαγική εικόνα για το Δημόσιο


Σε λίγες μέρες θ’ ανακοινωθεί από την κυβέρνηση το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα σταθερότητας 2012 – 2015, το οποίο θα περιλαμβάνει νέο πακέτο οικονομικών μέτρων και νέες αυξήσεις σε φορολογικούς συντελεστές, νέες περικοπές σε αποδοχές και εισοδήματα. Ταυτόχρονα, εξελίσσεται σε θρίλερ η είσπραξη των οφειλών προς το κράτος, τα δημόσια έσοδα υστερούν δραματικά έναντι των στόχων που έχουν τεθεί.

Γρίφος εξακολουθεί να παραμένει το πώς θα εξελιχθεί η περιστολή των δαπανών των δημοσίων υπηρεσιών, εφόσον το κάθε υπουργείο κι ο κάθε δημόσιος φορέας, θεωρεί ότι έχει εξαντλήσει το περιθώριο που είχε για περικοπές κι οικονομίες. Όλες οι συζητήσεις αναφέρονται σε οικονομικά μεγέθη, σε ποσά και ποσοστά, σε αμοιβές κι επιδόματα. Όμως το κατεξοχήν πρόβλημα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης είναι κυρίως ποιοτικό. Είναι ζήτημα μεθόδων και διαδικασιών.

Είναι αυτές που επί δεκαετίες απλουστεύονται κι όμως, σε πείσμα νόμων, αποφάσεων κι εγκυκλίων, πολλαπλασιάζονται, γιγαντώνονται, διαιωνίζονται. Είναι αυτές που έχουν κάνει την εξυπηρέτηση του πολίτη μαγική εικόνα κι έχουν αποθεώσει τις ουρές αναμονής και τ’ ατέρμονα πήγαιν’ έλα από γκισέ σε γκισέ κι από αρμόδιο σε αρμόδιο. Η κατάργηση ή αντικατάστασή τους δεν απαιτούν τις περισσότερες φορές μελέτες, master plan, επιχειρησιακά προγράμματα, κοινοτικούς ή κρατικούς πόρους. Ενδιαφέρον και μεράκι μόνο απαιτούν, φροντίδα και στοιχειώδες αίσθημα ευθύνης, από εκείνους τους αρμοδίους, που συμμετέχουν και τις παρακολουθούν να εξελίσσονται καθημερινά το ίδιο μονότονα το ίδιο βασανιστικά.

Αυτές οι καθημερινές καταστάσεις τρέλας, που εξακολουθούν, παρά τις πιεστικές ανάγκες που έχουν δημιουργηθεί για περιστολή πόρων ανθρώπινων και οικονομικών, να εκθέτουν τη δημόσια διοίκηση και να εκτίθενται στα μάτια της κοινωνίας, θα έπρεπε ήδη να έχουν αλλάξει. Ξέρουμε δα την ευελιξία που έχει αναπτύξει το ελληνικό διοικητικό σύστημα και τη εφευρετικότητά του να αναβάλει δράσεις στο όνομα τήρησης της νομιμότητας, όπου η διάταξη του νόμου παραμένει ανενεργή μέχρι να εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα ή η υπουργική απόφαση, που με τη σειρά τους περιμένουν τάχα την έκδοση της ερμηνευτικής εγκυκλίου.

Μια από τις πλέον κραυγαλέες είναι εκείνη που έχει θεσπιστεί για πρώτη φορά με τον υπαλληλικό κώδικα του 2007 (άρθρο 55 παρ. 3 για τους… μερακλήδες) κι επιβάλει σε περίπτωση βραχυχρόνιας άδειας πριν ή μετά από αργία ή ανάμεσα σε δύο αργίες, ο υπάλληλος να παραπέμπεται υποχρεωτικά για εξέταση στην οικεία υγειονομική επιτροπή. Η μόνη λογική εξήγηση που θα μπορούσε να δοθεί γι’ αυτή τη διάταξη, είναι ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν ν’ αποτραπούν οι υπάλληλοι να μετατρέπουν με μια απλή δήλωσή τους παραμονές αργιών τα διήμερα σε τριήμερα, τα τριήμερα σε τετραήμερα και πάει λέγοντας.

Στην πράξη αυτή η διάταξη, όπως έχει στη συνέχεια «ρυθμιστεί» με τις σχετικές ερμηνευτικές εγκυκλίους, δεν συνεπάγεται, εφόσον η άδεια δεν υπερβαίνει τις πέντε (5) ημέρες, καμιά εξέταση του υπαλλήλου από οποιαδήποτε υγειονομική επιτροπή, αλλά την… παραπομπή και τη διακίνηση μεταξύ υπηρεσίας και επιτροπής μόνο εγγράφων. Με απλά λόγια, η υπηρεσία διαβιβάζει με έγγραφό της στην επιτροπή τα σχετικά δικαιολογητικά των υπαλλήλων που απουσίασαν και η επιτροπή με τη σειρά της «γνωματεύει» και εγκρίνει κατά κανόνα τις άδειες, οπότε τα παραστατικά μετά από αυτή τη διαδικασία επιστρέφουν και πάλι για αρχειοθέτηση στην υπηρεσία. Οι υπάλληλοι που έχουν απουσιάσει ούτε που παίρνουν τίποτε απ' αυτά είδηση!

Άραγε γι’ αυτήν, αλλά και για πόσες άλλες παρόμοιες διαδικασίες, που κάποιος ευφάνταστος αρμόδιος εισηγήθηκε τη θέσπισή τους, έχει γίνει αποτίμηση κι αξιολόγηση πόσο είναι απαραίτητη και πόσο κοστίζει στο ελληνικό κράτος; Πού συμβάλει στην αποτελεσματική αξιοποίηση κι απασχόληση του ανθρώπινου δυναμικού και τον έλεγχο των δημοσίων υπαλλήλων; Κανείς και πουθενά.

Μύριες όσες παρόμοιες διαδικασίες υπάρχουν, που εξελίσσονται απλώς και μόνο επειδή κάποιος, κάπου, κάποτε τις καθιέρωσε. Καιρός είναι, λοιπόν, εδώ και τώρα, αυτές οι διαδικασίες όπου καταγράφονται να καταργούνται χωρίς καθυστέρηση. Είναι από τις αλλαγές που σε κανένα μνημόνιο δεν περιγράφονται, αλλά που επιβαρύνουν με καθημερινά κόστη τον κρατικό προϋπολογισμό και ελλείμματα την εθνική οικονομία.

Το οικονομικό έλλειμμα θα είναι πιο εύκολο ν’ αντιμετωπιστεί, αν πρώτα φροντίσουμε ν’ αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το έλλειμμα σε κοινή λογική που, είναι πλέον κοινός τόπος, απουσιάζει από τη διοικητική μας κουλτούρα.

Για πόσο ακόμα;