Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Οίκοι αξιολόγησης: Η σωτηρία της ψυχής

Όσο έντονα και παραστατικά περιγράφονται στις διδαχές των θρησκειών οι μεταθανάτιες απολαύσεις σαν ανταπόδοση της προσήλωσης και της εν ζωή υποταγής στα κελεύσματα και τις επιταγές τους, άλλο τόσο γλαφυρά παρουσιάζεται κι η έννοια της τιμωρίας για τους παραβάτες της επιβεβλημένης συμπεριφοράς.

Σε κάθε περίπτωση, η εξουσία, η ανώτερη δύναμη, που παρακολουθεί και καταγράφει τις δραστηριότητες και την εν γένει συμπεριφορά των κοινών θνητών, όσο βρίσκονται στο μάταιο τούτο κόσμο, περιβάλλεται από υπερφυσικές ιδιότητες, ικανότητες και συμπεριφορές.

Σε κάθε περίπτωση η κρίση της δύναμης αυτής δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις κι ενστάσεις, είναι τελεσίδικη –ούτε εφετεία, ούτε άρειοι πάγοι, αν κάποιος έχει τη δυνατότητα ν’ αναθεωρήσει αυτή την κρίση –έστω και την υστάτη στιγμή– είναι η ανώτερη δύναμη, αυτή και μόνο.

Φυσικά, δεν θα μπορούσε να παραχθεί έργο επί γης, αν δεν υπήρχαν οι ανά τον κόσμο εξουσιοδοτημένοι και κατάλληλα εκπαιδευμένοι εκπρόσωποι, οι οποίοι θα φρόντιζαν να οργανώσουν και να κατευθύνουν τις ανθρώπινες δραστηριότητες σε τρόπο που να προσανατολίζονται και ν’ αντιστοιχούν με ακρίβεια στις επιταγές και τις διδαχές, που φυλάνε στις παρακαταθήκες τους.

Οι θεματοφύλακες αυτοί, λειτουργώντας πάντα εξ ονόματος της ανώτερης δύναμης, υποδεικνύουν, επιτάσσουν, επιβραβεύουν ή επιτιμούν τα οργανωμένα κοινωνικά σύνολα ανάλογα με το κατά πόσον οι δραστηριότητες που μεταξύ τους αναπτύσσουν, αλλά και σε σχέση με τους ίδιους τους θεματοφύλακες συμπορεύονται με τις κατευθύνσεις που έχουν δοθεί.

Όπως είναι αυτονόητο, η επίκληση και μόνο αυτής της αόρατης δύναμης από τους εκπροσώπους της, δημιουργεί εκ προοιμίου την υποχρέωση για υπακοή και πειθαρχία, εφόσον στα πεπερασμένα ανθρώπινα σύνολα είναι έμφυτη η ανάγκη της αποδοχής και της επιβράβευσης από εκείνους που εξ ορισμού έχουν το μονοπώλιο του ελέγχου και της αξιολόγησης της συμπεριφοράς τους.

Το αποτέλεσμα αυτής της ανισοβαρούς σχέσης είναι οι μεν εκπρόσωποι να διευρύνουν την εξουσία και την επιρροή των απόψεών τους στις τυπικά ή άτυπα οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις, οι δε οργανωμένες κοινωνίες, μέσω των δικών τους εκλεγμένων τυπικά ή άτυπα εκπροσώπων, να επιδιώκουν τη σύναψη –ενίοτε όχι μόνο με το αζημίωτο– ευνοϊκών σχέσεων ή δεσμών με τους επί γης εκπροσώπους της ανώτερης δύναμης, ώστε να απολαμβάνουν –κατά το δυνατόν– σταθερά και σε βάθος χρόνου την ευμενή απέναντί τους στάση.

Όσο τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά –κατά το κοινώς λεγόμενον– δεν παρατηρείται κανένα πρόβλημα στις μεταξύ τους σχέσεις, οι οποίες ρυθμίζονται μέσα σε πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης και συμφερόντων. Τα προβλήματα –όπως είναι αυτονόητο– αρχίζουν όταν διασαλευτεί η ισορροπία. Παγκόσμια; Ευρωπαϊκή; Αμερικανική ή Ελληνική; Λίγη σημασία έχει.

Οι επί γης εκπρόσωποι σπεύδουν στην περίπτωση αυτή –πάντα εξ ονόματος και για την προστασία των σταθερών και του συμφέροντος της ανώτερης δύναμης– να παρέμβουν ρυθμιστικά, ώστε να αποκαταστήσουν την δυσλειτουργία. Ενίοτε –αν αυτό υπαγορεύεται από λόγους δογματισμού ή απόλυτης προσήλωσης στις άγραφες παρακαταθήκες– ο ηγέτης των εκπροσώπων με την επίκληση της λεγόμενης «αυτορύθμισης» δεν προβαίνει σε καμία ενέργεια και αφήνει τα πράγματα να εξελιχθούν.

Για τις περιπτώσεις ανυπακοής, παρεκκλίσεων ή και κατ’ εξακολούθηση παράβασης των κανόνων, οι εκπρόσωποι αξιοποιούν το μέτρο του «επιτιμίου» –που είναι ποινή ανάλογα με το παράπτωμα– ώστε ο παραβάτης να αντιληφθεί το σφάλμα του, να μεταβάλει τη στάση και τη συμπεριφορά του, να συνετιστεί και να μπορέσει να μετέλθει και πάλι σαν ισότιμος στην πανανθρώπινη κοινωνία.

Αν τώρα κάποιοι βρίσκουν, ότι τα παραπάνω ταιριάζουν με τις «αγορές», τους «οίκους αξιολόγησης» και τις διακρατικές οικονομικές σχέσεις, δικαίωμά τους...

Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα
Η σωτηρία της Ελλάδας;

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Κοινωνική συνοχή: Ο λόγος στον Πρωθυπουργό


Γεμάτος πάλι ο κυριακάτικος Τύπος από απόψεις κι αναλύσεις σχετικά με την οικονομική κατάσταση της χώρας. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, καθηγητές πανεπιστημίων, ειδικοί και στελέχη χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στριφογύρισαν στο γαϊτανάκι των κατά τη γνώμη τους προσφορότερων λύσεων. Οι γνώμες σε κάθε περίπτωση διαφορετικές κι οι προσεγγίσεις ανάλογα με την οπτική που ο καθένας αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τα δεδομένα. Όπως σε κάθε πρόβλημα, πόσο μάλλον και για το θέμα αυτό, οι απόψεις που διατυπώνονται, απηχούν όχι μόνο αντικρουόμενα πολιτικο-ιδεολογικά στρατόπεδα και σχολές, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις και αντικρουόμενα συμφέροντα.

Αυτή η καθημερινή πλέον περιδίνηση γύρω από τις ενδεχόμενες εξελίξεις και μέσα στο κλίμα που διαμορφώνεται, εξαιτίας των οικονομικών μέτρων, αλλά προπαντός από τη ρευστότητα που καλλιεργεί η ανάγκη διαδοχικών αναθεωρήσεών τους, δημιουργεί έντονα συναισθήματα ανασφάλειας και φόβου, αν όχι στο σύνολο, τουλάχιστον στη συντριπτική πλειοψηφία του κοινωνικού συνόλου. Η αβεβαιότητα κι η αστάθεια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά των δραστηριοτήτων τόσο στα νοικοκυριά, όσο και στην αγορά.

Μέσα σ’ αυτό το θολό περιβάλλον, στρατηγικός στόχος της κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και γι’ αυτόν οφείλει να εργάζεται με σταθερότητα και συνέπεια, αντίρροπα στις δυνάμεις της διάλυσης και του κατακερματισμού του κοινωνικού ιστού. Η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, που αυτήν την περίοδο δοκιμάζεται, όχι μόνο από την οικονομική κρίση και τις συνέπειές της (ανεργία, ανέχεια, κοινωνικός αποκλεισμός) αλλά κι από πλήθος άλλων κοινωνικών φαινομένων και παθογενειών (εγκληματικότητα, ξενοφοβία, ανομία), θα πρέπει ν’ αποτελέσει τη λυδία λίθο των κυβερνητικών επιλογών για την υπέρβαση και της οικονομικής κρίσης.

Το πόσο δύσκολο έργο είναι αυτό, μέσα στην παρούσα συγκυρία, εφόσον και το ίδιο το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε βαθειά κρίση αξιοπιστίας και αφερεγγυότητας, είναι αυτονόητο. Όσο δύσκολο όμως φαντάζει αυτό το έργο από την πλευρά της κυβέρνησης, άλλο τόσο επιτακτική προβάλει κι η ανάγκη από την πλευρά της κοινωνίας.

Εδώ, λοιπόν, είναι απαραίτητη η ανάπτυξη κι αξιοποίηση πολιτικών, που υπερβαίνουν τα έως σήμερα δεδομένα της κυβερνητικής δραστηριότητας σε σχέση με το κράτος και τους θεσμούς, η προώθηση επιλογών που επιτρέπουν να λειτουργήσει με όρους υπερκομματικούς απέναντι στις ομάδες πίεσης και τα οργανωμένα συμφέροντα, η επεξεργασία και λήψη αποφάσεων που ξεπερνούν τις σημερινές αγκυλώσεις και δυσλειτουργίες της κομματικής οργάνωσης και προσεγγίζουν με δικαιοσύνη, ισότητα κι αλληλεγγύη τις κοινωνικές ανάγκες και αιτήματα.

Το πρόβλημα είναι κατεξοχήν πολιτικό. Το να κουνάς επιτιμητικά κάθε τρεις και λίγο το δάχτυλο, πότε στους πολίτες και πότε στις κοινωνικές ομάδες, πότε στην αξιωματική αντιπολίτευση και πότε στον ΣΥΡΙΖΑ ή το ΚΚΕ, μπορεί να εκτονώνει σε επικοινωνιακό επίπεδο την εύλογη σε πολλές περιπτώσεις κυβερνητική πίεση, δεν παράγει όμως πολιτικά αποτελέσματα, ούτε δίνει απαντήσεις στα κρίσιμα προβλήματα του τόπου και του λαού. Αντίθετα, ανακυκλώνει μιαν παλαιοκομματικού τύπου αντιπαράθεση, που όχι μόνο δεν πείθει πλέον την κοινή γνώμη, αλλά ούτε καν το υπό στενή έννοια κομματικό ακροατήριο.

Τις πολιτικές πρωτοβουλίες τις έχει στα χέρια της η κυβέρνηση. Η πλειοψηφία των πολιτών, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις ακόμα την εμπιστεύεται. Προτού καταναλωθεί, επομένως, και το τελευταίο ίχνος από το απόθεμα της κοινωνικής ανοχής μεταξύ ανερμάτιστων τεχνοκρατικών αναλύσεων συμβούλων και ειδικών, αλλά και δημόσιων αντιπαραθέσεων μεταξύ υπουργών και βουλευτών, ας δοθεί σαφές πολιτικό μήνυμα δια στόματος του Πρωθυπουργού προς την κοινωνία.

Ας μιλήσει ο ίδιος, πρόσωπο με πρόσωπο με τους πολίτες, με ευθύτητα και θάρρος για τις προθέσεις, τις επιδιώξεις και τις επιλογές της κυβέρνησής του στο εσωτερικό και το εξωτερικό και το σημείο που τοποθετείται πλέον η «κόκκινη γραμμή», που θα σηματοδοτεί το τέλος στην καταβύθιση –πλην της ύφεσης– της εθνικής εσωστρέφειας, της κοινωνικής απογοήτευσης και της ατομικής ανασφάλειας.