Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Ανασχηματίζοντας τα δεδομένα.


Η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ απ’ την κυβέρνηση διέλυσε έναν μύθο και επικύρωσε μια βεβαιότητα. Ο μύθος αφορούσε τη δυνατότητα να συνυπάρξουν στην ίδια κυβέρνηση κόμματα με ακραία ετερόκλιτες ιδεολογικές διαφορές και πολιτικές αντιλήψεις, όπως τουλάχιστον μας τις έχει διδάξει η μεταπολίτευση κι όπως τις κουβαλάει καθείς για λογαριασμό του στο δισάκι των αναμνήσεων και τις διηγήσεις των παππούδων του μετά τον πόλεμο. Η βεβαιότητα είναι, ότι η νέα ιδεολογική συσπείρωση που αναδύθηκε μετά το ξέσπασμα της κρίσης και μέρα τη μέρα ενδυναμώνεται, υπερακοντίζεται ιδεοληψιών και αγκυλώσεων, υπερβαίνει τις κομματικές γραμμές και συσπειρώνει πολίτες που, αν και προέρχονται από διαφορετικές αφετηρίες και διαθέτουν ετερόκλιτες προσλαμβάνουσες, εμφορούνται από την κοινή πεποίθηση, ότι η χώρα χρειάζεται εδώ και τώρα γενναίες και ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις για να προχωρήσει μπροστά και να εξελιχθεί σ’ ένα σύγχρονο κράτος της Ευρώπης.

Η οικονομική κρίση αποκάλυψε με έμφαση και με πρωτόγνωρο για τις γενιές μας τρόπο, ότι η αδυναμίες κι οι ανεπάρκειες του πολιτικοκοινωνικού μας οικοδομήματος δεν υπήρχαν μόνο στα πανεπιστημιακά εγχειρίδια και μελέτες, ούτε αποτελούσαν θεωρητικές προσεγγίσεις μιας κουλτουριάρικης και ξιπασμένης περιθωριακής εκσυγχρονιστικής ελίτ. Αντίθετα, με εκκωφαντικό τρόπο αποκαλύφθηκε, ότι τα προβλήματά μας ήταν περισσότερο σύνθετα και –δυστυχώς– τρομερά δυσεπίλυτα και πολύπλοκα.

Η δημιουργία της τρικομματικής κυβέρνησης, παρά τις επώδυνες και δυσχερείς συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκε και παρά το γεγονός ότι συναρθρώθηκε από ετερόκλιτες κι όλως διόλου –τουλάχιστον για τα στάνταρ της εποχής και των συνηθειών μας– πρότυπα, έδωσε ελπίδες. Ο σχηματισμός της, μολονότι έγινε επιπόλαια και υπό το δυσβάσταχτο βάρος του οικονομικού προβλήματος και της κοινωνικής έντασης, εκλήφθηκε από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως εν δυνάμει τροφοδότης του περάσματος σε μια άλλη εποχή κυβερνητικών συνεργασιών θεμελιωμένης στη βάση των προβλημάτων και των προγραμματικών συγκλίσεων για τη λύση τους.

Το εγχείρημα δεν ευωδόθηκε τελικά. Κριτικές κι επιφυλάξεις διατυπώθηκαν κι εξακολουθούν να διατυπώνονται για τις ενδοκυβερνητικές σχέσεις και προτεραιότητες. Από την πρώτη στιγμή ήταν προφανής η χαλαρή κυβερνητική συνοχή κι η έλλειψη συντονισμού. Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, απέφυγαν και τελικά απέτυχαν να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν τις όποιες αλλαγές στη διοίκηση και το κράτος, τις μεταρρυθμίσεις. Ενδεχομένως, στο πλαίσιο του κυβερνητικού τριγώνου κάποιοι να είχαν επενδύσει περισσότερο απ’ όσο ήταν αντικειμενικά φύση και θέση να διεκδικήσει και να επηρεάσει σ’ αυτό η ΔΗΜΑΡ.

Τώρα, τι να περιμένει κανείς από τον επικείμενο ανασχηματισμό του ένα προς δύο; Να κρίνει τα πρόσωπα, τις «καραμπόλες», τις μετονομασίες ή τις εκπλήξεις, όταν επέρχεται μετά από βίαιη διάσπαση της τρικομματικής κυβέρνησης κι όταν οι ταχύτητες που ήδη θα έπρεπε να αναπτύσσει η κυβέρνηση έπρεπε να είναι ιλιγγιώδεις; Αν ξέρεις τα πρόσωπα όλα τα υπόλοιπα είναι θέματα που αντιμετωπίζονται. Τα πρόσωπα κι ιδιαιτερότητές τους είναι το κλειδί της υπόθεσης. Η καταγωγή, οι σταυροί, οι εσωκομματικές ισορροπίες, οι προσωπικές φιλίες, η αφοσίωση, οι σχέσεις με τα ΜΜΕ, αποτελούν αποφασιστικής σημασίας κριτήρια που πρέπει να σταθμίζει ένας πρωθυπουργός πριν καταλήξει στην επιλογή του κυβερνητικού σχήματος. Το τελευταίο, ίσως, και το περισσότερο αμελητέο, η ικανότητα παραγωγής έργου, η αποτελεσματικότητα. Όλα αυτά, βεβαίως, αποκτούν νόημα και βαρύνουσα σημασία όταν αναφερόμαστε στο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας μας, το οποίο, εκτός από πρωθυπουργοκεντρικό, είναι και προσωποκεντρικό, συγκεντρωτικό και πελατειακό.

Θα μπορούσε, κάτω από άλλες συνθήκες, αυτός ο ανασχηματισμός ν’ αποτελέσει την κορυφαία πράξη για τη διοικητική μεταρρύθμιση, τον ακρογωνιαίο λίθο για την αλλαγή του κράτους. Μακριά από υπολογισμούς και σκοπιμότητες, ποσοστώσεις κι αναλογίες εκπροσώπησης, ήταν δυνατό να σχεδιαστεί μια κυβέρνηση με σαφές αναπτυξιακό χαρακτήρα, με ευέλικτες οργανωτικές δομές, με εξωστρεφή προσανατολισμό αρμοδιοτήτων, με συνεκτικές καθ’ ύλη αρμοδιότητες. Θα μπορούσε αυτός ο ανασχηματισμός να μην αποτελεί καν είδηση, αν είχαμε κατακτήσει να λειτουργεί η διοίκηση και το κράτος ανεξάρτητα από το ποιος κάθεται στον κάθε υπουργικό θώκο.

Με τα «αν» και τα «ίσως» ούτε κυβερνήσεις στήνονται, ούτε μεταρρυθμίσεις προάγονται, ούτε –πολύ περισσότερο– ο τόπος προοδεύει. Πρόοδος δεν πρόκειται να υπάρξει όποια κυβέρνηση κι αν σχηματιστεί, όσο άξια και ικανά στελέχη κι αν τη συγκροτούν, όση βούληση και διάθεση για μεταρρυθμίσεις κι αν υπάρχει. Δεν θα υπάρξει –όπως δεν υπήρξε και μέχρι σήμερα– γιατί οι κινήσεις είναι εκ των πραγμάτων δισταχτικές, αποσπασματικές κι ασυντόνιστες. Κάθε υπουργείο συγκροτεί κι ένα «φέουδο», που κατευθύνει κεντρικά τις πολιτικές μέσω πολυδαίδαλων διαδικασιών και δομών, που δεν διαθέτει στις περισσότερες των περιπτώσεων την κατάλληλη και επαρκή στελέχωση, μηχανισμούς συντονισμού κι ελέγχου, επάρκεια πόρων. Διαχείριση στην καλύτερη των περιπτώσεων και έργο που αποτιμάται με τα νομοσχέδια που προωθήθηκαν, με τα επιμέρους που διευθετήθηκαν, με τις κινητοποιήσεις που αποσοβήθηκαν. Διαχείριση στο πλαίσιο αλληλοκαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων, αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, αλληλοϋπονομευόμενων στελεχών. Το γεγονός, ότι υπουργεία συμπτύσσονται ή διαχωρίζονται με μόνο κριτήριο, όχι την βελτίωση των προσφερόμενων υπηρεσιών, αλλά τις ανάγκες διατήρησης ισορροπιών και συσχετισμών εντός κι εκτός κυβέρνησης, είναι πλέον συνηθέστατο.

Βασισμένη πάνω σ’ αυτό το εύθραυστο υπόβαθρο αμοιβαίας δυσπιστίας και επιφυλαχτικότητας, στηριγμένη πάνω σε στελέχη που κανέναν λόγο δεν έχουν να συνυπάρξουν παρά μόνο για να συντηρήσουν και να τονώσουν το πολιτικό τους προφίλ, εδραιωμένη πάνω στα συντρίμμια της πάλαι ποτέ τρικομματικής με το φάντασμα της ΔΗΜΑΡ να τη στοιχειώνει, η νέα κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας ΠΑΣΟΚ έχει στην καλύτερη των περιπτώσεων απώτατο χρονικό ορίζοντα μέχρι της ευρωεκλογές. Στην καλύτερη περίπτωση, γιατί το έργο που έχει μείνει πίσω είναι όλη η «λάντζα», όλη η «βρώμικη» δουλειά που επί τρία χρόνια –για να μην πούμε δεκαετίες ολόκληρες– με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποφεύγονταν. Δίχως να υπολογίζεται, βέβαια, και το βάσιμο ενδεχόμενο, ότι μπορεί να προκύψουν εμβόλιμα και τίποτε έκτακτες περικοπές και μέτρα.

Ποιος μεταρρυθμιστικός άνεμος χωρά να πνεύσει μεταξύ των χαρτοφυλακίων αυτής της κυβέρνησης; Ποιο αεράκι δροσερό κι αναζωογονητικό να ξεσηκώσει το βαλτωμένο ενδιαφέρον και να συνεπάρει τον ξεθυμασμένο ενθουσιασμό; Ακόμα και τα πρόσωπα που ακούγονται κουβαλάνε στα βιογραφικά τους ολόκληρα κατεβατά κυβερνητικών θητειών. Μια από τα ίδια, για καλό καλοκαίρι, λοιπόν, που εκλογές μπορεί να μην έφερε, αλλά άφησε στα «κρύα του λουτρού» κι όσους από το κοινωνικό ρεύμα των μεταρρυθμιστών ήλπιζαν, ότι είναι δυνατόν χωρίς όραμα κι εμπνευσμένη καθοδήγηση να ξημερώσουμε ένα πρωί και να βρισκόμαστε στη χώρα των μεταρρυθμίσεων. 

Καλή η θαλασσινή αύρα και το μελτεμάκι, αλλά ο αέρας ο φρέσκος κι ο καθαρός κατεβαίνει από τα ψηλά βουνά κι εδώ έχουν γίνει όλα ίσωμα.

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Ψάχνοντας για διέξοδο.



Το ξεφτιλίσαμε κι αυτό. Μέχρι εκεί που δεν πήγαινε άλλο το έχουμε φτάσει το θέμα του κλεισίματος της ΕΡΤ. Η αποθέωση της υπερβολής κι ο απόλυτος εκτροχιασμός της λογικής. Η έλλειψη πολιτικού σχεδιασμού κι υπευθυνότητας από την πλευρά της κυβέρνησης σε πλήρη συντονισμό με την πλέρια επίδειξη λαϊκισμού κι ανευθυνότητας εκ μέρους της αντιπολίτευσης. Όλα ανακατεύτηκαν στο όνομα της δημοκρατίας, η οποία –ειρήσθω εν παρόδω– τραβολογιέται από σχετικούς και άσχετους πότε απ’ τα μαλλιά και πότε απ’ τα μανίκια, προς δόξαν την ελεύθερης πληροφόρησης και της ανεμπόδιστης ενημέρωσης. Μέχρι την πτώση της κυβέρνησης αναμένουν ορισμένοι, θαρρείς και μέσω αυτής θα επιλυθούν αυτομάτως, όχι μόνο τα θέματα των δημοκρατικών θεσμών, αλλά και της τύχης της ίδιας της χώρας.

Όσες εκλογές κι αν γίνουν σ’ αυτή τη χώρα, τίποτε δεν πρόκειται ν’ αλλάξει αν δεν γίνει συνείδηση και κοινός τόπος, ότι με τα λόγια και τις παράτες, ούτε κράτος σοβαρό μπορεί να υπάρξει, ούτε δημόσια διοίκηση αποτελεσματική, ούτε δικαιοσύνη αδέκαστη κι αξιόπιστη, ούτε, πολύ περισσότερο, κυβερνήσεις υπεύθυνες και σεβαστές. Αποδείχτηκε περίτρανα πριν ένα χρόνο, όταν η χώρα σύρθηκε σε δυο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, δίχως επί της ουσίας να προστεθεί κάτι επιπλέον για τη λειτουργία του πολιτεύματος μετά απ’ αυτές.

Η παρούσα κρίση, με αφορμή το «μαύρο» των συχνοτήτων εκπομπής των κρατικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων, σηματοδοτεί με έμφαση την παλαιοκομματική αντίληψη του συνόλου του πολιτικού συστήματος. Αναδεικνύει με δραματικό τρόπο την καχεξία του πολιτικού οραματισμού και την παντοδυναμία της μικροκομματικής κουτοπονηριάς κι υπολογισμού.

Το κλείσιμο της ΕΡΤ, αυτή η απόφαση που ταλανίζει επί δύο σχεδόν εβδομάδες την κυβέρνηση κι έχει οδηγήσει σε οριακό σημείο την κυβερνητική συνοχή, δεν είναι τίποτε περισσότερο από χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου λήψης των περισσότερων –αν όχι όλων– των αποφάσεων της κυβέρνησης εδώ κι ένα χρόνο. Πρόχειρα, στο πόδι κι εκ των ενόντων, με μόνο κριτήριο την όπως-όπως παρουσίαση πεπραγμένων και προσχηματικής συνέπειας σε συμφωνίες και δεσμεύσεις. Ούτε σχέδιο, ούτε αξιολόγηση, ούτε έλεγχος. Κοντόφθαλμα, περιστασιακά κι ασυνάρτητα. Ο τρόπος χειρισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τρίτους εκτός κυβέρνησης αποκαλυπτικός.

Μπροστά στο μείζον πρόβλημα λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, μικρή σημασία έχει πλέον το ποια μορφή θα έχει η «νέα ΕΡΤ» –η όπως αλλιώς λέγεται ο φορέας που θα δημιουργηθεί– το ρήγμα έχει προκληθεί κι η ζημιά έχει γίνει. Κρίσιμο πλέον θα είναι, αν με αφορμή αυτή την απόφαση και την παρούσα πολιτική κρίση, κατέστη σαφές, πως μ’ αυτό τον αναποτελεσματικό τρόπο άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας και μ’ αυτή την αυταρχική αντίληψη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, μόνο νέα προβλήματα κι αδιέξοδα δημιουργούνται. Όσοι ανασχηματισμοί κι αν γίνουν, όσοι ρόλοι ή και πρόσωπα αν αλλάξουν, αν δεν γίνει αντιληπτό, ότι με κουτοπονηριές και μικροκομματισμούς είναι αδύνατο να κυβερνηθεί αξιόπιστα η χώρα, δεν πρόκειται να κάνουμε βήμα μπροστά.

Αντί να καμώνεται, λοιπόν, τον μεταρρυθμιστή και τον αποφασιστικό ο πρωθυπουργός, θα ήταν καλύτερα να το πάρει απόφαση, ότι το μέγεθος του έργου και των εμποδίων που ορθώνονται μπροστά μας, απαιτούν άλλου είδους πολιτικές κι άλλον τρόπο λειτουργίας της κυβέρνησης. Τα μεγέθη είναι πλέον –και ιδιαίτερα λόγω των δραματικών καθυστερήσεων– δυσθεώρητα. Ο όγκος των θεμάτων που απαιτούν λύσεις είναι τόσο μεγάλος, που όσες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου κι αν προωθηθούν, όσα θέματα κι αν «μπαλωθούν» με υπουργικές αποφάσεις, όσες ψηφοφορίες κι αν πραγματοποιηθούν στη Βουλή, είναι σχεδόν ανέφικτο να οδηγήσουν σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Η ανάκαμψη της χώρας μόνο στις προσυνεδριακές ομιλίες του θα βρίσκει χώρο και θέση.

Καλοδεχούμενες οι φιλοφρονήσεις κι οι θετικές αναφορές από ξένα ΜΜΕ και τους ηγέτες, ευπρόσδεκτη η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αναγκαία η κοινωνική συναίνεση κι υπομονή, είναι όμως τόσο εύθραυστα κι ευμετάβλητα, τόσο συγκυριακά και επίπλαστα, που αρκεί ένα τυχαίο συμβάν να τ’ ανατρέψει και να τα εκμηδενίσει όλα. Η πλατεία Ταξίμ είναι μακριά, αλλά και τόσο δραματικά κοντά. Ο αυταρχισμός κι εξουσιαστική επιβολή είναι δρόμος επικίνδυνος, δύσβατος και σκοτεινός. Η επικοινωνία από μόνη της πάλι δεν μπορεί να επωμιστεί το βάρος μιας ευθύνης που δεν της αναλογεί. Αν οι κυβερνητικές αποφάσεις δεν αποχτήσουν μετά από συνεργασία και συζήτηση, ολοκληρωμένη μορφή, εσωτερική συνοχή, κοινή βάση και αναπτυξιακό χαρακτήρα, όσες εξαγγελίες κι «ενέσεις αισιοδοξίας» αν γίνουν, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το κραυγαλέο κι οφθαλμοφανές κυβερνητικό χάσμα και την ανύπαρκτη ενδοκυβερνητική συνοχή.

Χαμένοι στη μετάφραση και στην αναζήτηση εξήγησης κι ερμηνείας για το τι ακριβώς εννοεί η μια ή η άλλη απόφαση του ΣτΕ, θα βρισκόμαστε. «Ψύλλους στ’ άχυρα» κατά το κοινώς λεγόμενο, μόνο και μόνο επειδή δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Και το όνομα δεν είναι ο τάδε ή ο δείνα Υπουργός που θα χάσει ή θα πάρει χαρτοφυλάκιο, αλλά ποιες πολιτικές θ’ αλλάξουν, ποιες αντιλήψεις θ’ αναθεωρηθούν, ποιες προτεραιότητες θα δοθούν, ποια λάθη θα διορθωθούν. Παίζοντας τούτες τις ώρες με το χρόνο οι τρεις ηγέτες της κυβερνητικής –μέχρι ώρας– συμμαχίας, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι τα περιθώρια πολιτικού λάθους έχουν εκμηδενιστεί. Η απόφαση για την ΕΡΤ κι οι μετέπειτα εξελίξεις, έχουν τινάξει στον αέρα όλα τα προσχηματικά κι επιφανειακά τρυκ συνεργασίας κι έχει αποκαλυφθεί απροσχημάτιστα κι απροκάλυπτα όλο το πλέγμα των υφιστάμενων ενδοκυβερνητικά ισορροπιών και συσχετισμών.

Υπό το πρίσμα αυτό, καλείται ν’ αποφασίσει ο πρωθυπουργός αν θα ηγηθεί ενός σχήματος, που θα κυβερνήσει πραγματικά τη χώρα στη βάση πολιτικών κοινής συναίνεσης κι αποδοχής και απ’ τους άλλους δύο κομματικούς εταίρους ή θ’ αναμετρηθεί με το καρμικό του κεκτημένο, που δεν είναι άλλο παρά η πτώση των κυβερνήσεων που συμμετέχει. Εκτίμηση μας ότι θα επιλέξει την πρώτη εκδοχή –κι αυτό είναι τούτη την ώρα κατά τη γνώμη μας και το συμφέρον της χώρας και του λαού. Το σήμα που επανήλθε στις κρατικές συχνότητες περί αυτού προϊδεάζει.

Σ’ αυτή την περίπτωση, επειδή ο ενθουσιασμός κι η ευθυμία κρατούν λίγο –κι όχι πάντως περισσότερο απ’ όσο μια εντύπωση– ο πρωθυπουργός θα ήταν σκόπιμο αυτές τις ώρες ευθύνης, αν σχεδιάζει το νέο ξεκίνημα της κυβέρνησης, να προτάξει την αυτοσυγκράτηση, να επιλέξει τους χαμηλούς τόνους και να ξεκινήσει τη νέα κυβερνητική περίοδο με συλλογικότητα στην πράξη κι όχι στη θεωρία, με τόλμη στα έργα κι όχι στα λόγια. Το πάθημα της ΕΡΤ πρέπει να γίνει ένα μεγάλο μάθημα δημοκρατίας, συνέπειας και διαφάνειας για όλους κι ιδίως για όσους κατέχουν κι ασκούν με την λαϊκή ψήφο τη δημόσια εξουσία. 

Στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, αλλά ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι στ’ αδιέξοδα υπάρχει δημοκρατία;

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Βιωσιμότητα του χρέους και βίος αβίωτος;


Αν μη τι άλλο ο πρωθυπουργός έχει πολύ καλό επικοινωνιακό επιτελείο. Μια λέξη ακόμα, ένας υπαινιγμός ή ένα θαυμαστικό, θα ανακύκλωναν τις ψευδαισθήσεις και θα ανατροφοδοτούσαν ένα διάλογο και μιαν αντιπαράθεση που έχει κουράσει, έχει απογοητεύσει, έχει πληγώσει. Μακάρι αυτή η λακωνική δήλωση να σηματοδοτεί μιαν πραγματικά νέα μέρα, που τα λόγια κι οι θεωρίες θα μπουν στην άκρη και θα πιάσουν επιτέλους δουλειά όλοι εκείνοι που έχουν την τύχη της χώρας και του λαού στα χέρια τους.

Παραδοσιακά έχουμε χορτάσει θριάμβους και περιφανείς επιτυχίες, που πολλές φορές ήταν μόνο στα λόγια και στα πρωτοσέλιδα περισσότερο ή λιγότερο «έγκριτων» εφημερίδων. Άλλες φορές, αποφάσεις σε συνόδους και συμβούλια κορυφής συνοδεύονταν από διθυράμβους εθνικής έξαρσης και με κυβερνώντες που έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας μπρος στις κάμερες ή όπως έγκυρες πληροφορίες και –πάλι– «έγκριτων» δημοσιογράφων διαβεβαίωναν με τον γεμάτο νόημα σχολιασμό τους στα τηλεοπτικά παράθυρα. Η ίδια παράδοση επιτάσσει, οι αντιπολιτευόμενοι από τη μεριά τους, να μη βρίσκουν τίποτε σωστό στους χειρισμούς και τις αποφάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης, να κινδυνολογούν προμηνύοντας του κόσμου τα δεινά για το λαό και τη χώρα και να υπόσχονται –ιδιαίτερα αν τα κόμματά τους είναι από τους «εφαψίες» της εξουσίας– να τα καταργήσουν και να τ’ ανατρέψουν όλα, άλλοι σε μια νύχτα κι άλλοι μ’ ένα και μόνο άρθρο. Έτσι είν’ η πολιτική στην Ελλάδα.

Η λιτή δήλωση από μόνη της συνιστά μιαν αλλαγή ύφους. Μακάρι να μετουσιωθεί ανατρέποντας την μέχρι σήμερα παράδοση– και σε μιαν αλλαγή πολιτικής, αλλαγή προς την πολιτική. Με πρωτοβουλίες και δράσεις, με σχέδιο και διορατικότητα, με στόχους κι αξιολογήσεις. Τα δεδομένα άλλωστε της συμφωνίας αυτής καθαυτής, αλλά κι όσα το Μεσοπρόθεσμο κι οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου προβλέπουν, δημιουργούν ένα τόσο ελεγχόμενα προδιαγεγραμμένο πλαίσιο δημοσιονομικής παρακολούθησης, ώστε θα πρέπει να θέλει κάποιος υπουργός «ν’ αυτοκτονήσει» για να παρεκκλίνει των ορίων του προϋπολογισμού που θα τίθενται στο υπουργείο του.

Εκ των πραγμάτων η συζήτηση κι ο δημόσιος διάλογος το επόμενο διάστημα, θα επικεντρωθεί στη βιωσιμότητα του χρέους, φάνηκε άλλωστε από τη σπουδή του κινούμενου αμιγώς παραδοσιακά κυρίου Τσίπρα. Ας αποτελέσει η πρόταση για τη συζήτηση αυτή, αλλά κι όλη η αντιπαράθεση που το επόμενο διάστημα θ’ ανοίξει, την αφορμή για να τεθούν από την κυβέρνηση, από τα τρία κόμματα εξουσίας, οι βάσεις κι οι άξονες των πολιτικών που θ’ ακολουθηθούν από ‘δω και πέρα. Ας μπουν τα ορόσημα της «καινούργιας μέρας», με απλότητα και σαφήνεια, λιτά και κατανοητά. Ορόσημα που είναι αναγκαίο να προτάσσουν την επιβίωση του λαού στοχεύοντας στη βιωσιμότητα του χρέους, να προτάσσουν το κοινό συμφέρον στοχεύοντας στην κοινωνική συνοχή, να προτάσσουν τη συνεννόηση και τη συνεργασία στοχεύοντας στην τήρηση των συμφωνιών, να προτάσσουν τη σκληρή κι επίπονη δουλειά στοχεύοντας στην κινητοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας.

Η βιωσιμότητα του χρέους είναι μια υπόθεση εργασίας, ένα οικονομικό τερτίπι κι ένα εργαλείο μακροοικονομικής ανάλυσης. Αέρας κοπανιστός θα είναι, αν όλοι μαζί αποφασίσουμε ν' αφοσιωθούμε σε μια προσπάθεια ν' αυξήσουμε την παραγωγή στη χώρα μας από τώρα και στο εξής.

«Δεν παράγουμε τίποτε» λέμε και ξαναλέμε. Σχεδόν κι εμείς οι ίδιοι το ‘χουμε πιστέψει. «Τι να πουλάμε σουβλάκια;» αναρωτήθηκε απελπισμένος κάποιος γνωστός, το πίστευε. Ναι, σουβλάκια! Φτάνει να τα πουλάμε σε Γάλλους, Γερμανούς, Αμερικάνους. Όλοι μπορούμε να πουλάμε σουβλάκια φτάνει να τ’ αγοράζουν τουρίστες, να τα «εξάγουμε». Η αύξηση της παραγωγής είναι ο ασφαλής δρόμος, όχι μόνο προς την ανάπτυξη, αλλά και προς την επίτευξη κι όλων των άλλων δεικτών και στόχων.

Οι Ευρωπαίοι εταίροι και το Δ.Ν.Τ. κράτησαν ανοιχτή με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε, όχι την εκκρεμότητα για την ελληνική υπόθεση, αλλά –ας δούμε τα πράγματα επιτέλους με θετική ματιά– τη χαραμάδα διαφυγής και την έξοδο κινδύνου για τη χώρα μας. Ανάμεσα από τις γρίλιες της, αν το θελήσουμε κι αν η «καινούργια μέρα» του πρωθυπουργού σημάνει πράγματι δουλειά κι ευθύνη, μπορεί ν’ αχνοφανεί μια αμυδρή ελπίδα, που δεν θ’ αφορά μόνο τη βιωσιμότητα του χρέους, αλλά προπαντός την προστασία της διαβίωσης του λαού στη χώρα μας για τα επόμενα δύσκολα χρόνια.


Foto: metrogreece.gr

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

"Ουδείς αναμάρτητος" και το καλαμπούρι με τον Γιώργο Παπανδρέου



Χτες ήταν η αίτηση άδειας για να ταξιδέψει στο εξωτερικό.
Σήμερα νοικιάζεται για διαλέξεις σε σεμινάρια.
Αύριο άραγε τι;

Στο Γιώργο Παπανδρέου αναφέρομαι και στον τρόπο που «ενημερωτικές» διαδικτυακές σελίδες φρόντισαν να προσφέρουν άφθονο υλικό στα social media για να εκφραστούν οι χρήστες.

Είναι προφανές, ότι κάποιοι που έχουν γωνιακά καταστήματα ενημέρωσης συντηρούν επιμελώς την εικόνα που δημιούργησαν και πάσαραν επί χρόνια γι’ αυτόν και δεν παραλείπουν ν’ αξιοποιούν το τίποτα κι απ’ το ανύπαρκτο να κατασκευάζουν ειδήσεις και γεγονότα.

Αντιδιαστέλλοντας, πόσο στάθηκαν τα Μέσα στο «ουδείς αναμάρτητος» του Αντώνη Σαμαρά και τις επιπτώσεις που είχε η στάση του τα δυο αυτά χρόνια για την κατάσταση που έχουμε φτάσει;

Ο Παπανδρέου ως πρωθυπουργός ένα σαρδάμ έκανε και γινόταν ο χαμός από τις σάτιρες και την καζούρα. Οι τηλεοράσεις και τα facebook είχαν να ασχολούνται για μέρες. Σήμερα, ένας άλλος πρωθυπουργός παραδέχεται ότι ακολούθησε αντιπολιτευόμενος λάθος πολιτική κι εντούτοις τα Μέσα το παραβλέπουν κι ασχολούνται αν ο Παπανδρέου προσφέρεται να διδάξει σε σεμινάρια «με αστρονομική αμοιβή».

Αναμάρτητος κανένας, αλλά, τελικά, πόσο ανίσχυροι μπορεί να είμαστε απέναντι στην προπαγάνδα και την παραπληροφόρηση;

Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν έχει ανάγκη από αυτόκλητους συνηγόρους, είναι όμως απαράδεκτο αυτό που συμβαίνει. Ένας Έλληνας πολιτικός, ένας πρώην πρωθυπουργός με διεθνή ακτινοβολία και κύρος, πρόεδρος μιας παγκόσμιας πολιτικής οργάνωσης, της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, λοιδορείται και χλευάζεται από τους ίδιους τους συμπατριώτες του.

Καλό είναι το καλαμπούρι κι η πλάκα μεταξύ μας, αλλά αυτές οι συμπεριφορές, όπως κι όλη η στάση μας απέναντι στα προβλήματα που έχει δημιουργήσει η οικονομική κρίση, δεν περνούν απαρατήρητα από τη διεθνή κοινή γνώμη. Όλοι αυτοί οι ανταποκριτές κι οι δημοσιογράφοι των ξένων ΜΜΕ, απ’ αυτούς που πρόθυμα φιλοξενούν και τα δικά μας Μέσα στα δελτία ειδήσεων –κυρίως για να μας μεταφράσουν πώς δυσφημίζεται η χώρα μας– παρακολουθούν και σχηματίζουν γνώμη για την κοινωνία μας και τις αντιδράσεις της για να τη μεταδώσουν με τη σειρά τους και στις δικές τους χώρες, στους δικούς τους πολίτες. Διαβάζοντας τέτοια κείμενα και σχόλια για έναν πρώην πρωθυπουργό τι να σκέφτονται άραγε για την ποιότητα του δημόσιου λόγου στη χώρα μας; (Ρητορικό το ερώτημα, αφού πολλοί μπορεί να σκεφτούν αυτό που λέγεται για τους Παρθενώνες και τα βελανίδια κ.λπ. κ.λπ.)

Τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Κάποιοι «τσιμπάνε», εκτονώνονται και ξεσπώντας σχολιάζοντας τον Γιώργο Παπανδρέου άθελά τους ψηλώνουν ακόμα περισσότερο το τείχος προστασίας που έχει στηθεί γύρω απ’ αυτούς που τα ίδια Μέσα κρύβουν επιμελώς. Ποιος να θυμάται μετά από τόσα χρόνια και τόσα χρόνια κρίσης ποιος ήταν πρωθυπουργός πριν τον Γιώργο Παπανδρέου; Άλλωστε εκείνη την μακρινή εποχή, η Ελληνική οικονομία ήταν θωρακισμένη απ’ την κρίση.

Αν κάνεις ένα βήμα παραπάνω, μπορεί να διαπιστώσεις, ότι εκείνη η μακρινή εποχή μπορεί να μην υπήρξε καν, αφού σε Κυριακάτικη (26-8-2012) εφημερίδα μας θυμίζουν «έξω απ’ τα δόντια», ότι «οι αυγουστιάτικες και σεπτεμβριανές τραγωδίες της ιστορίας» είναι: Αύγουστος 2004 – Αύγουστος 1999 – Αύγουστος 1988 – Αύγουστος 1922 – Αύγουστος 1071. Για τον Αύγουστο του 2007 μπορεί η μνήμη του αρθρογράφου να έχει καεί, αλλά για κάποιους, ούτε των αθώων θυμάτων της Ηλείας η μνήμη έχει καεί, ούτε –δόξα τω Θεώ– και η δική μας.

Χρειαζόμαστε όσο ποτέ νηφάλιες φωνές. Δυο χρόνια και χορτάσαμε κραυγές, χορτάσαμε οδύνες, χορτάσαμε απογοητεύσεις. Χρειαζόμαστε και ηρεμία για να σκεφτούμε, για να βρεθούμε, για να κοιταχτούμε.

Ας τελειώνουν το καλαμπούρι κι η πλάκα με το Γιώργο Παπανδρέου, κρύωσαν, με άλλων αμαρτίες είναι που σήμερα παθαίνουμε την πλάκα μας κι αυτό δεν είναι καθόλου καλαμπούρι.

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Παράταση ίσον "ξαφνικός θάνατος"



Ουαί κι αλίμονο αν Μέρκελ κι Ολάντ ξεγελαστούν και μας δώσουν παράταση, τότε είναι που, με συνοπτικές διαδικασίες, από το φλερτάρισμα με τη χρεοκοπία θα έρθουμε μάνι – μάνι σε γάμου κοινωνία μαζί της. Με άλλα λόγια, «θα βαρέσουμε κανόνι» με μαθηματική ακρίβεια και με όλη μας τη μεγαλοπρέπεια.

Δεν νομίζω πάντως πως ο πρωθυπουργός περίμενε ν’ ακούσει κάτι διαφορετικό απ’ αυτά που άκουσε επισκεπτόμενος τη Γερμανία. «Εμπιστοσύνη», «προσδοκίες», «τήρηση δεσμεύσεων» και κοινός παρανομαστής η «Έκθεση της τρόικα». Ούτε κάν σε «έργο» ή «αποφάσεις» δεν αναφέρθηκε η Γερμανίδα καγκελάριος, αλλά μόνο σε «δραστηριότητες» της ελληνικής κυβέρνησης. Στο ίδιο μήκος κύματος θα κινηθεί κατά τα φαινόμενα κι ο Γάλλους πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ.

Θα ‘ναι θετική η έκθεση της τρόικα. Θα μας εξασφαλίσει την επόμενη δόση και μια γερή ανάσα για να βγάλουμε τη χρονιά. Όμως το «μπαλάκι» των αποφάσεων θα εξακολουθήσει να βρίσκεται στο γήπεδό μας. Αυτό θα τονίζεται στη σχετική έκθεση κι αυτό θα είναι το «μαχαίρι στο λαιμό» της ελληνικής κυβέρνησης.

 Τα 11,5 δις –τουλάχιστον– που θα εξοικονομηθούν με τα σκληρά μέτρα του επόμενου πακέτου, θα είναι –και πρέπει να είναι– η τελευταία οριζόντια μείωση στα εισοδήματα. Κι είναι γεγονός, πως αν κάποια απ’ αυτά τα μέτρα, τα όντως δυσάρεστα για τους μισθωτούς και ιδιαίτερα των ΔΕΚΟ, είχαν εφαρμοστεί έγκαιρα, σίγουρα το πακέτο των περικοπών δεν θα ήταν για όλους τόσο δυσβάσταχτο.

Από ‘κει και πέρα οι επιλογές είναι δύο, η πρώτη –η φαινομενικά πιο εύκολη– αφορά το ξεπούλημα μέσω των αποκρατικοποιήσεων κάποιων δημόσιων επιχειρήσεων που μπορούν να πιάσουν κάποια τιμή, αλλά προπαντός θα ξελαφρώσουν μια και καλή το δημόσιο ταμείο κι η δεύτερη –η «καυτή πατάτα»– είν’ η εκ βάθρων αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, με ότι αυτό συνεπάγεται σε μείωση προσωπικού –όποιο όνομα κι αν πάρει–, συρρίκνωση Υπηρεσιών, μείωση οργανικών θέσεων, ανάθεση μεγαλύτερων δημόσιων δραστηριοτήτων σε ιδιωτικά νομικά πρόσωπα.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, οι επιλογές για θεσμικές αλλαγές που θ’ αφορούν τη φορολογία, τις επενδύσεις, τις κοινωνικές υπηρεσίες κ.λπ., θα έχουν μεγαλύτερη άνεση για να σχεδιαστούν καλύτερα, αλλά προπαντός θα επιχειρούνται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση απ’ την κυβέρνηση, εφόσον οι αντιδράσεις, που ούτως ή άλλως θα υπάρξουν, θα αμβλύνονται με την πάροδο του χρόνου τόσο απ’ την ανάσχεση της ύφεσης, όσο κι απ’ την σταθεροποίηση της κυβερνητικής πολιτικής και της απόδοσης του Μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού.

Αν σ’ αυτή τη φάση οι ευρωπαίοι κάνουν το τραγικό λάθος κι αφήσουν χαλαρή τη νεόκοπη ελληνική κυβέρνηση, το μόνο που είναι με μαθηματική ακρίβεια βέβαιο, είναι ότι –κατά τη συνήθη νεοελληνική πρακτική– θα παραδοθεί στις δάφνες της για  «τη μεγάλη, την ασύλληπτη, τη μοναδική εθνική επιτυχία» –πάντα βεβαίως με τη βοήθεια της Παναγιάς μας– και θα θυμηθούμε να ξανατρέξουμε άρον-άρον λίγο πριν την άλλη δόση του δανείου, τότε όμως θα είναι σίγουρα αργά.

 Όμορφα, λοιπόν, και πολύ καλά κάνουμε που ενημερώνουμε τους ευρωπαίους ηγέτες κι ευαισθητοποιούμε και τους ευρωπαίους συμπολίτες μας για τα προβλήματά μας, ο μόνος όμως τρόπος για να τους πείσουμε να μας κοιτάξουν και πάλι με συμπάθεια, είναι –αφού θα έχουμε πεισθεί ασφαλώς πρώτα εμείς οι ίδιοι– να τους δείξουμε πως προχωράμε προς την κατεύθυνση που κι αυτοί από χρόνια βαδίζουν, με τις ίδιες δυσκολίες και προβλήματα, αλλά και με συνέπεια κι αποτελεσματικότητα.

Ο δρόμος είναι επώδυνος και δύσκολος, αλλά είναι –γι’ αυτήν τουλάχιστον την ώρα– ο μόνος υπαρκτός δρόμος.


Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Μνημόνιο ΙΙ: Ποιος θα μιλήσει στην κοινωνία;

Μια νέα δύσκολη εβδομάδα άρχισε για τον πρωθυπουργό της Ελλάδας. Οι διαδοχικές τυπικές και άτυπες διαβουλεύσεις του με υπουργούς, βουλευτές και κομματικά στελέχη, μετά την κατ’ αρχήν συμφωνία με τους ευρωπαίους δανειστές για την παροχή και νέας οικονομικής βοήθειας για τα έτη 2012 – 2014 και τα συνακόλουθα σκληρά μέτρα λιτότητας που τη συνοδεύουν, βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη.

Είναι πολύ βαρύ το φορτίο. Όχι απλώς δυσβάσταχτο, αλλά ασήκωτο. Τα δεδομένα στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, όπως έχουν διαμορφωθεί το τελευταίο διάστημα κι ιδιαίτερα τα τελευταία 24ωρα, κάθε άλλο παρά συνηγορούν ότι είναι δυνατόν τα μέτρα να περάσουν «αβρόχοις ποσί» με τις συνήθεις αμοιβαίες υποχωρήσεις και ελιγμούς στο πολιτικό πεδίο και με την αναμενόμενη κόπωση κι εκφυλισμό των διαμαρτυριών της αγανακτισμένης κοινωνίας.

Όσες φιλότιμες επικοινωνιακές προσπάθειες κι αν καταβληθούν, όσα βίντεο κι αν παίξουν, όσες διαβεβαιώσεις κι αν δοθούν, όσες καλές προθέσεις για συναίνεση κι αν προβληθούν και όσοι υπουργοί Οικονομικών κι αν «θυσιαστούν», είναι τόση η δυναμική των εξελίξεων και τόσο ογκώδης η αναντιστοιχία των «δοκιμασμένων πρακτικών» με τις κοινωνικές ανάγκες, που θα ισοπεδωθούν σαν χάρτινος πύργος.

Το πολιτικό προσωπικό της χώρας «έχει κάψει» όλα τα χαρτιά που παραδοσιακά θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να επηρεάσει την κοινωνία και τώρα που απειλείται «να καεί» το σπίτι του καθενός, προτιμά χίλιες φορές ο κάθε λογής αγανακτισμένος –με μια κραυγή απόγνωσης– «να καεί το μπ… η Βουλή».

Οι πολίτες τα έχουν δει και τα ‘χουν ακούσει όλα από όλους.

Η ίδια η πραγματικότητα φανερώνει το μέγεθος του υφιστάμενου προβλήματος, αλλά το ίδιο φανερή είναι κι η αδυναμία να προταθούν λύσεις ικανές να δρομολογήσουν την αποκατάσταση του κύρους του πολιτικού συστήματος και να οδηγήσουν στον κατευνασμό και την εκτόνωση της σωρευμένης λαϊκής οργής.

Μοιραία στη φιλάρεσκη απόδοση του έργου της η κυβέρνηση κατευθύνεται πλεισίστια στο πεδίο της «Μητέρας των μαχών» υποστηρίζοντας το «Μνημόνιο ΙΙ», εξίσου τραγικά μοιραία κι η αξιωματική αντιπολίτευση παίζει κρυφτούλι με τις εκλογές ανάμεσα στις μαρμαροκολόνες του «Ζάππειο ΙΙ».

Άγνοια κινδύνου ή αδυναμία να προταθεί κάτι νέο;

Τι εμποδίζει ν’ ακουστούν δυο απλές και σταράτες κουβέντες, που ν’ απεικονίζουν όχι μελοδραματικά, αλλά απλώς ποιες δραματικές συνέπειες θα έχει για την επιβίωση της χώρας και τη ζωή του κάθε πολίτη η ματαίωση αυτής της οικονομικής συμφωνίας;

Τι εμποδίζει να ακουστούν μέτρα που θ’ αντιμετωπίζουν ριζικά την κρίση, θα έχουν ποιοτικά κι όχι ισοπεδωτικά χαρακτηριστικά και θ’ απευθύνονται στο σύνολο της κοινωνίας, στον κάθε πολίτη, με όρους δικαιοσύνης κι αναλογικότητας;

Τα διλήμματα τελείωσαν προ πολλού, το ίδιο κι η εμπιστοσύνη των πολιτών.

Ο χρόνος κι η υπομονή της κοινωνίας πνέουν τα λοίσθια κι η ελληνική χρεοκοπία δεν θα είναι η θεαματική αναμετάδοση στα δελτία των 8, όπως «παίζεται» από τα ξένα ΜΜΕ, αλλά η ζοφερή πραγματικότητα που σαν φάντασμα θα στοιχειώσει τις ζωές μας και θα μας κυνηγά για μια ζωή, όχι από κανάλι σε κανάλι, αλλά σε κάθε μας βήμα.

Άραγε ο κύριος πρωθυπουργός, μέσα στο τόσο βαρύ πρόγραμμα αυτών των ημερών, θα προλάβει να το σκεφτεί;


Photo by: David Shelby

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Εθνικό Τυπογραφείο: Καταργείται η θέση του Ειδικού Γραμματέα

Με τροπολογία του Υπουργού Εσωτερικών στο νομοσχέδιο «Για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και λοιπές διατάξεις» που συζητείται στη Βουλή καταργείται η θέση του μετακλητού Ειδικού Γραμματέα στο Εθνικό Τυπογραφείο, που είχε συσταθεί το 1985 και συστήνεται θέση Γενικού Γραμματέα Τοπικής Αυτοδιοίκησης που είχε καταργηθεί με νόμο το 2007.

Στην αιτιολογική έκθεση που τη συνοδεύει εκτός από την αναγκαιότητα για τη νομοθέτηση αυτών των αλλαγών ενόψη του «Καλλικράτη», αναφέρεται επί λέξει ότι: «Δεν προκύπτει επιπλέον επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού καθώς καταργείται η θέση μετακλητού Ειδικού Γραμματέα Εθνικού Τυπογραφείου που έχει συσταθεί με την αριθμ. ΓΥ 1613/11.11.1085 κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών (ΦΕΚ 670/Β’/11.11.1085) και περιελήφθει στο άρθρο 1 του Π.Δ. 166/1989 (ΦΕΚ 177 Α») «Οργανισμός Εθνικού Τυπογραφείου» και οι προβλεπόμενες θέσεις μετακλητών υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτήν…».

Παρακάτω όμως στη Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνοδεύει την τροπολογία ρητά αναφέρεται και πάλι επί λέξει, ότι:

«Από τις προτεινόμενες διατάξεις προκαλούνται τα ακόλουθα οικονομικά αποτελέσματα: Ι. Επί του κρατικού προϋπολογισμού: Ετήσια δαπάνη ύψους 15.100 ευρώ περίπου, από την επανασύσταση της Γενικής Γραμματείας Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με αντίστοιχη κατάργηση της θέσης του Ειδικού Γραμματέα του Εθνικού Τυπογραφείου και την ως εκ τούτου καταβολή διαφοράς αποδοχών στον Γενικό Γραμματέα, που προΐσταται αυτής».
Τι θα πρέπει να πιστέψουμε τελικά, προκαλείται ή δεν προκαλείται δαπάνη και μάλιστα μεγαλύτερη στον κρατικό προϋπολογισμό από αυτήν τη ρύθμιση; Προφανώς και προκαλείται και προφανώς δεν είναι της τάξης μόνο των 15.100 ευρώ που επικαλείται η Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, εφόσον ο ρόλος (και ο μισθός) του Ειδικού Γραμματέα είναι προφανώς υποδεέστερος του αμιγώς πολιτικού ρόλου (και μισθού) του Γενικού Γραμματέα, η στελέχωση του πολιτικού γραφείου του οποίου περιγράφεται μετά τους υφυπουργούς στον κωδικοποιημένο νόμο για την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα και οι μετακλητοί υπάλληλοι που θα κληθούν στη συνέχεια να το στελεχώσουν είναι προφανές ότι θα επιβαρύνουν επιπλέον τον κρατικό προϋπολογισμό.

Κανείς δεν θα μπορούσε, φυσικά, να κρίνει τη βούληση της κυβέρνησης για τη δημιουργία μιας επιπλέον πολιτικής θέσης Γενικού Γραμματέα στο Υπουργείο Εσωτερικών, εφόσον έτσι κρίνει ότι εξυπηρετείται αποτελεσματικότερα η άσκηση των αρμοδιοτήτων της.

Η επίκληση όμως στο σκεπτικό της τροπολογίας για την οικονομία που τάχα θα επιτευχθεί από την κατάργηση της θέσης και του μισθού του Ειδικού Γραμματέα στο Εθνικό Τυπογραφείο και των μετακλητών υπαλλήλων που όμως ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχε, είναι εσφαλμένη.

Το γεγονός ότι το Εθνικό Τυπογραφείο διαδραματίζει, εξαιτίας της έκδοσης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, κρίσιμο θεσμικά ρόλο ίσως έπρεπε να προβληματίσει -υπό τις παρούσες μάλιστα οικονομικές συνθήκες- περισσότερο τους αρμοδίους και αν μη τι άλλο, σε συνδυασμό με την παραπάνω τροπολογία ίσως είναι δόκιμο και επιβεβλημένο, να προβλεφθεί η θεσμική του αναβάθμιση και να υπαχθεί ως έχει στις υπηρεσίες του Πρωθυπουργού, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. Γαλλία, Γερμανία, Πορτογαλία).

Με τον τρόπο αυτό και η θεσμική του θωράκιση στο πλαίσιο της διαφάνειας και του προγράμματος Διαύγεια επιτυγχάνεται καλύτερα, αλλά αυτομάτως θα μπορούσαν να ενισχυθούν με το εξειδικευμένο προσωπικό του και κρίσιμες για τον έλεγχο νομιμότητας των δοκιμίων ΦΕΚ υπηρεσίες του Πρωθυπουργού, όπως η Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου (στο νόμο προβλέπεται κατ’ εξαίρεση η πρόσληψη προσωπικού).

Με τέτοιου είδους ρυθμίσεις, εκτιμούμε, ότι επιτυγχάνεται οικονομία στην πράξη, αποτελεσματικότητα, αλλά κι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, αυτοί που καλούνται να υλοποιήσουν όλα αυτά μέσα σ’ αυτό το τόσο δυσμενές κλίμα, έχουν την αίσθηση και τη βεβαιότητα, ότι οι σχεδιασμοί κι οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης στοχεύουν όχι μόνο αυτούς, αλλά προπαντός τη βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης και την έξοδο από την κρίση.

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ: Ντέρμπυ "αιωνίων" σε άδειες κερκίδες

Παρακολουθώντας τη διαμόρφωση του πολιτικού τοπίου στην πορεία προς τις Περιφερειακές και Δημοτικές εκλογές, όλο και συχνότερα δημιουργείται το ερώτημα σε ποιους άραγε ν’ απευθυνόταν ο Γιώργος Παπανδρέου λέγοντας: «Ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε».
Από τις μέχρι σήμερα εξελίξεις στο κοινωνικό πεδίο δεν θα μπορούσε παρά να υποστηριχτεί, ότι οι πολίτες αισθάνθηκαν αυτό το μήνυμα να τους αφορά και το αποδέχτηκαν ή το ανέχτηκαν στην πλειοψηφία τους ως αδήριτη ανάγκη κάτω από τις εξαιρετικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί για τον τόπο. Ο «απλός κόσμος» ενστερνίστηκε σε μεγάλο βαθμό την πρωθυπουργική ρήση και σε συνδυασμό με τις νομοθετικές πρωτοβουλίες και τη γενικότερη κυβερνητική δραστηριότητα, καθόρισε τη συμπεριφορά του ανάλογα με τις περιστάσεις.
Το τελευταίο διάστημα και όσο εντείνεται η –υποτονική για τους περισσότερους πολίτες– προεκλογική περίοδος είναι προφανής από την πλευρά του κυβερνητικού επιτελείου η διολίσθηση σε «δοκιμασμένες» επιλογές και συμπεριφορές του παρελθόντος, που κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνουν στην πράξη τη διακηρυγμένη θέση για αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης των δημοσίων υποθέσεων.
Αν για τα κόμματα τις αντιπολίτευσης η «αλλαγή» δεν είχε κανένα απολύτως νόημα όσον αφορά την εκφορά του πολιτικού τους λόγου και την εν γένει στάση τους απέναντι στην κοινωνία και το εκλογικό σώμα, ούτε αφορούσε οποιαδήποτε δέσμευσή τους στον τρόπο διατύπωσης των επιχειρημάτων τους, για το κυβερνών κόμμα, για το ΠΑΣΟΚ, τα πράγματα θα έπρεπε να είναι τελείως διαφορετικά.
Το ΠΑΣΟΚ και η κυβέρνηση του τόπου όφειλαν, για τη συνέπεια των λόγων και των πράξεων, να μην συρθούν σε μια λογική αντιπαράθεσης με τα κόμματα τις αντιπολίτευσης μόνο με βάση τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων. Δεν έπρεπε να συρθούν σε καμιά παροχολογία λίγο πριν τις εκλογές. Δεν έπρεπε να υπονομεύσουν τη διοικητική μεταρρύθμιση που θεσμοθέτησαν στη λογική του εκλογικού κόστους και των σκοπιμοτήτων. Δεν έπρεπε να θέσουν ως διακύβευμα των αυτοδιοικητικών εκλογών το μέλλον του τόπου.
Η ανάγκη όμως να επηρεαστούν οι πολίτες και να εκφραστούν θετικά για τους υποψήφιους που υποστηρίζει το ΠΑΣΟΚ, έχει οδηγήσει σε επιπόλαιες ρητορείες κι επικοινωνιακούς ακροβατισμούς, που είναι βέβαιο θα τις συναντήσει μπροστά του την επαύριον των εκλογών. Αν ο Αντώνης Σαμαράς γελοιοποιήθηκε υποστηρίζοντας ότι με τις «φόρμουλές» του θα μηδενίσει το έλλειμμα μέσα σ’ έναν χρόνο, κάποιοι οδηγούν τον Γιώργο Παπανδρέου στον επικίνδυνο δρόμο, να υποστηρίζει λίγο-πολύ, ότι μέσα σ’ έξι μήνες έφερε τα πάνω-κάτω στην οικονομία, αν και γνωρίζουν ότι αυτή τη στιγμή καμιά απολύτως διαρθρωτική αλλαγή δεν έχει γίνει κι ότι η οικονομία στενάζει από την έλλειψη ρευστότητας.
Οι πολίτες ανέχτηκαν μέχρι σήμερα αυτήν τη μοναδική στη σύγχρονη πολιτική ιστορία του τόπου ανατροπή των προεκλογικών διακηρύξεων κι εξαγγελιών με την μετέπειτα κυβερνητική πολιτική, αποδεχόμενοι(;) το επιχείρημα του Γιώργου Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, ότι πριν έναν χρόνο δεν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση της οικονομίας. Ποιο επιχείρημα θα σταθεί ικανό να συγκρατήσει αύριο αυτούς τους πολίτες, αν για λόγους που είναι προφανείς, εφόσον ούτε οι «δείκτες» έχουν ακόμα αποκατασταθεί, ούτε οι αγορές έχουν πεισθεί, η ίδια κυβέρνηση αναγκαστεί να καταφύγει σε νέα μέτρα και σε περαιτέρω συρρίκνωση των εισοδημάτων;

Μόνο του στην εξέδρα της ερημιάς του πολιτικού του λόγου, θα έπρεπε να έχει εγκαταλείψει ο Γιώργος Παπανδρέου τον Αντώνη Σαμαρά. Αντ’ αυτού επέλεξε να τον ακολουθήσει και ν’ αναμετρηθεί μαζί του σε «ραντεβού θανάτου» στις σκοτεινές λεωφόρους της ποδοσφαιρικής φρασεολογίας. Οι μεταγραφές του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, του δίνουν όμως το πλεονέκτημα της εμπειρίας στο καταστροφικό παιχνίδι, ενώ για τον πρωθυπουργό το βέβαιο είναι ότι ο αγώνας που διεξάγει δεν θα έχει παράταση ή τρίτο ημίχρονο.
Όταν μπαίνεις στον αγώνα με γκολ από τ’ αποδυτήρια, δεν φτάνει μόνο ν’ αποκρούσεις το πέναλτι, αλλά ν’ ανατρέψεις το εις βάρος σου σκορ και ν’ αποφύγεις το αυτογκολ. Για να πάρεις το αποτέλεσμα, το γκολ είναι το ζητούμενο, κύριε πρωθυπουργέ, το γκολ…

Foto: http://kourkouti.yooblog.gr/files/2009/05/kourkouti-pao-pasok-papandreou.jpg

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ: Εδώ κρίνεται η ανάπτυξη

Οι πολεοδομίες είναι υπηρεσίες «προς κατεδάφιση», το Ι.Κ.Α. βουλιάζει στα ελλείμματα, τα νοσοκομεία μαστίζονται από την κακοδιοίκηση και τα χρέη, οι εφορίες αδυνατούν να λειτουργήσουν με αποτελεσματικότητα. Διαχρονικές διαπιστώσεις για μερικές μόνο από τις πλέον πολυπρόσωπες και κρίσιμες για τη λειτουργία του κράτους δημόσιες υπηρεσίες, που όμως στις μέρες μας αποχτούν τραγικές διαστάσεις.

Δεν έχει περάσει πρωθυπουργός απ’ αυτή τη χώρα, που να μην έχει χαρακτηρίσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τον κρατικό μηχανισμό σαν τον «ασθενή» κρίκο στην όποια προσπάθεια ανάπτυξης της χώρας. Παρά ταύτα, μηδενός εξαιρουμένου, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, δεν απέφευγαν να πέσουν στην παγίδα του πολιτικού κόστους ή να υποκύπτουν στις σειρήνες της πολιτικής τους πελατείας, αναβάλλοντας ή ακυρώνοντας τα όποια σχέδια ή σκέψεις είχαν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που υπήρχαν.

Με τον ίδιο τρόπο, ο επόμενος πρωθυπουργός θεμελίωνε και φόρτωνε την –επίσης διαχρονική– οικονομική λιτότητα στις επιλογές και τις πλάτες του προκατόχου του, ώστε να νομιμοποιήσει περιοριστικές πολιτικές σε βάρος των πολλών, γεγονός που του επέτρεπε να κινηθεί με μεγαλύτερη άνεση την επόμενη προεκλογική περίοδο.

Με τον τρόπο αυτό, τα φέρναμε βόλτα με δανεικά και πακέτα στήριξης επί δεκαετίες όμορφα κι ωραία. Όλα τα ωραία όμως κάποτε τελειώνουν, ιδιαίτερα αν δεν προσέξεις πώς μοιράζεις την πίτα, αν στηριχτείς μόνο στις δυνατότητες της επικοινωνίας και των μέσων και σου τύχει ταυτόχρονα και καμιά οικονομική κρίση.

Από το μνημόνιο και μετά έχουμε περάσει σε μια άλλη φάση της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας. Λίγο – πολύ όλοι μας έχουμε κατανοήσει για τα πώς και τα γιατί κι οι θεωρητικοί των πολιτικών και οικονομικών επιστημών έχουν επαρκώς δικαιωθεί για τις διαπιστώσεις και τα πορίσματα, που κατά καιρούς έφερναν στο φως της δημοσιότητας, σχετικά με τα εγγενή προβλήματα της οικονομίας και της κρατικής μας οργάνωσης.

Ως πολίτες κουβαλάμε πολύ πίκρα και οργή μέσα μας και δεν οφείλεται αυτό μόνο στην αποστροφή, πως «όλοι μαζί τα φάγαμε».

Εκείνο που κρίνεται, πως θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, είναι ότι τα προωθητικά τρικ και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα έχουν χάσει από καιρό –τα «έκαψε» την εποχή του ο Κώστας Καραμανλής– την επικοινωνιακή τους αίγλη και την προπαγανδιστική τους εμβέλεια.

Η εικόνα έχει ασφαλώς τη δυναμική και την επιρροή της, αλλά αυτό που ο καθένας σήμερα περιμένει από τον Γιώργο Παπανδρέου, είναι η βεβαιότητα, ότι οι νομοθετικές πρωτοβουλίες κι οι πολιτικές αποφάσεις, που προωθούνται μετά το μνημόνιο από την κυβέρνησή του στο πλαίσιο ανασυγκρότησης της οικονομίας κι εξυγίανσης των δημοσιονομικών μεγεθών της χώρας, εδράζονται πάνω στην ισχυρή κι αταλάντευτη πολιτική βούληση για την υλοποίησή τους κι ότι έχει διασφαλιστεί, πως οι κρατικές δομές, που θα κλιθούν να τις υλοποιήσουν διαθέτουν την απαιτούμενη επάρκεια, ικανότητα και αποφασιστικότητα.

Είναι πολιτικά κρίσιμο, αλλά και κοινωνικά δίκαιο, ν’ αποκατασταθεί επιτέλους στο δημόσιο η από δεκαετίες διαπιστωμένη ανικανότητα να παραχθεί δημιουργικό έργο και να υποστηριχθεί με συνέπεια το οποιοδήποτε εκσυγχρονιστικό εγχείρημα. Φυσικά, για την κατάσταση αυτή την πρωταρχική ευθύνη έχουν οι κυβερνώντες, ως αποφασιστικός πόλος του πελατειακού συστήματος που έχει δημιουργηθεί. Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί όμως σε καμιά περίπτωση την πραγματικότητα, που θα πρέπει ν’ ανατραπεί και ν’ αλλάξει.

Η ριζική αναδιοργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών και των ακολουθούμενων διαδικασιών στη βάση ενός μοντέλου ανταποδοτικότητας για τη λειτουργία τους και σκοπιμότητας για την ύπαρξή τους έναντι του κράτους και της κοινωνίας, σε συνδυασμό με την πλήρη αξιοποίηση των υπηρετούντων σε θέσεις σύμφωνα με τα προσόντα και τις ικανότητές τους, θα αποτελέσει ένα αποφασιστικό βήμα για την εδραίωση κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ κυβέρνησης και πολιτών.

Η αποπροσωποποίηση των συναλλαγών με τις δημόσιες υπηρεσίες, η θεσμοθέτηση αντικειμενικών κριτηρίων αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, η αποκατάσταση των στρεβλώσεων του συστήματος προσλήψεων μέσω του Α.Σ.Ε.Π., η εκ βάθρων αναδιοργάνωση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και των εφοριών, ο δίκαιος ανασχεδιασμός ενός νέου αναπτυξιακού μισθολογίου, είναι μερικές μόνο ενδεικτικές από τις ανάγκες για αλλαγές που υπάρχουν.

Αυτές τις ανατροπές και αλλαγές περιμένουν οι πολίτες, ώστε να είναι βέβαιοι, ότι πράγματι υπάρχει η προοπτική να πιάσουν τόπο οι θυσίες τους, ότι όντως οι σκληρές επιλογές υπάρχει η θέληση να οδηγήσουν σε αποτελέσματα, ότι επιτέλους εκλέχτηκε μια κυβέρνηση που εννοεί αυτά που υποστηρίζει και δεν αρκείται στην εικονική διαχείριση μιας κρίσης, που εκ των πραγμάτων έχει καταλυτικές συνέπειες για τις ζωές όλων μας.

Φωτο: salata.wordpress.com/category/σκάνδαλα

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗΣ: 'Ενα χρόνο με τα μανίκια ψηλά

Επετειακά αφιερώματα, άρθρα και αναλύσεις επιχειρούν αυτές τις μέρες ν’ αξιολογήσουν το κυβερνητικό έργο με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός χρόνου από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου και την επάνοδο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην εξουσία. Θετικά κι αρνητικά σχόλια, αισιόδοξες απόψεις και προβληματισμοί για τη συνέχεια, διαμορφώνουν ένα πολύμορφο παζλ εκτιμήσεων κι ένα ενδιαφέρον πλαίσιο για μελέτη και περαιτέρω συζήτηση.

Όποιο πρόσημο κι αν τοποθετεί ο καθένας στην αποτίμηση του ενός χρόνου διακυβέρνησης του τόπου από τον Γιώργο Παπανδρέου, το μόνο σίγουρο είναι ότι ως πρωθυπουργός έχει εξασφαλίσει μια ξεχωριστή θέση στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας, εφόσον, είτε οι εξελίξεις δικαιώσουν τις επιλογές του, είτε αποδειχθούν λανθασμένες, είναι βέβαιο ότι θα σφραγίσουν ανεξίτηλα την μελλοντική πορεία της χώρας και του λαού.

Αυτό το διάστημα, εκτός, φυσικά, από την οικονομία, ένας από τους βασικότερους πυλώνες της κυβερνητικής πολιτικής ήταν ο τομέας της δημόσιας διοίκησης. Ο Γιάννης Ραγκούσης, ως υπουργός Εσωτερικών, επωμίστηκε το δύσκολο έργο να επιχειρήσει τη διοικητική αναδιάρθρωση της χώρας και ταυτόχρονα να προωθήσει ένα σύγχρονο μοντέλο οργάνωσης και λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών.

Ίσως ο «Καλλικράτης», το σχέδιο για τη νέα αρχιτεκτονική της αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης διοίκησης, να μονοπώλησε τη συζήτηση και το ενδιαφέρον των θεσμικών αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν, δεν θα πρέπει να διαφεύγουν όμως της προσοχής και τα εξίσου σημαντικά θεσμικού χαρακτήρα νομοθετήματα, που αφορούν τον εκσυγχρονισμό του συστήματος για τη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας σε ομογενείς και μετανάστες, την εφαρμογή του προγράμματος «Διαύγεια» για την ενίσχυση της διαφάνειας, που καθιέρωσε την υποχρεωτική ανάρτηση όλων των κυβερνητικών πράξεων στο διαδίκτυο και τη θέσπιση κανόνων για τις εκλογικές δαπάνες συνδυασμών και υποψηφίων για τις Περιφερειακές και Δημοτικές εκλογές.

Κοντά σ’ αυτά, προωθήθηκαν και ρυθμίσεις που αποτελούν πλέον νόμους του κράτους και αφορούν κατ’ αρχήν την επανατοποθέτηση κι η εδραίωση του Α.Σ.Ε.Π. στο επίκεντρο των διαδικασιών για τους διορισμούς στο δημόσιο, την καθιέρωση αντικειμενικού συστήματος για τις προαγωγές των προϊσταμένων στις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά και την κατάργηση και συγχώνευση δημόσιων υπηρεσιών.

Παράλληλα, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες κι ειδικότερα οι εφαρμογές της πληροφορικής, για πρώτη φορά αυτόν το χρόνο δόθηκε η δυνατότητα στους πολίτες να συμμετέχουν ενεργά στον πολιτικό διάλογο για κρίσιμες για τη λειτουργία του κράτους κυβερνητικές πρωτοβουλίες, αλλά και στη διοίκηση να συλλέξει ακριβή στοιχεία για τη σύνθεση και τα χαρακτηριστικά του προσωπικού που στελεχώνει τις δημόσιες υπηρεσίες.

Είναι φανερό, ότι το έργο αυτό, τόσο από άποψη εύρους, όσο κι από άποψη χρόνου είναι τεράστιο. Ασφαλώς δεν έχει παράγει ακόμα τ’ αποτελέσματά του, ώστε να είναι δυνατόν ν’ αξιολογηθούν κέρδη και ζημίες, αλλά κι ενδεχόμενες απαραίτητες διορθώσεις ή τροποποιήσεις.

Όπως και να ‘χει, μέσα σ’ αυτή την εξαιρετική συγκυρία, ο Γιάννης Ραγκούσης κράτησε με συνέπεια το τιμόνι του υπουργείου Εσωτερικών και πιστώνεται θετικά για τη συνεισφορά του στο κυβερνητικό έργο με τη συμπλήρωση ενός χρόνου διακυβέρνησης, δικαιώνοντας μέχρι στιγμής με πράξεις την εξίσου έμπρακτη εμπιστοσύνη που απολαμβάνει από τον πρωθυπουργό.

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΕΛΙΚΑ ΠΡΟΣΓΕΙΩΘΗΚΕ

Τελικά, μόνο για την Κατερίνα Μπατζελή ήταν ανώμαλη η χτεσινοβραδινή προσγείωση. Η κυρία Κατσέλη, στην αεροπορική πτήση της οποίας αποδόθηκε η καθυστέρηση ανακοίνωσης του ανασχηματισμού, προσγειώθηκε αισίως –και προς απογοήτευση όλων όσων την αναδομούσαν επί μήνες– στο υπουργείο Εργασίας.
Ο Πρωθυπουργός και το νέο «βαρύ» κυβερνητικό σχήμα που επέλεξε, αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο ν’ ανέβουν στη Θεσσαλονίκη και να δοκιμάσουν ν’ ανεβάσουν τη δημόσια εικόνα της κυβέρνησης, η οποία –κακά τα ψέματα– δοκιμάζεται, ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, από διαδοχικές άστοχες επιλογές (π.χ. περιφερειάρχες), οι οποίες μετά κι από τη δημοσιοποίηση του ανασυγκροτημένου υπουργικού συμβουλίου, έπαψαν πια να είναι μόνο επικοινωνιακές…

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Άτιμο πράγμα αυτή η Ιστορία. Από ‘δω την πιάνεις, από ‘κει την πιάνεις όλο και κάτι θα σου έχει ξεφύγει, όλο και κάποιος άλλος θα την έχει πιάσει διαφορετικά, άσε που, ενώ γράφεται κατά κανόνα απ’ τους νικητές, σε πολλές περιπτώσεις μετά από καιρό ξαναγράφεται, αντιγράφεται ή απλώς ξεγράφεται.

Η πιο πολυσυζητημένη πτυχή της είναι ασφαλώς η πολιτική Ιστορία, αυτή όχι μόνο δεν έχει σταθερότητα με το πέρασμα του χρόνου, αλλά ούτε το Θεό της. Γιατί, βλέπετε, οι άνθρωποι, οι σχέσεις και οι καταστάσεις μεταβάλλονται ανάλογα με τις συνθήκες και προσαρμόζονται ανάλογα με τις συγκυρίες. Το σημαντικότερο όμως περιθώριο για να συμβούν οι αλλαγές αυτές είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, οι λαοί, ξεχνούν.

Με το πέρασμα του χρόνου κι όσο απομακρυνόμαστε απ’ τα γεγονότα, η μνήμη –η «ιστορική» λεγόμενη μνήμη– ατονεί, οι πρωταγωνιστές περιθωριοποιούνται κι έτσι, ανάλογα με τη συγκυρία ή τη σκοπιμότητα που υπάρχει, μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να εμφανίσουν τις ιστορικές «αλήθειες» που τους συμφέρουν.

Εκείνο που παρουσιάζει διαχρονικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι η στάση της ίδιας της Ιστορίας απέναντι στη ζωή και τα πράγματα. Η «εκδίκηση της Ιστορίας» –όπως συνηθίζεται να αποκαλείται– είναι συνήθως η δικαίωση όλων εκείνων, που για τη στάση, τη θέση ή τις ιδέες τους, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και για χίλιους δυο λόγους, εσκεμμένα και παραπλανητικά λοιδορήθηκαν, συκοφαντήθηκαν, υποτιμήθηκαν. Στην περίπτωση αυτή κατατάσσεται ο Γιώργος Παπανδρέου, ο σημερινός πρωθυπουργός.

Δεν υπάρχει πολιτικός της νεότερης γενιάς, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που να είχε υποστεί τόσον πολλές επιθέσεις, σχόλια, κριτικές, σάτιρα κ.ο.κ. απ’ αυτόν. «Γιωργάκη» τον ανέβαζαν «Γιωργάκη» τον κατέβαζαν, είχε βλέπετε την «ατυχία» να έχει ως πολιτικό αντίπαλο απέναντί του τον «καταλληλότερο» πρωθυπουργό όλων των εποχών, τον Κώστα Καραμανλή.

Σήμερα από τα χέρια αυτού του «Γιωργάκη» κρέμεται η τύχη της χώρας κι όλων μας, εξαιτίας της πενταετούς «σεμνής και ταπεινής» διακυβέρνησης του τόπου από τον πρώην «καταλληλότερο» και τους υπουργούς του. Η Ιστορία εκδικήθηκε.

Θυμόταν ότι, από το Σεπτέμβριο του 2004, στη Δ.Ε.Θ. ο Γιώργος Παπανδρέου είχε αποκαλέσει την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας «κυβέρνηση περιορισμένης ευθύνης»
η οποία «υπονομεύει καθημερινά την αξιοπιστία μας» και «αυτοδυσφημίστηκε στο εξωτερικό, στο ECOFIN, στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Θυμόταν, από την ομιλία στο βήμα του 7ου Συνεδρίου του ΠΑ.ΣΟ.Κ., το Μάρτη του 2005, ότι η «Η Νέα Δημοκρατία οδηγεί σ’ ένα κατήφορο δίχως τέλος την Ελλάδα» ή το «Ο κ. Καραμανλής είναι μέρος του προβλήματος, και όχι από μηχανής θεός».

Θυμόταν τη σκληρή γλώσσα που χρησιμοποίησε στη Θεσσαλονίκη και πάλι, το Σεπτέμβριο του 2006, καταγγέλλοντας ότι «Οργανωμένες συμμορίες» δρουν στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, κατηγορώντας ταυτόχρονα τον τότε πρωθυπουργό ότι φέρει «προσωπικά» ο ίδιος την ευθύνη γι' αυτές τις «απίστευτες ιστορίες διαφθοράς».

Θυμόταν, παραμονές εκλογών του 2007, μέσα στον όλεθρο που έσπερναν οι φωτιές την αυστηρή προτροπή του προς την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, να δώσει στη δημοσιότητα τα –εφόσον υπάρχουν– στοιχεία για την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου εμπρησμών και περί «ασύμμετρης απειλής» κατά της χώρας.

Θυμόταν το «Φτάνει πια», που αναφώνησε το Δεκέμβρη του 2008, εν μέσω μιας Αθήνας που είχε αφεθεί στο έλεος των βανδάλων με αφορμή τη δολοφονία του μαθητή Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η κυβέρνηση, είχε καταγγείλει τότε, «ασχολείται με τα δικά της, ιδιοτελή συμφέροντα, αλλά δεν προστατεύει τη νεολαία, τις περιουσίες, τους πολίτες. Φτάνει πια με αυτή την κυβέρνηση, που δεν κατανοεί τα πραγματικά προβλήματα του κόσμου, του τόπου, της πατρίδας. Φτάνει πια με αυτή την κυβέρνηση, που το μόνο που εγγυάται είναι ένα χειρότερο αύριο, με συνέχεια της βίας και της αυθαιρεσίας, της ανομίας και της ατιμωρησίας, της ανέχειας».

Θυμόταν την καταγγελία του, μετά το αιφνιδιαστικό κλείσιμο της Βουλής τον Μάιο του 2009, ότι «Μπροστά στην αυτοσυντήρηση της κυβέρνησής του ο κ. Καραμανλής δεν έχει τον παραμικρό φραγμό. Αντί για τη διαφάνεια, την απόδοση ευθυνών όπου αυτές υπάρχουν και την απαλλαγή όσων έχουν κατηγορηθεί άδικα, επέλεξαν την αναγκαστική αδράνεια και τη σιωπή της Βουλής, το σκοτάδι της αδιαφάνειας».

Η Ιστορία εκδικήθηκε, μα δεν χρειάζεται να ξαναγραφτεί. Πρέπει ο Γιώργος Παπανδρέου να θυμάται διαρκώς. Τα λάθη του παρελθόντος ας μείνουν οδυνηρό μεν, αλλά κραυγαλέο συνάμα, παράδειγμα προς αποφυγή.

Επειδή ο λαός ξεχνάει γρήγορα, ο Γιώργος Παπανδρέου πρέπει να θυμάται, ότι τα σχέδια που καταστρώνει για το ξεπέρασμα της κρίσης θα τα υποστούν και τα θα εφαρμόσουν άνθρωποι. Όλοι οι Έλληνες. Αυτοί πρώτοι απ’ όλους θα κληθούν να γράψουν τις σελίδες αυτής της ιστορίας, ας είναι, λοιπόν, μια ιστορία γενναιότητας, αλήθειας, δικαιοσύνης και συνέπειας στις αρχές, τις αξίες και τις ιδέες μας.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

ΑΜΕΤΡΗΤΑ, ΑΛΛΑ ΔΙΚΑΙΑ ΜΕΤΡΑ...


Τι δυστυχία κι αυτή, μέτρα ακούμε και μέτρα δεν βλέπουμε. Το πιο ωραίο όμως είναι να κάνει κριτική η αντιπολίτευση στην κυβέρνηση για δισταχτικότητα, για αναποφασιστικότητα και για ατολμία στη λήψη μέτρων. Τους έχει στο περίμενε ο Γιώργος Παπανδρέου με τις διαβουλεύσεις, τις συνεντεύξεις και τις διμερείς συναντήσεις κι έχουνε χάσει τη μπάλα. Άσε –σου λέει ο πρωθυπουργός– θα μου την κάνουνε που θα μου την κάνουμε μόλις ξεμυτίσουν οι πρώτες εξαγγελίες, να μην τους παιδέψω κι εγώ λιγάκι;

Σωστή η σκέψη, γιατί, μη μου πείτε, πως λίγο-πολύ δεν περιμένετε, μόλις δουν το φως της δημοσιότητας τα πρώτα πακέτα μέτρων –εκείνα που θα τρέχουμε και δεν θα φτάνουμε– σύσσωμοι όλοι αυτοί που σήμερα ομονοούν για την αναγκαιότητά τους και ασκούν έντονη κριτική για την καθυστέρηση, δεν θα βρουν με το ένα ή άλλο πρόσχημα λόγους για να διαφωνήσουν και να διαχωρίσουν τη θέση τους. Άλλος γιατί επιβαρύνουν δυσβάστακτα τα λαϊκά στρώματα, άλλος γιατί δεν είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, ένας τρίτος γιατί δεν είναι επαρκή κι αποτελεσματικά και πάει λέγοντας.

Πέρα από την πλάκα είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, ότι η βόμβα του χρέους έσκασε στα χέρια μας. Για τριάντα και χρόνια κοροϊδευόμασταν με τα ψέματα και τρενάραμε όπως-όπως τις «καλύτερες μέρες». Το «δε βαριέσαι» ήταν η ρεκλάμα μας. Με τα δανεικά, με τις επιδοτήσεις και με τα κοινοτικά κονδύλια κάναμε «παιχνίδι» και φουσκώναμε την οικονομική πίτα με φρέσκο αέρα.

Βαυκαλιζόμασταν ότι δημιουργούμε υπεραξία κι αναπτύσσουμε μια κρατικοδίαιτη και διαπλεκόμενη οικονομία κι ότι δίνουμε σύγχρονη πνοή σ’ ένα πολιτικοκοινωνικό σύστημα που ήταν για τα μπάζα, που είχε από χρόνια «φάει τα ψωμιά» του κι όχι μόνο τα δικά του, αλλά και τον παιδιών και δισέγγονών του.

Η ανερμάτιστη πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης επιτάχυνε δραματικά τις εξελίξεις και –το τραγικότερο– άνοιξε διάπλατα την ήδη μισάνοιχτη κερκόπορτα, αλλά και την μπαλκονόπορτα και την κυρία είσοδο της χώρας για να μπουκάρουν οι λογής-λογής κοινοτικοί επίτροποι και παρατρεχάμενοι χαρτογιακάδες με τους δείκτες και τα υποδεκάμετρα για να υπαγορεύουν και να επιβάλουν μέτρα, πολιτικές και δράσεις στην κυβέρνηση.

Ταυτόχρονα, με το οικονομικό άνοιγμα που άφησε φεύγοντας, έδωσε το δικαίωμα σε οικονομικούς ομίλους κερδοσκοπικού χαρακτήρα και σε γκόλντεν μπόυς της πιάτσας και των αγορών να ξεσκίζουν κατά το δοκούν τα τελευταία ίχνη αξιοπιστίας και πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας στις διεθνείς αγορές και τα χρηματιστήρια.

Θα είναι πικρό το ποτήρι, αυτό νομίζω το έχει καταλάβει κι η κουτσή Μαρία –που λένε– το διατυμπάνισε με τον πανηγυρικότερο τρόπο με το χθεσινοβραδινό διάγγελμά του ο πρωθυπουργός. Εκείνο που κατά τη γνώμη μου θα γύρει την πλάστιγγα υπέρ ή κατά της κυβέρνησης σε βάθος χρόνου, δεν θα είναι μόνο πόσες τρύπες ακόμα θ’ ανοίξουμε στο ζωνάρι, αλλά κυρίως απ’ την ικανότητα που θα δείξει, ώστε ο πλούτος που θα προκύψει ν’ αξιοποιηθεί μέσω της δίκαιης αναδιανομής του ως κοινωνικό αγαθό κι όχι για να ζεστάνει γνωστές τσέπες στο όνομα της αναθέρμανσης της οικονομίας και της αγοράς.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

ΠΙΑΣΑΜΕ 100...

Με ενδιαφέρον παρακολουθώ επί 100 και πλέον ημέρες –όπως κι οι περισσότεροι Έλληνες φαντάζομαι– τις φιλόδοξες προσπάθειες της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου απ’ τη μια ν’ αντιπαλέψει την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα κι απ’ την άλλη να σχεδιάσει και να προωθήσει τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές που –με τη σειρά τους κι αυτές– θα συμβάλλουν, όπως επισήμως ανακοινώνεται, στο ξεπέρασμα της γενικότερης πολιτικο-κοινωνικής κρίσης και θα δρομολογήσουν την ανάπτυξη του τόπου.

Με φαύλο κύκλο, που εναγωνίως αναζητείται ο τετραγωνισμός του, μοιάζουν τα υφιστάμενα προβλήματα κι οι μέχρι σήμερα ενδείξεις πολιτικής της νέας κυβέρνησης οριοθετούνται από εξαγγελίες προθέσεων, συναρθρώνονται από προσχέδια διαβουλεύσεων, ελίσσονται μέσω αντιτιθέμενων ή κι αλληλοσυγκρουόμενων απόψεων, προβάλλονται με πειστικότητα και σύνεση μέσω των Μ.Μ.Ε.

Από την άλλη μια κοινωνία αχταρμάς, κουρασμένη, απογοητευμένη, αλλού, περιφέρει την επιφυλακτική ελπίδα ή αδιαφορία της για όλα αυτά σε καθημερινά δρομολόγια υπομονής που δεν λένε να βρουν το ρυθμό τους, σε σακατεμένους καναπέδες αντιμέτωπη με τον ιό ή το εμβόλιο, σε χειμερινά θέρετρα με ελάχιστο χιόνι κι άπειρα τζιπ, σε άνεργες καφετέριες και μπαρουτοκαπνισμένα internet café, σε γεμάτες πραμάτεια και εισαγόμενα καλούδια βιτρίνες με άδειο βλέμμα και κρύα καρδιά.

Ποιος θα τα κάνει όλα αυτά; Ποιος μηχανισμός θα υποστηρίξει την είσπραξη του Φ.Π.Α.; Πώς θα πεισθούν (ή μάλλον πιεστούν) να εκδώσουν αποδείξεις π.χ. οι γιατροί; Ποιοι και πώς θα «τρέξουν» τη διοικητική μεταρρύθμιση; Ποιος θα προωθήσει και πότε προς κοινωνικά δίκαιη κατεύθυνση τις αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα; Ποιος θ’ αλλάξει; Ποιος θα τρέξει; Ποιος θ’ αντέξει;

Δεν είναι αυτό που με κάνει συγκρατημένο, το ότι ακόμα δεν έχουν διοριστεί γραμματείς και διοικήσεις σε κάποια υπουργεία και οργανισμούς ή το ότι ακόμα δεν έχουν ξεκαθαρίσει αρμοδιότητες και τομείς ευθύνης, είναι που βλέπω ότι το σύνολο σχεδόν του διοικητικού μηχανισμού λειτουργεί(;) με θερινό ακόμα ωράριο στους ρυθμούς του «σεμνά και ταπεινά», είναι που διαισθάνομαι, ότι όταν όλα θα είναι έτοιμα για το κρίσιμο «μπιγκ μπαγκ» και το φουλάρισμα των μηχανών, με έκπληξη ίσως διαπιστώσουμε, ότι η «μίζα» έχει κολλήσει κι ότι ενώ από φιλόδοξα σχέδια και μακρόπνοα οράματα ήμασταν φουλ, από διορατικότητα και αποτέλεσμα ήμασταν φάουλ ή μάλλον οφσάιντ…

Και μια και μιλήσαμε με όρους ποδοσφαιρικούς… Ο τρόπος που δέχτηκε ο Νικοπολίδης το δεύτερο γκολ στον αγώνα Ολυμπιακός – Α.Ε.Κ. της περασμένης Κυριακής, πιθανόν επιδέχεται και πολιτική αναγωγή. Ας δει το σχετικό βίντεο ο κύριος πρωθυπουργός κι επειδή το ποδόσφαιρο δεν είναι το φόρτε του, ίσως εξάγει εγκαίρως περισσότερο χρήσιμα κι αντικειμενικά συμπεράσματα απ’ ότι ο ποδοσφαιρόφιλος προκάτοχός του… Θα είναι καλύτερα και προς το συμφέρον όλων μας!

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

ΜΕ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ


Το προσεχές Σαββατοκύριακο ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου κι οι υπουργοί του ΠΑΣΟΚ θα καταθέσουν στη Βουλή τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής τους. Μέσα από αυτές θα οριοθετηθούν πλέον οι άξονες που θα κινηθούν οι πολιτικές και ταυτόχρονα θα εξειδικευτούν κατά το δυνατόν οι κατευθύνσεις και προτεραιότητες στους επιμέρους τομείς.

Ουσιαστικά από τη Δευτέρα θ’ αρχίσει να παράγεται πολιτικό έργο και να δρομολογούνται οι αναγκαίες αποφάσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που άφησε πίσω της η Νέα Δημοκρατία. Κι είναι τόσα πολλά τα ανοιχτά μέτωπα, που η νέα κυβέρνηση χρειάζεται όσο τίποτε άλλο αποτελεσματικό συντονισμό και ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας.

Κρίσιμο είναι να γίνει αντιληπτό, ότι τα χρονικά περιθώρια –η περίοδος χάρητος όπως λέγεται κατά παράδοση– είναι αρκετά και σίγουρα πολύ περισσότερα απ’ όσα υπολογίζονταν πριν τις εκλογές κι ασφαλώς οι πρώτες κινήσεις κι οι πρώτες εξαγγελίες συνέβαλλαν σ’ αυτό. Καταστροφικό θα είναι αν επικρατήσει η λογική του εδώ και τώρα ανοίγουμε όλα τα μέτωπα μαζί κι οι υπουργοί αρχίσουν να διαγκωνίζονται για το ποιος θα πρωτοστατήσει σε καινοτομίες και ανατροπές. Χρόνος υπάρχει, χρόνος για χάσιμο με παλινωδίες και πισωγυρίσματα δεν υπάρχει.

Εξίσου σημαντικό είναι να λειτουργήσει η νέα κυβέρνηση σαν ομάδα εργασίας κι όχι μόνο σαν ομάδα εξουσίας. Αν ευοδωθεί η προσπάθεια ανοίγματος του κράτους και της δημόσιας διοίκησης στην κοινωνία. Αν γίνουν συμμέτοχοι της κυβερνητικής προσπάθειας και στελέχη καριέρας του κρατικού μηχανισμού και αποφευχθούν οι λογικές των κλειστών πολιτικών γραφείων με τους πολυάριθμους συμβούλους και τους ποικιλώνυμους παρατρεχάμενους, τότε θ’ ανοίξουν οι κλειστοί από χρόνια δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ της κοινωνίας και της πολιτικής ηγεσίας του τόπου και θα ξαναγεννηθεί η χαμένη σχέση εμπιστοσύνης κράτους -πολίτη.

Η λυδία λίθος όμως του όλου εγχειρήματος για την αποτελεσματική και συγχρονισμένη διακυβέρνηση, στήνεται κατ’ αρχήν αυτές τις μέρες με το ξεκαθάρισμα των αρμοδιοτήτων μεταξύ των υπουργείων που συγχωνεύτηκαν κι άλλαξαν δομή. Προσπάθεια που εκ των ων ουκ άνευ πρέπει να διακρίνεται για το σχεδιασμό, τον ορθολογισμό, τη συνέπεια κι την ισορροπία της. Αφετέρου η εμβάθυνση κι επέκταση της προσπάθειας με τη σταδιακή αναδιοργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών –ως συνέπεια κατ’ αρχήν της συγχώνευσης των υπουργείων– που με τη σειρά της θ’ απελευθερώσει και θ’ αξιοποιήσει έμψυχο δυναμικό και μέσα, που σε αρκετές περιπτώσεις μέχρι τώρα υποαπασχολούνται.

Εξυπακούεται, ότι στην προσπάθεια αυτή οι εργαζόμενοι θα πρέπει να είναι απαραιτήτως συμμέτοχοι και συνεργάτες και ως εκ τούτου οι δημόσιοι υπάλληλοι κι οι άλλοι εργαζόμενοι θα πρέπει να θεωρούνται εκ προοιμίου τα αναγκαία μέσα υλοποίησης του στόχου κι όχι αυτός καθαυτός ο στόχος για την υλοποίηση της αναδιοργάνωσης. (Κάποιες ειδήσεις π.χ. που βλέπουν το φως της δημοσιότητας σχετικά με σκέψεις για περικοπές επιδομάτων αστυνομικών που φρουρούν επωνύμους, προκειμένου ν’ αναγκαστούν να επιστρέψουν στις υπηρεσίες τους, μάλλον στοχεύουν προς την αντίθετη κατεύθυνση).

Σε κάθε περίπτωση, από αυτό το Σαββατοκύριακο το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδρέου με τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης χαράζουν τη νέα ρώτα της χώρας. Τα αμπάρια του καραβιού είναι άδεια από πραμάτεια, αλλά φουλ από σαβούρα και έρμα. Όλοι ξέρουμε ότι αυτό το ταξίδι δεν θα μας οδηγήσει στην ανακάλυψη της Αμερικής, προσδοκούμε όμως κι ελπίζουμε να μας πάει με σταθερότητα, ηρεμία και ασφάλεια στο λιμάνι που ο καθένας μας θα μπορεί ν’ αναζητήσει τα όνειρά του. (Προσοχή στο λιμάνι του Πειραιά απεργούν οι λιμενεργάτες!)