Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Στη λαϊκή οι λαϊκοί αγώνες.


Αν αυτό δεν λέγεται σαμποτάζ και υπονόμευση τότε ποιο είναι; Αν αυτή η ενέργεια δεν υπονομεύει ευθέως τη βάση της πολιτικής επικοινωνίας και της ανεμπόδιστης επαφής λαού και πολιτικών, τότε ποια άλλη θα μπορούσε να είναι;

Τα ερωτήματα μπορεί να μοιάζουν ρητορικά, αλλά επί της ουσίας είναι πέρα για πέρα εύλογα και ζητούν επιτακτικά απαντήσεις. Ο λόγος;

«Σε απεργία διαρκείας κατεβαίνουν από αύριο (σ.σ. Δευτέρα 28/4) οι παραγωγοί και οι πωλητές λαϊκών αγορών, κλείνοντας τις λαϊκές όλης της χώρας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το νομοσχέδιο, που προωθείται από το υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας… του οποίου διατάξεις και άρθρα εκτιμάται από τον κλάδο ότι “απειλούν με διάλυση 50.000 οικογένειες, εξυπηρετώντας στο έπακρο τα μεγάλα συμφέροντα”».

Ήταν που ήταν περιορισμένος ο χρόνος μέχρι τις εκλογές, ήταν που συνέπιπτε και με την περίοδο των εορτών του Πάσχα, ήρθε κι αυτή η απεργία κι αποτέλειωσε όλον τον επικοινωνιακό σχεδιασμό χιλιάδων υποψηφίων των επικείμενων τριπλών εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση και το Ευρωκοινοβούλιο.

Πέρα από αστεϊσμούς, είναι γεγονός, ότι οι λαϊκές αγορές έχουν εξελιχθεί από χρόνια σαν ιδανικοί τόποι συνάντησης υποψηφίων και πολιτών κατά τις προεκλογικές περιόδους. Η καθορισμένη ημέρα, ο προσδιορισμένος χώρος κι η κατά κανόνα μαζική προσέλευση για την προμήθεια των απαραίτητων αγαθών πολυάριθμων πολιτών, αποτελούν τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε οι λαϊκές αγορές να καθιερωθούν συν τω χρόνω σαν ένας εκ των ων ουκ άνευ τόπος προώθησης πολιτικών μηνυμάτων, προεκλογικού αγώνα κι επικοινωνίας.

Προφανώς, οι υπεύθυνοι των κομμάτων και των παρατάξεων θα έχουν διαπιστώσει ότι αυτού του τύπου η επαφή με τον κόσμο, ανάμεσα στις ντομάτες Τουρκίας και τον άνηθο Κύπρου, τις πατάτες Αιγύπτου και τα λεμόνια Ουρουγουάης, είναι περισσότερο εύκολο να καρποφορήσει κι ο πολιτικός λόγος και να ανθήσει η μαραζωμένη σχέση πολιτών και πολιτικής. Μάλλον, εκτιμάται, ότι οι πολυάριθμες νοικοκυρές κι οι ηλικιωμένοι συνταξιούχοι, που κατά το πλείστον επιλέγουν τις λαϊκές, είτε από συνήθεια ή ανάγκη, είτε από ευκολία, για τα ψώνια της εβδομάδας, αποτελούν πρόσφορο «κοινό» για να κοινοποιήσουν και να γνωστοποιήσουν τις απόψεις και την παρουσία τους.

Υποψήφιοι που κάποιοι απ’ αυτούς δεν έχουν ιδέα ούτε πόσο κάνει ένα ματσάκι μαϊντανός, συνωστίζονται κουστουμαρισμένοι δίπλα στους μαϊντανούς και τους άνηθους, προσπαθώντας να πείσουν για τις ιδέες και τις αγνές τους προθέσεις. Γραφικότεροι από πολλούς γραφικούς πωλητές, που πίσω απ’ τους πάγκους διαλαλούν με ευρηματικούς –ομολογουμένως– πολλές φορές τρόπους την πραμάτεια τους, ελίσσονται ανάμεσα σε «καροτσάκια» ακολουθώντας με επιμονή πάνω-κάτω το διαρκώς μετακινούμενο «ρεύμα».

Πολύχρωμα φυλλάδια με φυσιογνωμίες άγνωστες στους περισσότερους πολίτες, πλην όμως πάντα γελαστές, αλλά και ομάδες αγνώστων διεκδικούν με πείσμα και προφανή διάθεση ανταγωνισμού, να προσελκύσουν την προσοχή και το ενδιαφέρον. Επινοούν, εφευρίσκουν, τολμούν, εξαντλούν την επιμονή τους, αλλά κάποτε-κάποτε και την υπομονή του κόσμου. Υπομένουν τη σκληρή κριτική, δέχονται τις επικρίσεις, σιωπούν στις επιθέσεις, γνωρίζουν πως η αντιπαράθεση τούτη την ώρα είναι ότι χειρότερο και καταστροφικό.  Είναι οι υποψήφιοι.

Α! Υπάρχουν κι οι μοναχικοί –όχι καβαλάρηδες– εκείνοι που «δουλεύουν» καλύτερα μόνοι και ξεκομμένοι απ’ την ανωνυμία της ομάδας, απ’ το απρόσωπο του γκρουπ. Εκείνοι που μπορούν να ξεμοναχιάζουν, να υπόσχονται, να εκλιπαρούν. Εκείνοι που είναι αποφασισμένοι να κάνουν τα πάντα –πάντα με πρόσχημα το καλό του τόπου, του Δήμου, της χώρας κ.ο.κ.– προκειμένου να πιέσουν, πείσουν, να επιτύχουν. Τα τέσσερα –μέχρι τώρα– χρόνια ως τις επόμενες εκλογές έχει αποδειχθεί όπως φαίνεται είναι ικανός χρόνος για να ξεχαστεί απ’ τους περισσότερους ψηφοφόρους, ότι οι πιο πολλοί απ’ αυτούς ήταν παντελώς άφαντοι κι απόντες απ’ τις γειτονιές και τα προβλήματά τους κι όχι μόνο πόσο κάνει ο μαϊντανός δεν γνώριζαν, αλλά και κατά πού πέφτει ο δρόμος που γίνεται κάθε εξάμηνο η λαϊκή.

Το τι θα πράξουν αυτές τις μέρες της απεργίας όλοι οι ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι και πώς θ’ αναπληρώσουν τη «χασούρα» από την έλλειψη λαϊκών δεν το γνωρίζω. Αυτό που ξέρω και όσο με αφορά, λαϊκή θα πάω –όταν μπορέσω φυσικά– για να ψωνίσω φρούτα και λαχανικά. Η λαϊκή, όσο κι αν έχουν αλλοιωθεί τα χαρακτηριστικά της, εξακολουθεί ν’ αποτελεί πέρα από παζάρι κι αλισβερίσι, ένα χώρο ανθρώπινης επικοινωνίας και ψυχικής εκτόνωσης, μια αγορά και μια ευκαιρία για τους γείτονες βγαίνοντας απ’ το σπίτι ν’ ανταμώσουν, να πουν τα δικά τους, να ανανεώσουν τα νέα τους, να έρθουν σ’ επαφή μεταξύ τους. Το σέβομαι και δεν προτίθεμαι να διαταράξω τις συνήθειες των γειτόνων εμφανιζόμενος –όπως άλλοι– από το πουθενά σαν… ξυλάγγουρο ενόψει των δημοτικών εκλογών.

Οι περισσότεροι γνωστοί κι οι γείτονες με γνωρίζουν, δεν περιμένουν να με μάθουν απ’ τη λαϊκή. Τα έχουμε πει και τα λέμε τόσες και τόσες φορές αλλού. Τους σέβομαι, λοιπόν, κι είμαι βέβαιος, ότι το εκτιμούν.

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Συνεργασία για την εργασία.


Είχα ξανακατέβει στις Δημοτικές στο Χαλάνδρι και το 2006. Η επαφή κι η επικοινωνία με τον κόσμο την εποχή εκείνη είχε εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, οι ανάγκες κι οι προτεραιότητες ήταν τελείως διάφορες από αυτές που αυτή την περίοδο υπάρχουν. Τότε μιλούσαμε μόνο για τις δημοτικές εκλογές κι η θεματολογία ήταν σαφώς περιορισμένη σε θέματα τοπικού κυρίως ενδιαφέροντος. Σήμερα πρώτα και πάνω απ’ όλα τίθενται πολιτικά ζητήματα και κρίσιμοι κοινωνικοί προβληματισμοί κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή αυτή τη φορά ταυτόχρονα διεξάγονται κι οι Ευρωεκλογές, οπότε η ατζέντα είναι προφανώς διευρυμένη. Συμβαίνει γιατί υπάρχει πολιτική ρευστότητα, κοινωνική αναστάτωση, οικονομική κρίση.

Παραβλέποντας τη διάχυτη απογοήτευση από την πολιτική κατάσταση και την αρνητική μέχρι αποστροφής στάση απέναντι στα πολιτικά κόμματα, στην κορυφαία θέση των κοινωνικών προβληματισμών αυτή την ώρα είναι το θέμα της ανεργίας. Αυτή η διαπίστωση που από τις πρώτες κιόλας μέρες γίνεται αντιληπτή συζητώντας δημόσια, είναι ότι οι περισσότεροι που πλησιάζω θα μου μιλήσουν με αγωνία για τα παιδιά τους. Θ’ αναφερθούν σε κάποιο τους παιδί που είναι άνεργο και ψάχνει για δουλειά, για την κόρη που δουλεύει περιστασιακά σε μπαρ και καφετέριες ή για κάποιο γιο που έχει σπουδάσει κι ετοιμάζεται να ξενιτευτεί αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα στο εξωτερικό.

Η έκρηξη της ανεργίας κι ειδικότερα της ανεργίας των νέων πτυχιούχων, φανερώνει με δραματικό τρόπο πόσο στρεβλό είναι το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, το οποίο δεν μπορεί να απορροφήσει ικανοποιητικά τους νέους ανθρώπους που είναι έτοιμοι για να εισέλθουν στην αγορά εργασίας. Ταυτόχρονα όμως, αναδεικνύει και μιαν ακόμα παράμετρο που αφορά τον διαχρονικό τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των εκπαιδευτικών δομών της χώρας, αλλά και την παντελή ανεπάρκεια –αν όχι έλλειψη– του συστήματος επαγγελματικού προσανατολισμού του κράτους.

Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η οποία μετά την κρίση διαπιστώνουμε κάθε τρεις και λίγο, ότι ήταν έωλη και ρηχή στηριγμένη μόνο σε κρατικές παροχές και διευκολύνσεις με δανεικά, είχε ως συνακόλουθη συνέπεια και την εμπέδωση του στερεότυπου της επιδιωκόμενης αδιάκοπης κοινωνικής ανέλιξης μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και της απόκτησης ολοένα και περισσότερων πανεπιστημιακών τίτλων και πτυχίων. Η επίπλαστες συνθήκες ευμάρειας δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για μαζική πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, την ευκολία για σπουδές στο εξωτερικό, την επέκταση των σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τον πολλαπλασιασμό τμημάτων και εξειδικεύσεων σε αντικείμενα ελάχιστης ή ανύπαρκτης προστιθέμενης αξίας, γεγονός που εκ των πραγμάτων οδήγησε στη δημιουργία στρατιών νέων ανθρώπων με αυξημένα προσόντα, που η αγορά εργασίας ήταν αδύνατον ν’ απορροφήσει.

Την ίδια στιγμή όμως, επαγγέλματα κι εξειδικεύσεις κοπιώδεις κι επίπονες εξαφανίζονταν ή εγκαταλείπονταν, αλλά επειδή πολλές απ’ αυτές ήταν αναγκαίες κι απαραίτητες, πέρασαν σε «ξένα» χέρια. Οι αγροτικές καλλιέργειες, ο πρωτογενής τομέας εγκαταλείφθηκε από τους νέους, μαράζωσε. Οι οικοδομές και τα συνεργεία πλημμύρισαν από «σπαστά» Ελληνικά. Η φροντίδα της τρίτης ηλικίας, αλλά και των σπιτιών, παραδόθηκε στις Φιλιππινέζες και τις Ουκρανές, νοσοκόμες, οικονόμους και οικιακές βοηθούς.

Η εκρηκτική κοινωνική ανάπτυξη παρέσυρε στη δίνη της όλα τα επαγγέλματα και τις εξειδικεύσεις που δεν αξιολογούνταν από το σύστημα κοινωνικής ανέλιξης ως σημαίνοντα και σπουδαία, που δεν κατέτασσαν τον φορέα τους στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και στις παρυφές –αν όχι στην κορυφή– της κοινωνικής πυραμίδας. Η μεσαία τάξη και τα μεσαία στρώματα έτρεφαν τη βάσιμη –ελέω δικομματισμού– πεποίθηση ότι μέσα από τα πτυχία και τα τυπικά προσόντα περνάει η οδός για την επαγγελματική εξασφάλιση των παιδιών της και την τακτοποίησή τους σε κάποια θέση στο δημόσιο. Πλήρωναν χρυσάφι τη «δωρεάν» παιδεία για χρόνια και χρόνια κι ακούμπαγαν όλες τους τις ελπίδες για την ευτυχία των παιδιών τους σ’ αυτή την επένδυση.

Τα χρόνια πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, όσο οι κυβερνήσεις είχαν το περιθώριο να διορίζουν αδιάκοπα στο κράτος κι όσο ήταν εύκολη η αυταπασχόληση ή η πρόσληψη στον ιδιωτικό λεγόμενο τομέα με κάποια άνεση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η ανεργία ήταν ελεγχόμενη ή εν πάση περιπτώσει «κρυβόταν», δεν ήταν τόσο πιεστική. Στις μέρες μας όμως, που οι προηγούμενες δυνατότητες εξέλειπαν, η ανεργία εκτοξεύτηκε σε δυσθεώρητα ύψη. Αίφνης η κοινωνία μας διαπίστωσε ότι η αγορά εργασίας, που ήδη έχει συρρικνωθεί, αδυνατεί ν’ απορροφήσει όλο αυτό το πλούσιο σε γνώσεις και βιογραφικά νεαρό ανθρώπινο δυναμικό. Αδυνατεί να καλύψει ανάγκες σε γνώσεις που ούτως ή άλλως δεν της ήταν απαραίτητες. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο «θησαυρός» κι οι «επενδύσεις» έγιναν άνθρακες. Ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει η κοινωνία μας, τα νιάτα της, με τις σύγχρονες γνώσεις και τις δεξιότητες, με τον ενθουσιασμό και τη διάθεση, μένει στ’ αζήτητα και μαραζώνει ή παίρνει τη φρεσκάδα και τις γνώσεις του κι ανοίγει γι’ αλλού τα φτερά του.

Ενόψει του προβλήματος, επείγουν βιώσιμες λύσεις. Ίσως το δυσκολότερο εγχείρημα. Η αναδιάταξη κι ο επαναπροσδιορισμός της παραγωγικής βάσης και των αξόνων οικονομικής ανάπτυξης της χώρας δεν μπορεί να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη. Η αλλαγή των δεδομένων δεν χρειάζεται μόνο χρόνο, απαιτεί κυρίως σχέδιο και στόχευση συγκεκριμένων προτεραιοτήτων. Κρίσιμη παράμετρος στο εγχείρημα είναι η κρατούσα νοοτροπία. Το ίδιο σημαντική όμως είναι κι η πολιτική συγκυρία, οι προϋποθέσεις για ευρύτερες συναινέσεις και συνεργασίες. Τώρα που σταθεροποιείται το τοπίο ως προς το μέλλον της χώρας, αδήριτη προβάλει η ανάγκη το θέμα ενός συνολικού σχεδιασμού αναγκών και προτεραιοτήτων. Τα πράγματα δεν μπορεί να μένουν άλλο ούτε στην τύχη τους, ούτε στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί τις δεκαετίες πριν την κρίση.

Βλέπω αυτές τις μέρες σε διάφορα σημεία της πόλης ολιγάριθμα συνεργεία να περιποιούνται τις πρασιές και τους δημόσιους χώρους. Προφανώς πρόκειται για συμβασιούχους που με τις ευλογίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διορίστηκαν με σύμβαση στο Δήμο –όπως και σε άλλους Δήμους και Περιφέρειες– για να καλύψουν πρόσκαιρα κάποιες «εποχιακές» ανάγκες. Προεκλογικές εγώ θα το έλεγα. Με μπαλώματα όμως δεν επουλώνεται η τεράστια τρύπα στο δίχτυ κοινωνικής προστασίας. Το δικαίωμα για εργασία δεν είναι ούτε πρόσκαιρο ούτε εποχιακό. Οι Δήμοι μπορούν ν’ αναπτύξουν δράσεις, η οποίες αντί να στοιβάζουν ανθρώπους σε γραφεία και διαδρόμους ή αντί να ξαμολάνε προεκλογικά συμβασιούχους για να περιποιηθούν παρτέρια και πρασιές, να συμβάλλουν στον περιορισμό του φαινομένου της ανεργίας. Όχι όμως αποσπασματικά, όχι καιροσκοπικά κι αναξιοπρεπώς. Μαζί με τη χώρα θα πρέπει κι η τοπική αυτοδιοίκηση να βρει μιαν άλλη περπατησιά και βηματισμό, τον οποίο να συντονίσει με τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και προτεραιότητες.

Αφετηρία στο σχεδιασμό για την αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας, είναι ο σεβασμός στην αξία του ανθρώπου και στο δικαίωμά του για εργασία. «H εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος», που οφείλει να μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όχι επειδή το γράφει το Σύνταγμα, αλλά επειδή μόνο μέσω της εξασφάλισης συνθηκών πλήρους απασχόλησης θα εμπεδωθεί και πάλι το αίσθημα σταθερότητας κι ασφάλειας στην κοινωνία και τους πολίτες, αλλά θα δοθεί κι η ευκαιρία στους νέους να μπορούν να δημιουργούν και να προκόβουν στον τόπο που γεννήθηκαν.

Σ’ αυτές τις εκλογές πρέπει να κοιτάμε προς την Ευρώπη, αλλά να ‘χουμε το βλέμμα και την προσοχή μας στραμμένα προς την Ελλάδα, όχι με εσωστρέφεια κι επαρχιωτισμό, αλλά για να μπορέσουμε να διακρίνουμε μέσα στη σύγχυση και τον κουρνιαχτό, ποιες δυνάμεις σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο αποφεύγουν να πλειοδοτήσουν σε μεγαλοστομίες κι υποσχέσεις, ποιοι δεν μπαίνουν στον πειρασμό να χτυπήσουν συμπονετικά τον άνεργο στην πλάτη, αλλά δείχνουν έμπρακτα ότι μπορούν και θέλουν να «βάλουν πλάτη» να επισπευσθεί η λύση του προβλήματος της ανεργίας με τη συμβολή τους στην υπόθεση ανάπτυξης της χώρας, με οργάνωση, σχέδιο και ενότητα.

Στο Χαλάνδρι ο συνδυασμός αυτός αποτελεί πλέον πραγματικότητα. «Μια πόλη για να ζεις–ΧΑΛΑΝΔΡΙ–Η πόλη μας» με υποψήφιο δήμαρχο τον Γιώργο Θωμά. Δεν υπόσχεται, εργάζεται. Συνεργάζεται. 

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Μια καλύτερη πόλη. Είναι στο χέρι μας.

Αυτή την περίοδο τα επιτελεία των δημοτικών παρατάξεων θα επεξεργάζονται πυρετωδώς –υποθέτω– τα προγράμματα των συνδυασμών τους, θα καταγράφουν προβλήματα και θ’ αξιολογούν –φαντάζομαι– ανάγκες. Με σπουδή κι ενδιαφέρον επικεφαλής κι υπεύθυνοι θα διαμορφώνουν –αυτό είναι βέβαιο– προτάσεις και θέσεις για την ανάπτυξη και το μέλλον του Δήμου και για την ικανοποίηση των δημοτών και των κατοίκων του, ώστε τα –περιβόητα– «προγράμματα» να είναι όσο γίνεται ελκυστικότερα, πειστικότερα, εντυπωσιακότερα.
Αν ανατρέξει κάποιος σε κάποιες απ’ αυτές τις πολυτελείς και συνήθως πολυσέλιδες εκδόσεις των δημοτικών παρατάξεων, είναι βέβαιο ότι με ευκολία μπορεί να διαπιστώσει πόσο σημαντικά είναι τα προβλήματα κι οι ελλείψεις των Δήμων που προεκλογικά αποτυπώνονται, αλλά ταυτόχρονα και πόσο βατές κι εύκολες περιγράφονται οι ενδεικνυόμενες από τους συνδυασμούς λύσεις στην περίπτωση που η πλειοψηφία των δημοτών τους εμπιστευτεί τη διοίκηση του Δήμου. Τουναντίον, για τους «κρατούντες» τις δημοτικές υποθέσεις και τα ινία του Δήμου, όλα βαίνουν καλώς, προβλήματα δεν υπάρχουν και το ζητούμενο είναι η ανανέωση της εμπιστοσύνης των δημοτών, προκειμένου να συνεχίσουν το έργο τους. Έτσι, το μαύρο και το άσπρο συνυπάρχουν μέσα στις πολύχρωμες προεκλογικές διακηρύξεις επιβεβαιώνοντας μ’ εντυπωσιακό μάλλον, όσο και κραυγαλέο τρόπο, τη μαγική εικόνα και το δύσκολο παζλ που συνθέτουν η απόσταση μεταξύ λόγων και πράξεων, σχεδιασμού και εκτέλεσης.
Πίσω και πέρα απ’ όλα αυτά τα φιλόδοξα και μεγαλεπήβολα, αλλά καθ’ όλα θεμιτά και χρήσιμα, μακριά από προθέσεις και ονειροπολήσεις, εξίσου καλοδεχούμενες και εποικοδομητικές, βρίσκονται νομίζω δυο κρίσιμοι παράγοντες, δυο καταλύτες, που από τη συνεργασία κι αλληλεπίδρασή τους εξαρτάται η ευόδωση κι επιτυχία οποιουδήποτε οράματος, προγράμματος ή έργου. Ο ένας είναι ο διοικητικός μηχανισμός του Δήμου, το ανθρώπινο δυναμικό του, οι εργαζόμενοι στις δημοτικές υπηρεσίες κι επιχειρήσεις κι άλλος είναι οι ίδιοι οι δημότες κι οι κάτοικοι.
Κάθε εξαγγελία, κάθε δράση ή πρωτοβουλία θα πρέπει –πάντα κατά τη γνώμη μου– όχι απλώς να συνυπολογίζει και να λαμβάνει υπόψη, αλλά να εδράζεται στην κυριολεξία, στη συνέργεια αυτών των θεμελιωδών παραγόντων. Αυτοί είναι οι πυλώνες πάνω στους οποίους μπορεί να στηριχτεί και να εδραιωθεί η πρόοδος κι η ευημερία, αυτά είναι τα σημεία αναφοράς για τη στοχοθεσία και την ανάπτυξη του Δήμου.
Οι εργαζόμενοι είναι η καρδιά του Δήμου. Από την επάρκεια, τις γνώσεις, την οργάνωση, το ενδιαφέρον και τη φιλοτιμία τους εξαρτάται αποφασιστικά η εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία των δημοτικών Υπηρεσιών κι η εξυπηρέτηση των δημοτών. Οι δημότες απ’ την άλλη είναι τα κύτταρα του Δήμου. Από το ενδιαφέρον, τη φροντίδα, τη συνεργασία και τη συμμετοχή τους εξαρτάται η δημιουργία κι η διατήρηση, όχι μόνο ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας και συνεννόησης με τις δημοτικές Υπηρεσίες, αλλά προπαντός ενεργό κι οργανωμένο δίκτυο δράσης για την έγκαιρη διάγνωση, κι αντιμετώπιση των προβλημάτων, αλλά και για τη διατήρηση και βελτίωση της ποιότητας ζωής στις συνοικίες και της γειτονιές.
Οι λέξεις-κλειδιά για τη δημιουργία και την αποτελεσματική οργάνωση και λειτουργία αυτού του δίπολου, είναι «εμπιστοσύνη», «συνέπεια», «τόλμη». Η εμπιστοσύνη είναι ίσως η πιο χρονοβόρα κι επίπονη, είναι όμως ο ακρογωνιαίος λίθος στη σχέση δημοτικής Αρχής - εργαζομένων και Δήμου - δημοτών. Η συνέπεια είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της συντονισμένης συμπεριφοράς και λειτουργίας της δημοτικής Αρχής, είναι το διαπιστευτήριο για την αποδοχή, αλλά και για την ευαισθητοποίηση κι ενεργοποίηση των εργαζόμενων και των κατοίκων του Δήμου. Η τόλμη είναι το πρώτο καθοριστικό βήμα, είναι το άνοιγμα του Δήμου στην κοινωνία, είναι η αποδοχή, η υποστήριξη, η ενθάρρυνση ατόμων και συλλογικοτήτων. Πρωτοβουλίες, δράσεις, ιδέες κι ενδιαφέροντα πολιτών κι ομάδων, αλλά παράλληλα σκέψεις και οραματισμοί της δημοτικής Αρχής, προγράμματα κι απόψεις, προβάλλονται, προτείνονται, εκτίθενται, αξιολογούνται και υλοποιούνται ενώπιον των δημοτών για τους δημότες, αλλά από κοινού με τους δημότες.
Κάπως έτσι μετατρέπονται οι Υπηρεσίες του Δήμου σε οργανωμένο στρατηγείο, επιτελείο συντονισμού και συνεργασίας κι οι συνοικίες του σε φυτώρια κι εργαστήρια εθελοντισμού, αλληλεγγύης, καινοτομίας, επικοινωνίας. Μέσα από τις αμφίδρομες κι ανατροφοδοτούμενες θεσμοθετημένες, αλλά κι άτυπες, δομές ο δημόσιος χώρος ενιαιοποιείται και γίνεται πραγματικά κοινόχρηστος και κοινωφελής. οι δημότες είναι συνδιαχειριστές, αλλά και συνυπεύθυνοι γι’ αυτόν. Με τον τρόπο αυτό οι κοινωνικές δραστηριότητες διαχέονται οργανωμένα κι αποκτούν ουσιαστικό ανθρωπιστικό και κοινωνικό αντίκρισμα. Έτσι, οι δημοτικές Υπηρεσίες με πρωταγωνιστές και πρωτεργάτες τους εργαζόμενους σ’ αυτές λειτουργούν με αξιοκρατία, αξιοπιστία, διαφάνεια και έλεγχο, στην υπηρεσία του δημότη και του πολίτη κι όχι για την εξυπηρέτηση του Δήμαρχου ή του τοπικού παράγοντα.
Το ζητούμενο των προεκλογικών φυλλαδίων που σε αφθονία προετοιμάζονται αυτές τις μέρες, είναι, αν και σε ποιο βαθμό εστιάζουν, προβάλουν ή αποσιωπούν αυτή την κρίσιμη για τη λειτουργία του Δήμου διάσταση: Τη συνέργεια κι αλληλεπίδραση Δήμου – δημοτών. Αυτή είναι η Λυδία λίθος και το μεγάλο ζητούμενο διαχρονικά, αλλά ιδιαίτερα στις μέρες μας, εφόσον η απαξίωση των πολιτικών διαδικασιών δεν θα πρέπει να επιτείνει την ιδιώτευση και την αποστασιοποίηση των πολιτών από τα κοινά κι ιδιαίτερα από τα τεκταινόμενα στη γειτονιά, την περιοχή και τον Δήμο τους. Η αδιαφορία κι η απομάκρυνση των πολιτών από τις δημόσιες υποθέσεις, ενθαρρύνει την ασυδοσία και την αδιαφάνεια, αλλά υποθάλπει και τον αυταρχισμό και την αλαζονεία. Δεν αρκούν και δεν φτάνουν μόνο οι νόμοι κι οι θεσμοί για να διασφαλιστεί η νομιμότητα και να προστατευθεί το δημόσιο συμφέρον, το δημόσιο χρήμα, ο δημόσιος χώρος, είναι αναγκαίος ο διαρκής κοινωνικός έλεγχος, η ενεργός συμμετοχή των πολιτών, η ανατροφοδοτούμενη επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ Δήμου και δημοτών.
Πίσω από τις επιβλητικές, προσηνείς, χαμογελαστές ή αποφασιστικές εκφράσεις των υποψηφίων δημοτικών αρχόντων, όπως αυτές θα απεικονίζονται και θα διακινούνται εντατικά τις επόμενες μέρες μέσω των προεκλογικών φυλλαδίων, πίσω από τα μεγαλεπήβολα σχέδια και τις πολυσέλιδες εξαγγελίες, αξίζει ν’ αναζητηθεί αν και σε ποιο βαθμό προβάλλεται κι επισημαίνεται, αφενός μεν η σπουδαιότητα των εργαζόμενων του Δήμου ως στυλοβατών και πρωτεργατών κι αφετέρου η σπουδαιότητα του ρόλου κάθε δημότη ή κατοίκου ως συμμέτοχου και συνυπεύθυνου για το παρόν και το μέλλον της πόλης και του Δήμου.
Καλές οι κουμπαριές κι οι οικειότητες, καλά τα ρουσφέτια κι οι ποδηλατάδες, αλλά οι σύγχρονες πόλεις έχουν περισσότερο σύνθετες και πολύπλοκες ανάγκες κι απαιτήσεις, που δεν καλύπτονται ούτε από δημάρχους πατερούληδες, ούτε από δημοτικούς συμβούλους των γνωριμιών και των εξυπηρετήσεων. Ερήμην των πολιτών οι πόλεις είναι καταδικασμένες να φθίνουν και να μαραζώνουν. Η κινητοποίηση κι η συμμετοχή των πολιτών, η απελευθέρωση των δυνάμεων της κοινωνίας, θα σημάνει και την απελευθέρωση των πόλεων, την ανεξαρτησία της τοπικής αυτοδιοίκησης, την αναζωογόνηση της ίδιας της δημοκρατίας.
Αξίζει σ’ αυτές τις εκλογές να σκεφτούμε και να συμπεριφερθούμε ως πολίτες. Αξίζει και μας αξίζει μια καλύτερη πόλη, ένας καλύτερος Δήμος, μια καλύτερη χώρα. Πώς θα γίνει αυτό; Αυτόματα; Ως δια μαγείας; Από κάποιους άλλους; Από ποιους; Η συμμετοχή μας σ’ αυτή την προσπάθεια πρέπει να είναι καθημερινή, δεν αρχίζει και τελειώνει την Κυριακή των εκλογών. Για όλα αυτά που πιστεύουμε ότι μας αξίζουν, αξίζει να το σκεφτούμε και να το ψάξουμε πρώτα εμείς. Η Κυριακή των εκλογών θα έρθει και θα περάσει, όσα όμως μας προβληματίζουν και μας απασχολούν, μας πληγώνουν και μας δυσαρεστούν θα ‘ναι και τη Δευτέρα μπροστά στην πόρτα μας. Θα τ' αφήσουμε και πάλι εκεί;

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Δήμοι στολίδια ή για τα σκουπίδια;



Μαζί με τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια που από μέρες άρχισαν να διακοσμούν τις πόλεις και τις βιτρίνες των καταστημάτων, άρχισαν δειλά-δειλά κι οι πρώτες δημόσιες εμφανίσεις και παρουσιάσεις υποψηφίων δημάρχων και δημοτικών συνδυασμών. Οι δημοτικές εκλογές μπορεί να μην βρίσκονται ακόμα ψηλά στην ατζέντα της επικαιρότητας, αλλά οι διεργασίες κι οι διαβουλεύσεις έχουν ήδη από καιρό ξεκινήσει.

Δύσκολοι καιροί για τη χώρα, δυσκολότεροι για την τοπική αυτοδιοίκηση, η οποία εκτός από τις χρονίζουσες οργανωτικές της αδυναμίες και λειτουργικές της παθογένειες, θα πρέπει να εξακολουθήσει να λειτουργεί και να προσφέρει τις υπηρεσίες της με δραματικά περιορισμένους προϋπολογισμούς. Οι πιστώσεις ήταν που ήταν μειωμένες, τείνουν κυριολεκτικά προς εξαφάνιση. Ύστερα δε κι από τη φορολογική αφαίμαξη των πολιτών από το κράτος, γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι οποιοσδήποτε ελιγμός από τους δήμους προς την κατεύθυνση αυτή έχει καταστεί απαγορευτικός. Οπότε, τώρα που δεν υπάρχουν απεριόριστες πιστώσεις και κονδύλια για να προσφέρονται εκ του ασφαλούς κοινωνικές υπηρεσίες, για να διοργανώνονται πολυτελείς πολιτιστικές εκδηλώσεις, για να συστήνονται εν μία νυκτί νομικά πρόσωπα κι εταιρείες, για να προσλαμβάνονται εποχικοί προκειμένου να καλυφθούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, τι γίνεται;

Το βασικό πρόβλημα για την τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι αμιγώς οικονομικό, το στοίχημα που μπαίνει δεν έχει μονοσήμαντα λογιστική διάσταση, αλλά βαθιά πολιτική και κοινωνική. Με αυτή τη έννοια, μέσα στο διαμορφωμένο αντίξοο κι εχθρικό για την τοπική αυτοδιοίκηση περιβάλλον, είναι κρίσιμο όχι μόνο να διασφαλιστεί ότι θα εξακολουθήσουν ν’ ασκούνται από τους δήμους οι προβλεπόμενες αρμοδιότητές τους, αλλά κι ότι οι προβλεπόμενες υπηρεσίες, θα συνεχίσουν να προσφέρονται προς τους δημότες και μάλιστα κατά το δυνατόν βελτιωμένες κι εμπλουτισμένες.

Δύσκολος συνδυασμός, αλλά εξίσου προκλητικός κι ελκυστικός για εκείνους που επιθυμούν πραγματικά να προσφέρουν και να υπηρετήσουν ουσιαστικά κι όχι για το θεαθήναι το θεσμό. Από επαγγελματίες δημάρχους και δημοτικούς άρχοντες έχουμε χορτάσει. Από δοσοληψίες κι εξυπηρετήσεις ημετέρων έχουμε μπουχτίσει. Από αναποτελεσματικότητα και σπατάλη έχουν φάει κι οι κότες. Ζητούμενο κατά συνέπεια και το στοίχημα που μπαίνει παράλληλα σ’ αυτή τη δύσκολη συγκυρία για τις τοπικές κοινωνίες, είναι η επιλογή κι ανάδειξη στα δημοτικά αξιώματα των συνδημοτών τους εκείνων, που θα έχουν τη θέληση και τη δύναμη ν’ αρθούν με τόλμη, αποφασιστικότητα και συνέπεια, όχι απέναντι στη φανφάρα και την παρλαπίπα του μνημονίου, αλλά απέναντι στα προβλήματα και τις δυσχέρειες που υπάρχουν, απέναντι σ’ αυτούς τους πραγματικούς εχθρούς και δυνάστες της καθημερινότητας.

Οι δήμοι, οι τοπικές κοινωνίες, η κάθε γειτονιά, τα κύτταρα αυτά της κοινωνικής οργάνωσης, οι άνθρωποι που βρίσκονται πίσω από κάθε λογής ομαδοποίηση, είναι οι καταλύτες για να παραχθεί η απολύτως αναγκαία ενέργεια και ισχύς για να πάει κι η χώρα μπροστά. Ο ρόλος της τοπικής κοινωνίας, του καθενός δημότη, πρέπει να αναδειχθεί και να επισημανθεί η σπουδαιότητα κι η κρισιμότητά του για την επιτυχή έκβαση της όποιας προσπάθειας. Σήμερα περισσότερο από ποτέ υπάρχει η ανάγκη να ενεργοποιηθούν και να δραστηριοποιηθούν οι τοπικές κοινωνίες. Από την κινητοποίηση των μικρών συλλογικοτήτων, ακόμα-ακόμα και σε επίπεδο οικογένειας, θα προκύψουν οι πυρήνες για την εμπέδωση μιας διαφορετικής αντίληψης για τη γειτονιά, τη συνοικία και το δήμο που ζούμε. Οι πλατείες, οι δρόμοι, τα σχολεία, τα δέντρα κι οι πρασιές, δεν είναι υποθέσεις «του γείτονα», «των άλλων», της υπηρεσίας πρασίνου ή καθαριότητας, του αντιδημάρχου παιδείας ή τεχνικών υπηρεσιών, αλλά υπόθεση του καθενός κι όλων μαζί. Δεν το έχει ανάγκη μόνο ο δήμος αυτό, το έχει ανάγκη η πατρίδα μας, το έχουμε ανάγκη όλοι εμείς.

Ο δήμαρχος πατερούλης, ο αντιδήμαρχος κλητήρας κι ο δημοτικός σύμβουλος σκουπιδιάρης πρέπει να τελειώσουν. Η συνεργασία δημοτικής αρχής και δημοτών πρέπει αν περάσει σε μια άλλη διάσταση, που ν’ απηχεί μεν τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής, αλλά και να στηρίζεται σ’ έναν δήμο ευέλικτο, αποδοτικό, υπεύθυνο. Ο δήμος υπηρετεί, αλλά και κατευθύνει, ρυθμίζει και συντονίζει, οι δημότες συνεργάζονται, συμμετέχουν, ελέγχουν. Όλοι έχουν τη θέση και το ρόλο τους, καθένας έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Ο μεν δήμος μεριμνά κι ευθύνεται για τη διαρκή διαθεσιμότητα των υπηρεσιών του προς τους δημότες, οι δε δημότες φροντίζουν για τη διαρκή συνεργασία κι υποστήριξη των υπηρεσιών του δήμου. Τελειώνουν τα πεταμένα στρώματα και κλαδιά δίπλα στους κάδους απορριμμάτων, το παρκάρισμα πάνω στα πεζοδρόμια και στις γωνίες, η άναρχη κατάληψη των δημόσιων χώρων.

Βασική προϋπόθεση και δομικός άξονας αυτής της συνεργασίας, ώστε να φτάνει και να διαχέεται ανόθευτη κι ανεμπόδιστη προς την κοινωνία, είναι η συνεργασία μεταξύ των δημοτικών παρατάξεων. Είναι η ειλικρινής κι έντιμη ενημέρωση και συνεννόηση, ο σεβασμός της διαφορετικής γνώμης, η εξάντληση των δυνατοτήτων συμφωνίας. Είναι η δημιουργία δεσμών ευθύνης κι εμπιστοσύνης, συνέπειας κι ανιδιοτέλειας. Είναι ένα άλλο ύφος εξουσίας και διοίκησης κι ένα διαφορετικό ήθος διαχείρισης κι επικοινωνίας.

Με θεμέλιο αυτές τις προϋποθέσεις σε συνδυασμό και με τον απαραίτητο σεβασμό, αξιοπρέπεια κι ενδιαφέρον, θα μπορέσει ο δήμος να προσεγγίσει και να καταστήσει αφετηρία κι επίκεντρο της δράσης του τη γειτονιά, να πλησιάζει τα προβλήματα και τις ανάγκες στην πηγή τους. Θα κατορθώσει να προλαμβάνει κι όπου μπορεί ν’ αποκαθιστά και ν’ αντιμετωπίζει με ταχύτητα κι ακρίβεια. Ο δήμος θα συναντάται με τους δημότες, όχι μόνο στο δημαρχείο ή τις κατά περίπτωση υπηρεσίες, αλλά στη γειτονιά, στην περιοχή, εκεί που ζει και πάλλεται καθημερινά η καρδιά του. Εκεί που βρίσκεται η ψυχή του. Εκεί που μπορεί η αλληλεγγύη να μετουσιωθεί σε ομαδικές δράσεις και το μεράκι σε συλλογική δημιουργικότητα.

Μπορεί  ο εκλογικός νόμος να μην αλλάζει, αλλά ο τρόπος λειτουργίας και συνεργασίας μεταξύ δήμων και δημοτών, είναι αναγκαίο να τοποθετηθεί σε νέες βάσεις. Ο δήμος από «κύτταρο δημοκρατίας» μπορεί και πρέπει να μετουσιωθεί σε κύτταρο αναγέννησης, με συμμετοχή, διαφάνεια, εμπιστοσύνη. Μοναδικό προαπαιτούμενο γι΄αυτό δεν είναι αποκλειστικά η επάρκεια των πιστώσεων, αλλά επαρκές μεράκι. διαρκές ενδιαφέρον, συνεχής προσπάθεια. Κάποιοι δήμαρχοι στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη κι άλλες μεγάλες πόλεις ήδη δείχνουν αυτό το δύσκολο δρόμο της συνέπειας και του έργου.

Αυτές οι δημοτικές εκλογές μπορούν και πρέπει να γίνουν η ευκαιρία και το άλμα στο μέλλον για τον ποιοτικό μετασχηματισμό της τοπικής αυτοδιοίκησης. Για ν' ανασάνουν οι τοπικές κοινωνίες και να πάρουν οι δημότες τις πόλεις –αλλά και τις ευθύνες– πραγματικά στα χέρια τους, το οξυγόνο αυτό έχει ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε η δημοκρατία, το χρειάζεται όσο τίποτε άλλο η κοινωνία.

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ: Το μη χείρον βέλτιστον

Μια από τις αναμετρήσεις του δεύτερου γύρου των δημοτικών εκλογών, που αναμένεται να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πραγματοποιείται την προσεχή Κυριακή στο Δήμο Χαλανδρίου. Αναμετρώνται ο συνδυασμός «Χαλάνδρι σε Δράση» με υποψήφιο Δήμαρχο τον Γιώργο Κουράση, που συγκέντρωσε την πρώτη Κυριακή ποσοστό ψήφων 35,69% και ο συνδυασμός «Χαλάνδρι Φιλική Πόλη» με επικεφαλής τον υποψήφιο Δήμαρχο Στάθη Ανδρεόπουλο, που συγκέντρωσε το 23,37% των ψήφων.
Η κατακόρυφη πτώση κατά 10 περίπου ποσοστιαίες μονάδες, που συγκέντρωσε ο πλειοψηφών συνδυασμός, που υποστηρίζεται από τη Νέα Δημοκρατία, σε σύγκριση με εκείνων του απερχόμενου Δημάρχου Γρηγόρη Ζαφειρόπουλου, που στις προηγούμενες εκλογές του είχε επιτρέψει να επικρατήσει από τον πρώτο γύρο, δίνουν το δικαίωμα στον Στάθη Ανδρεόπουλο, που υποστηρίζεται από το ΠΑΣΟΚ, να ελπίζει, ότι οι πιθανότητες ο Δήμος «ν’ αλλάξει χέρια», για πρώτη φορά μετά το 1992, είναι πολλές. Στο γεγονός αυτό συνηγορεί και το συνολικό ποσοστό που συγκέντρωσαν οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης, που ανέρχεται στο 40,95% κι ότι μεταξύ τους βρίσκονται δύο συνδυασμοί «ομογάλακτων» υποψηφίων (του Κώστα Παττακού και του Νίκου Πανταζή), που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ και συγκέντρωσαν το 15,13%.
Αν ζούσαμε στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, τα δεδομένα θα ήταν ξεκάθαρα κι ο Στάθης Ανδρεόπουλος θα μπορούσε βάσιμα να πιστεύει, ότι δικαιούται να προβάρει το κοστούμι του Δημάρχου. Τότε ο υπολογισμός των ποσοστών του δεύτερου γύρου απαιτούσε μόνο μια πρόσθεση, γεγονός που, αναγόμενο στις σημερινές συνθήκες, θα σήμαινε 23,37+40,95=64,32… Οπότε… Καληνύχτα σας κύριε Κουράση.

Δυστυχώς –ή ευτυχώς κατ’ άλλους– τα πράγματα στο Χαλάνδρι, όπως και σ’ όλη τη χώρα, όσον αφορά την εξαγωγή ασφαλών προβλέψεων για το αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου, έχουν καταστεί πολύ περίπλοκα και σύνθετα. Ο κομματικός ανταγωνισμός κι οι έριδες στην κεντρική πολιτική σκηνή μεταφέρθηκαν σταδιακά και πλήγωσαν ανεπανόρθωτα το θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι τοπικές εκλογές έχασαν το χαρακτήρα και τον προσανατολισμό τους και μετατράπηκαν τετραετία με την τετραετία σε πεδία αχαλίνωτου κομματισμού, αλλά και σύμπηξης ποικιλώνυμων σκοπιμοτήτων και ιδιοτελών συμφερόντων.
Με τον τρόπο αυτό, η ευθύγραμμη σχέση υποψηφίων και ψηφοφόρων, που καθοριζόταν εν πολλοίς μόνο από την ιδεολογική ή κομματική ταυτότητα, δηλητηριάστηκε και στρεβλώθηκε βάναυσα από κατευθυνόμενες συμπεριφορές, που δεν στόχευαν απλώς από την πλευρά των ηττημένων στην μη εκλογή του παραταξιακού αντιπάλου, αλλά στην με κάθε τρόπο παρεμπόδιση της εκλογής οποιουδήποτε αντιπάλου στοχοποιούνταν σε προσωπικό ή παραταξιακό επίπεδο ανεξάρτητα από ιδεολογική ή κομματική συγγένεια ή υποστήριξη.
Δεν είναι τυχαίο, ότι παρακμιακά φαινόμενα του πολιτικού συστήματος εμφανίζονται στις πιο πρόσφατες εκλογές, με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση πολλές φορές, σε τοπικό επίπεδο. Ούτε, επίσης, ότι η έννοια του καταλληλότερου για τις τοπικές υποθέσεις έχει ξεπεραστεί από την επικράτηση του κριτήριου της αρνητικής ψήφου. Όχι ο καλύτερος, αλλά ο οποιοσδήποτε συγκυριακός σύμμαχος.
Ένα μεγάλο μέρος της αποχής από τις εκλογές της περασμένης Κυριακής, δεν σχετίζεται μόνο με την έκφραση δυσαρέσκειας, αποστροφής, ανοχής ή οποιαδήποτε άλλης συμπεριφοράς και στάσης απέναντι στην κρίση και τις συνέπειές της, ούτε στην απαξίωση μόνο των κομμάτων και του πολιτικού συστήματος, αλλά αφορά και τους θεματοφύλακες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Μέρος του ίδιου συστήματος είναι οι Δήμαρχοι κι οι άλλοι τοπικοί άρχοντες, που αναπαράγουν –παρά τις φωτεινές εξαιρέσεις που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα– για δεκαετίες συμπτώματα και εκφάνσεις παρακμής και διαφθοράς.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα στο Χαλάνδρι, όπως και σ’ όλη την Ελλάδα, αυτή την Κυριακή δεν αναμένω να κερδίσουν οι καλύτεροι, οι καταλληλότεροι, η τοπική αυτοδιοίκηση, ο Καλλικράτης –καλά, αυτός έχει πάθει μεγάλη ζημιά, η κυβέρνηση ή η αντιπολίτευση, το «μνημόνιο» ή το «αντιμνημόνιο». Θα κερδίσει εκείνος που θα πάρει τις περισσότερες ψήφους και τις περισσότερες ψήφους τις κερδίζει κατά κανόνα αυτός που θα κατορθώσει να επιβάλει την εκλογή του στην τοπική κοινωνία όχι κατ’ ανάγκη σαν απαραίτητη και χρήσιμη, αλλά απλώς ως αναγκαίο κακό…

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Κάτω απ' αυτό το χαλί κρύψανε τον "Καλλικράτη"

Με τους ρυθμούς που κινείται η προεκλογική περίοδος είναι αμφίβολο αν οι μεγάλοι μονομάχοι (ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ.) κατορθώσουν μέχρι τις εκλογές να ξεσηκώσουν τις παραζαλισμένες και ναρκωμένες κομματικές τους δυνάμεις, προκειμένου να υπερασπιστούν δυναμικά και σθεναρά τους κατά περίπτωση υποψηφίους.

Ο μεν Γιώργος Παπανδρέου ρίχνεται άρον–άρον στη μάχη μαζί με τους πρωτοκλασάτους υπουργούς του, επιχειρώντας να ανακτήσει κάποιο από το χαμένο έδαφος εξαιτίας και των ατυχών επιλογών υποψηφίων. Ο δε Αντώνης Σαμαράς ανεβάζει τους τόνους με την έκκληση-κραυγή «Ζεματίστε την κυβέρνηση», επιδιώκοντας να ξεσηκώσει το κομματικό του ακροατήριο και να αφυπνίσει τα αντιμνημονιακά αντανακλαστικά του.

Κάτω από άλλες συνθήκες, οι εκλογές για την ανάδειξη των πρώτων αιρετών περιφερειαρχών στην ιστορία του τόπου, θα έπρεπε ν’ αποτελούν αφορμή για την ανάπτυξη ιδεών, επιχειρημάτων και προτάσεων για τον τρόπο που τα κόμματα αντιμετωπίζουν τη διοικητική αποκέντρωση και το νέο μοντέλο περιφερειακής οργάνωσης της Ελλάδας. Επίκεντρο του ενδιαφέροντος και της πολιτικής αντιπαράθεσης θα έπρεπε να αποτελούν, οι χρόνιες αδυναμίες της ελληνικής περιφέρειας κι η αναζήτηση αποτελεσματικών προτάσεων για την ανάπτυξή της.

Συνακόλουθα, και το νέο σχέδιο αρχιτεκτονικής για την αυτοδιοίκηση, που αφορά κυρίως τους εκτός λεκανοπεδίου Δήμους, θα έπρεπε να προσφέρει εκ των πραγμάτων ένα πρόσφορο πεδίο γόνιμου προβληματισμού, σχετικά με το νέο ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν πλέον οι Δήμοι του σχεδίου «Καλλικράτης» μέσα στο νέο πλαίσιο διοικητικής οργάνωσης της χώρας.

Αντ’ αυτών, κεντρική πολιτική επιλογή για το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης είναι η αναμέτρηση με την κυβέρνηση στη βάση του «μνημονίου» και ό,τι αυτό συνεπάγεται. Έτσι, η ατζέντα της αντιπαράθεσης ενόψει των Περιφερειακών και Δημοτικών εκλογών της 7ης Νοεμβρίου, επιχειρείται ν’ αποκτήσει τρόπον τινά χαρακτήρα εθνικών εκλογών και να παράγει αποτελέσματα και συμπεράσματα ικανά ν’ αξιοποιηθούν μετεκλογικά από το κάθε κομματικό επιτελείο στην άρθρωση και οικοδόμηση του αντιπολιτευτικού του λόγου.

Η κυβέρνηση από την άλλη, διαμορφώνει την επικοινωνιακή της τακτική στη βάση της δυναμικής στήριξης και προώθησης των κομματικών υποψηφίων, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στην περιφέρεια της Αττικής, όπου ο Γιάννης Σγουρός βρίσκεται απέναντι στον ορατό κίνδυνο να έχει στο β’ γύρο αντίπαλο τον Γιάννη Δημαρά και ταυτόχρονα στην εδραίωση του προβαδίσματος των υποψηφίων σε κρίσιμες γεωγραφικές περιοχές (Ήπειρος, Πελοπόννησος, Θεσσαλία, Ιόνια Νησιά).

Όπως και να ‘χει, η μέχρι τώρα διαμόρφωση της προεκλογικής συμπεριφοράς των κομμάτων, οδηγεί με ασφάλεια στο συμπέρασμα, ότι για μια ακόμα φορά πορευόμαστε ως χώρα στην υλοποίηση ενός κρίσιμου διοικητικού μετασχηματισμού με χαλασμένη πυξίδα και λάθος χάρτη. Η ανάγκη των κομματικών επιτελείων μόνο για το χρώμα του γεωγραφικού χάρτη της Ελλάδας τη νύχτα των εκλογών, εμποδίζει να φωτιστούν οι προοπτικές κι οι δυνατότητες που υπάρχουν, να αναδειχτούν αδυναμίες και ελλείψεις και τελικά να κινητοποιηθούν οι τοπικές κοινωνίες στη βάση κοινών προβλημάτων κι ενδιαφερόντων.

Εκ των ενόντων μετά τις εκλογές, θ’ αρχίσουμε να διαπιστώνουμε τις αδυναμίες, που ούτως ή άλλως υπάρχουν, τη στενότητα των πιστώσεων, τις ελλείψεις σε υλικοτεχνικές υποδομές, το ανεπαρκές και εν πολλοίς ανειδίκευτο προσωπικό, τη σύγκρουση και ασάφεια των αρμοδιοτήτων, την αδυναμία απορρόφησης πόρων από το ΕΣΠΑ. Τότε θα θυμηθούμε να μιλήσουμε και για την «κατά τόπους» αυτοδιοίκηση, για τις «λαμπερές» προσωπικότητες που σάρωσαν σε σταυρούς, για τα προεκλογικά έξοδα που δεν δηλώθηκαν ποτέ, για τις συμμαχίες του β’ γύρου που ανέτρεψαν δεδομένα, για την αποχή από τις εκλογές και τα μηνύματά της.

Προς το παρόν τα κομματικά επιτελεία δείχνουν αφοσιωμένα στο έργο τους, που δεν είναι άλλο από το να μας πείσουν με κάθε τρόπο, ότι πάνω απ’ όλους και απ’ όλα βρίσκεται το κομματικό τους και μόνον συμφέρον. Εκείνοι που ευθύνονται κατ’ αρχήν για την τραγική κατάσταση στην οποία έχει φτάσει η χώρα και ο λαός της, δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται ακόμα τις ανάγκες και τις προτεραιότητες που χρειάζεται ο τόπος.

Γελιώνται όμως αν πιστεύουν, ότι μ’ αυτή την ταχτική θα οδηγήσουν για μια ακόμα φορά τους ψηφοφόρους στην ασφαλή αγκαλιά του κομματικού τους εκλεκτού. Και οι «υπέρ» και οι «κατά» του μνημονίου, όσο κι αν επιμείνουν μετεκλογικά στην κατασκευή και προβολή τηλεοπτικών συμπερασμάτων, θ’ αναγκαστούν εκ των πραγμάτων ν’ αναθεωρήσουν κρίσιμους άξονες από τις κεντρικές πολιτικές τους επιλογές. Η αυτοδιοίκηση ούτως ή άλλως προς το παρόν είναι χαμένη, ας είναι αυτό έστω το κέρδος των πολιτών από τη συμμετοχή τους σ’ αυτές τις εκλογές.

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

ΛΑΪΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ: Υποψήφιοι με το κιλό

Ο δρόμος προς τις Περιφερειακές και Δημοτικές εκλογές είναι ακόμα στο ξεκίνημά του, αλλά οι δρόμοι στους οποίους λειτουργούν λαϊκές αγορές άρχισαν ήδη να γνωρίζουν μεγάλες δόξες από τις επισκέψεις και τις περαντζάδες των υποψηφίων.
Άλλοι με «καρφιτσωμένο» στο πέτο το κομματικό χρίσμα κι άλλοι ως «αντάρτες» ή «ανεξάρτητοι» μοιράζουν χειραψίες και έντυπα, σκορπίζουν αφειδώς χαμόγελα και υποσχέσεις, στήνουν πάγκους και διαλαλούν δεξιά κι αριστερά τα οράματα και τις προθέσεις τους συναγωνιζόμενοι σε προσφορές ακόμα και τους εμπόρους ή τους παραγωγούς.
Με τον τρόπο αυτό οι λαϊκές αγορές αναδεικνύονται σε προνομιακό χώρο των υποψηφίων κάθε προεκλογική περίοδο, εφόσον εκεί, ανάμεσα σε μπάμιες, πατάτες κι αγκινάρες, μπορούν να βρουν σε λίγες μόλις ώρες πολυάριθμους συμπολίτες τους, που βγαίνουν για τα ψώνια τους.
Στην παρούσα συγκυρία, τόσο ως προς την οικονομική κατάσταση, όσο και γενικότερα τις πολιτικές εξελίξεις, αυτού του είδους οι επισκέψεις, όπως κι η εκλογική διαδικασία στο σύνολό της, αποχτούν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και απαιτούν προσεχτικότερη από άλλες εκλογές ρητορεία και παρουσίαση. Μετά μάλιστα και την προσπάθεια «πόλωσης» των κοινοβουλευτικών κομμάτων γύρω από τη στήριξη (ΠΑΣΟΚ) ή όχι του μνημονίου (Ν.Δ., ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΛΑΟΣ), έχει ενδιαφέρον αν κι οι πολίτες θ’ ακολουθήσουν τις κομματικές «γραμμές» ή θα κινηθούν, με την ευκαιρία μάλιστα και της πρώτης εφαρμογής του «Καλλικράτη» και τη δημιουργία των νέων Δήμων, με περισσότερο αυτοδιοικητικά ή τοπικά κριτήρια.
Στον Δήμο μας, το Χαλάνδρι, πηγαίνουμε προς τις εκλογές με «υπηρεσιακό» δήμαρχο, εφόσον ο Γρηγόρης Ζαφειρόπουλος του Επαμμ., έκανε το άλμα προς τη θέση του αντιπεριφερειάρχη Βόρειας Αττικής στο πλευρό του Βασίλη Κικίλια, επίσημου αναδυόμενου πολιτικού κι εκλεκτού της Νέας Δημοκρατίας. Πίσω του άφησε τον Γιώργο Κουράση –μέχρι τώρα πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου– να διεκδικεί από τη θέση του υποψήφιου δημάρχου πλέον την ψήφο των συνδημοτών. Πηγαίνει προς τον δεύτερο γύρο με την άνεση που του εξασφαλίζει η διοίκηση του Δήμου, αν και υπολείπεται κατά πολύ του επικοινωνιακού προκατόχου του, όχι μόνο σε αναγνωρισιμότητα, αλλά και σε παραταξιακή δυναμική.
Στο χώρο του ΠΑΣΟΚ τα πράγματα για μια ακόμα φορά –τι παράξενο για το Χαλάνδρι!– είναι πολύ μπερδεμένα. Η επί μήνες κυοφορούμενη, αλλά δύστοκη κομματική στήριξη, εξακολουθεί και μετά την «καισαρική τομή» και την απόδοση του χρίσματος προς το εκλεκτό –για τους παροικούντες την Ιπποκράτους– τέκνο, που ακούει στο όνομα Στάθης Ανδρεόπουλος, να προκαλεί οδύνες και πόνους. Γιατί; Γιατί σ’ αυτές τις εκλογές, εκτός από τον Νίκο Πανταζή, που είναι δημοτικός σύμβουλός και διεκδικεί ως υποψήφιος Δήμαρχος για δεύτερη συνεχόμενη φορά την ψήφο των Χαλανδραίων γι’ αυτό το αξίωμα, κατέρχεται πλησίστιος κι ύστερα από οχταετή αποχή από το προσκήνιο και ο επί δωδεκαετία (1992 – 2002) δήμαρχος Χαλανδρίου Κώστας Παττακός. Είναι προφανές, ότι η ενδοπαραταξιακή μάχη για το ποιος απ’ τους τρεις θα κατορθώσει να περάσει στον δεύτερο γύρο, αντλώντας το μεγαλύτερο κομμάτι από την «πίττα» του 36%, θα έχει πολλές πράξεις και ασφαλώς προσδίδει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον σ’ αυτές τις δημοτικές εκλογές, αφού η Δευτέρα 8 Νοεμβρίου φαντάζει ήδη τόσο κοντά...
Από ‘κει και πέρα. Η Λούλα Καρατζά –γιατί περί αυτού πρόκειται όταν μιλάμε για το ΚΚΕ στο Χαλάνδρι!– συσπειρώνει και πάλι τις δυνάμεις του χώρου της, αλλά και της ευρύτερης αριστεράς κι είναι έτοιμη να διευρύνει την εμβέλειά της και ν’ αυξήσει την εκλογική της δύναμη, στηριγμένη τόσο στην συνεπή αντιπολιτευτική της τακτική των προηγούμενων χρόνων, αλλά και στο γενικότερο πολιτικό κλίμα, που επηρεάζει τα λαϊκά στρώματα.
Ανάλογα κινείται κι η «Αντίσταση με τους Πολίτες του Χαλανδρίου» με επικεφαλής τον Σίμο Ρούσσο, παράταξη που γεννήθηκε από την εκλογική συνεργασία των δημοτικών παρατάξεων «Πολίτες του Χαλανδρίου» και «αντίΣΤαΣΗ στο Χαλάνδρι», οι οποίο βασίζονται στην πεποίθηση, ότι η «κινηματική παρέμβαση στην τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί μέρος του αγώνα για βελτίωση της ζωής των πολιτών και μπορεί να συμβάλει στην αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων προς όφελος των εργαζομένων και των κατοίκων της πόλης μας». Στο πλευρό τους και οι Οικολόγοι Πράσινοι.

Ο δρόμος προς την 7η Νοεμβρίου μετρά ακόμα τριάντα περίπου μέρες. Η Σαρανταπόρου, η Ακακιών, η Παρνασσού, η Γυφτοπούλου κι οι άλλοι δρόμοι των λαϊκών αγορών, Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αναμένεται ν’ αναστενάξουν από τις περαντζάδες και τις παράτες των υποψηφίων.
Προς το παρόν, εκείνοι που εξακολουθούν ν’ αναστενάζουν σε καθημερινή βάση –όχι μόνο επισκεπτόμενοι τις λαϊκές– αλλά και χωρίς να συμμερίζονται την προεκλογική πρεμούρα των υποψηφίων, είναι οι δημότες, που πληρώνουν αδιακρίτως τα σκληρά οικονομικά μέτρα, δίχως να έχουν να περιμένουν από κανέναν δήμαρχο ή περιφερειάρχη να μπορεί να τους προσφέρει ουσιαστική βοήθεια, έστω κι αν με πείσμα κάποιοι απ’ αυτούς καυχιούνται, ότι –εφόσον εκλεγούν– δεν πρόκειται να επιτρέψουν στα όρια της περιφέρειάς τους να πατήσουν το πόδι τους οι ελεγκτές κι οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ.
Σωθήκαμε! Κόκκινες καλές ντομάτες τρεις δεκάρες η οκά!...

Φωτο: http://el.science.wikia.com/wiki/Λαϊκές

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΜΙΝΗΣ

Για την επιλογή του θα λέγονται και θα γράφονται πολλά τις επόμενες μέρες. Λύση ανάγκης ή αποτέλεσμα υπολογισμού, προϊόν δυστοκίας ή απότοκο αδιεξόδου, όποιο σενάριο κι αν προτιμάτε, ελάχιστη αντικειμενικότητα αν διαθέτει κάποιος και στοιχειώδη λογική δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ότι η υποψηφιότητα του Γιώργου Καμίνη για τον Δήμο της Αθήνας, τον μεγαλύτερο Δήμο της χώρας, στην παρούσα μάλιστα συγκυρία, αποτελεί μια όαση ελπίδας και μια χαραμάδα φωτός στο χειμαζόμενο τοπίο του αυτοδιοικητικού πολιτικού προσωπικού της πατρίδας μας.

Εκείνοι που περίμεναν ο υποψήφιος δήμαρχος να έχει τα εύσημα τηλεπερσόνας ή την αναγνωρισιμότητα παίχτη του dancing with the stars, ασφαλώς θ’ απογοητεύτηκαν. Το ίδιο κι όσοι επιθυμούσαν διακαώς ο υποψήφιος για την Αθήνα να είναι ψημένος στο κομματικό καμίνι ή «παιδί» των μηχανισμών και του συστήματος.

Αν η υποψηφιότητα αυτή αποτελέσει κι επιλογή της πλειοψηφίας των Αθηναίων, είναι πολύ πιθανόν η πρωτεύουσα της χώρας ν’ αποχτήσει επιτέλους ένα σύγχρονο τρόπο λειτουργίας και να χαράξει μια διαφορετική τροχιά ανάπτυξης, που θα επιτρέπει στους κατοίκους της να ελπίζουν στη δημιουργία μιας πόλης, που θα τιμά και θα σέβεται την ιστορία και τους κατοίκους της, αλλά ταυτόχρονα θα οραματίζεται και θα σχεδιάζει το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής των παιδιών της.

Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη, σε κάθε περίπτωση όμως η αρχή είναι το ήμισυ του παντός…

Καλή συνέχεια!

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

ΤΟΠΟ ΣΤΑ... ΝΙΑΤΑ



Η διαδικασία –κατά γενική ομολογία– πήγε πολύ καλά. Η εισήγηση του Νίκου Σαλαγιάννη άψογη –οι συναισθηματικές του πινελιές έβγαζαν κάτι από την ξεχασμένη ψυχή μας– κι οι τοποθετήσεις πολλές, τεκμηριωμένες, ενωτικές και με ουσία. Λογικό, να κυριαρχεί ο προβληματισμός κι εναγώνια η αναζήτηση λύσεων.

Στο πάνελ οι ίδιοι εδώ και χρόνια. Τσαλακωμένοι λίγο από τις Δημοτικές εκλογές του 2006, τσιτωμένοι λίγο από τις εσωκομματικές εκλογές του Νοεμβρίου, αλλά τώρα όλοι εκεί. Οι ίδιοι. Οι ίδιες φυσιογνωμίες. Οι ίδιες εκφράσεις. Οι ίδιοι ομιλητές. Οι ίδιες ατάκες.

Μετά από τις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου, δόθηκε η ευκαιρία να ξανασυναντηθώ με τον Αλέκο, το Γιάννη, τη Λίτσα κι άλλους φίλους, που οι διαδικασίες αυτές μας έχουν φέρει κοντά. Οι ίδιοι. Ρίχνοντας μια ματιά στην αίθουσα με ευκολία διέκρινες κι άλλες γνωστές φυσιογνωμίες. Τοπική, εκλογές, συνέδρια, συγκεντρώσεις, κινητοποιήσεις –πολύ αραιά εδώ και χρόνια– οι ίδιοι άνθρωποι.

Κάποιος στην τοποθέτησή του μίλησε για την ανάγκη ανανέωσης. Κάποιος άλλος αναφέρθηκε στα «γκρίζα» κεφάλια που κυριαρχούσαν στην αίθουσα. Κάποιος ρώτησε τι γίνεται με τη νεολαία και κάποιος –που γνώριζε από μέσα– αναφέρθηκε στο τι συμβαίνει με τις φοιτητικές παρατάξεις στα Τ.Ε.Ι. και τα Α.Ε.Ι.

Βγαίνοντας και κάπου εκεί στα γνωστά πηγαδάκια της εξώπορτας ήρθα μούρη με μούρη με το Γιάννη, μεγαλοσυνδικαλιστή εδώ και τρεις δεκαετίες σε μια από τις μεγαλύτερες Ομοσπονδίες. Έχει περάσει από πολλά πόστα της Διοίκησης. Λύνει και δένει με άλλα λόγια. Και τώρα που είναι η Νέα Δημοκρατία στα πράγματα, απ’ ότι ακούω έχει τις άκρες του…

«Σκέφτομαι να βάλω για το Συνέδριο», μου είπε διερευνητικά.

«Και δε βάζεις;» τον προέτρεψα κάπως αδιάφορα.

«Να, σκέφτομαι ότι εδώ δεν με γνωρίζουν…» είπε δισταχτικά, για να συμπληρώσει με έκδηλο προβληματισμό:

«…Ρε γαμώτο, παίρνω σύνταξη όπου να’ ναι και θέλω να ‘χω κάτι κι εδώ ν’ ασχολούμαι…»

Τότε μου ήρθε στο μυαλό μια πρόταση που είχε γίνει πιο πριν από κάποιον ομιλητή, να πάνε –είπε –στο συνέδριο νέοι, όπως οι γυναίκες, με ποσόστωση –σαν να πήρε τότε τ’ αυτί μου το Γιάννη ν' αναρωτιέται ψιθυριστά σκύβοντας στη μεριά του διπλανού του: «Καλά, και πού θα τους βρούμε;»

Καλή σου επιτυχία, Γιάννη μου, κι όποιος λέει, ότι αυτά συμβαίνουν κι αλλού, εγώ λέω ότι γι’ αυτό, όχι μόνο οι νέοι, αλλά κι οι περισσότεροι από τους ενεργούς πολίτες έχουν πάει από καιρό στα σπίτια τους…