Είμαστε όμως κι εμείς απίστευτοι. Πάμε κι αποδεχόμαστε κάποιους
όρους σε μνημόνια και συμφωνούμε σε κάποια δεδομένα, που τα συμπεριλαμβάνουμε
μάλιστα και σε μεσοπρόθεσμα σχέδια κυβερνητικής πολιτικής, δίχως να ΄χουμε καταστρώσει
πριν κάποιο στοιχειώδες σχέδιο ή έχουμε συλλάβει έστω μια ιδέα, πώς είναι
δυνατόν στη συνέχεια οι όροι αυτοί να τηρηθούν και, όχι μόνο να μη γίνουμε
ρεζίλι, όταν έρθει η ώρα του ελέγχου από την τρόικα, αλλά και να μη θέσουμε σε
κίνδυνο την ομαλή εξέλιξη του δανειακού προγράμματος της χώρας.
Το πρόβλημα της απομάκρυνσης δημοσίων υπαλλήλων από το Δημόσιο
εξελίσσεται αυτές τις μέρες κι επ’ ευκαιρία του τακτικού ελέγχου από τους
αντιπροσώπους των δανειστών μας, ως η θρυαλλίδα που μπορεί να τινάξει τη δόση
του Μαρτίου στον αέρα. Δίχως το θέμα αυτό να είναι κατ’ ουσίαν αμιγώς
οικονομικού χαρακτήρα, έχω την αίσθηση, ότι η επιμονή της τρόικα για
συγκεκριμένες δεσμεύσεις, περισσότερο θέλει να οριοθετήσει και να τονίσει την
ανάγκη να υπάρχει συνέχεια και συνέπεια στα συμφωνηθέντα από την πλευρά της
ελληνικής κυβέρνησης παρά να μπουν λεφτά στα ταμεία. Και δεν έχει άδικο.
Αν κοιτάξουμε γύρω μας αναζητώντας να διακρίνουμε πού η ζωή μας έχει
αλλάξει προς τα καλύτερο και ποιοι τομείς του κράτους έχουν βελτιωθεί από την
εφαρμογή των διαδοχικών μνημονίων, διαπιστώνουμε ότι η κατάσταση είναι τραγική.
Για ποια ανάπτυξη και για ποιες επενδύσεις να μιλήσουμε, όταν καρκινοβατούν και
«σέρνονται» στοιχειώδεις παρεμβάσεις και διοικητικές μεταβολές που δεν έχουν
κάν οικονομικό κόστος;
Το θέμα της κρατικής αναδιοργάνωσης κι ιδιαίτερα το ζήτημα της
μεταρρύθμισης στη δημόσια διοίκηση εκ των πραγμάτων αποτελεί θεμελιώδες και
πρωταρχικό πεδίο δράσης, εφόσον οποιοσδήποτε σχεδιασμός και δράση στους
επιμέρους τομείς, αποτελεί άμεση συνάρτηση κι εξαρτάται καταλυτικά από την
αποτελεσματική κι αξιόπιστη λειτουργία της κρατικής μηχανής, της δημόσιας
διοίκησης.
Πώς είναι δυνατόν να προσδοκά μια κυβέρνηση, ότι μπορεί να
υλοποιήσει οποιοδήποτε μεταρρυθμιστικό σχέδιο κι οποιαδήποτε αλλαγή, αν δεν
διαθέτει, εκτός από τη βούληση, το πρόγραμμα και τους πόρους, το απολύτως
απαραίτητο έμψυχο δυναμικό, το οποίο με αξιοπιστία και συνέπεια θα επωμιστεί το
επίπονο και κοπιαστικό αυτό έργο; Στη χώρα μας διεκδικούμε αυτά τα χρόνια της
οικονομικής κρίσης μιαν παγκόσμια πρωτοτυπία ως προς το θέμα. Μειώνουμε
δραματικά τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, τους μηδενίζουμε εξτρά απολαβές
και προνόμια, τους απειλούμε καθημερινά με απολύσεις κι αναδιοργανώσεις και
τους ζητάμε ταυτόχρονα να εργάζονται ευσυνείδητα και απερίσπαστα. Γιατί και για
ποιον;
Σήμερα η δημόσια διοίκηση είναι κομματιασμένη και σχεδόν διαλυμένη.
Υπάρχουν τα πολιτικά γραφεία υπουργών, υφυπουργών, γενικών γραμματέων κ.λπ.,
που είναι στελεχωμένα με στρατιές συμβούλων και παρατρεχάμενων –ελέω 1558 που
έχει γίνει ιδιαίτερα «ευρύχωρος» μετά την κωδικοποίησή του επί Παυλόπουλου– κι
από ‘κει και πέρα το χάος. Η υπαλληλία ακολουθεί τους ρυθμούς της ανάλογα με τη
διάθεση και το μεράκι του κάθε υπαλλήλου, ανάλογα με τη φύση της δουλειάς και
τις απαιτήσεις της θέσης. Η συντριπτική πλειοψηφία των προϊσταμένων ασκούν τα
καθήκοντά τους κατ’ ανάθεση, αγνοούν επί της ουσίας τι και γιατί αποφασίζεται,
ενώ τις περισσότερες φορές, ακόμα κι υψηλόβαθμα στελέχη, πληροφορούνται τις
κυβερνητικές αποφάσεις του τομέα των αρμοδιοτήτων τους από την τηλεόραση ή τις
εφημερίδες.
Όλα κινούνται στους ρυθμούς ενός ένδοξου κρατικού παρελθόντος,
αναμένοντας με φόβο κι αβεβαιότητα μιαν αναδιοργάνωση που φημολογείται και ποτέ
δεν έρχεται, μ’ έναν προϋπολογισμό που δεν καλύπτει σε κάποιες περιπτώσεις ούτε
τ’ αναγκαία, με την ανασφάλεια και τη ρουτίνα, με το ομιχλώδες παρόν και το
σκοτεινό μέλλον να τρεμοπαίζουν στο μυαλό, τους «διαδρόμους», τις γενικές συνελεύσεις
και τις οθόνες των υπολογιστών –τις ώρες που πολλοί απ’ αυτούς δεν είναι
απασχολημένοι με πασιέντζες ή facebook.
Βάρβαρες για όλους καταστάσεις.
Ο Βαρβαρέσος το 1952 τα είχε πει.
«Να τεθή ως γενική αρχή ότι
ανώτατα και ανώτερα στελέχη της διοικήσεως είναι υπεύθυνα δια την πλημμελή
λειτουργίαν των υπηρεσιών επί κεφαλής των οποίων ευρέθησαν κατά την παρελθούσαν
δεκαετίαν και ότι η απομάκρυνσίς των είναι απαραίτητος προϋπόθεσις δια την
βελτίωσιν της λειτουργίας των υπηρεσιών τούτων. Δεν είναι ανάγκη δια να γίνη η
απομάκρυνσις αύτη να διαπιστωθή ποινική ή πειθαρχική ευθύνη δια συγκεκριμένας
πράξεις και παραλείψεις, διότι τούτο θα ήτο αφ’ ενός δυσχερέστατον και αφ’
ετέρου άσκοπον, ουδέ είναι ανάγκη η απομάκρυνσις να λάβη την μορφήν ποινής». («‘Εκθεσις
επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος», εκδ. Σαββάλας 2002, σελ. 290).
Υποχρεωτική συνταξιοδότηση κι έξω απ’ την πόρτα.
Σήμερα ψάχνουμε ψύλλους στ’ άχυρα, όταν ανάλογες ανάγκες είχαν
δημιουργηθεί δεκαετίες πριν, οπότε είχαν διατυπωθεί κι αντίστοιχες προτάσεις.
Τουναντίον μάλιστα, σήμερα αντί να επιδιώκουμε να κινηθούμε τάχιστα προς την
κατεύθυνση της κατά το δυνατόν βαθύτερης ανανέωσης του στελεχιακού δυναμικού
της δημόσιας διοίκησης, αντί να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις νέες ιδέες να
έρθουν στο προσκήνιο, φρέσκιες γνώσεις και νεαρότερα άτομα να βρεθούν στις
θέσεις ευθύνης, ψηφίζουμε νόμους που επιτρέπουν την παράταση –μετά από αίτησή
τους παρακαλώ– της παραμονής σε θέσεις γενικών διευθυντών μέχρι τα 67 τους
χρόνια. [Για την ιστορία αναφέρεται, ότι ένας γενικός διευθυντής «προ νέου
μισθολογίου» (Οκτώβριος 2011) εξακολουθεί ν’ αμείβεται –ελέω «υπερβάλλουσας
μείωσης»– όχι κάτω από 3.500 ευρώ καθαρά].
Αν υπήρχε η τόλμη και η βούληση, για την εφαρμογή μιας ανάλογης
πρότασης στη δημόσια διοίκηση της εποχής μας –πάντα σε συνδυασμό και με την προϋπόθεση
αξιόπιστου συστήματος αξιολόγησης προσόντων, αδιάβλητου και δίκαιου οργάνου
επιλογής, καθορισμού ευθυνών κι αρμοδιοτήτων κ.λπ.–, ούτε εφεδρείες θ’
αναζητούσαμε, ούτε διαθεσιμότητες θα εφευρίσκαμε, ούτε αναξιόπιστοι θα
φαινόμαστε. Ενδεχομένως, θα μπορούσε κάποια αποφασιστική και με ριζοσπαστικές
ιδέες κυβέρνηση να μην υπουργοποιήσει εκ νέου ή να τοποθετήσει σε θέσεις
κυβερνητικές ή δημόσιες κι όσους το αντίστοιχο διάστημα άσκησαν δημόσια
εξουσία. Δείχνοντας έμπρακτα με τον τρόπο αυτό τη βούληση να γίνει μια βαθειά
τομή με το πρόσφατο παρελθόν, τουλάχιστον σε επίπεδο προσώπων.
Με τέτοιου βεληνεκούς επιλογές και αποφάσεις, που οριοθετούν με
σαφήνεια το χτες από το σήμερα και το αύριο, οπλίζεται κι η κοινωνία με
κουράγιο για ν’ αντέξει και ν’ αντιμετωπίσει το σκληρό πρόσωπο της οικονομικής
κρίσης. Μπορεί ο καλόπιστος πολίτης ν’ αντιληφθεί ότι κάτι επιτέλους αλλάζει,
ότι υπάρχει πιθανότητα κάτι να κινηθεί προς τα μπρος.
Απόψε, αλλά κι όλες τις επόμενες μέρες και νύχτες, που θα ψάχνουμε γύρω
– γύρω ν’ ανακαλύψουμε δημοσίους υπαλλήλους γι’ απομάκρυνση, ίσως ο Κυριάκος
Βαρβαρέσος από ‘κεί ψηλά που μπορεί να μας βλέπει, να χαμογελά πικρά για τα
δύσκολα –πράγματι– που μας βάζουν οι… «βάρβαροι».
FOTO: Katerina Lomonosov
FOTO: Katerina Lomonosov

