Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Μια κεντροαριστερά στα μέτρα μας.


Ποια «κεντροαριστερά» μπορεί να προκύψει δεν ξέρω, νομίζω, όμως, ότι έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα στα επιτελεία των κομμάτων που την ευαγγελίζονται και δηλώνουν ότι την επιθυμούν και την επιδιώκουν, οι πιθανότητες να έχει αίσια κι επιτυχή έκβαση το όποιο εγχείρημα, είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες.

Δύο χρόνια μετά την απόπειρα των «58» και τέσσερα μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, δεν διαφαίνεται να δημιουργείται ένα βιώσιμο σχήμα στον πολιτικό χώρο μεταξύ δεξιάς κι αριστεράς. Το κενό στον κεντρώο προοδευτικό χώρο όχι μόνο υφίσταται, αλλά με διαδοχικές πράξεις και παραλείψεις των «πρωταγωνιστών» του, διαρκώς διευρύνεται.

Όλες οι απόπειρες αρχίζουν και τελειώνουν μέσα σε ένα πλέγμα διαδικαστικών λεπτομερειών και οργανωτικών παραμέτρων. Κουβέντα να γίνεται με άλλα λόγια, εφόσον εκείνο που είναι προφανές είναι ότι, όχι μόνο κάθε πλευρά κρατά για τον εαυτό της το προνόμιο της πρωτοβουλίας των κινήσεων και της οιονεί ηγεμονίας, αλλά –όπερ και κρισιμότερο– καθένας από τους «διατιθέμενους» κι ενδιαφερόμενους διατηρεί στο ακέραιο τις προσωπικές του διαφορές και αντιθέσεις.

Η αδυναμία των ηγεσιών να διατυπώσουν μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση για την αντιμετώπιση των υφισταμένων προβλημάτων, για την έξοδο από την κρίση και τη δημιουργία συνθηκών για την ανάδυση ενός σύγχρονου και λειτουργικού κρατικού μοντέλου, μεγεθύνεται από τη διάχυτη εντύπωση, ότι η μόνη τους φροντίδα, παρά τη δύσκολη συγκυρία της χώρας και της κοινωνίας, είναι η διατήρηση και διαχείριση μεριδίων κομματικής επιρροής κι εξουσίας με φόντο τις αγεφύρωτες διαφορές του απώτερου και πρόσφατου παρελθόντος. Καθένας για μια κεντροαριστερά στα μέτρα του.

Για να μην γελιόμαστε, το πρόβλημα είναι καθαρά του ΠΑΣΟΚ. Δίχως διάθεση να μειωθεί ή ν’ αγνοηθεί η πολιτική υπόσταση που έχουν ως κόμματα ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ή η ΔΗΜΑΡ, ποσώς αυτοί οι χώροι είναι σε θέση να επηρεάσουν πλέον αποφασιστικά το εκλογικό σώμα. Ο καυγάς δεν γίνεται για το πάπλωμα, αλλά για τις μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους που συναισθηματικά επιμένουν και μένουν πιστοί στο ΠΑΣΟΚ, καθώς και για τις διόλου ευκαταφρόνητες εκατοντάδες χιλιάδες που επιλέγουν να απέχουν των εκλογικών διαδικασιών αποστασιοποιημένοι κι από το παρόν ΠΑΣΟΚ κι από τον επελεύνοντα –μέχρι πρότινος– ΣΥΡΙΖΑ.

Επί της ουσίας και υπό τις παρούσες συνθήκες, για να μην γελιόμαστε και κοροϊδευόμαστε περιμένοντας –όχι τον Γκοντό– αλλά την ανάδυση της «κεντροαριστεράς», είναι –χοντρικά– σαν να περιμένουμε το θαύμα να ξανασμίξουν και να ξαναβρεθούν σε κοινό πολιτικό μετερίζι –πόσο μάλλον σε τραπέζι– ο Παπανδρέου, ο Βενιζέλος κι ο Σημίτης με ολίγη από Σταύρο Θεοδωράκη. Για τα παιδιά της ΔΗΜΑΡ –τα νυν ορίτζιναλ– όπως ο Θανάσης Θεοδωρόπουλος, ο Παπαθεοδώρου ή ο Ανδρέας Παπαδόπουλος κ.λπ. δεν τίθεται θέμα, είναι μέσα.

Κάποια άλλα όμως «παιδιά» –γερόλυκοι της πολιτικής θα το έλεγα– μεταρρυθμιστές, όπως ο Σπύρος Λυκούδης ή κι ο Γρηγόρης Ψαριανός ακόμα, σιγά μη χαλάσουν την υστεροφημία τους ψάχνοντας επ’ άπειρον ψύλλους στ’ άχυρα της κεντροαριστεράς [ή περιμένοντας πότε ο Ερμής στον αστερισμό του ΠΑΣΟΚ θα πάψει να ‘ναι ανάδρομος]. Το δρόμο -εξάλλου– όταν έρθει με το καλό εκείνη –διακινδυνεύω να προβλέψω– η ώρα θα τον έχει ανοίξει ο Φώτης Κουβέλης.

Για να το χοντρύνουμε και λίγο παραπάνω, όλη αυτή η συζήτηση περί την κεντροαριστερά δεν θα γινότανε, αν κάποιοι πίστευαν, ότι το ΠΑΣΟΚ σαν ΠΑΣΟΚ μπορεί από μόνο του και σε βάθος χρόνου έστω να «πάρει τ’ απάνω του» και να κατορθώσει να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία. Κάτι τέτοιο, απ’ τη στιγμή που το «πατριωτικό» –ή όπως αλλιώς θες πέσ’ το, «ακραίο» θα το έλεγα εγώ– κομμάτι του ΠΑΣΟΚ, μαζί με κάποιους άλλους «παλαιάς κοπής» πρασινοφρουρούς και ΠΑΣΟΚους, μετακινήθηκαν βλέποντας φως –όχι το αληθινό– εξουσίας στο ΣΥΡΙΖΑ, γίνεται ανέφικτο. Ας μη γελιόμαστε. [Μάλλον κι ο Γιώργος κατά ‘κει το πάει…]

Βαρίδια, ξεβαρίδια, αυτοί που έφυγαν δεν πήραν μόνο ψήφους αλλά έδωσαν πολιτικό βάθος στον ΣΥΡΙΖΑ, κάτι σαν άτυπη νομιμοποίηση στη διεκδίκηση της εξουσίας. Αν δίπλα σ’ όλα αυτά βάλει κάποιος και την απαξίωση, τη φθορά της πολύχρονης διακυβέρνησης, τα σκάνδαλα και όλα τα συμπαραμαρτούντα, καταλαβαίνει γιατί αυτή η «μαύρη τρύπα» στο κέντρο του πολιτικού χάρτη είναι πλέον πολύ δύσκολο να κλείσει μόνο από το πάλαι ποτέ κραταιό κι «ενωμένο – δυνατό» ΠΑΣΟΚ, το οποίο απλώς και προς το παρόν μόνο «είναι εδώ».

Το εγχείρημα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο, όσο ο Αλέξης Τσίπρας, μέσω των κυβερνητικών του επιλογών, διολισθαίνει και μετατοπίζεται στα δεξιότερα του νοητού άξονα αριστερά – δεξιά.  Όσο ο Αλέξης Τσίπρας, χάριν της εξουσίας, μεταμορφώνεται σε συστημικό εργαλείο της, τόσο, δίκην παντοδύναμης μαύρης τρύπας, θα τείνει ν’ απορροφήσει προσωπικότητες και σχήματα που κινούνται στα δεξιά του.

Οι κεντροαριστερές ανταύγειες της Αριστεράς ευρισκόμενης, μάλιστα, και με τη διακυβέρνηση στα χέρια, όχι μόνο θα σαγηνεύσουν, αλλά θα είναι σε θέση να ξελογιάσουν και να συνεπάρουν στην κυριολεξία όσο πλησιάζει ο εκλογικός χρόνος και τις πλέον ανθεκτικές, αδρανείς, αλλά κι ανένταχτες προς το παρόν πολιτικές δυνάμεις προερχόμενες κυρίως από το ΠΑΣΟΚ.

Απ’ την άλλη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έλκοντας –παρά τις διαφαινόμενες δυσκολίες– τη Νέα Δημοκρατία κεντρικότερα, τόσο κι αυτός απ’ την πλευρά του θα στερεί πολιτικό χώρο και δυνατότητες ευελιξίας και ελιγμών στον κεντρώο χώρο. Η διαφαινόμενη προσέλκυση προσωπικοτήτων ευρύτερης αποδοχής κι εμβέλειας από το φιλελεύθερο φάσμα, θα λειτουργήσει σαν καταλύτης για την προσχώρηση στη νέα Νέα Δημοκρατία δυνάμεων και πέρα απ' ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ. Ήδη κάποιοι με την έλευση του έαρος ετοιμάζουν δειλά – δειλά τις αποσκευές τους για τα ψηφοδέλτια του Κυριάκου.

Τι μένει, λοιπόν, για την κεντροαριστερά; Οι καλές προθέσεις κι οι επιστολές. Κάτι είναι κι αυτό, αλλά μόνο για τα ρεπορτάζ και τα δελτία, η κοινωνία κι οι ανάγκες της βρίσκονται από καιρό αλλού. Λυπάμαι, αλλά αν τη δεις στο εγγύς μέλλον σχηματοποιημένη, γράψε μου κι εμένα. [Σίγουρα, θα ‘ναι η πιο αναπάντεχη, αλλά κι ευχάριστη ταυτόχρονα είδηση].

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Το μνημόνιο πάει διακοπές.


Μπορεί ο Χρυσοχοΐδης να μην πρόλαβε να το διαβάσει, αλλά –εδώ που τα λέμε– μπορεί και να μην είχε άδικο.

Το μνημόνιο ήταν τόσο πυκνογραμμένο κι ασφυκτικό που μόνο η κατεπείγουσα ανάγκη χρηματοδότησης της οικονομίας του κράτους θα μπορούσε κατά κάποιον τρόπο να το δικαιολογήσει. Μέσα στις 64 σελίδες του νόμου 3845 του 2010 στηνόταν ένας Προκρούστιος μηχανισμός μέσω του οποίου η χώρα, στο όνομα της χρηματοδότησής της, αναλάμβανε εκατοντάδες δεσμεύσεις κι υποχρεώσεις για εφαρμογή περιοριστικών πολιτικών στη διοίκηση και την οικονομία.

Όση βούληση κι αν διέθετε η τότε κυβέρνηση ώστε να προωθήσει τις προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις κι αλλαγές, οι δεσμεύσεις και το χρονοδιάγραμμα ήταν τόσο περιοριστικά, που ουσιαστικά υπονόμευαν εκ προοιμίου την επιτυχία και την αποτελεσματική ολοκλήρωση της όποιας προσπάθειας. Πόσο μάλλον, όταν αναφέρονταν σε μια οικονομία και μια διοίκηση που κάθε άλλο παρά είχαν μάθει να λειτουργούν τηρώντας απαρέγκλιτους κανόνες κι είχαν εκπαιδευτεί για ν' ακολουθούν στοχοθεσίες και δείκτες απόδοσης. Η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου το 2010, αλλά δεν είχε και την άνεση των πολιτικών πρωτοβουλιών, εξαιτίας της καθολικής αντιπαράθεσης και του ξεσηκωμού σύσσωμης της τότε αντιπολίτευσης.

Σήμερα, όμως, μετά από πέντε χρόνια στο βαθύ τούνελ της κρίσης και με διαδοχικές εκλογές και κυβερνητικές εναλλαγές, για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – Αν.Ελ. τα δεδομένα τίθενται διαφορετικά. Αυτή κρατά κι ορίζει την τύχη της και την τύχη της χώρας στα χέρια της κυριολεκτικά. Διαθέτει την πολυτέλεια, όχι του χρόνου, ούτε της αμφισβήτησης των μνημονίων και της τρόικα, αλλά προπαντός ότι πλαισιώνεται κοινοβουλευτικά από πολιτικά κόμματα, που έχοντας «βιώσει στο πετσί τους» τι εστί διαχείριση της κρίσης, διαθέτουν –όπως τουλάχιστον διαφαίνεται από τις μέχρι σήμερα εκδηλώσεις τους– τη βούληση να συναινέσουν σε πολιτικές πρωτοβουλίες που θα στόχευαν στην προώθηση μεταρρυθμίσεων με θετικό πρόσημο για τη χώρα και θα διευκόλυναν ν’ απεμπλακεί επιτέλους από το βάρος των ασφυκτικών δανειακών της δεσμεύσεων, εξακολουθώντας απερίσπαστα την Ευρωπαϊκή της πορεία και προοπτική.

Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα μπορεί να συγκεντρώνει το μέγιστο δυνατό της κοινωνικής αποδοχής εξαιτίας των εξαγγελιών και των υποσχέσεών της, εφόσον και ελκυστικές είναι και σημαντική ανακούφιση μπορούν να προσφέρουν, αν εξασφαλιστούν οι απαραίτητες για την υλοποίησή τους πιστώσεις. Μπορεί να συγκεντρώσει όμως και το μέγιστο δυνατό της στήριξης κι άλλων πολιτικών δυνάμεων, αν επιλέξει να προωθήσει αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα, είναι συμφωνημένες με τους εταίρους και στοχεύουν στην αναδιοργάνωση του κράτους και τη βελτίωση λειτουργίας της δημοκρατίας και των θεσμών. Μπορεί να δημιουργήσει μέσω των πολιτικών της επιλογών και των αντίστοιχων νομοθετικών ρυθμίσεων μια ευρύτατα πολιτική και κοινωνική πλειοψηφία και συμμαχία, που θα επιτρέψει τη σταθεροποίηση της χώρας και την ανάκτηση της κλονισμένης της εμπιστοσύνης κι αξιοπιστίας.

Θα είναι κρίσιμο να μην αναλωθεί, μετά την αναμενόμενη συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους, κρίσιμος χρόνος για επικοινωνιακού τύπου κινήσεις και πρωτοβουλίες, αλλά να αξιοποιηθεί ταχύτατα για την προώθηση πολιτικών, που θα ευνοούν την αναζήτηση συναινετικών λύσεων και θα υποστηρίζουν την ανάπτυξη της χώρας, θα εξασφαλίζουν την κοινωνική δικαιοσύνη και θ’ αποκαθιστούν τη σχέση και την αντίληψη των πολιτών προς την Ευρώπη και τους θεσμούς της. Θα είναι κρίσιμο να επιδιωχθούν άμεσα και συστηματικά εκείνες οι επιλογές, που θ’ αποκαθιστούν τη διασπασμένη συνοχή της κοινωνίας και θα συντονίζουν το βηματισμό της στη βάση ενός κοινά αποδεκτού σκοπού κι ενός ευκρινούς και ξεκάθαρου οράματος για την ασφαλή μετάβασή της στο αύριο με ενότητα, ισότητα, δικαιοσύνη.

Μπορεί στην ευφορία και τον ενθουσιασμό των ημερών ο χρόνος να φαντάζει σχετικός ή και ατέλειωτος. Αν όμως η επίδρασή του υποεκτιμηθεί κι –αντίθετα– υπερεκτιμηθούν οι δυνατότητες της επικοινωνίας και της «νωπής εντολής», τότε μπορεί να σπαταληθεί άσκοπα και να έρθει ξαφνικά εκείνο το καλοκαιρινό πρωινό, που η αβεβαιότητα θα επιστρέψει κι όλος αυτός ο ενθουσιασμός κι η αισιοδοξία θα δώσουν μονομιάς τη θέση τους και πάλι στην απογοήτευση και την οργή με ό,τι αυτό μπορεί τότε να σημαίνει και να συνεπάγεται.

«Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει», λέει η παροιμία, αλλά, «από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα», λέει μια άλλη. Η κοινωνία μας κι η χώρα όλη ελπίζει, γιατί έτσι της υποσχέθηκαν κι έτσι πίστεψε, ότι αυτός είναι ο τελευταίος «μνημονιακός χειμώνας», ότι τα νομοσχέδια όλα είναι ήδη έτοιμα, αλίμονο αν έρθει η μέρα να διαπιστώσει και ν' αντιληφθεί, ότι το μνημόνιο δεν καταργείται, αλλά απλώς προς το παρόν πάει μόνο διακοπές.

Photo: Tattoos my

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Το κόμμα του Γιώργου κι οι λαχανοντολμάδες.


Στο τραπέζι. Πού αλλού γίνονται χρονιάρες μέρες οι καλύτερες συζητήσεις; Εξάλλου, το ‘χει κι η οικογενειακή παράδοση. Από τα παιδικά μας χρόνια γύρω απ’ ένα τραπέζι, πότε στο Περιστέρι, πότε στην Παλατιανή στα Λιόσια –‘Ιλιον πλέον– κι αργότερα στην Αριστομένους, εξελίσσονταν μεταξύ πατεράδων, θείων και παππούδων οι πιο σκληρές συζητήσεις κι αντιπαραθέσεις. Για τι άλλο; Για τα πολιτικά.

Μετά το μιλένιουμ μόνο, στα χρόνια του ευρώ και της «θωρακισμένης οικονομίας» –αποφεύγω τεχνηέντως την τετριμμένη πια λέξη «ευμάρεια»– οι συζητήσεις γίνανε λίγο - πολύ νερόβραστες. Πληθύνανε τα καλούδια κι οι μεζέδες, τα κρεατικά άφθονα κι οι οίνοι εύφραιναν τις καρδιές, αλλά οι συζητήσεις δεν ξεστράτιζαν συχνά, όπως πριν, κατά πολιτική μεριά. Κάτι η τηλεόραση, κάτι τα ριάλιτι και το λάιφ στάιλ, κάτι τα παιδιά μας –πλέον– μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον.

Στο τραπέζι, λοιπόν, το Χριστουγεννιάτικο θυμηθήκαμε –ξαδέρφια τα περισσότερα πια και κάποιοι καλοί φίλοι– πως πρέπει να εκλεγεί πρόεδρος για να μην γίνουν εκλογές. Όλοι συμφωνούσαν, παρά τις επιμέρους επιφυλάξεις και διαφωνίες, ότι η μη εκλογή προέδρου δεν θα πρόσφερε κάτι άλλο, από το να συνεχιστεί η αστάθεια, η αβεβαιότητα, τα προβλήματα. Κι ενώ –ω του θαύματος– οι σύμφωνες απόψεις πλειοψηφούσαν κι οι διαπιστώσεις ήταν συντονισμένες –ανάμεσα στην πιατέλα με τους λαχανοντολμάδες και το μπολ με την τυροκαυτερή– στους άστοχους ελιγμούς του Σαμαρά και στη βεβαιότητα ότι κι ο ΣΥΡΙΖΑ θ’ αναγκαστεί να κινηθεί στην ίδια γραμμή, μια φωνή ακούστηκε στ’ αριστερά μου –απ’ το ξάφνιασμα δεν κατάλαβα αν ήταν ο εικοσιπεντάχρονος ανιψιός μου ο Φοίβος ή η ξαδέρφη μου η Αλίκη που κάνει το δεύτερο χρόνο των μεταπτυχιακών της στην Κολωνία– να λέει μ’ αποφασιστικότητα: «Εγώ θα ψηφίσω τον Γιώργο αν κάνει κόμμα». 

Μάταια ο θείος Σπύρος –διαβλέποντας τα επακόλουθα ίσως– ύψωσε κείνη τη στιγμή το ποτήρι του αναφωνώντας; «‘Αντε, στην υγεία μας, ρε παιδιά». Ούτε η χρονιάρα μέρα, ούτε τα προσχήματα εμπόδισαν τη γιορταστική συναίνεση να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Τα «σεις» και τα «σας» πήγαν περίπατο –μαζί κι ένα πιρούνι που έπεσε στο χαλί κι η μπουκιά του μελομένου χοιρινού έκανε έναν λεκέ «να». Όλοι εκείνοι που πριν λίγο συμφωνούσαν για τ’ αυτονόητα, εκείνοι που μοιράζονταν προβληματισμούς για το τι μπορεί να γίνει να πάνε τα πράγματα καλύτερα, εκείνοι που πίστευαν στη δύναμη της συμφωνίας, της συνεργασίας και της ομαδικής προσπάθειας, άρπαξαν τα νταούλια και τους ζουρνάδες –σαν αυτά που θα βαρά ο Τσίπρας για να χορεύουν οι αγορές, θα έλεγα– και έσυραν μαζικά τον προεκλογικό χορό.

Ο Μιχάλης –αυτοδημιούργητος εργολάβος– θυμήθηκε το πρώτο μνημόνιο, το Καστελόριζο και την «πλατεία» και τοποθετήθηκε αταλάντευτα στη γραμμή Τέρενς Κουϊκ – Παύλου Χαϊκάλη. Μαζί του συμφωνούσε κι η Γιωργία με το Μήτσο –συνταξιούχο εργοδηγό του ΟΤΕ. Η θεία Μαρία –σύζυγος του θείου Σπύρου– πρώην τραπεζοκόμος και νυν συνταξιούχος του δημοσίου– δήλωσε με βραχνή απ’ το κάπνισμα φωνή, ότι αν ο Γιώργος κάνει κόμμα, θα ‘ναι σα να σκοτώνει τον πατέρα του κι ότι το ΠΑΣΟΚ δεν διχοτομείται, ούτε μοιράζεται. [Ο θείος Σπύρος μου φάνηκε σαν να συγκατένευσε μ’ ένα απροσδιόριστο νεύμα ή απλώς και μόνο  απολάμβανε τον λευκό ξηρό που ήταν ομολογουμένως εξαιρετικός].

Η Γιωργία κι ο Τάκης –το ξέραμε από τότε που κουρεύτηκαν τα ομόλογά τους– θα ψήφιζαν ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο κι η Μαρία με τον οδοντοτεχνίτη σύζυγό της, τον Χρήστο, επειδή είχαν κάτι κόκκινα δάνεια στην Εθνική. Σιωπηλά, αλλά ήταν κοινό μυστικό προς τα ‘κει όδευε κι Ματίνα μετά την απόλυσή της από τη βιοτεχνία που έκλεισε. Ο Αργύρης πίστευε, δειλά μεν αλλά αρκούντως σθεναρά, ότι ο Σαμαράς με το Βενιζέλο έπρεπε να μείνουν για να ολοκληρώσουν το κυβερνητικό τους έργο. Το ίδιο υποστήριζε –περισσότερο διακριτικά θα έλεγα– κι ο γιατρός της παρέας, ο κύριος Γιάννης. Η σιωπή του θείου Χαράλαμπου –όχι εκείνου του πεθαμένου της διαφήμισης– από πολλούς πέρασε απαρατήρητη, αλλά εγώ –επειδή βρισκόμαστε και τα λέμε συχνά με το θείο που και τετρακόσια τα ‘χει και στον εμφύλιο έχει πολεμήσει– κατάλαβα ότι ή ΚΚΕ ετοιμάζει ή καμιά βόλτα στο καφενείο την Κυριακή των –όποτε κι αν γίνουν– εκλογών.

Μέσα στην άψα της συζήτησης, όχι μόνο οι λαχανοντολμάδες έμειναν και τους τρώω τρεις μέρες τώρα, αλλά κι η μισή γέμιση της γαλοπούλας, τρεις μερίδες χοιρινό, μια πιατέλα παστουρμάς, σχεδόν τα μισά τυριά, κάτι παγωμένα κομμάτια λουκάνικο, η τυροκαυτερή –όντως είχε μια δόση παραπανίσια πιπεριά– κι οι περισσότερες μπύρες στο ψυγείο.

Στο τραπέζι, λοιπόν, το Χριστουγεννιάτικο άρχισε ο ενδοοικογενειακός προεκλογικός αγώνας μεταξύ συγγενών και φίλων, που το 2009 –κι όχι ασφαλώς μόνοκαι μπροστά και πίσω απ’ το παραβάν είχανε ψηφίσει ΠΑΣΟΚ με αρχηγό τον Γιώργο Παπανδρέου. Την Πρωτοχρονιά, όταν όλοι μαζί ξαναβρεθούμε στο ίδιο τραπέζι, ίσως μάθω –εκτός από το σε ποιο κομμάτι «θα πέσει» το φλουρί– και πόσα κομμάτια μπορούν να γίνουν οι παλιοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, που το μόνο που καταφέρνει μ’ επιτυχία μέχρι στιγμής είναι απλώς να «είναι εδώ».

Καλή Πρωτοχρονιά. 

[Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Μόνο τα Χριστούγεννα κι οι λαχανοντολμάδες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Προφανώς και το κόμμα του Γιώργου].

Photo: BANK WARS

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

Σηκώστε το παραβάν (ή το γάντι).


Πού βρίσκονται οι άνθρωποι; Σε ποιον πλανήτη ή διάσταση έχουν διακτινιστεί; Ότι όσοι έχουν εναπομείνει αποφεύγουν, διστάζουν ή ντρέπονται να πουν ότι είναι ΠΑΣΟΚ δεν το βλέπουν; Δεν αντιλαμβάνονται, ότι εκείνοι που ακόμα παραμένουν, παρακολουθούν αποσβολωμένοι, αμήχανοι κι απογοητευμένοι τα διαδοχικά εγχειρήματα διάσωσης του κόμματος που μόλις πριν λίγα χρόνια εξέφραζε το 45% σχεδόν του εκλογικού σώματος; Δεν μπορούν να καταλάβουν, ότι περισσότερο από τις περιοριστικές πολιτικές και τα διαδοχικά μέτρα, εκείνο που πληγώνει τη βάση του ΠΑΣΟΚ είναι οι έριδες κι οι διαμάχες μεταξύ των στελεχών του;

Φυσικά, είναι πολλά τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν κι έχουν οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ σ' αυτή τη δεινή θέση. Δεν είναι μόνο η ηγεσία. Δεν είναι -πολύ περισσότερο- η φίρμα. Σίγουρα παίζουν κι αυτά το ρόλο τους, ψυχολογικά και συναισθηματικά. Δύσκολα διαγράφεις μονοκονδυλιά δεσμούς μιας ολόκληρης ζωής. Για κάποιους από πενήντα, εξήντα και πάνω κάτι τέτοιο ίσως είναι κι αδιανόητο. Όλοι αυτοί όμως, εκείνοι που δεν έχουν την εξάρτηση της εξουσίας και το σύνδρομο της καρέκλας, μπορούν ν' ακολουθήσουν τον Παπανδρέου, τον Βενιζέλο, τον Χρυσοχοϊδη ή την Γεννηματά από ένστικτο, από συνήθεια, από συναισθηματική ταύτιση, ανεξάρτητα τι θα γράφει η ταμπέλα στο μαγαζί.

Η αλήθεια είναι ότι μετά το Βενιζέλο το πράγμα δυσκόλεψε. Το κλίμα βάρυνε. Ο σημερινός αρχηγός του ΠΑΣΟΚ δεν μπόρεσε να δημιουργήσει επικοινωνιακούς δεσμούς με τη βάση. Δεν κατάφερε να συνδεθεί με μια «αγαπησιάρικη σχέση» με «το όλον ΠΑΣΟΚ». Δεν κατάφερε να πείσει για την αναγκαιότητα της παρουσίας του στην ηγεσία. Προκάλεσε αντιθέσεις και διατήρησε αποστάσεις. Ταυτόχρονα, το περιβάλλον κι ο κομματικός περίγυρος που τον πλαισίωσε, κάθε άλλο παρά μπορούσε να «μιλήσει» στους ψηφοφόρους. Τα «βαριά» ονόματα επί των ημερών του, άλλοι διακριτικά κι άλλοι πομπωδώς, απομακρύνθηκαν και ξέκοψαν τους δεσμούς τους με το κόμμα. Σιγά – σιγά το ίδιο έκανε κι ο πολύς κόσμος. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, ο Ευάγγελος Βενιζέλος επιδιώκει να διατηρηθεί στο προσκήνιο, διατηρώντας την επαφή του με την εξουσία πρωτίστως και δευτερευόντως τη διάσωση του κόμματός του, μέσα από σχήματα που μόνο μέρος της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ μπορούν να συσπειρώσουν. Ανοίγει δρόμο στο αδιάβατο.

Ο Γιώργος Παπανδρέου απ' την άλλη, τι ζητάει; Είχε την ευκαιρία του, αγκαλιάστηκε από τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ, στηρίχτηκε επί μακρόν, έγινε πρωθυπουργός. Ο κόσμος εμπιστεύτηκε τις καλές προθέσεις και τους οραματισμούς του. Λοιπόν; Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Δεν αναφέρομαι στην χρεοκοπία, τα μνημόνια κι όσα ακολούθησαν. Σιγά μη γίνω εκ του ασφαλούς, μετά Χριστόν προφήτης, αλλά τώρα, ομολογώ, δεν κατανοώ, ύστερα από όσα έχουν συμβεί τι ζητάει. Συνέδριο, αλλαγή ηγεσίας. ΟΚ, τώρα; Άφησε το κόμμα ή δεν το άφησε; Παραιτήθηκε ή όχι; Υπονομεύτηκε, συκοφαντήθηκε. ΟΚ. Έμεινε να πολεμήσει μέσα στο κόμμα; Έμεινε να υπερασπιστεί τις πολιτικές του επιλογές; Τα λάθη ή τα σωστά του; Τότε, «στη βράση» πετυχαίνουν ή όχι οι αλλαγές. Σίγουρα υπάρχει μια μεγάλη μερίδα υποστηρικτών του που θα τον ήθελε και πάλι στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Είναι όμως σοβαρά πράγματα αυτά; Μάλλον για παιδαριώδη και πεισματάρικα μου φαίνονται και περισσότερο πλέον αποκαρδιώνουν παρά συσπειρώνουν. Κάνει άλμα στο κενό.

Το ΠΑΣΟΚ, αν έχει σήμερα λόγο ύπαρξης, είναι γιατί είναι κάτι πέρα από τους κυρίους Βενιζέλο και Παπανδρέου. Το «ΠΑΣΟΚ» -και το γράφω εντός εισαγωγικών για να συνεννοούμαστε- μπορεί να εκφράσει με πληρότητα και επάρκεια αυτό που σήμερα ονομάζεται κεντροαριστερά. Έχει τις ιστορικές καταβολές, την ιδεολογική επάρκεια, τα ικανά στελέχη, την οργανωμένη βάση. Σε πείσμα όσων επιμένουν ότι δεν υπάρχει, βρίσκεται παντού. Είναι μέσα στην κοινωνία. Το ΠΑΣΟΚ, σε κάθε περίπτωση, είτε αρέσει, είτε όχι, είτε εντός, είτε εκτός εισαγωγικών, αποτελεί τη μεγαλύτερη δεξαμενή δυνάμεων των κομμάτων της χώρας. Από τη μια με τα στελέχη του, από την άλλη με τους πολίτες που το στήριζαν ή εξακολουθούν να το στηρίζουν. Δεν υπάρχει πολιτικός χώρος σήμερα, που να μην υπάρχουν κάποιοι, που με κάποιον τρόπο πέρασαν είτε ως βουλευτές ή στελέχη, είτε ως μέλη ή απλοί ψηφοφόροι από το ΠΑΣΟΚ. Εκεί βρίσκεται η λύση του γόρδιου δεσμού των πολιτικών εξελίξεων, στο κουβάρι των ΠΑΣΟΚων. Αρέσει, δεν αρέσει, επαναλαμβάνω.

Νυχθημερόν, η κεντροαριστερά από 'δω κι η κεντροαριστερά από 'κει και πουθενά η κεντροαριστερά. Στελέχη και προσωπικότητες πάνε πέρα - δώθε, περιφέρουν τις απόψεις και τους προβληματισμούς τους από πάνελ σε πάνελ, αλλά να συνεννοηθούν δεν καταφέρνουν. Υπερασπίζονται την ανάγκη αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, αλλά «πλάτη» δεν τολμούν να βάλουν όλοι μαζί, να συμφωνήσουν για να τις διεκδικήσουν, για να τις επιβάλουν. Αν μετρήσουμε πόσοι ομιλούν για την κεντροαριστερά σήμερα θα χάσουμε το μέτρημα. Ας ψάχνουν όσο θέλουν, αν το ΠΑΣΟΚ κατορθώσει να συνεννοηθεί, θα το ψάχνουν. Γίνεται όμως και πώς; Δεν γίνεται. Πολύ φοβάμαι, ότι οι προσωπικές αντιθέσεις και διαφορές είναι μεγάλες, αγεφύρωτες. Τα πρόσφατα γεγονότα το επιβεβαιώνουν. Αυτό διαισθάνονται κι οι προβληματιζόμενοι περί την κεντροαριστερά κι αναζητούν εναγωνίως δεξιά κι αριστερά στέγη για τους προβληματισμούς και το πολιτικό τους μέλλον. Το ΠΑΣΟΚ υπό τις παρούσες συνθήκες δεν μπορεί να τους την εξασφαλίσει. Δεν διαθέτει, καλώς ή κακώς, έρμα αξιοπιστίας. Το ΠΑΣΟΚ σ' αυτή τη συγκυρία δεν καταφέρνει να πείσει και να συσπειρώσει ούτε κάν εκείνους που ταυτίζονται ή αισθάνονται ιδεολογικά προσκείμενοι.

Αν έφευγε ο Βενιζέλος τα πράγματα θα άλλαζαν; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Αλλά το ζητούμενο είναι οι πολιτικές προτάσεις κι όχι μόνο τα πρόσωπα. Τα πρόσωπα μπορεί να προσθέσουν κάτι από την προσωπικότητα, τις γνώσεις, το ταλέντο ή τα χαρίσματά τους, όμως οι αποφάσεις τους κι οι επιλογές τους είναι εκείνες που τελικά θα κρίνουν την τύχη και την πορεία τους. Την επιτυχία ή την αποτυχία τους. Δες τον Τσίπρα. Ποιος τον εμπιστεύεται -με το χέρι στην καρδιά- για πρωθυπουργό; Ο Θεοδωράκης απ' την άλλη. Ωραίος στη σκηνική παρουσία, αλλά μόλις μπήκε στα βαθύτερα της πολιτικής πάτωσε, άρχισαν οι αστερίσκοι κι οι επιφυλάξεις. Δεν είναι εκεί το θέμα κι όσοι πηγαίνουν την κουβέντα στα πρόσωπα, είτε το κάνουν σκόπιμα για αποπροσανατολισμό, είτε αφελώς για να γίνεται συζήτηση.

Το ΠΑΣΟΚ έχει συνθλιβεί πολιτικά στις συμπληγάδες των μνημονίων. Έχει όμως απαξιωθεί κι από τα ίδια του τα στελέχη ηθικά και πολιτικά. Αν και σημαντικό τμήμα της κοινωνίας εξακολουθεί να το παρακολουθεί, φαίνεται να βαδίζει στο αδιάβατο, τη στιγμή που πρωτοκλασάτα και προβεβλημένα στελέχη του επιχειρούν ατάκτως άλματα στο πολιτικό κενό. Τι θα διακυβευόταν άραγε περισσότερο σ' αυτή τη συγκυρία, αν δοκίμαζε, προσκαλώντας όλους, να πραγματοποιήσουν μαζί ένα άλμα στο μέλλον; Ίσως αυτό που τώρα φαντάζει πρόκληση, αύριο ν' αποδειχτεί λυτρωτική υπέρβαση.

Ας σηκώσει κάποιος, επιτέλους, το γάντι. Τότε μόνο θα μπορέσουμε να δούμε όλοι τι ακριβώς γίνεται πίσω απ' το παραβάν. [Εκτός αν φοβούνται, ότι εκείνο που υπάρχει πλέον πίσω, είναι μόνο οι σκελετοί].

Photo: Stavrovelonia

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Λεφτά υπάρχουν.


Ματαιοπονεί. Δεν μου έρχεται καμιά άλλη λέξη στο νου που να αποδίδει με ακρίβεια την εμβέλεια που μπορεί να έχει η δήλωση του Απόστολου Κακλαμάνη σχετικά με το «Εμείς δεν είπαμε ποτέ λεφτά υπάρχουν», που ανέφερε επικριτικά ο Αντώνης Σαμαράς ενώπιον του κομματικού του ακροατηρίου.

Ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής, με την οξυδέρκεια και την ευθύτητα που διακρίνουν τον πολιτικό του λόγο, θέλησε να παρέμβει για ν' αποκατασταθεί η αλήθεια σε μια –κατά τη γνώμη μας– χαμένη υπόθεση. Υπενθύμισε στον Αντώνη Σαμαρά –αλλά και σε όλους– κάποια από τα «ξεχασμένα» γεγονότα της κρίσιμης περιόδου μετά τη σύναψη της πρώτης δανειακής σύμβασης, αλλά και πώς διαστρεβλώθηκαν τα λόγια του Γιώργου Παπανδρέου με την απομόνωση του «λεφτά υπάρχουν».

Ματαιοπονεί, γιατί αυτή η παραχάραξη των λόγων του Γιώργου Παπανδρέου είναι τόσο έντεχνα κατασκευασμένη, αναπαραγμένη κι αποκρυσταλλωμένη μετά από τόσες επαναλήψεις στο λαϊκό υποσυνείδητο, που όσες παρεμβάσεις ή αποκαταστάσεις κι αν επιχειρηθούν η «βλάβη» πλέον έχει καταστεί ανήκεστος. Ο Γιώργος Παπανδρέου το «λεφτά υπάρχουν» το έχει χρεωθεί εις τον αιώνα τον άπαντα.

Πώς, όμως, να μην αποθρασύνεται όχι μόνο ο Αντώνης Σαμαράς, αλλά κι ο οιοσδήποτε, όταν την παραχάραξη αυτή την επεχείρησε με τον πλέον επίσημο τρόπο ανήμερα της επετείου της 3ης Σεπτέμβρη ενώπιον του κομματικού ακροατηρίου στο Ζάππειο, ποιος; Ο ίδιος ο Κώστας Σημίτης, ο πρώην Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και πρώην πρωθυπουργός της χώρας. Μπροστά στον Ευάγγελο Βενιζέλο και τον κύριο Καρύδη, που τώρα βγαίνει και διαμαρτύρεται στη Νέα Δημοκρατία για λογαριασμό του ΠΑΣΟΚ.

Ματαιοπονεί, λοιπόν, ο πρώην πρόεδρος της Βουλής, επιχειρηματολογώντας σε ώτα μη ακοώντων. Οι κρίσιμες επιλογές φαίνεται ότι έχουν γίνει από καιρό. Από πάντα, ίσως. Μικρή έχει σημασία η υπενθύμιση και μικρότερη η προσπάθεια αποκατάστασης της αλήθειας. Κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος ν’ ακούσει τον άλλον και προπαντός ν’ ακούσει την αλήθεια.

Κατασκεύασαν οι αντιμαχόμενοι –γιατί περί αυτού πρόκειται– το παραμύθι τους και ξιφουλκούν με φόντο τις εκλογές στην καμπούρα ενός λαού, που κοιτά μόνο απέναντι και δεν ασχολείται με τίποτε άλλο εκτός από το ποιος κομίζει τα περισσότερα. Ένα τεράστιο ψέμα είναι οι παράτες της κυβέρνησης, ένα τεράστιο ψέμα είναι κι οι υποσχέσεις της αντιπολίτευσης. Δυο τεράστια ψέματα, που οι επιδιαιτητές της διαμάχης, τα μίντια και τα οικονομικά συμφέροντα που τα ελέγχουν, τα προβάλουν και τ' αναπαράγουν κατά το δοκούν προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού της πρωινής, μεσημεριανής και βραδινής ζώνης.

Ματαιοπονεί ο Απόστολος Κακλαμάνης, αλλά κι όποιος άλλος αρθρώνει λόγο σοβαρό, νηφάλιο κι υπεύθυνο. Το σκηνικό είναι καλά στημένο, η διανομή των ρόλων έχει γίνει και δεν χωρούν παρεμβάσεις ή διορθώσεις στα κατασκευασμένα σενάρια. Από το προσκήνιο έχουν εξοβελιστεί δεσμεύσεις, υποχρεώσεις και συμφωνίες. Εδώ κοντεύει –αν δεν έχει ήδη– εκπαραθυρωθεί μετά τη λογική κι η νομιμότητα.

Μετά το στύψιμο του λαού για την όπως-όπως κατασκευή του πρωτογενούς, η όποια αναφορά σε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις ηχεί υπονομευτικά –ή και προβοκατόρικα– και στιγματίζεται σαν προσπάθεια αποπροσανατολισμού. «Λεφτά υπάρχουν», αλλά στην κυβέρνηση το λένε περιφραστικά κλείνοντας προσεχτικά το δεξί μάτι. Φοροελαφρύνσεις, μειώσεις ΦΠΑ, έξοδος από την επιτήρηση, απαγκίστρωση απ’ το ΔΝΤ κοκ. Για την ανάπτυξη, τι; (Σιωπή)

Μετά τις δάφνες των Ευρωεκλογών περιττεύει κι η όποια προσπάθεια για τη διατύπωση μιας στοιχειωδώς αξιόπιστης πρότασης διακυβέρνησης από την αντιπολίτευση. Το κατασκευασμένο «λεφτά υπάρχουν» ηχεί τόσο φτωχικό και μηδαμινό μπροστά στα μεγαλεπήβολα κοστολογημένα οικονομικά σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ, στο ρυθμικό και παμπόνηρο κλείσιμο του αριστερού ματιού. Καθένας μπορεί σύμφωνα με τις εξαγγελίες να ελπίζει. Μια ελπίδα που όλη είναι στημένη σε μια διαπραγμάτευση, σ’ ένα και μόνο ενδεχόμενο: «Τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους της ονομαστικής αξίας του χρέους, ώστε να γίνει βιώσιμο. Έγινε για τη Γερμανία το 1953. Να γίνει και για την Ελλάδα το 2014». Αν όχι, τι; (Σιωπή)

Μετά από τόσα χρόνια σκληρής λιτότητας για τον λαό, λιτότητας στην πράξη κι όχι στις αντιπολιτευτικές κορώνες άλλων εποχών, εποχών που ονομάστηκαν εσχάτως «ευμάρειας» –γιατί αν δεν δεις τα χειρότερα δεν κατανοείς την κατάσταση που πραγματικά βρίσκεσαι– η σκληρή καθημερινότητα με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία φανερώνει με δραματικό τρόπο και διαψεύδοντας το στημένο σκηνικό, ότι με τα σημερινά δεδομένα και πολιτικές «λεφτά δεν υπάρχουν». Ούτε στις τράπεζες, ούτε στα νοικοκυρά, ούτε στην οικονομία. Η πραγματικότητα, αλλά κι η λογική, σε πείσμα όλων των διαβεβαιώσεων κι υποσχέσεων βροντοφωνάζει την αλήθεια.


Ψιλά γράμματα. Κράτα το «λεφτά υπάρχουν» και ξεμπέρδεψες μια και καλή με όλα τ' άλλα, αλλά, προπαντός, μ' αυτόν που τόλμησε να το ξεστομίσει. Για όλα τ’ άλλα φτάνει η σιωπή, αρκεί το κλείσιμο του ματιού, και για να κυβερνάς και για ν’ αντιπολιτεύεσαι.

Όποιος έχει όρεξη να ψάχνει και να ψάχνεται, ματαιοπονεί.

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Το ρήγμα και το ντεκολτέ.


Βαθύ, δεν θα μπορούσε να γίνει βαθύτερο. Δεν ξέρω αν θα ταίριαζε να το παρομοιώσει κανείς με το πηγάδι που έχουμε πέσει ή το μαύρο σκοτάδι που μας περιβάλει ως χώρα, ως πολίτες, ως κοινωνία. Ίσως το αβυσσαλέο -αν και δεν πρόκειται για ντεκολτέ- να του ταίριαζε περισσότερο, αλλά ας το αποφύγουμε, αφού η εμπλοκή συναισθηματικών και ψυχολογικών καταστάσεων και ιδιαιτεροτήτων, όπως π.χ. μίσος ή θράσος, θα περιέπλεκε περισσότερο την ούτως ή άλλως μπλεγμένη κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση το ρήγμα εντός του ΠΑΣΟΚ είναι τεράστιο κι η όποια προσπάθεια με προσχήματα ή καλές προθέσεις, με επικλήσεις και με δεήσεις να γεφυρωθεί, μάλλον καθιστά το εγχείρημα περισσότερο γραφικό και ολιγότερο καρποφόρο.

Ίλιγγος προκαλείται σ' όποιον αναζητήσει τις απαρχές αυτού του ρήγματος. Ίσως να βρίσκεται στις πρώτες ώρες, στα πρώτα δευτερόλεπτα της δημιουργίας του Κινήματος. Ίσως είναι συνυφασμένο με τις γενεσιουργές του αιτίες και τα δομικά του χαρακτηριστικά, με το DNA του. Χρόνια πίσω, δεκαετίες πίσω, πριν ίσως κι απ' την «αλλαγή» ή και τον «ανένδοτο», που εκτίθενται αυτές τις μέρες.

Η τεράστια προσωπικότητα του Ανδρέα, η δύναμη της εξουσίας και το αίσθημα της αυτοσυντήρησης συνέβαλαν όλα αυτά τα χρόνια, στο ρου της πολιτικής ζωής και της Ιστορίας, οι ρηγματώσεις να καλύπτονται, να παραβλέπονται, να αποσιωπούνται. Συνέδρια έρχονταν κι έφευγαν, αρχηγοί στη μετά Ανδρέα εποχή άλλαζαν, «σύντροφοι» έμπαιναν κι έβγαιναν, η 3η Σεπτέμβρη και κάποιο συμβόλαιο με το λαό διαρκώς ξεμάκραιναν και ξεθώριαζαν, αλλά το ΠΑΣΟΚ τις κρίσιμες ώρες ενωμένο και δυνατό ήταν εκεί, εδώ, παντού. Το ρήγμα κι οι αντιθέσεις εξαφανίζονταν μαγικά πίσω από τα υπουργικά γραφεία, μπροστά στις κορδέλες νέων έργων, κάτω από ιαχές και πλαστικές σημαίες, κάτω από τον εκθαμβωτικά ελκυστικό «πράσινο ήλιο».

Το ρήγμα πάντα όμως ήταν εκεί, μέσα. Όποιος δεν τρεφόταν με αυταπάτες ή απ' τον κρατικό κορβανά μπορούσε να διαισθανθεί την απειλή του. Όποιος δεν φορούσε παρωπίδες ή τη στολή του «πρασινοφρουρού» μπορούσε ν' ακούσει τους υπόκωφους τριγμούς του. Όποιος δεν ακολουθούσε τυφλά ή δεν ψήφιζε απ' ανάγκη μπορούσε να διακρίνει τις επιπτώσεις του. Όποιος συμμετείχε από ενδιαφέρον, αγάπη, ανιδιοτέλεια μπορούσε να ξεχωρίσει ξεκάθαρα τις ομάδες, τις φατρίες, τις σκοπιμότητες, τα συμφέροντα και τους τυχοδιωκτισμούς, που ανάλογα με τις περιστάσεις και τις συγκυρίες συντηρούσαν και βάθαιναν αυτό το ρήγμα.

Το ΠΑΣΟΚ «έπεσε» πρώτα από μέσα. Η αναζήτηση δεξιά κι αριστερά αιτίων και λόγων το μόνο που επιδιώκει είναι ν' αποπροσανατολίσει, να αποσιωπήσει και -για μια ακόμα φορά- να επιχειρήσει να κρύψει το βαθύ ρήγμα που το έχει καταπιεί. Μπορεί να υπάρχουν σφραγίδες, γραφεία, Πρόεδροι, στελέχη κι όργανα, μπορεί να υπάρχουν ακόμα και εν δυνάμει ψηφοφόροι, δεν υπάρχει όμως ομοψυχία, ενότητα, ηθικό έρμα και δυναμική πολιτικού λόγου. Έχει απαξιωθεί. Αυτές τις μέρες -τι τραγικά συμβολικό που συνέπεσε με τα σαράντα χρόνια- απώλεσε και τα τελευταία ψήγματα από τα προσχήματα του τελευταίου διαστήματος που λειτουργούσαν στοιχειωδώς συνεκτικά.

Δεν είναι θέμα ούτε του Παπανδρέου, ούτε του Βενιζέλου, δεν είναι θέμα ούτε προσωπικό, ούτε οικογενειακό, είναι υπόθεση βαθύτατα πολιτική, αφορά το μέλλον του τόπου, μας αφορά όλους. Έχουν χρέος, λοιπόν, όσοι εκ των πρωταγωνιστών αναφέρονται στο μέλλον της χώρας και του λαού, όσοι αγωνιούν για την τύχη της πατρίδας και την ευημερία των πολιτών, να επισπεύσουν τις επιλογές και τις αποφάσεις τους και ν' αφήσουν το «ΠΑΣΟΚ» στην ησυχία του, δεν τους ανήκει. Το «ΠΑΣΟΚ» ανήκει πλέον στην Ιστορία, ας το σεβαστούν κι ας μη διαγκωνίζονται ποιος θα το σπρώξει πιο βαθιά στο χρονοντούλαπό της.

Όσοι επέλεξαν ν' αντιπαλέψουν τη δεξιά ας το πράξουν κι εκείνοι που προσανατολίζονται προς τη δημοκρατική παράταξη ας επισπεύσουν, αλλά κι όποιοι άλλοι εκ των επωνύμων στελεχών του το σκέπτονται ή προβληματίζονται ας κάνουν τις επιλογές τους. Έχουν χρέος κι ευθύνη απέναντι σ' όλους όσους πίστεψαν και στήριξαν όλα αυτά τα χρόνια το ΠΑΣΟΚ, αλλά και στην ιστορική πολιτική του διαδρομή, έχουν χρέος απέναντι στον Ελληνικό λαό, να προτείνουν καθαρές λύσεις και να πάρουν ξεκάθαρες αποφάσεις.

Δεν είναι ούτε ντροπή, ούτε προδοσία. Είναι στάση ευθύνης, συνέπειας, ελπίδας και προοπτικής. Είναι προσφορά στη δημοκρατία και στους θεσμούς της. Είναι πράξη που κλείνει τους λογαριασμούς με το παρελθόν, κλείνει το εσωκομματικό ρήγμα κι ανοίγει μια νέα σελίδα στην πολιτική μας Ιστορία. Είναι πράξη που σηματοδοτεί την αφετηρία αναγέννησης και ανασύνταξης του δημοκρατικού προοδευτικού χώρου, του χώρου που σε όλες τις κρίσιμες καμπές της χώρας, στάθηκε αταλάντευτα προσηλωμένος στις ανάγκες ανάπτυξης και προκοπής της κοινωνίας και του λαού, στην ευημερία και την πρόοδο της πατρίδας. Είναι πράξη που φωτίζει το μέλλον.

Μπορούμε να κοιτάξουμε ψηλότερα απ' το ντεκολτέ της κυρίας Σόδη. Μας αξίζει και το δικαιούμαστε.

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Ο Γιώργος, ο Ανδρέας (σε παρένθεση) κι οι λοιποί.


Άνυδρη και στέρφα εποχή. Καιροί για λίγα και μέρες για ελάχιστα. Από την εποχή των «παχιών αγελάδων» στην εποχή των «παχιών λόγων». Τα «νέα» χαμένα στα ψιλά και τα παλιά να ζουν και να βασιλεύουν. Με δυο λόγια, χαμένοι στα ελάχιστα, ζώντας σε παλιά ένδοξα βασίλεια με νέους πρωταγωνιστές.

Σιβυλλικά; Διφορούμενα; Ακαταλαβίστικα; Μπορεί. Αυτά δηλαδή που καταλαβαίνουμε λένε περισσότερες αλήθειες; ‘Η μήπως κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε; Ο Κουβέλης πάει –όχι μόνος του– για πρόεδρος κι ο Τσίπρας μέσα σε 100 μέρες θα φέρει και πάλι τη δημοκρατία στον τόπο που γεννήθηκε. Έτσι λέει η πραγματικότητα ή κατά κόσμον reality. ‘Ο,τι περισσεύει θα το κόψουμε κι ό,τι δεν αρέσει θα το καταργήσουμε. Στο μεταξύ ό,τι πιο πρόχειρο κι επιτηδευμένο νομοθετείται κι ό,τι πιο παλιομοδίτικο και συντηρητικό επανέρχεται. Ούτε μία, ούτε δύο, πενήντα ολόκληρες έδρες είναι αυτές. Μικροκομματικά παιχνίδια προς δόξαν του νεοφασισμού και των φερέφωνων, που είδαν σκοτάδι πυκνό και κουρνιαχτό και ξεμύτισαν. Τι ξεμύτισαν, μύτες –κι όχι μόνο– ανοίγουν αβέρτα. ‘Ασε ν’ αρχίσουν οι δίκες και τότε να δεις τι θα πει φόβος.

Α, ρε Γιώργο! Εσύ φταις για όλα! Αντί να τα πάρεις όλα παραμάζωμα και να σαρώσεις τα παλιά και φθαρμένα, αντί να ηγηθείς μιας πραγματικής μεταπολίτευσης, πήρες παραμάζωμα όλες τις αναφορές και τους πυλώνες του κεντρώου χώρου, της δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης και τους έσπειρες στους πέντε ανέμους. Σε μπέρδεψαν; Αλήθεια, τι μπερδεύτηκες; Αν ο Καραμανλής πριν από χρόνια είπε μεταξύ σοβαρού κι αστείου την πιο μεγάλη αλήθεια για το ποιοι κάνουν κουμάντο στον τόπο, αλλά μετά περιορίστηκε να απολαύσει τα σουβλάκια του, εσύ –αφού μπερδεύτηκες που μπερδεύτηκες– που δεν είχες και κανέναν λόγο να κιοτέψεις ή να καθυστερήσεις, τελικά με τις επιλογές και τις αποφάσεις σου βρέθηκες κατευθείαν στο στόμα τους. Σε ξεσκίσανε και τώρα, όπου βρεθούν και σε κάθε ευκαιρία, ξεσκίζουν κι ό,τι έχει απομείνει κι απ’ τα ρετάλια.

Ο γέγοναι, γέγοναι. Έτσι για την Ιστορία το ανέφερα μιας κι οι επετειακές εκδηλώσεις για τα σαράντα πλησιάζουν και θα πέσει και πάλι το γνωστό ξεφωνητό. Εν προκειμένω ίσως ο Καραμανλής να πολιτεύεται με περισσότερη εξυπνάδα στα πίσω έδρανα και πρώτος στην εθνοσωτήριο εφεδρεία –άλλη κι αυτή μεγάλη αλήθεια της εποχής.

Στο δια ταύτα, χρόνια τώρα, διαπιστώνουμε ότι «δια ταύτα» δεν υπάρχει. Όλα κινούνται, όπως σιβυλλικά αναφέρθηκε, σε ρυθμούς μεταπολίτευσης –της πραγματικής, του ’74. Ο Τσίπρας μόνο ζιβάγκο δεν έχει φορέσει, ο Σαμαράς προετοιμάζεται για τη μεταμνημονιακή συνταγματική αναθεώρησή του και την εκλογή προέδρου απευθείας απ’ τον λαό κι ο Βενιζέλος παριστάνει κάτι μεταξύ Γιάγκου Πεσματζόγλου και Γεωργίου Μαύρου. Όποιοι –λένε κάποιοι– μας έφεραν σ’ αυτό το χάλι ζουν και βασιλεύουν και μας κυβερνούν. Όλοι αυτοί οι «κάποιοι», όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν εδώ, ήταν διαρκώς σε κάποιους δρόμους για να καταγγέλλουν τους προϋπολογισμούς λιτότητας και το ξήλωμα του κοινωνικού κράτους. Τότε δεν είχαμε βλέπεις χούντα. Τη χούντα την είχε ρίξει με τους μαζικούς του αγώνες ο λαός.

Ο λαός! Αυτός ο υπέροχος λαός, που δέχεται αυτής την ποιότητα τη δωρεάν παιδεία –υγεία, περίθαλψη κ.λπ.– αλλά απεργεί για να μην αξιολογούνται π.χ. οι εκπαιδευτικοί ή μάλλον –για να πούμε και του στραβού ή όποιου άλλου ενδιαφερόμενου το δίκιο– θέμε την αξιολόγηση, αλλά κάπως φλου βρε παιδί μου, κάπως με στόχους και περικοκλάδες και κριτήρια, επιστημονική, φιλολαϊκή, όχι μεροληπτική κι αναποτελεσματική, όχι μνημονιακή. Ο λαός έχει αλάθητο ένστικτο. Ναι, είναι γεγονός. Μόλις δει τα σκούρα κι ότι πρέπει να βάλει πλάτη, την κάνει κανονικά σ’ όποιον δώσει τα περισσότερα. Αυτό λίγο – πολύ δεν έκανε όλα αυτά τα χρόνια; Ναι, αυτά τα χρόνια που κυβέρνησε κάποιο ΠΑΣΟΚ που κανένας πλέον δεν το γνωρίζει, δεν το θέλει κι όποιος το συναναστρέφεται ή το υποστηρίζει να του κοπούν τα χέρια, να πάθει καρκίνο και να πεθάνουν όλα του τα γιδοπρόβατα.

Ανοίγω μια παρένθεση εδώ για να γράψω, ότι ο μόνος που σέβεται και τιμά τον Ανδρέα Παπανδρέου στις μέρες μας είναι ο Αλέξης Τσίπρας. Τι Παπανδρεϊκοί και πράσιν’ άλογα. Ο Τσίπρας διαμηνύει στους δανειστές, ότι δεν πρόκειται να υπογράψει κανένα μνημόνιο μαζί τους. Το μόνο που ευχαρίστως ίσως υπέγραφε είναι συμβόλαιο με το λαό. Ως τότε κάνει τις πρόβες λαϊκισμού εκείνου του ΠΑΣΟΚ της εποχής του Ανδρέα, που –κατά τα λοιπά– καταγγέλλει. Είπαμε, οι πενήντα έδρες είναι πάρα πολλές κι ας τρίζουν για χάρη τους τα κόκαλα του Παπανδρέου. Κλείνει η παρένθεση.

Άνυδρη εποχή κι ας έχει μπουγελώματα –για καλό σκοπό– και ποτάμια –επίσης με καλές προθέσεις. Τότε το κάρο πώς έχει κολλήσει στη λάσπη, μου λες; Πού είναι οι νέες ιδέες; Πού είναι οι καινοτομίες; Πού είναι η αλήθεια κι η κοινή λογική; Δυστυχώς εκεί που ήταν πάντα. Στα ψιλά. Θαμμένες μέσα στη λάσπη. Τη λάσπη του βολέματος, της αδιαφορίας, της ημιμάθειας, της παραπληροφόρησης και του δήθεν, αλλά και της οργής και της αγανάκτησης πρόσφατα. Τη λάσπη που πάντα ήταν παρούσα, όπως κι ο φασισμός, η μισαλλοδοξία, ο λαϊκισμός ή ο μικροκομματισμός, αλλά και αυτήν κι όλα αυτά κι άλλα τόσα απ’ τα κακά της μοίρας μας, τα έκρυβαν πότε οι επιδοτήσεις, πότε οι διορισμοί, πότε τα πακέτα και τα ΕΣΠΑ, πότε τα πυροτεχνήματα των ολυμπιακών αγώνων και των μεγάλων έργων. «Όλα τα λεφτά, όλα τα κιλά» κι ας ήμασταν με το ένα πόδι έξω απ' τις αγορές.

Σήμερα, ψάχνουμε ηγέτες και πεφωτισμένες ηγεσίες για ν’ αποφύγουμε να κρατηθούμε όλοι μαζί από το χέρι, να λειτουργήσουμε οργανωμένα κι υπεύθυνα ως λαός ενωμένοι κι αποφασισμένοι. Δεν κοιταζόμαστε καν στα μάτια. Καθένας μόνος του κι οι άλλοι «οι απέναντι», «οι άλλοι», «οι αντίπαλοι». Δεν το έχουμε, δυστυχώς. Αναπολούμε το ένδοξο παρελθόν λησμονώντας πόσες και πόσες σελίδες μίσους και διχασμού έχουμε ζήσει, πόσο πόνο, πόση πίκρα, πόση φτώχεια. Επενδύουμε στα στοιχειά της φυλής για πενήντα βουλευτές, χαϊδεύουμε φασίστες για πενήντα βουλευτές. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα κι η σωτηρία της ψυχής είναι μεγάλο πράγμα, αλλά της παράταξης –ως φαίνεται– μεγαλύτερο. Κι ας δίνονται έτσι δικαιώματα στους φασίστες να εξευτελίζουν και τους τριακόσιους όπου βρεθούν κι όπου σταθούν. 

Δύσκολο φθινόπωρο έρχεται και μια βροχή μόνο δεν φτάνει ούτε για να μας δροσίσει, αλλά ούτε και για να μας σώσει. Η λύση δύσκολη, αλλά είναι –και πρέπει να μείνει– στο χέρι μας (και σφάλουν όσοι νομίζουν ότι αν ξεσπάσει η καταιγίδα η ομπρέλα των πενήντα θα μπορέσει να τους προστατεύσει).