Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Λεφτά υπάρχουν.


Ματαιοπονεί. Δεν μου έρχεται καμιά άλλη λέξη στο νου που να αποδίδει με ακρίβεια την εμβέλεια που μπορεί να έχει η δήλωση του Απόστολου Κακλαμάνη σχετικά με το «Εμείς δεν είπαμε ποτέ λεφτά υπάρχουν», που ανέφερε επικριτικά ο Αντώνης Σαμαράς ενώπιον του κομματικού του ακροατηρίου.

Ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής, με την οξυδέρκεια και την ευθύτητα που διακρίνουν τον πολιτικό του λόγο, θέλησε να παρέμβει για ν' αποκατασταθεί η αλήθεια σε μια –κατά τη γνώμη μας– χαμένη υπόθεση. Υπενθύμισε στον Αντώνη Σαμαρά –αλλά και σε όλους– κάποια από τα «ξεχασμένα» γεγονότα της κρίσιμης περιόδου μετά τη σύναψη της πρώτης δανειακής σύμβασης, αλλά και πώς διαστρεβλώθηκαν τα λόγια του Γιώργου Παπανδρέου με την απομόνωση του «λεφτά υπάρχουν».

Ματαιοπονεί, γιατί αυτή η παραχάραξη των λόγων του Γιώργου Παπανδρέου είναι τόσο έντεχνα κατασκευασμένη, αναπαραγμένη κι αποκρυσταλλωμένη μετά από τόσες επαναλήψεις στο λαϊκό υποσυνείδητο, που όσες παρεμβάσεις ή αποκαταστάσεις κι αν επιχειρηθούν η «βλάβη» πλέον έχει καταστεί ανήκεστος. Ο Γιώργος Παπανδρέου το «λεφτά υπάρχουν» το έχει χρεωθεί εις τον αιώνα τον άπαντα.

Πώς, όμως, να μην αποθρασύνεται όχι μόνο ο Αντώνης Σαμαράς, αλλά κι ο οιοσδήποτε, όταν την παραχάραξη αυτή την επεχείρησε με τον πλέον επίσημο τρόπο ανήμερα της επετείου της 3ης Σεπτέμβρη ενώπιον του κομματικού ακροατηρίου στο Ζάππειο, ποιος; Ο ίδιος ο Κώστας Σημίτης, ο πρώην Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και πρώην πρωθυπουργός της χώρας. Μπροστά στον Ευάγγελο Βενιζέλο και τον κύριο Καρύδη, που τώρα βγαίνει και διαμαρτύρεται στη Νέα Δημοκρατία για λογαριασμό του ΠΑΣΟΚ.

Ματαιοπονεί, λοιπόν, ο πρώην πρόεδρος της Βουλής, επιχειρηματολογώντας σε ώτα μη ακοώντων. Οι κρίσιμες επιλογές φαίνεται ότι έχουν γίνει από καιρό. Από πάντα, ίσως. Μικρή έχει σημασία η υπενθύμιση και μικρότερη η προσπάθεια αποκατάστασης της αλήθειας. Κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος ν’ ακούσει τον άλλον και προπαντός ν’ ακούσει την αλήθεια.

Κατασκεύασαν οι αντιμαχόμενοι –γιατί περί αυτού πρόκειται– το παραμύθι τους και ξιφουλκούν με φόντο τις εκλογές στην καμπούρα ενός λαού, που κοιτά μόνο απέναντι και δεν ασχολείται με τίποτε άλλο εκτός από το ποιος κομίζει τα περισσότερα. Ένα τεράστιο ψέμα είναι οι παράτες της κυβέρνησης, ένα τεράστιο ψέμα είναι κι οι υποσχέσεις της αντιπολίτευσης. Δυο τεράστια ψέματα, που οι επιδιαιτητές της διαμάχης, τα μίντια και τα οικονομικά συμφέροντα που τα ελέγχουν, τα προβάλουν και τ' αναπαράγουν κατά το δοκούν προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού της πρωινής, μεσημεριανής και βραδινής ζώνης.

Ματαιοπονεί ο Απόστολος Κακλαμάνης, αλλά κι όποιος άλλος αρθρώνει λόγο σοβαρό, νηφάλιο κι υπεύθυνο. Το σκηνικό είναι καλά στημένο, η διανομή των ρόλων έχει γίνει και δεν χωρούν παρεμβάσεις ή διορθώσεις στα κατασκευασμένα σενάρια. Από το προσκήνιο έχουν εξοβελιστεί δεσμεύσεις, υποχρεώσεις και συμφωνίες. Εδώ κοντεύει –αν δεν έχει ήδη– εκπαραθυρωθεί μετά τη λογική κι η νομιμότητα.

Μετά το στύψιμο του λαού για την όπως-όπως κατασκευή του πρωτογενούς, η όποια αναφορά σε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις ηχεί υπονομευτικά –ή και προβοκατόρικα– και στιγματίζεται σαν προσπάθεια αποπροσανατολισμού. «Λεφτά υπάρχουν», αλλά στην κυβέρνηση το λένε περιφραστικά κλείνοντας προσεχτικά το δεξί μάτι. Φοροελαφρύνσεις, μειώσεις ΦΠΑ, έξοδος από την επιτήρηση, απαγκίστρωση απ’ το ΔΝΤ κοκ. Για την ανάπτυξη, τι; (Σιωπή)

Μετά τις δάφνες των Ευρωεκλογών περιττεύει κι η όποια προσπάθεια για τη διατύπωση μιας στοιχειωδώς αξιόπιστης πρότασης διακυβέρνησης από την αντιπολίτευση. Το κατασκευασμένο «λεφτά υπάρχουν» ηχεί τόσο φτωχικό και μηδαμινό μπροστά στα μεγαλεπήβολα κοστολογημένα οικονομικά σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ, στο ρυθμικό και παμπόνηρο κλείσιμο του αριστερού ματιού. Καθένας μπορεί σύμφωνα με τις εξαγγελίες να ελπίζει. Μια ελπίδα που όλη είναι στημένη σε μια διαπραγμάτευση, σ’ ένα και μόνο ενδεχόμενο: «Τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους της ονομαστικής αξίας του χρέους, ώστε να γίνει βιώσιμο. Έγινε για τη Γερμανία το 1953. Να γίνει και για την Ελλάδα το 2014». Αν όχι, τι; (Σιωπή)

Μετά από τόσα χρόνια σκληρής λιτότητας για τον λαό, λιτότητας στην πράξη κι όχι στις αντιπολιτευτικές κορώνες άλλων εποχών, εποχών που ονομάστηκαν εσχάτως «ευμάρειας» –γιατί αν δεν δεις τα χειρότερα δεν κατανοείς την κατάσταση που πραγματικά βρίσκεσαι– η σκληρή καθημερινότητα με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία φανερώνει με δραματικό τρόπο και διαψεύδοντας το στημένο σκηνικό, ότι με τα σημερινά δεδομένα και πολιτικές «λεφτά δεν υπάρχουν». Ούτε στις τράπεζες, ούτε στα νοικοκυρά, ούτε στην οικονομία. Η πραγματικότητα, αλλά κι η λογική, σε πείσμα όλων των διαβεβαιώσεων κι υποσχέσεων βροντοφωνάζει την αλήθεια.


Ψιλά γράμματα. Κράτα το «λεφτά υπάρχουν» και ξεμπέρδεψες μια και καλή με όλα τ' άλλα, αλλά, προπαντός, μ' αυτόν που τόλμησε να το ξεστομίσει. Για όλα τ’ άλλα φτάνει η σιωπή, αρκεί το κλείσιμο του ματιού, και για να κυβερνάς και για ν’ αντιπολιτεύεσαι.

Όποιος έχει όρεξη να ψάχνει και να ψάχνεται, ματαιοπονεί.

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΕΧΟΥΝ ΣΥΣΤΗΜΑ...


Ο όρος «αξιοκρατία» και «αντικειμενικότητα» έχουν για τη δημόσια διοίκηση της χώρας μας ένα εντελώς ιδιαίτερο και ξεχωριστό περιεχόμενο, όχι μόνο απ’ αυτό που η κοινή λογική κι ο μέσος νους αντιλαμβάνονται, αλλά κι απ’ αυτό που αποδίδεται στους όρους σε άλλα κράτη της Ευρώπης.

Διαχρονικά, όλες οι κυβερνήσεις που σέβονται τον εαυτό τους φροντίζουν με την ανάληψη των καθηκόντων τους να ψηφίσουν έναν νόμο, ώστε στο όνομα της «αξιοκρατίας» και της «αντικειμενικότητας» να καταργήσουν την υπαλληλική ιεραρχία και τα υπηρεσιακά συμβούλια, να απαλλάξουν από τα καθήκοντά τους τους υπηρετούντες προϊσταμένους οργανικών μονάδων και να επιλέξουν –πάντα με «αντικειμενικά» και αξιοκρατικά» κριτήρια και διαδικασίες– τους νέους «εκλεκτούς». Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που από το 1975 μέχρι σήμερα –απ’ ότι πρόχειρα θυμάμαι– έχουν ψηφιστεί έξι «νέα» βαθμολόγια για τους δημοσίους υπαλλήλους.

Το σχέδιο νόμου «Σύστημα επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων με αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια - Σύσταση Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.)» και λοιπές διατάξεις», που κατατέθηκε στη Βουλή με τη μορφή μάλιστα του κατεπείγοντος –ξεσηκώνοντας την έντονη αντίδραση του Απόστολου Κακλαμάνη– δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τον κανόνα. Οι συντάκτες του αρκέστηκαν σε μια καταφανώς βαριεστημένη συρραφή-αντιγραφή διατάξεων προηγούμενων σχετικών ρυθμίσεων, οδηγώντας το όλο εγχείρημα σε μια μελαγχολική κοινοτυπία.

Δεν θ’ αναφερθώ στα κριτήρια,τη συνέντευξη και τη βαθμολόγηση, που παραπέμπει ευθέως στον προηγούμενο νόμο του Προκόπη Παυλόπουλου. Ούτε στο τάχα πρωτότυπο της γραπτής εξέτασης των υποψηφίων. Ενδιαφέρον έχει η αδυναμία των παροικούντων τη γενική γραμματεία δημόσιας διοίκησης στη Βασιλίσσης Σοφίας, να οραματιστούν και να προτείνουν έναν θεσμό, μια διαδικασία κι ένα όργανο, που να προσφέρει πραγματικά μια στοιχειωδώς νέα διάσταση στον τρόπο επιλογής των προϊσταμένων στις δημόσιες υπηρεσίες. Δεν ζητείται η ανακάλυψη της πυρίτιδας, ένα αξιοπρεπές, απλό, αδιάβλητο και –κατά το δυνατόν– αξιοκρατικό σύστημα αναζητείται.

Στο προτεινόμενο νομοσχέδιο προκειμένου να συγκροτηθεί το Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.) και να λειτουργήσει ο νέος θεσμός ανακατεύονται με αξιοθαύμαστη πολυπλοκότητα και γραφειοκρατική συνέπεια τέσσερις υφιστάμενες δημόσιες υπηρεσίες και ανεξάρτητες Αρχές: Το υπουργείο Εσωτερικών, το ΑΣΕΠ, ο Συνήγορος του Πολίτη και το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης.
Πρόεδρος του οργάνου αυτού είναι ένας εκ των αντιπροέδρων του ΑΣΕΠ και από τα τέσσερα μέλη τα τρία είναι μέλη του ΑΣΕΠ και το ένα βοηθός του Συνηγόρου του Πολίτη. Το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης εμπλέκεται στη διεξαγωγή της γραπτής δοκιμασίας από γενικούς διευθυντές μέχρι και για προϊσταμένους αυτοτελών τμημάτων ή γραφείων.

Απορία πρώτη: Τι σχέση έχει το ΑΣΕΠ και ο Συνήγορος του Πολίτη με την υπηρεσιακή εξέλιξη των δημοσίων υπαλλήλων;

Απορία δεύτερη: Υπάρχει τόση άνεση από πλευράς φόρτου εργασίας σ’ αυτά τα πρόσωπα, ώστε τους περισσεύει χρόνος για να προλαβαίνουν ν’ ανταποκρίνονται με συνέπεια σε όλα αυτά τα μεταξύ τους άσχετα καθήκοντα;

Απορία τρίτη –και τελευταία: Τελικά σ’ αυτόν τον τόπο, ότι έχει σχέση με την αξιοκρατία και τη διαφάνεια μόνο υπέργηροι δικαστικοί και μεγαλοσυνταξιούχοι υπάλληλοι του δημοσίου ή πολυπράγμονες καθηγητές πανεπιστημίου μπορούν να την εγγυηθούν και να τη διασφαλίσουν;

Είναι προφανές, ότι για άλλη μια φορά θα αρκεστούμε σε μια από τα ίδια. Η τομή κι η ρήξη με τα κατεστημένα στη δημόσια διοίκηση δεν τολμήθηκαν.

Και το κερασάκι στην τούρτα;

Σε μια περίοδο που οι δαπάνες και μισθοί των εργαζόμενων στη δημόσια διοίκηση περικόπτονται δραματικά, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι: «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, καθορίζεται η αποζημίωση του προέδρου, των μελών και του γραμματέα του ΕΙ.Σ.Ε.Π.».

Εις υγείαν διπλοθεσιτών και τριπλοθεσιτών συνταξιούχων, η μεταρρύθμιση μπορεί να περιμένει την επόμενη.

Κρίμα.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

ΑΒΟΥΛΗ ΒΟΥΛΗ


Μέσα στον ορυμαγδό της σκανδαλολογίας, της κρισεολογίας και της προεκλογικής –προφανώς– οξύτητας της κομματικής αντιπαράθεσης των ημερών, αλλά και επηρεασμένοι από τη γενικευμένη παθητικότητα, την απογοήτευση και τη διάχυτη κοινωνική χαλάρωση της εποχής, είναι φυσικό ειδήσεις που αναφέρονται στην τροποποίηση διατάξεων του Κανονισμού της Βουλής, να περνούν «στα ψιλά» και να διαβάζονται –στο βαθμό που γίνονται αντιληπτές– με επιπολαιότητα και αδιαφορία. Κι εμένα, το ενδιαφέρον μού κίνησε μια αποστροφή του Προέδρου Δημήτρη Σιούφα από το βήμα της Βουλής –όπως την «έπιασα» κάνοντας ζάπινγκ– που μιλούσε για τοποθέτηση αναμεταδότη του καναλιού της Βουλής στη Σαμοθράκη.

Είναι γεγονός, ότι το πολιτικό σύστημα διέρχεται μια χρόνια και βαθειά κρίση κι ο θεσμός της Βουλής, παρά τις πανταχόθεν διατυμπανιζόμενες προθέσεις για αναβάθμισή της και ενίσχυση του ρόλου των βουλευτών, ελάχιστα έχουν επιτευχθεί επί της ουσίας. Δεν αναφερόμαστε στο δημιουργικό έργο που επιτελέστηκε τα προηγούμενα χρόνια από τον Απόστολο Κακλαμάνη, που προσέφερε όντως σύγχρονη διάσταση και περιεχόμενο στο θεσμικό έργο της Βουλής και στη δυναμική διασύνδεσή της με την κοινωνία. Ούτε στις προσπάθειες που καταβάλλονται από τον νυν Πρόεδρο, ώστε να συνεχιστεί το ποιοτικό και γόνιμο έργο του προκατόχου του.

Ποιος δεν γνωρίζει όμως, ότι μέρα με τη μέρα εναντίον των βουλευτών ογκώνεται μια ισοπεδωτική κριτική, που τους παρουσιάζει με τα μελανότερα χρώματα ως προς τη συμπεριφορά και το ήθος και τους παρομοιάζει με αδίσταχτα πλάσματα, που παρασιτούν σε βάρος της κοινωνίας καλυπτόμενα πίσω από τη βουλευτική τους ιδιότητα; Ποιος δεν έχει εξοργιστεί από τις πρακτικές οπαδοποίησης και εξέδρας που ακολουθούν οι κοινοβουλευτικές ομάδες ή τα άδεια βουλευτικά έδρανα; Ποιος δεν έχει ακούσει ν’ αναρωτιούνται για το πού πηγαίνουν οι παχυλές βουλευτικές αποζημιώσεις ή τις ασυλίες και τα προνόμια που απολαμβάνουν έναντι των υπολοίπων πολιτών;

Όσο άδικη, σκόπιμη κι αποπροσανατολιστική αν είναι αυτή η κριτική, θα πρέπει να παραδεχτούμε, ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο θεσμός του Κοινοβουλίου, αλλά και οι στρεβλώσεις που προκαλεί το πρωθυπουργοκεντρικό πολιτικό μας σύστημα και τα ίδια τα αντιδημοκρατικά δομημένα μεγάλα αρχηγικά κόμματα, συμβάλουν στη δημιουργία, καλλιέργεια και εδραίωση αυτής της αντίληψης, που διαπερνά απ’ άκρου σ’ άκρο την κοινωνία.

«Το ψάρι βρωμάει απ’ το κεφάλι» λέει η λαϊκή παροιμία κι όσες τροποποιήσεις Κανονισμών της Βουλής κι αν γίνουν –εντάξει μπορεί να τοποθετήσουν κάποιους αναμεταδότες ή να τακτοποιήσουν κάποιους υπαλλήλους– το κύρος όμως και την αξιοπιστία των πολιτικών δεν μπορούν ν’ τα αποκαταστήσουν. Γι’ αυτά απαιτούνται όχι νομοθετικές πρωτοβουλίες και ρυθμίσεις, αλλά γενναίες πολιτικές αποφάσεις, που θα βάζουν πάνω από το προσωπικό, κομματικό και παραταξιακό συμφέρον, το συμφέρον του τόπου και του λαού. Ασφαλώς και δεν ζούμε σε κοινωνίες αγγέλων, ούτε τα πολιτικά κόμματα είναι φιλανθρωπικές οργανώσεις. Η δημοκρατία και το αντιπροσωπευτικό σύστημα για να λειτουργήσουν όμως –όπως άλλωστε κι οι κοινωνίες– έχουν ανάγκη από κανόνες και όρια, που γίνονται σεβαστά απ’ όλους και ισχύουν για όλους ανεξαιρέτως.

Αν στις μέρες μας οι πολιτικοί μας δέχονται τόσο δριμεία κριτική και αμφισβήτηση, είναι γιατί δημιουργούν την εντύπωση –ή και σε πολλές περιπτώσεις τη βεβαιότητα– στους πολίτες, ότι μπορούν να λειτουργούν έξω από τα θεσμοθετημένα όρια και κανόνες, ότι μπορούν να κάνουν ό,τι τους αρέσει χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν, απαλλάσσοντας ή αθωώνοντας μεταξύ τους εαυτούς και αλλήλους. Η ρήση για τη «γυναίκα του Καίσαρα» είναι τετριμμένη και πασίγνωστη, ποια δύναμη ή ποιο ενδεχομένως συμφέρον τους εμποδίζει να το μετουσιώσουν σε πράξη;

Μεταπολιτευτικά όλες οι κυβερνήσεις «ασέλγησαν» λίγο ή πολύ σε βάρος της Βουλής. Η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία αξιοποιούσε την αριθμητική υπεροχή, που της εξασφάλιζαν «πειραγμένοι» εκλογικοί νόμοι και χρησιμοποιούσαν κατά το δοκούν την τύποις ανεξάρτητη νομοθετική εξουσία. Με τα χρόνια έγιναν βέβαια κάποια αργόσυρτα, έστω και δισταχτικά βήματα. Δεν φτάνουν όμως –εφόσον το πολιτικό σύστημα δεν δείχνει ν’ αντιπαλεύει τις παθογένειές του– κι έτσι το αποτέλεσμα δεν τα δικαιώνει.

Στις τελευταίες Συνόδους της Βουλής, στις μέρες μας, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας υπό την ηγεσία του Κώστα Καραμανλή, επιφέρει με τόση επιπόλαια ελαφρότητα και απερισκεψία καίρια πλήγματα κατά της όποιας αξιοπιστίας και κύρους των κοινοβουλευτικών θεσμών, ώστε αμφιβάλλουμε αν και πότε η κοινωνία που συμμετέχει και παρακολουθεί το πολιτικό γίγνεσθαι τα ξεπεράσει. Στο όνομα της με κάθε τρόπο και μέσο διατήρησης της πλειοψηφίας και συνεπώς της εκτελεστικής εξουσίας και της διακυβέρνησης του τόπου, επιδίδεται, με την ανοχή των προσκείμενων στην παράταξη οργάνων της Βουλής, σε διαδοχικές κοινοβουλευτικές ακροβασίες και προκλήσεις, που όχι μόνο απαξιώνουν τους θεσμούς, αλλά φτάνουν σε κάποιες περιπτώσεις να γελοιοποιούν το Κοινοβούλιο και το σύνολο του πολιτικού κόσμου.

Ο σκεπτικισμός που δημιούργησε μεταξύ των βουλευτών της κυβερνώσας παράταξης η εξέλιξη της «υπόθεσης Παυλίδη» άφησε προς στιγμή την ελπίδα να ανατραπεί όχι φυσικά η Κυβέρνηση, αλλά το νοσηρό πολιτικό κλίμα και να λειτουργήσουν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, άνοιγε μια χαραμάδα να διασωθεί η συνταγματική τάξη και «ν’ ανασάνει» το Κοινοβούλιο. Δυστυχώς, για μια ακόμα φορά οι «άνωθεν εντολές» ανέτρεψαν μόνο την ελπίδα...

Τι μένει να κάνει, λοιπόν, από μόνη της η τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής;