Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Γίνεται έτσι προκοπή;


«Σαρωτικές αλλαγές στο δημόσιο», οποία είδηση! Οι δημόσιοι υπάλληλοι που θα τη διαβάσουν θα κουνήσουν και πάλι το κεφάλι τους με νόημα, οι δε πολίτες θα κρατάνε –και πάλι την κοιλιά τους απ' τα γέλια.

Καλά, μυαλό πότε επιτέλους θα βάλουμε; Όσοι αναλαμβάνουν το υπουργείο που έχει την ευθύνη για τη δημόσια διοίκηση της χώρας τίποτε δεν διδάσκονται από τους προκατόχους τους; Τίποτε δεν γνωρίζουν για την Ιστορία αυτού του κράτους και του διοικητικού του συστήματος; Ασκήσεις επί χάρτου και αναδιοργανώσεις επί αναδιοργανώσεων. Κοντά διακόσια χρόνια ανεξαρτησίας και μια δημόσια διοίκηση της προκοπής δεν έχουμε κατορθώσει να δημιουργήσουμε. Γνωστές, βέβαια, οι αιτίες, διαπιστωμένες οι αδυναμίες, πολυάριθμες οι μελέτες, ατέλειωτες οι απόπειρες διοικητικής μεταρρύθμισης.

Είναι πραγματικά κρίμα για τη χώρα και το λαό, πέντε χρόνια μέσα στην κρίση και να μην έχουμε κατορθώσει να διορθώσουμε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του κράτους, το διοικητικό μας σύστημα. Δεν κατορθώσαμε να ελέγξουμε και να εξορθολογήσουμε το μεγαλύτερο σύστημα παραγωγής ελλειμμάτων, διαφθοράς, αναποτελεσματικότητας. Τα φορτώσαμε όλα στους εργαζόμενους, υποσχεθήκαμε ότι απολύοντας κι εκατόν πενήντα χιλιάδες από δαύτους τα πράγματα θα φτιάξουν, πήραμε τις δόσεις κι από ‘δω παν κι οι άλλοι.

Όσες κακοδαιμονίες και δυσλειτουργίες της χώρας έχουν αποτυπωθεί στα χρόνια των μνημονίων [αλλά και στο ρου του χρόνου], όσες παθολογίες κι ανεπάρκειες, όσες αγκυλώσεις σε γραφειοκρατίες, καθυστερήσεις και ταλαιπωρίες επιχειρήσεων και πολιτών, όλες, ό λ ε ς έχουν να κάνουν λίγο ή πολύ με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους και των Υπηρεσιών του. Αντί όμως να επιχειρηθεί όλοι μαζί από κοινού αυτό το διοικητικό σύστημα να διαταχθεί προς την κατεύθυνση που υπαγορεύει ο σκοπός της ύπαρξής του, δηλαδή την κάλυψη των αναγκών του κράτους και την εξυπηρέτηση της κοινωνίας, αρκεστήκαμε στα πασαλείμματα και τα όπως - όπως μπαλώματα, που συντηρούν επί της ουσίας τις αιτίες για την αναπαραγωγή των ίδιων παθολογιών, των ίδιων δυσλειτουργιών, των ίδιων εξαρτήσεων.

Περίμεναν χρόνο με το χρόνο οι «κουτόφραγκοι» κάποια αλλαγή, κάποια βελτίωση έστω, μάταια. Ερχόταν η –αλήστου μνήμης– τρόικα κι έτρεμαν τα πόδια των κυβερνώντων. Τ’ αποτελέσματα της στασιμότητας προφανή και πασιφανή: Οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, μειώσεις πιστώσεων στα υπουργεία, φορολογίες κι αυξήσεις εισφορών για όλους. Ένας φοροεισπραχτικός Αρμαγεδδών επί πέντε χρόνια στην πλάτη της κοινωνίας στο όνομα μιας «διοικητικής μεταρρύθμισης» που δεν τόλμησε να θέσει «τον δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων» και μιας κρατικής αναδιοργάνωσης που την είδαμε πιο πολύ σαν δηλώσεις και πρωτοσέλιδα. Το φιάσκο της «αξιολόγησης» είναι μνημειώδες.

Ακούγονται όμως και πάλι τα ίδια από μια κυβέρνηση, που, αν μη τι άλλο, δεσμεύτηκε ν’ ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο άσκησης πολιτικών. Εξαγγέλλονται εκ νέου, ντούκα κι απ’ την αρχή νέα οργανογράμματα, νέοι υπαλληλικοί κώδικες, νέες αξιολογήσεις, νέα συστήματα από ‘δω και νέα νομοσχέδια από ‘κει, έλεος. ‘Ε λ ε ο ς! Τα πράγματα είναι τόσο απλά και τόσο δεδομένα, που και τον θυρωρό –όπου ακόμα υπάρχει– σε μια δημόσια Υπηρεσία αν ρωτήσεις θα σου τα πει με το νι και με το σίγμα πού είναι το πρόβλημα. Ούτε ρηξικέλευθες επινοήσεις χρειάζονται, ούτε πρωτοποριακές ρυθμίσεις απαιτούνται. Πολύ περισσότερο, αχρείαστες είναι οι διαρκείς τροποποιήσεις κι ανατροπές, οι συνεχείς μεταβολές κι αναδιατάξεις. Όσο πομπώδεις κι εκκωφαντικές οι τυμπανοκρουσίες των εξαγγελιών, τόσο παταγώδη κι οικτρά αποτυχημένα τ' αποτελέσματα.

Ποιο γαλλικό και ποιο αγγλικό μοντέλο. Υπάρχει περίπτωση να μπορεί να εφαρμόσει το οποιοδήποτε ξένο μοντέλο στο διοικητικό σύστημα που έχουμε; Υπάρχει περίπτωση να δημιουργήσουμε αξιόπιστη διοικητική ιεραρχία, αν δεν ξεφύγουμε από τη λογική των κομματικών διευθετήσεων και των πολιτικών μας επιδιώξεων; Υπάρχει περίπτωση να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη της κοινωνίας –αλλά και των αγορών– αν δεν απομακρυνθούμε απ’ τη λογική του «κράτους-λάφυρο» για την εκάστοτε κυβέρνηση; Ποιες τοπικές αυτοδιοικήσεις; Δεν ξέρουμε πώς λειτουργούν και πώς προσφέρουν τις υπηρεσίες τους οι Δήμοι; Θεωρίες και σχέδια «στο πόδι», νόμοι, αποφάσεις και ΦΕΚ επί ΦΕΚ, αλλά η γραφειοκρατία ζει και βασιλεύει, οι ουρές ακλόνητες κι ακίνητες στη θέση τους, οι συνταξιοδοτήσεις υπαλλήλων με το καντάρι κι οι αιτήσεις βουνά να βουλιάζουν τα ασφαλιστικά ταμεία.

Κύριε υπουργέ της μεταρρύθμισης δεν κάνω τον έξυπνο, οι θεωρήσεις, όμως, από «μηδενική βάση» κι η συλλήβδην ισοπέδωση κάθε προηγούμενης προσπάθειας, η εμπειρία αποδεικνύει, ότι οδηγούν σ' ένα τεράστιο μηδενικό ως αποτέλεσμα. Μόνο κόστος, διαιώνιση των προβλημάτων κι απογοήτευση στους εργαζόμενους προσφέρουν.

Θυμάμαι με την ευκαιρία, πριν από πολλά χρόνια, την εποχή που κι ο αείμνηστος Σάκης Πεπονής οραματιζόταν ν’ αλλάξει τη δημόσια διοίκηση [και με το ΑΣΕΠ εκείνης της εποχής έκανε ένα μεγάλο άλμα γι’ αυτό] και μια επιτροπή για το «νέο σύστημα αξιολόγησης», που θ' αντικαθιστούσε λέει εκείνο με τις ποσοστώσεις του 1992. Σχέδια, υποδείγματα, ερωτηματολόγια, ολομέλειες τμημάτων και διευθύνσεων στην ημερήσια διάταξη των εισηγήσεων και των αναζητήσεων, δεκαέξι (αριθμητικά: 16) συνολικά διαφορετικά είδη εντύπων. Αν είναι δυνατόν! Η αποθέωση της πολυπλοκότητας.

Το σύστημα εκείνο, μολονότι αποφασίστηκε, πραγματοποιήθηκαν και σχετικές ενημερωτικές ημερίδες, ουδέποτε εφαρμόστηκε [όπως ουδέποτε τηρήθηκαν κι απ' τους αξιολογητές οι ποσοστώσεις και τα όρια του προηγούμενου συστήματος, γεγονός που οδήγησε, με την πάροδο του χρόνου, στην πλήρη απαξίωσή του μέσω της προς τα πάνω ισοπέδωσης με την υπερπαραγωγή «αρίστων» υπαλλήλων]. Από τότε συζητάμε ακόμα και κονταροχτυπιόμαστε μέχρι σήμερα για την αξιολόγηση, θαρρείς κι είναι τούτη την ώρα το κορυφαίο γεγονός σ’ ένα διοικητικό σύστημα που από παντού «μπάζει».

Ας αφήσουμε στην άκρη, λοιπόν, τα μεγαλεπήβολα σχέδια και τις εκ βάθρων ανατροπές. Τα δεδομένα υπάρχουν. Μόλις τον περασμένο Οκτώβριο ολοκληρώθηκαν οι αναδιοργανώσεις των υπουργείων [μόνο τις σφραγίδες και τις ταμπέλες ν' αλλάζουν κάθε τόσο φτάνει]. Δεν πρόκειται ούτε για μαγεία, ούτε για εφεύρεση. Μεθοδικότητα, συνέπεια και μέτρο χρειάζονται. Λιγότερα λόγια και πιο πολύ δουλειά. Μικρά σταθερά κι αποφασιστικά βήματα απαιτούνται, αλλά προπαντός «μπούσουλας» κι αποφασιστικότητα. [Εκ των ων ουκ άνευ, συμμετοχή και συνεργασία όλων όσων μπορούν και θέλουν να συνεισφέρουν στην επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος].

Μην πάμε μακριά, η παρατήρηση των επιπτώσεων που έχει η αναδιάταξη των υπουργείων μετά τις πρόσφατες εκλογές κι η κυβερνητική αρρυθμία με τους αναπληρωτές υπουργούς, τους γενικούς γραμματείς κ.ο.κ. είναι χαρακτηριστική. Αντί ο κρατικός μηχανισμός να λειτουργεί πάση δυνάμει σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή για τη χώρα υποστηρίζοντας το κυβερνητικό έργο, υπουργικά γραφεία ακόμα ψάχνουν και ψάχνονται, οι αρμοδιότητες παραμένουν συγκεχυμένες, οι υπηρεσιακές μονάδες κινούνται στο «ρελαντί».

Οι εργαζόμενοι απ’ την άλλη, μετά τα γέλια που προαναφέραμε, μουδιάζουν, «κουμπώνονται» και παγώνουν διαβάζοντας και πάλι τα περί αναδιοργανώσεων, αξιολογήσεων και ριζικών ανατροπών, μη γνωρίζοντας ποιες αλλαγές θα γίνουν και πάλι πριν απ’ αυτούς γι’ αυτούς.

Γίνεται έτσι προκοπή; Όχι, σας παρακαλώ, πείτε μου, κύριε υπουργέ.

Photo: Matrix24

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Χαμένοι στη Μεταρρύθμιση.


Ποιος είναι άραγε ο ορισμός της «μεταρρύθμισης» στη χώρα μας; Ποια είναι τα κρίσιμα χαρακτηριστικά που θα πρέπει να διακρίνουν μιαν απόφαση ώστε να θεωρηθεί «μεταρρυθμιστική»;

Μιλάμε πολλοί για την ανάγκη αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στις δομές του κράτους και τις λειτουργίες του κατά κύριο λόγο, αλλά έχω τη βεβαιότητα, ότι μπορεί κι ο καθένας να έχει στο μυαλό του έναν διαφορετικό ορισμό, μια διαφορετική αφετηρία, μια διαφορετική μέθοδο, έναν άλλο τρόπο ή κι έναν άλλο τόπο, ίσως, για την εφαρμογή τους. Η κυβέρνηση, μάλιστα, ονομάζει «μεταρρύθμιση» κάθε νομοσχέδιο που εισάγει στη Βουλή.

Θ’ αναφερθώ συγκεκριμένα, προκειμένου να φανεί, ότι στη δημόσια διοίκηση της χώρας, δεν λείπουν οι γνώσεις, οι ιδέες, οι προτάσεις ή κι η φαντασία ακόμα, εκείνο όμως που κυριαρχεί κι επικαλύπτει όλα αυτά τ’ απαραίτητα και χρήσιμα στοιχεία είναι η σκοπιμότητα κι ο υπολογισμός. Αυτά τα δυο είναι που διακόπτουν κάθε τρεις και λίγο τη συνέχεια, ανακόπτουν τη διάθεση και τελικά ακυρώνουν τα όποια θετικά προκύπτουν από τη συνεργασία και την ανθρώπινη προσπάθεια.

Ο Υπαλληλικός Κώδικας είναι το σύνολο των διατάξεων που ρυθμίζουν την υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων από την πρόσληψη και την εξέλιξή τους, μέχρι το πειθαρχικό δίκαιο και την απόλυσή τους. Από το 1985 που καταργήθηκε η επετηρίδα κι προαγωγές «κατ’ εκλογή» και «κατ’ αρχαιότητα», το πιο ενδιαφέρον, το περισσότερο ελκυστικό και το πλέον τροποποιούμενο, λοιπόν, μέρος αυτού του Κώδικα είναι τα άρθρα που ορίζουν την επιλογή των προϊσταμένων. Αν δεν με απατά η μνήμη μου αυτές οι διατάξεις θα πρέπει να έχουν αλλάξει περισσότερες από έξι μ’ εφτά φορές.

Το σπουδαιότερο όμως δεν βρίσκεται στον κανόνα. Η μεγάλη επινοητικότητα της κάθε αλλαγής βρισκόταν στις «μεταβατικές διατάξεις» του νόμου που τη συνόδευαν. Ο καθορισμός κι η «φωτογραφία» της στιγμής, του παρόντος, στην ανατροπή του status και την τακτοποίηση των υπηρετούντων τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο κατά την κρίση και το δοκούν της εκάστοτε κυβέρνησης βρισκόταν όλη η μαεστρία, αλλά κι όλη η σκοπιμότητα κάθε νομοθετικής πρωτοβουλίας προς αυτήν την κατεύθυνση. ‘Ετσι, δεν είναι τυχαίο, ότι την εναλλαγή του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία, ακολουθεί κατά κανόνα κι αντίστοιχη αλλαγή του συγκεκριμένου κεφαλαίου του Υπαλληλικού Κώδικα.

Η πιο πρόσφατη αλλαγή των διατάξεων για την επιλογή προϊσταμένων είχε γίνει το Μάρτιο του 2010 επί υπουργίας Γιάννη Ραγκούση, λίγο πριν ξεσπάσει η μεγάλη οικονομική κρίση. Εισήγαγε πολλά νέα κι ενδιαφέροντα στοιχεία που κατά τους εμπνευστές του διασφάλιζαν τη διαφάνεια και την αξιοκρατία κατά τη διαδικασία της επιλογής. Περίπλοκο όντως σύστημα κι ενδεχομένως χρονοβόρο και δαπανηρό. Δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί –τουλάχιστον πλήρως– εφόσον οι ραγδαίες ανατροπές που ακολούθησαν στο Δημόσιο δεν άφησαν πολλά περιθώρια. Ελάχιστες οι προαγωγές προϊσταμένων με τη διαδικασία που προβλεπόταν κι ο νόμος όπου εφαρμόστηκε, όπως π.χ. στην περίπτωση της αξιοκρατικής επιλογής γενικών διευθυντών οικονομικών υπηρεσιών κατ’ απαίτηση της τρόικα λόγω μνημονίου, εφαρμόστηκε χωρίς τις προβλεπόμενες εξετάσεις και χωρίς συνέντευξη, μόνο με προκαθορισμένα μόρια.

Τη Δευτέρα εισάγεται προς συζήτηση στη Βουλή το νομοσχέδιο που τον καταργεί. Είχε αναρτηθεί και σε διαβούλευση, όπου –για όσους την παρακολούθησαν– διατυπώθηκαν ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, αλλά και δριμεία κριτική. Οι καινοτομίες του –κατά τον αρμόδιο υπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη– συνίστανται κυρίως στο ότι «οι γραπτές εξετάσεις θα διενεργούνται με τις ίδιες δικλείδες διαφάνειας όπως ακριβώς και οι πανελλαδικές εξετάσεις για την εισαγωγή σε ΑΕΙ και ΤΕΙ» και στο «ότι στις διαδικασίες αξιολόγησης πέραν των εκπροσώπων του ΑΣΕΠ και του Δημοσίου, θα συμμετέχουν και επιλεγμένα στελέχη του ιδιωτικού τομέα ως αξιολογητές». 

Κανείς δεν αισθάνεται, φυσικά, την ανάγκη να εξηγήσει να αιτιολογήσει και να τεκμηριώσει, αν ο προηγούμενος νόμος δεν εφαρμόζεται επειδή, ενδεχομένως, έπασχε γιατί το σύστημά του δεν ακολουθούσε τις πανελλήνιες και στην αξιολόγηση δεν συμμετείχαν κι ιδιώτες. Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε, ψιλά γράμματα που γίνονται όμως ακόμα πιο ψιλά από την ανάγνωση των μεταβατικών του διατάξεων, εκείνων που λέγαμε πιο πάνω ότι θα ισχύσουν εδώ και τώρα, εκεί που είναι και το «ζουμί» και που κάποιες απ’ αυτές ούτε στη διαβούλευση δεν αναρτήθηκαν.

Ενώ, λοιπόν –σύμφωνα πάντα με τις μεταβατικές διατάξεις– παύονται με την έκδοση του νόμου όλοι ανεξαιρέτως οι προϊστάμενοι οργανικών μονάδων στο δημόσιο, δίνεται η δυνατότητα στους οικείους υπουργούς κατά την προσωπική τους κρίση, να επιλέξουν και να τοποθετήσουν ως προϊστάμενο όποιον τους αρέσει! Πάντα «μεταβατικά», φυσικά, εφόσον στο αμέσως επόμενο εδάφιο προβλέπεται ότι: «Η ανωτέρω τοποθέτηση προϊσταμένων λήγει αυτοδικαίως με την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος για τις αντίστοιχες θέσεις».

Είναι μόνο αυτό; Όχι, γιατί προφανώς κάποιοι στο υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης είναι πολύ βιαστικοί. Ενώ, λοιπόν, όλα αυτά τα ωραία για τους προϊσταμένους που θα επιλεγούν απ’ τους Υπουργούς προβλέπεται να εξελιχθούν σ’ έναν ορίζοντα διμήνου και σε κάθε περίπτωση μετά την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων των νέων οργανογραμμάτων, για κάποιους άλλους, για τους γενικούς διευθυντές οικονομικών υπηρεσιών, που είναι οι μόνοι που έχουν επιλεγεί από το ΑΣΕΠ το 2012 με τα κριτήρια του νόμου του Ραγκούση, είναι οι μόνοι που έχουν αναλάβει σε συνεργασία με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους το έργο να συμμαζέψουν τους προϋπολογισμούς και τις δαπάνες των Υπουργείων κι είναι οι μόνοι που έχουν συμβάλει στον εκσυγχρονισμό των οικονομικών υπηρεσιών των δημόσιων υπηρεσιών και των φορέων που εποπτεύουν, «κατ’ εξαίρεση» μπορούν να παυτούν άμεσα, με την έκδοση του νόμου.

Οι νέοι γενικοί διευθυντές –λέει– που θα επιλεγούν, θα συμμετάσχουν στο ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο και στο συμβούλιο που θα πάρει τις συνεντεύξεις από τους υπόλοιπους. Με άλλα λόγια, το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης κρίνει, ότι οι πρώτοι και καλύτεροι γενικοί διευθυντές που θα πρέπει οπωσδήποτε να συμμετέχουν στα νέα υπηρεσιακά συμβούλια κι εκείνοι που θα πρέπει να πάρουν τις συνεντεύξεις είναι αυτοί των οικονομικών υπηρεσιών. Η οικονομική εξυγίανση των δημοσίων υπηρεσιών, η σύνταξη των νέων προϋπολογισμών, η εξοικονόμηση πόρων, μπορεί να περιμένει, τώρα –κατά το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης– προέχει οι υπεύθυνοι των οικονομικών υπηρεσιών των Υπουργείων να πάρουν συνεντεύξεις από τους υποψήφιους νέους προϊσταμένους.

Όλα αυτά εντάσσονται στο «μεταρρυθμιστικό» σχέδιο του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης, όπως και το αυθαίρετο σύστημα αξιολόγησης που εισάγεται, όμως δεν χρειάζεται και μεγάλη φαντασία για να διαπιστώσει κανείς, ότι το μόνο που επιδιώκεται είναι η για μια ακόμα φορά βίαιη δημιουργία τετελεσμένων. Είναι η με το μανδύα της νομιμότητας πλήρους κομματικοποίησης των δημοσίων υπηρεσιών.

Αν το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης ήθελε πραγματικά να πείσει, ότι δεν επιδιώκει με τεχνάσματα του παρελθόντος να εγκαταστήσει τους κομματικά αρεστούς στο σύνολο των θέσεων ευθύνης του δημοσίου, θα φρόντιζε να προετοιμαστούν έγκαιρα μέσω του ΑΣΕΠ όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις και διαδικασίες και θα προέβαινε ταυτόχρονα για όλους και για όλες τις θέσεις στην εφαρμογή τους σύμφωνα με το σύστημα επιλογής που εισάγει. Δίχως μεταβατικές διατάξεις, κατ’ εξαίρεση επιλογές και αυθαίρετες υπουργικές αποφάσεις. Αυτή είναι η ουσία και σ' αυτό η κυβέρνηση και η Βουλή θα πρέπει να πάρουν θέση.

Από ‘κει και πέρα, όσους Αντιπροέδρους του ΑΣΕΠ, όσους βοηθούς συνηγόρου του Πολίτη, όσους δικαστικούς κι ιδιώτες προβλέπεται από το νομοσχέδιο να τοποθετηθούν στα υπηρεσιακά συμβούλια επιλογής, όσες εξετάσεις και διαγωνισμοί, είναι τίτλοι και γράμματα παχιά, που όμως δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για τον δημόσιο υπάλληλο. Οι δημόσιοι υπάλληλοι αυτό που διαπιστώνουν είναι, ότι για μια ακόμα αφορά, μετά από τόσα χρόνια αβεβαιότητας, περικοπών και ανασφάλειας, οι παλαιοκομματικές ταυτότητες κι οι εκλεκτικές συγγένειες ή άλλως «ο μπάρμπας απ΄την Κορώνη» εξακολουθούν να είναι εδώ, ούτε από οικονομική κρίση, ούτε από μνημόνια και τρόικες καταλαβαίνουν, βαφτίζονται «μεταρρυθμιστές» και ξανά προς τη δόξα τραβούν. Εις δόξαν πάντα των μεταβατικών διατάξεων και προς αποθέωση της «μεταρρύθμισης».

Στα χαρτιά, υπάρχει τελικά ο ορισμός της μεταρρύθμισης. Δεν συμφωνείτε;

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Μια χώρα που αρνείται ν' αλλάξει.


Δεν θέλω να κάνω τον έξυπνο, ούτε να τα ισοπεδώσω όλα, αλλά συμβαίνουν διαχρονικά τόσα πολλά αντιφατικά και παράξενα σ’ αυτόν τον τόπο, που είναι αδύνατον να μην αισθανθείς με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ότι ενώ οι ανάγκες κι οι απαιτήσεις της ζωής είναι άλλες, η εξέλιξη των πραγμάτων ακολουθεί εντελώς διαφορετική ή –τις περισσότερες φορές– αντίθετη κατεύθυνση. Είναι εντυπωσιακό το πόσο συχνά έχει συμβεί, εκείνο που η «κοινή λογική» επισημαίνει ως λάθος, ν’ αποφασίζεται και να εφαρμόζεται από τις κυβερνήσεις σε πείσμα και της λογικής και του –λεγόμενου– «δημοσίου συμφέροντος».

Στο παρελθόν, μπορεί το φαινόμενο αυτό να ερμηνευόταν από τον εν πολλοίς αποσπασματικό και κατά περίπτωση τρόπο άσκησης των δημόσιων πολιτικών και να διασκεδάζονταν οι εντυπώσεις για την κοινή γνώμη με την πασίγνωστη γενίκευση «έτσι είν’ η Ελλάδα». Επειδή όμως στις μέρες μας βιώνουμε όλοι –και μάλιστα με πολύ σκληρό τρόπο– πού οδηγήθηκε εκείνη η Ελλάδα, επιβάλλεται πλέον η διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων ν’ ακολουθεί συγκεκριμένο σχεδιασμό και να είναι πλήρως αιτιολογημένη.

Τα παραδείγματα πάμπολλα και σχεδόν καθημερινά. Το πιο πρόσφατο απτό δείγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο θεσπίστηκε κι ανακλήθηκε η απόφαση για το 25ευρω στα νοσοκομεία. Άλλο; Αναβάλλεται για φέτος η εξέταση των περίπου 75.000 μαθητών της Α΄ τάξης του Λυκείου με θέματα από την τράπεζα θεμάτων, όπως προβλέπει ο νέος νόμος για τις αλλαγές στα λύκεια, που τέθηκε σε εφαρμογή με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς τον Σεπτέμβριο. Τρίτο; Με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης επανασυστάθηκαν Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου που είχαν καταργηθεί μόλις πριν έναν χρόνο ως συνέπεια του γεγονότος, ότι μετά τις προηγούμενες εκλογές ανασυστάθηκαν Υπουργεία που είχαν συγχωνευθεί λίγο καιρό πριν. Πέραν αυτών, ήδη η δημόσια διοίκηση της χώρας είναι έτοιμη να εισάγει ένα νέο σύστημα αξιολόγησης, ενώ σχεδιάζεται και νέο σύστημα –όλο «νέα συστήματα» εφαρμόζονται σ’ αυτό το κράτος αλλά ένα αποτέλεσμα της προκοπής δεν μπορούμε να πάρουμε(!)– βαθμολογικής εξέλιξης των δημοσίων υπαλλήλων, αν και το προηγούμενο του 2010 δεν έχει κάν δοκιμαστεί πλήρως στην πράξη.

Καθένας θα μπορούσε ν’ ανακαλέσει εύκολα κι άλλες περιπτώσεις ή περιστατικά, που επιβεβαιώνουν τη διαχρονική επιβίωση αυτής της ατελέσφορης κι αναποτελεσματικής διαδικασίας. Αυτό το καθημερινό σχεδόν πολυδάπανο και ψυχοφθόρο για τη διοίκηση και τους πολίτες ράβε – ξήλωνε που κοστίζει πανάκριβα, όχι μόνο στην αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα του κράτους, αλλά προπαντός στους φορολογούμενους, οι οποίοι ενώ υποβάλλονται σε τόσες καθημερινές οικονομικές θυσίες για να εξυπηρετείται και να στηρίζεται η λειτουργία του, εξακολουθούν να ταλαιπωρούνται και να βασανίζονται σε ουρές, γκισέ και ταμεία.

Πώς περιμένουμε μετά να πάει μπροστά αυτό το κράτος; Ποιες διοικητικές δομές έχουν τη δύναμη κι είναι σε θέση να στηρίξουν την όποια προσπάθεια ανόρθωσης της χώρας; Ποια αποδεκατισμένη ιεραρχία και ποιο διαλυμένο έμψυχο δυναμικό; Συνηθίζουμε ν’ αναφερόμαστε στους δημοσίους υπαλλήλους μόνο αν κατηγορούνται, απαξιώνονται, λοιδορούνται. Έχουμε μάθει ν’ αναφερόμαστε στις δημόσιες υπηρεσίες μόνο αν πρόκειται να τις καταγγείλουμε, να τις κλείσουμε, να τις ιδιωτικοποιήσουμε. Όποια άλλη ενασχόληση με τα θέματα αυτά είτε είχε επικοινωνιακούς στόχους, είτε εξυπηρετούσε μικροκομματικές σκοπιμότητες. Τη μια να βγει ο υπουργός στην τηλεόραση να κάνει μια δήλωση ή να δώσει μια συνέντευξη, την άλλη να τακτοποιήσουμε μερικούς ψηφοφόρους, να βολέψουμε κάποιους συνδικαλιστές, να προωθήσουμε κάποιους ημετέρους.

Φτιάξτε κύριοι υπουργοί καινούργια συστήματα. Βάλτε στόχους, σχεδιάστε προγράμματα, περιγράμματα, οργανογράμματα. Φτιάξτε γενικούς διευθυντές. Φέρτε τους αποφοίτους της «Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης» στις πιο υψηλές θέσεις της ιεραρχίας. Τα έχουν δοκιμάσει πολλοί –αν όχι όλοι– από τους προκατόχους σας. Τα αποτελέσματα από πενιχρά έως ανύπαρκτα, τα βιώνουν οι πολίτες, τα υφίστανται οι δημόσιοι υπάλληλοι, τα πληρώνει το κράτος.

Όσο επιχειρείται να διευθετηθούν τα επιφαινόμενα και δεν αντιμετωπίζονται με τόλμη οι δομικές παθολογίες της δημόσιας διοίκησης, που σχετίζονται με την ιδιοκτησιακή αντίληψη του κράτους από την εκάστοτε κυβέρνηση, όσες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις κι αν θεσπιστούν θα μείνουν στα χαρτιά, νόμοι που θα έχει αλλάξει μόνο ο αριθμός και η χρονολογία τους, εφόσον η βασική τους φιλοσοφία, το πνεύμα τους, θα εξακολουθεί να διαπνέεται από τη στενή κομματική αντίληψη, από τη στείρα εκμετάλλευση ανθρώπων και μέσων.

Εκεί έχει χαθεί το παιχνίδι και τα τόσα χρόνια της λιτότητας, της ύφεσης, της δυστυχίας της χώρας. Το κράτος έχει μείνει ουσιαστικά ανέγγιχτο από τους κυβερνώντες. Όπου έχει κάτι αλλάξει, είναι μόνο εκεί που οι «μνημονιακές» –λεγόμενες– υποχρεώσεις, όχι μόνο δεν χωρούσαν αναβολή, αλλά ήταν κι οι πιο «εύκολες». Οι περικοπές των δώρων, των μισθών, των επιδομάτων ήταν η εύκολη λεία. Από ‘κει και πέρα όλα στο πόδι κι όλα στο γόνατο, όλα όσα, δηλαδή, δεν έγινε προσπάθεια να τα ξαποστείλουμε στις καλένδες. Η εφεδρεία κι η διαθεσιμότητα θεσπίστηκαν ως ανάγκη από τα πράγματα κι αφού η τρόικα απειλούσε να μην ξαναδώσει σεντ. Βρέθηκαν στο δρόμο άνθρωποι δίχως κριτήρια κι αξιολόγηση τη στιγμή που παρατρεχάμενοι και σύμβουλοι δεν χωράνε στα υπουργικά γραφεία κι όταν οι εταιρείες συμβουλευτικών υπηρεσιών δεν προλαβαίνουν να εργάζονται ετοιμάζοντας νομοσχέδια και διατάξεις.

Μήπως θυμάται κανένας πότε έγιναν οι τελευταίες θεσμικές αλλαγές στη δημόσια διοίκηση, όπως η «Διαύγεια» ή το open gov; Το 2010. Έχετε δίκιο, είναι πολύ μακριά για να φτάσει πια η μνήμη μας ως εκεί κι ας ήταν παρεμβάσεις ουσιαστικές, που σηματοδοτούσαν τη βούληση για αλλαγές στο κράτος. Από τότε το σκοτάδι, τα λόγια, ο κουρνιαχτός, το χάος. Κι όμως, αν γρήγορα από τότε είχαν τρέξει οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, είναι βέβαιο, ότι, ούτε τόσο μεγάλη ανάγκη για οριζόντια οικονομικά μέτρα θα υπήρχε κάθε τρεις και λίγο, ούτε η αξιοπιστία της χώρας διεθνώς θα βρισκόταν εκεί που βρίσκεται. Αν πιστεύαμε, δηλαδή, ότι είναι απαραίτητο να επέλθουν αλλαγές στο κράτος, ανεξάρτητα αν το γράφουν ή όχι τα μνημόνια, και ν’ αντιμετωπιστούν εγκαίρως οι πασιφανείς δυσλειτουργίες του. Αν εκτιμούσαμε, ότι είναι προτιμότερο να προστατευθούν οι απαραίτητες θέσεις εργασίας στο δημόσιο μέσα από έναν αντικειμενικό σχεδιασμό αναγκών και λειτουργιών κι όχι μέσω της αδράνειας, της αναβολής ή της φυσικής αποχώρησης.

Ίσως, όσοι επιμένουν ακόμα σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτονται, αντιλαμβάνονται γιατί η τρόικα αναβάλει διαρκώς την επίσκεψή της ή γιατί όλο το βάρος της προσπάθειας έχει πέσει τον υπουργό Οικονομικών, με τα γνωστά αποτελέσματα και οδυνηρές συνέπειες για όλους. Διαλαλούμε, ότι «ο λαός δεν αντέχει άλλο» –κι είναι ασφαλώς αλήθεια– κι ότι το πλεόνασμά μας είναι αρκετό για να μας διασφαλίσει την έξοδο στις αγορές, παραβλέποντας –ασφαλώς σκόπιμα– ότι μ’ αυτή τη δημόσια διοίκηση, μ’ αυτό το κράτος, μ’ αυτή την αντίληψη διακυβέρνησης, όλα είναι επισφαλή και πρόσκαιρα, ότι το μόνο που μπορεί να δούμε, θα είναι η πόρτα της εξόδου, αλλά όχι στις αγορές, αλλά από την ΟΝΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πολιτική βούληση για αλλαγή του κράτους απαιτείται κι όχι νόμοι επί νόμων κι εγκύκλιοι επί εγκυκλίων. Τι και πώς πρέπει ν’ αλλάξουν το γνωρίζουν ακόμα κι οι πέτρες. Όροι όπως η διαφάνεια, η αποκέντρωση, η απλούστευση διαδικασιών, η αναδιάρθρωση έχουν πλειστάκις ταλαιπωρηθεί από πολιτικούς και ειδήμονες. Επιτροπές κι ομάδες για μελέτες είναι διαχρονικά αμέτρητες, πορίσματα δε κι εκθέσεις ων ο αριθμός ουκ έσται τέλος. Κανείς όμως ως τώρα –ειδικά τώρα– είχε το σθένος «να πιάσει τον ταύρο απ’ τα κέρατα».

Ποιος, λοιπόν, είναι τόσο αφελής να πιστεύει, ότι αυτό το κράτος μπορεί να εκσυγχρονιστεί και ν’ αλλάξει επειδή –λέει– θα μπει πλαφόν στην αξιολόγηση των «αρίστων»; Εδώ ακόμα κι η αξιωματική αντιπολίτευση στο όνομα αυτού του κράτους περιμένει πώς και πώς να «πιει νερό» φτάνοντας ως τις εκλογές και κατά τα άλλα... Στάχτη και μπούλμπερη.

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Τα προσόντα των προσόντων.

Μια από τις μεγάλες αντιφάσεις του διοικητικού μας συστήματος –που εδώ που τα λέμε δεν είναι αντίφαση– είναι η κυριαρχία απ’ τη μια των τυπικών προσόντων κι η βασιλεία απ’ την άλλη της αναξιοκρατίας. Το πώς έχει συμβεί σ’ αυτή τη χώρα να συμβαδίζουν προσόντα κι αναξιοκρατία είναι ένα μοναδικό επίτευγμα, τις συνέπειες του οποίου υφιστάμεθα ως πολίτες που συναλλάσσονται με το δημόσιο κι επωμίζεται το κράτος κι ο προϋπολογισμός του –αγόγγυστα μέχρι πριν τρία χρόνια– με πολύ δυσκολία και τεράστιες οικονομικές θυσίες για όλους πλέον.

Το επάρατο «ρουσφέτι» –υποτίθεται– ότι θα έμπαινε στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας» με τον 2190, τον πασίγνωστο «νόμο Πεπονή» για το ΑΣΕΠ. Από τη βούληση όμως της τότε κυβέρνησης κι ιδίως του εμπνευστή του νόμου, αείμνηστου Σάκη Πεπονή, μέχρι την εφαρμογή του πέρασαν όχι μόνο γενεές δεκατέσσερις, αλλά κυβερνήσεις κι υπουργοί που άκουγαν «ΑΣΕΠ» κι έβγαζαν καντήλες. Πέρασαν διμοιρίες δημάρχων και τοπικών αρχόντων με ανεξάντλητες «πάγιες και διαρκείς ανάγκες». Πέρασαν αναρίθμητες στρατιές συμβασιούχων κι εποχικού προσωπικού, εκπαιδευόμενοι των –περιβόητων πια– stage κι εργαζόμενων επί σειρά ετών με δικαστικές εντολές.

Δεν πα’ να γράφει το Σύνταγμα –μέχρι εκεί έφτασε η χάρη του ΑΣΕΠ το 2001, δεν πα’ να γράφουν και να ξαναγράφουν οι νόμοι –κοντά 200 τροποποιήσεις έχουν γίνει στον 2190 από το 1995 που εκδόθηκε, δεν πα’ να προσπάθησε το 2009 –νόμος 3812– ο Γιάννης Ραγκούσης να βάλει φρένο στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου και να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα, αν δεν ερχότανε το μνημόνιο κι η τρόικα για να επιβάλουν την άμεση αναστολή στους διορισμούς, ακόμα θα διορίζαμε στο δημόσιο, πάντα –σας παρακαλώ– με αξιοκρατικά προσόντα και υπό την αιγίδα του ΑΣΕΠ.

Θυμάμαι τις προ τριετίας μνημειώδεις –πλέον ή προς το παρόν μόνο άραγε;– πολυσέλιδες, αναλυτικές κι εμπεριστατωμένες ως την εσχάτη των λεπτομερειών προκηρύξεις του ΑΣΕΠ, εκείνα τα ανεπανάληπτα best sellers ΦΕΚ για τη διαφύλαξη της αξιοκρατίας και την ακριβοδίκαιη μοριοδότηση των αναρίθμητων προσόντων για διορισμό. Σελίδες επί σελίδων κι επεξηγήσεις επί επεξηγήσεων για διαγωνισμούς που για να ολοκληρωθούν έπρεπε να περάσουν κι ένα και δύο και τρία χρόνια κι οι ενδιαφερόμενοι να χρειάζονται από φροντιστή μέχρι ψυχίατρο για μια θέση σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Σκέφτομαι τις ατέλειωτες συνεδριάσεις των αλληλοσυμπληρούμενων και συναρμόδιων οργάνων, τα ογκώδη πρακτικά, τα ακριβή αντίγραφα, τους προσωρινούς κι οριστικούς πίνακες, τα διαδοχικά υπηρεσιακά σημειώματα και τη εξαντλητική αλληλογραφία μεταξύ συμβούλων, υπαλλήλων, δικηγόρων και πολιτών. Όλα στο όνομα της αξιοκρατίας και της ακριβοδίκαιης αποτίμησης των «τυπικών προσόντων» των υποψηφίων δημοσίων υπαλλήλων. Όλα στο όνομα της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος και της ανάπτυξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. (Σ’ αυτής της ανάπτυξης το όνομα, που φτάσαμε στις μέρες μας, οι απόφοιτοι της ομώνυμης κρατικής σχολής «Δημόσιας Διοίκησης» να εξομοιώνονται με τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος).

Πλαστά και κάλπικα είναι δεκάδες χιλιάδες απ’ αυτά τα πτυχία και παραστατικά σπουδών, σύμφωνα με δήλωση αρμόδιου κυβερνητικού στελέχους. Τι έκπληξη! Τι πρωτοτυπία! Στη χώρα που τα τελευταία χρόνια ακούστηκαν τόσα και τόσα για περιπτώσεις εξαπάτησης του Δημοσίου με πλαστά χαρτιά για συντάξεις, επιδόματα και κάθε λογής προνόμια και κοινωνικές παροχές, που είχε θεσπίσει το χρεωμένο κράτος και δεν ίδρωσε τ’ αυτί μας. Στη χώρα που μπορούσε να προσλαμβάνει για τη στελέχωση της δημοτικής αστυνομίας άτομα με ειδικές ανάγκες και δεν απορούσε κανένας. Ποιος να εκπλαγεί τώρα με τη δήλωση του κυρίου υπουργού; Όλα είναι πιθανά. Αλλά το πιθανότερο –αν όχι βέβαιο– είναι ότι τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί. Οι δηλώσεις, όπως και τα θαύματα –αν συμβαίνουν σ’ αυτόν τον τόπο– διαρκούν μια μέρα, ίσως και λιγότερο, ανάλογα με το πόσο θα το «παίξουν» τα κανάλια και θα το παπαγαλίσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μετά, άκρα του τάφου σιωπή.

Να σου πω κάτι; Και γιατί να νοιάζονται; Τι χρειάζονταν επί της ουσίας τα προσόντα στο δημόσιο; Ποια είναι τα προσόντα των προσόντων; Ποιες ανάγκες καλύπτουν και ποιες ευθύνες επωμίαονται και διαχειρίζονται οι προσοντούχοι δημόσιοι υπάλληλοι; Μόνο για κανένα μισθολογικό κλιμάκιο –αν κι αυτά τώρα έχουν μπει στην κατάψυξη του μνημονίου– άντε και καμιά θέση προϊσταμένου –με την προϋπόθεση, φυσικά, να συναινεί και το αρμόδιο κομματικό όργανο– μέχρι τις επόμενες εκλογές και βλέπουμε. Είναι γεγονός, ότι ο νεοδιοριζόμενος, ας διαθέτει και τα καταλληλότερα διοικητικά ή τεχνικά προσόντα, από τη «λάντζα» θα περάσει και στην αναμονή θα «ψηθεί» –αν είναι τυχερός και δεν «καεί»– μέχρι να εξαντληθούν αρχαιότητες κι επετηρίδες. Σφραγίδες και φωτοαντίγραφα θα βάζει και θα βγάζει μέχρι να βγάλει κάλους και να εγκολπωθεί μέχρι κεραίας τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία. Μήπως υπάρχει αδιάβλητο κι αντικειμενικό σύστημα για την αξιολόγησή του; Μήπως θα έρθει κανένας υπουργός ή γραμματέας να του πει «για έλα εδώ, παιδί μου, τι ξέρεις για να στελεχώσεις το γραφείο μου;» Θεός φυλάξοι! Αν είναι κανένας «ψαγμένος» και δικτυωμένος υπάλληλος, θα έρθει κάποιος «άλλος» υπουργός, γραμματέας ή βουλευτής και θα τον αποσπάσει –πάντα κατά το γράμμα και το πνεύμα του νόμου– στο γραφείο του για να κάνει τη δουλειά του.

Κάπως έτσι διαιωνίζεται κι ανακυκλώνεται και το φαινόμενο των πολυάριθμων ειδικών συμβούλων και συνεργατών που στελεχώνουν τα υπουργικά και λοιπά πολιτικά γραφεία. Φαινόμενο που, παρά την αδήριτη ανάγκη να περιοριστούν οι λειτουργικές ανάγκες υπουργείων και υπηρεσιών, εξακολουθεί να παρατηρείται με αμείωτη ένταση κι ενδεχομένως και σε μεγαλύτερη έκταση επί των ημερών μας. Όσοι απασχολούνται σ’ αυτά, επιστήμονες, τεχνοκράτες, δημοσιογράφοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, συνταξιούχοι ή και υπάλληλοι, κατατρύχονται καθημερινά με μύρια όσα θέματα τρέχουσας αρμοδιότητας των Υπηρεσιών και λειτουργούν ως στεγανά μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και διοίκησης, αποκόπτοντας με τον τρόπο αυτό τους πολιτικούς προϊσταμένους της δημόσιας διοίκησης από το υπόλοιπο προσωπικό. Με τον τρόπο αυτό η υπαλληλική ιεραρχία εκ των πραγμάτων περιορίζεται σε ρόλο εκτελεστή και διεκπεραιωτή αποφάσεων που έχουν ληφθεί αλλού και από άλλους, δίχως να γνωρίζει σε πολλές περιπτώσεις τη σκοπιμότητα ή την ανάγκη των ενεργειών στις οποίες καλείται να προβεί.

Με άλλα λόγια, μια ανάγκη που θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αντιμετωπιστεί με την πλήρη αξιοποίηση του στελεχιακού δυναμικού κάθε δημόσιας υπηρεσίας, ώστε να δημιουργείται μια καθημερινή ζωντανή και δημιουργική επικοινωνία και ώσμωση μεταξύ πολιτικής και διοικητικής ιεραρχίας, καλύπτεται με οιονεί «αλεξιπτωτιστές». Αποτέλεσμα; Δημιουργούνται και λειτουργούν στις περισσότερες των περιπτώσεων δυο ξεχωριστές και κινούμενες παράλληλα σφαίρες δραστηριοτήτων, μια στα κυβερνητικά και λοιπά γραφεία και μια άλλη στις υπηρεσίες του κάθε υπουργείου και οργανισμού, που –όπως είναι φυσικό– και κόστη μισθολογικά και λειτουργικά σωρεύουν και την αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπηρεσιών δεν εξυπηρετούν, εφόσον οι καθυστερήσεις και τα πήγαιν' έλα είναι συνήθη και καθημερινά φαινόμενα.

Για την έλλειψη παραγωγικότητας κι αποτελεσματικότητας των δημοσίων υπηρεσιών άλλοι είναι οι λόγοι κι οι αιτίες, στα μόνα που δεν οφείλονται είναι τα ελλιπή προσόντα κι οι ανεπαρκείς γνώσεις. Καλό είναι ν’ αναζητούνται και να ελέγχονται, λοιπόν, οι περιπτώσεις που παρανόμως έχουν παρεισφρήσει τίτλοι σπουδών και πιστοποιητικά στους υπηρεσιακούς φακέλους κάποιων υπαλλήλων. Καλύτερο όμως θα ήταν –κατά τη γνώμη μας– αν αναζητιόντουσαν παράλληλα κι οι υπάλληλοι με τις κατάλληλες γνώσεις κι εμπειρίες, προκειμένου ν’ αξιοποιηθούν για τη δημιουργία μιας ιεραρχίας ενιαίας και σπονδυλωτής ανά υπηρεσία, οργανωμένης σε ευέλικτες δομές και με σαφή προσδιορισμό καθηκόντων ανά θέση εργασίας.

Διαθέτουμε έναν ικανό κι ανανεωμένο από πλευράς τυπικών προσόντων κρατικό μηχανισμό, οι αιτίες της κακοδαιμονίας και της αναποτελεσματικότητάς του έχουν εντοπιστεί κι έχουν αναλυθεί επαρκώς, εκείνο που επί μήνες αναμένεται είναι ένα ολοκληρωμένο και σαφές κυβερνητικό σχέδιο για την αξιοποίησή του. Οι περικοπές, οι μετακινήσεις κι οι αποσπασματικές αναδιαρθρώσεις σε κάθε επίσκεψη της τρόικας, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να διαλύουν και ν’ αποσυνθέτουν τις όποιες δομές του ακόμα αντέχουν να λειτουργούν. Αυτό είναι το πρόβλημα και το ζητούμενο κι όχι η συναίνεση κι η αποδοχή των δημοσίων υπαλλήλων.

Εκτός κι αν αυτός τελικά είναι ο στόχος, οπότε τα περί βερίκοκου, μάλλον, περισσεύουν.

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Το τελευταίο καλοκαίρι.


Μετά από τρία χρόνια αλλεπάλληλων κυβερνητικών καθυστερήσεων και διαδοχικών υπουργικών υπεκφυγών κι αναβολών, φτάνουν άρον – άρον στην κλίνη του Προκρούστη δεκάδες χιλιάδες δημόσιοι και δημοτικοί υπάλληλοι. Αφού πέρασαν από αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών κι επιδομάτων, αφού χάζεψαν με τις διαδοχικές φορολογικές επιβαρύνσεις, αφού «πάγωσαν» πάνω στα οργανογράμματα και τις αξιολογήσεις των δομών, έφτασε η ώρα να πάρουν αριθμό προτεραιότητας και να μπουν στη σειρά για τη διαθεσιμότητα.

Αριθμοί ακούγονται και ποσοστώσεις ανακοινώνονται ανά Υπουργείο και κανείς δεν είναι σε θέση ν’ απαντήσει με ασφάλεια στο ερώτημα «πώς έχουν προκύψει;» Επί μήνες το υπουργείο Μεταρρύθμισης μελετούσε κι εξέταζε και σχεδίαζε και διαβεβαίωνε ότι όλα εξελίσσονται σύμφωνα το χρονοδιάγραμμα και τις υποδείξεις της task force, αλλά καμιά απόφαση και κανένα μέτρο για το δημόσιο δεν προχωρούσε. Ξαφνικά –με τον ανασχηματισμό λες– σχηματοποιήθηκαν οι αλλαγές, προέκυψαν οι αριθμοί, λήφθηκαν οι αποφάσεις. Υπήρχαν; Προέκυψαν; Επιλέχτηκαν στην τύχη; Κύριος οίδε.

Η «διοικητική μεταρρύθμιση», μια ευκαιρία για τη δημιουργία ενός περισσότερο ευέλικτου κι αποτελεσματικού κρατικού μηχανισμού, καθοδηγείται μηχανιστικά κι «αυτόματα» από επιλογές της στιγμής κι αποφάσεις ανάγκης. Η αναδιοργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών, ο ακρογωνιαίος λίθος για τον μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης σ’ ένα σύγχρονο εργαλείο ανάπτυξης κι εκσυγχρονισμού της χώρας, παρατήθηκε στην τύχη της συγκυρίας, στις πιέσεις της τρόικας και στην καλή διάθεση του κάθε παρατρεχάμενου  συμβούλου, συνεργάτη ή ειδικού.

Κατακαλόκαιρο και χιλιάδες εργαζόμενοι κοιμούνται και ξυπνάνε με την αγωνία αν και σε ποια λίστα θα είναι γραμμένο τ’ όνομά τους. Κάθονται στο γραφείο και το μυαλό τους βρίσκεται πότε στο τι θα πει ο υπουργός και πότε στο πώς θ’ αντιδράσει ο σύλλογός τους. Κατακαλόκαιρο και το θερμόμετρο της αγωνίας συναγωνίζεται εκείνο της θερμοκρασίας. Κατακαλόκαιρο, αλλά οι αγωνίες της κοινωνίας φαίνεται να είναι αλλού, το «Δημόσιο» έχει από καιρό «καεί» στην κοινή αντίληψη κι ας ήταν για μια ζωή το ασφαλές καταφύγιο –και πάλι κατά την κοινή αντίληψη– για έναν εργασιακό βίο με σιγουριά, εξασφάλιση και εισοδηματική σταθερότητα.

Μετά από τα καλοκαίρια μιας ζωής στη μονιμότητα κι ύστερα από τρία καλοκαίρια εν μέσω οικονομικής κρίσης, το ερχόμενο καλοκαίρι τίποτε δεν θα θυμίζει το δημόσιο όπως το ξέραμε. Όλα θα έχουν ανατραπεί, όλα θα έχουν αλλάξει. Όλα, εκτός από τις «ουρές» αναμονής, τις ατάκτως κολλημένες πάνω σε τοίχους ανακοινώσεις, τα επικυρωμένα φωτοαντίγραφα, τα παράβολα, τις προθεσμίες και τις παρατάσεις, τα πρόστιμα και τις δόσεις. Μαζί μ’ αυτά, ακλόνητα θα εξακολουθούν να μας θυμίζουν το δημόσιο τα διάσπαρτα σ’ Ανατολή και Δύση πολυάριθμα κτίρια συναρμόδιων υπηρεσιών, τα τηλέφωνα πληροφοριών που συνεχώς βουίζουν κι οι αρμόδιοι που δέχονται μετά τις 12 το μεσημέρι, τα ραντεβού που κλείνονται μετά από 5 – 6 μήνες, οι διαδοχικές υπογραφές που απαιτούνται για οποιαδήποτε συναλλαγή. Με τον ίδιο τρόπο θα εξακολουθούν να διεξάγονται οι εξετάσεις υποψηφίων οδηγών, να χορηγούνται οι άδειες παραμονής, να ελέγχονται οι τροχαίες παραβάσεις, να λειτουργούν οι συγκοινωνίες, αλλά κι η Βουλή, τα δικαστήρια, οι φυλακές, ο στρατός και, φυσικά, οι «120 προς κατάργηση και συγχώνευση φορείς του δημοσίου».

Το τελευταίο καλοκαίρι είναι αυτό για το δημόσιο όπως το ήξεραν 12.500 εργαζόμενοι. Θ’ ακολουθήσουν κι άλλοι μέχρι να «πιάσουμε» το στόχο. Όταν όμως –μετά από τόσες παλινωδίες– πρώτος «στόχος» γίνονται οι άνθρωποι κι όχι οι παθογένειες του συστήματος, όσους κι αν πετύχεις πάντα για κάποιους θα υπάρχει ένα τελευταίο καλοκαίρι στο δημόσιο.

Πόσο θ’ αντέχει η κοινωνία να μετρά τις απώλειες με χαμένα καλοκαίρια, με χαμένες ευκαιρίες;

Ποιος μπορεί άραγε να υποστηρίξει με βεβαιότητα, ότι αυτό θα είναι το τελευταίο; Το ευχόμαστε, αλλά μια ευχή μόνο αρκεί;

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Δημόσιο: Αναζητώντας το "plan A".


Αν κάτι απεχθάνονται οι πολιτικοί στην Ελλάδα είναι τα «εναλλακτικά σχέδια», τα «plan Β», για να συνεννοούμαστε. Και τα απεχθάνονται γιατί οι επιλογές κι οι αποφάσεις τους καμιά σχέση δεν έχουν με τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό κι όλες αυτές τις διοικητικές διαδικασίες, που κάθε άλλο παρά έχουν σχέση με τα ρουσφέτια και την εξυπηρέτηση κομματικών πελατειών, αλλά αντιθέτως εισάγουν τον ορθολογισμό, την πρόβλεψη και τον έλεγχο στην άσκηση των πολιτικών τους.

Οι εξελίξεις από τον περασμένο Μάρτιο, οπότε η τρόικα έθεσε επιτακτικά το θέμα της απομάκρυνσης μερικών χιλιάδων υπαλλήλων, αποτελούν την θλιβερή απόδειξη της διαπίστωσης. Η εναγώνια αναζήτηση του τελευταίου διαστήματος για υπαλλήλους κι εργαζομένους στο δημόσιο προς απόλυση, μετακίνηση κ.ο.κ., φανερώνει ότι όχι μόνο σχέδιο δεν υπήρξε, αλλά ούτε κάν στοιχειώδης μέριμνα και πρόνοια, ώστε να αποτυπωθούν σ’ ένα κομμάτι χαρτί πέντε αξιόπιστα σενάρια άμεσης εφαρμογής.

Άραγε, πού είναι οι 150.000 συνταξιοδοτήσεις που θα προέκυπταν μέχρι το 2015, όπως υποστήριζε μετ’ επιτάσεως μάλιστα κάποιος προ του Αντώνη Μανιτάκη υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης; Παρουσιάστηκαν έκτοτε οποιαδήποτε αξιόπιστα και τεκμηριωμένα στοιχεία που ν’ αποδεικνύουν, ότι πράγματι οι προς συνταξιοδότηση υπάλληλοι ανέρχονται σ’ αυτό τον αριθμό, οπότε να ησυχάσουμε όλοι; Ασφαλώς και όχι. Τουναντίον, κάθε φορά που ετίθετο θέμα απομάκρυνσης ή μετακίνησης υπαλλήλων ανακαλύπτονταν απ’ τους αρμοδίους κι από μια νέα κατηγορία. Να οι επίορκοι, να οι κοπανατζήδες, να ετούτοι, να κι οι άλλοι.

Μετά το βίαιο κλείσιμο της ΕΡΤ, παιχνιδίζουμε και με άλλες κατηγορίες υπαλλήλων λες και πρόκειται για ασκήσεις επί χάρτου ή τρόπο ψυχαγωγίας. Πότε με τους καθηγητές πληροφορικής, πότε με τους φύλακες των σχολείων και πότε με τη δημοτική αστυνομία. Αστεία πράγματα, αλλά πολύ σοβαρά όταν πρόκειται για κυβερνητικές αποφάσεις που αφορούν εργαζόμενους. Έστω κι αν όλοι αυτοί μετακινηθούν εν μία νυκτί, λύθηκε το πρόβλημα του δημοσίου; Ασφαλώς όχι. Υπαλληλικές σχέσεις κι ανθρώπινες ζωές ανακατεύονται απλώς και μπερδεύονται σ’ ένα κουβάρι απελπισίας, που μόνο τον εκσυγχρονισμό και τη μεταρρύθμιση δεν σηματοδοτεί, επιτείνοντας ταυτόχρονα και την εργασιακή ανασφάλεια στο δημόσιο, τη στασιμότητα, την παθητικότητα και την αδράνεια.

Πώς να προχωρήσει άλλωστε η όποια διαδικασία διοικητικής μεταρρύθμισης, όταν η ίδια η κυβέρνηση δεν έχει ξεκαθαρίσει με ποιο σχήμα θα επιχειρήσει τη διακυβέρνηση της χώρας. Όταν υπουργεία απ’ τη μια συμπτύσσονται σε υπερτροφικούς γραφειοκρατικούς γίγαντες αναποτελεσματικότητας κι απ’ την άλλη αναδημιουργούνται οιονεί υπουργεία που οι αρμοδιότητές τους αναζητούνται εκ των ενόντων για να δημιουργηθεί μόνο και μόνο η υπουργική καρέκλα. Όταν όλος ο καυγάς είναι τι θα γράφει η «γαρνιτούρα» στην ταμπέλα π.χ. του υπουργείου Παιδείας, «Δια βίου Μάθησης» ο ένας, «και Θρησκευμάτων» -σταθερά- ο άλλος. Μπορείς με τέτοιου είδους «αλλαγές» να υποστηρίξεις ότι υποστηρίζεις σοβαρά την υπόθεση της διοικητικής μεταρρύθμισης; Ούτε για πλάκα.

Υπάρχει άραγε ο αναγκαίος χρόνος ως το Σεπτέμβριο, ώστε η σοβαρότητα να επιστρέψει κι ευθύνη να τοποθετηθεί στο επίκεντρο των επιλογών για την τύχη του δημοσίου; Υπάρχει, δύσκολα, κοπιαστικά αλλά υπάρχει. Τα οργανογράμματα των δημοσίων υπηρεσιών απ’ τις επιτροπές που είχαν συσταθεί είναι απ’ τον περασμένο Οκτώβριο έτοιμα. Να εκδοθούν τα σχετικά προεδρικά διατάγματα για όλα τα υπουργεία άμεσα. Να τοποθετηθούν οι υπάλληλοι και μετά ν’ αρχίσουν ανά Υπουργείο οι κρίσεις. Βέβαια, υπάρχουν κι οι πιέσεις για «τακτοποιήσεις» που πρέπει να γίνουν, εφόσον διάφοροι δεν συμφωνούν με τις εισηγήσεις των επιτροπών κι έχει αρχίσει ένα μεγάλο «μαγείρεμα» με τη σύσταση άλλων επιτροπών σε διάφορα υπουργεία για τη διάσωση διευθύνσεων και μονάδων στο όνομα –κι αυτές– της αναδιοργάνωσης.

Δεν χρειάζεται να ξαναρχίσουν όλα απ’ την αρχή.

Ας προχωρήσει με αποφασιστικότητα η εφαρμογή των σχεδίων οργανισμών κι οι υπηρεσίες του διοικητικής μεταρρύθμισης, ας συντονίσουν σε βάθος χρόνου μια διαδικασία εκπόνησης τυχόν διορθώσεων  ανά υπουργείο. Δεν μπορεί στο όνομα της τελειότητας να μην γίνεται τίποτε και να κρατούνται όμηροι οι εργαζόμενοι. Ούτε στο όνομα της αντικειμενικότητας να έχουν αποψιλωθεί όλες οι υπηρεσίες από προϊσταμένους που να έχουν κριθεί στοιχειωδώς από υπηρεσιακά συμβούλια. Από «κριτήρια» και «αξιολογήσεις» βρωμάει η οικουμένη κι εμείς για το θέμα αυτό, εδώ και τρία χρόνια, ανακαλύπτουμε και πάλι την πυρίτιδα.

Τούτη την ύστατη για το δημόσιο ώρα δεν επιτρέπεται κανένας να αδρανεί ψάχνοντας τάχα ευέλικτα σχέδια και μαγικές φόρμουλες για την εξυγίανση του δημοσίου σε ξένα περιοδικά κι εγκυκλοπαίδειες ή σε επιτροπές και φόρουμ εργασίας. Τέλεια σχέδια και απόλυτες δομές δεν υπάρχουν, γι’ αυτό άλλωστε παντού στον κόσμο υπάρχουν τα «plan Β». Μόνο στη χώρα μας κλώθουμε και τραινάρουμε τις όποιες σχεδιασμένες αποφάσεις για το δημόσιο, νομίζοντας ότι έτσι αποφεύγεται η χρέωση του πολιτικού κόστους και το «φόρτωμα» όλων των στραβών στους «ξένους».

Δυστυχώς, είναι επιπόλαιες, κοντόφθαλμες, αλλά κι επικίνδυνες αυτές οι επιλογές, αφού όχι μόνο διατηρούν υψηλά το δείκτη αφερεγγυότητας της κυβέρνησης για να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, αλλά συντηρούν τον προβληματισμό για το ενδεχόμενο μιας άτακτης και παταγώδους αποτυχίας ανασυγκρότησης, όχι μόνο του δημοσίου, αλλά κι ολόκληρης της χώρας.

Όταν δεν υπάρχει στην ουσία «plan Α'», το «plan Β'» φαντάζει απλησίαστη πολυτέλεια. Αλλά μέχρι πότε;

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Η ΑΕΚ και ο "μύθος" της μονιμότητας.


Αν για τους μύθους δεν διαθέτουμε συνήθως ακριβείς πληροφορίες ως προς την προέλευση και τις καταβολές τους, στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα έχουν δημιουργηθεί «μύθοι», που και τις καταβολές τους γνωρίζουμε και τις σκοπιμότητές τους. Είναι μύθοι με… «ονομασία προελεύσεως».

Η ΑΕΚ αποτελούσε, μαζί με τον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟ, τον ένα από τους τρεις πυλώνες του πάλαι ποτέ αχτύπητου ΠΟΚ, των ομάδων που ένας «μύθος» ήθελε να μην πέφτουν ποτέ σε κατώτερη κατηγορία. Ομάδα με βαριά κληρονομιά κι ιστορία φορτισμένη με μνήμες από τις αλησμόνητες πατρίδες και την προσφυγιά της Πόλης. Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων από την άλλη αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε από τις αρχές του 20ού αιώνα ο «μύθος» για την ισόβια κι άρρηκτη μετά τον διορισμό σχέση υπαλλήλου και κράτους.

Στην πορεία του χρόνου κι οι δυο μύθοι γνώρισαν περιόδους εξαιρετικής αίγλης. Πορείες παράλληλες που παρακολουθούσαν και συντονίζονταν με το ρυθμό ανάπτυξης κι εξέλιξης του κράτους και της κοινωνίας. Η μεν ΑΕΚ κι ο κιτρινόμαυρος «δικέφαλος» φτερούγισαν στο πάνθεον του αθλητισμού γράφοντας ξεχωριστές σελίδες δόξας ιδιαίτερα στο ποδόσφαιρο και πιο παλιά στο μπάσκετ, η δε μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων αναδείχτηκε διαχρονικό προνόμιο κι «εισιτήριο διαρκείας» για όσους το αποχτούσαν και διασφάλιζαν μια θέση κάτω από τον ανέσπερο ήλιο της δημοσιοϋπαλληλίας.

Ένα από τα παρεπόμενα της οικονομικής κρίσης είναι ότι συνέτεινε –και, μάλιστα, με δραματικό σε πολλές περιπτώσεις τρόπο– στο να καταρρεύσουν σαν χάρτινοι πύργοι στερεότυπα και «μύθοι», που εκόντες- άκοντες είχαμε σχηματίσει κι είχαμε αποδεχτεί με το πέρασμα του χρόνου. Παραδοχές και δεδομένα, που –τεχνηέντως και σκόπιμα τις περισσότερες φορές– περνούσαν από γενιά σε γενιά κι από εποχή σε εποχή, κι είχαν ενθυλακωθεί στο εθνικό μας υποσυνείδητο δημιουργώντας έτσι μια διαχρονική αλληλουχία στρεβλώσεων και παρεξηγήσεων ως προς τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και κράτους, κράτους κι εκκλησίας κ.ο.κ.

Ο υποβιβασμός της ΠΑΕ ΑΕΚ στη Β’ Εθνική συνέπεσε χρονικά –κατά ένα διαβολικό παιχνίδι της μοίρας θα έλεγε κάποιος– με το διαφαινόμενο τέλος της μονιμότητας στο δημόσιο. Ένα «στάνταρ» αθλητικό ταμπού απ’ τη μια κι ένα ακατανίκητο θεσμικό προπύργιο απ’ την άλλη, καταρρίφθηκαν το περασμένο Σαββατοκύριακο. Ανατροπές θεαματικές και πρωτόγνωρες, όχι όμως κι αναπάντεχες έτσι όπως οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων διαμόρφωναν. Για τους ψύχραιμους, για όσους διέθεταν την υπομονή και τη διάθεση να κοιτάζουν πέρα απ’ την επιφάνεια των φαινομένων και πίσω απ’ τα καπνογόνα της επικαιρότητας, οι εξελίξεις και για τον έναν και για τον άλλο «μύθο» ήταν από καιρό προδιαγεγραμμένες.

Τα συλλογικά αθλήματα με πρώτο και καλύτερο το ποδόσφαιρο, διακρίνονταν για τις χρόνιες αδυναμίες τους, οι οποίες από την καθιέρωση του «επαγγελματισμού» παγιοποιηθήκαν και χρόνο με το χρόνο γιγαντώθηκαν δημιουργώντας ένα μπλεγμένο κουβάρι οικονομικών συμφερόντων, πολιτικών σκοπιμοτήτων και κοινωνικών επιδιώξεων. Παράγοντες και ιθύνοντες στις διοικήσεις των σωματείων και των αθλητικών οργάνων, βουλευτές και πολιτευτές στις θεσμοθετημένες για τον αθλητισμό θέσεις της πολιτείας, οργανώσεις κι από κοντά σύνδεσμοι «φιλάθλων» κι οπαδών –κάτω από τις μπαγκέτες των τηλεοπτικών δικαιωμάτων και των επιχορηγήσεων του ΟΠΑΠ– σέρναν επί δεκαετίες έναν ασυντόνιστο και παράταιρο για την απήχηση και τη δημοφιλία του αθλήματος χορό, που σημαδεύονταν από αναξιοπιστία, αδιαφάνεια και βία.

Χρεοκοπημένες εταιρείες –ο Θεός να τις κάνει– απολάμβαναν με τις ευλογίες κυβερνήσεων και κοινοβουλίων χαριστικές νομοθετικές ρυθμίσεις για οικονομικά και φορολογικά προνόμια ασύλληπτα για οποιονδήποτε άλλο επιχειρηματία. Ταυτόχρονα ασύλληπτοι ξεγλιστρούσαν κι οι «μέγιστοι» και «τιτάνες» παράγοντες των αθλητικών πρωτοσέλιδων, παρά την πληθώρα των παραβάσεων και παρανομιών που κατά καιρούς έρχονταν στο φως. Όλα αυτά, βέβαια, κάτω από τις αδιάκοπες και ρυθμικές ζητωκραυγές ή απειλές –ανά περίπτωση– οπαδών, που τους επιτράπηκε να μετατρέψουν τα γήπεδα σε χώρους αυστηρά ακατάλληλους –ή και άκρως επικίνδυνους– για ανήλικους και γυναικόπαιδα. Κάτω απ’ τη μύτη μας και μπροστά στις κάμερες ξετυλίγεται χρόνια τώρα κάθε Σαββατοκύριακο και αγώνα με τον αγώνα αυτό το κουβάρι, όχι για να λυθεί και να ξεμπερδέψει, αλλά για να περιπλακεί και να μπερδευτεί ακόμα περισσότερο. 

Κάτω απ’ τη μύτη μας και μπροστά στα μάτια μας Σαββατοκύριακο με Σαββατοκύριακο απαξιώθηκε, ευτελίστηκε και τελικά κατέρρευσε η ΠΑΕ ΑΕΚ. Η περίπτωσή της αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα μακροχρόνιας, άγριας και στυγνής εκμετάλλευσης, ολοκληρωτικής και οριστικής εγκατάλειψης. Η ΠΑΕ «βιάστηκε» κι εγκαταλείφτηκε στην τύχη της, οι όποιες προσπάθειες ανάταξης, ανάνηψης, ανάστασης δεν καρποφόρησαν, γιατί οι «βιαστές» με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κρατούσαν και το ρόλο του ρυθμιστή των εξελίξεων. Όσοι επεχείρησαν να βοηθήσουν διαπνεόμενοι –ή εμπνευσμένοι– από τα φίλαθλα για τον σύλλογο κίνητρά τους, είτε τράπηκαν άρον-άρον σε άτακτη φυγή, είτε κατάλαβαν ότι ματαιοπονούν και αποσύρθηκαν εγκαίρως. Δεν είναι τυχαίο, ότι δίπλα στην ΑΕΚ δεν βρίσκεται κανένας από τους ζωντανούς της θρύλους, κανένας από τους επώνυμους που την υποστηρίζουν, κανένας από τους φιλάθλους που πλημμύριζαν οικογενειακώς τη Νέα Φιλαδέλφεια.

Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών την κρατική παραδοχή ή το συνώνυμο της θεσμοθετημένης και νομιμοποιημένης ατιμωρησίας, τεμπελιάς, ρεμούλας, ευνοιοκρατίας. Ο θεσμός αυτός, που εισήχθη με το Σύνταγμα του 1911 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ώστε να υπάρχει εγγυημένη προστασία των δημοσίων υπαλλήλων απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία και στις άδικες και αθρόες απολύσεις με τις εναλλαγές των κυβερνήσεων στην εξουσία, κατέληξε σε «άσυλο» αναποτελεσματικότητας, αδιαφάνειας και παρανομίας.

Ο τρόπος που έκτοτε εφαρμόστηκε κι εξελίχθηκε ο θεσμός, ευνόησε στο να δημιουργηθούν κραυγαλέες παρανοήσεις και να οικοδομηθεί ένας μύθος κάθε άλλο παρά κολακευτικός, όχι μόνο για την ποιότητα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, αλλά προπαντός για το ανθρώπινο δυναμικό της. Η εξέλιξη και γιγάντωση του πελατειακού συστήματος μέσω της επί δεκαετίες αδιαφάνειας στις προσλήψεις, την έλλειψη επαρκούς κι αξιόπιστης αξιολόγησης, την ευνοιοκρατία στην υπηρεσιακή ανέλιξη και τις προαγωγές, αλλά κι η απρόσκοπτη μισθολογική εξέλιξη σε άρρηκτη σύνδεση με την ες αεί διατήρηση της θέσης, αποτέλεσαν συμπληρωματικές εκφάνσεις από τις δαιδαλώδεις κι επικαλυπτόμενες πτυχές της οργάνωσης και στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού που ακολουθήθηκε πιστά κι απαρέγκλιτα επί δεκαετίες.

Ο διορισμός στο δημόσιο –ανομολόγητα μεν ουσιαστικά δε– σηματοδοτούσε αυτομάτως την ισόβια τακτοποίηση. Μια θέση σε δημόσια υπηρεσία εξασφάλιζε στον κάτοχό της τα προς το ζειν «βρέξει χιονίσει». Το ζητούμενο ήταν «να μπεις», από ‘κει και πέρα ό,τι κι αν έκανες, όσο κι αν δούλευες, όποτε κι αν δούλευες, δεν σε έλεγχε και δεν μπορούσε να σε «πειράξει» κανένας, αλλά κι αν κάποιος επιχειρούσε να σε «κουνήσει» υπήρχαν οι μηχανισμοί «προστασίας», είτε γνωριμίες, είτε κόμμα, είτε σωματείο λέγονταν αυτοί. Αυτοί καθάριζαν και για τις κοπάνες, και για τα πειθαρχικά και για τις μετακινήσεις και για όλα.

Αποσιωπήθηκε έτσι με το πέρασμα του χρόνου και ξεχάστηκε ο πραγματικός λόγος για τη θέσπιση της μονιμότητας, ο ρόλος του θεσμού αλλοιώθηκε και παραχαράχτηκε στο κοινωνικό υποσυνείδητο. Όσο μάλιστα στην αγορά εργασίας οξύνονταν, γίνονταν πιο ανελαστικές κι απάνθρωπες κι η ανεργία ως τάξη μεγέθους άρχιζε να προβληματίζει, τόσο η αντίθεση κι αντιπαλότητα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα φούντωνε. Όλοι άρχισαν να φωνάζουν «να καταργηθεί η μονιμότητα». Αντί να διεκδικούν το αυτονόητο, δηλαδή να εφαρμοστεί η νομιμότητα και τα προβλεπόμενα σε κάθε περίπτωση από το Σύνταγμα και τους νόμους, «χτυπούσαν το σαμάρι κι όχι το γάιδαρο». Οι πολίτες αναζητούσαν μέσω της κατάργησης της μονιμότητας τη λύτρωση από τις βασανιστικές διαδικασίες των δημοσίων υπηρεσιών ή την άρση της αδικίας που αισθάνονταν ότι υφίστανται ή τη θεραπεία όλων των παθολογιών της κρατικής μας οργάνωσης.

Ο «μύθος» λειτουργούσε αποτελεσματικά, αλλά σε λάθος κατεύθυνση. Ποτέ η μονιμότητα δεν εμπόδισε ούτε οι κοπανατζήδες να ελεγχθούν, ούτε οι επίορκοι να τιμωρηθούν, ούτε οι αναποτελεσματικοί να επισημανθούν. Η νομοθεσία κάλυπτε επαρκώς και πλήρως όλες τις περιπτώσεις, αλλά η επίκληση της μονιμότητας ήταν το παραπλανητικό προπέτασμα καπνού για τη συντήρηση του μύθου και μαζί του πελατειακού συστήματος μ’ όλα του τα παρελκόμενα.

Οι «μύθοι» καταρρέουν, η ΠΑΕ ΑΕΚ –όχι η Αθλητική Ένωση Κωσταντινουπόλεως– οδεύει προς τη Β’ Εθνική κι μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων οδεύει προς μερική άρση, όπου κριθεί αναγκαίο. Οι στιγμές είναι κρίσιμες και για την ποδοσφαιρική ομάδα της ΑΕΚ και για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Οι εξελίξεις που θ’ ακολουθήσουν κι οι αποφάσεις που θα παρθούν, διακρίνονται για την ιστορικότητά τους, γι’ αυτό θα πρέπει και στη μια και στην άλλη περίπτωση ν’ αντανακλούν το περί δικαίου αίσθημα, αλλά κυρίως να διαφυλάξουν και ως κόρη οφθαλμού και να εφαρμόσουν απαρεγκλίτως τη νομιμότητα.

«Μύθοι», όπως τους παραπάνω, αν δεν ξανασταθούν στα πόδια τους δεν θα είναι κακό, η ζωή θα βρει με το χρόνο τα βήματα και την περπατησιά της, ολέθριο όμως θα είναι, αν, αυτή την ώρα δειλιάσουμε, αν για χάρη του κόστους των «μύθων», παραβλέψουμε το σοβαρό ενδεχόμενο να μην κατορθώσει να ξανασταθεί στα πόδια της ούτε η κοινωνία, ούτε η δημόσια διοίκηση.

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Ο Βαρβαρέσος και οι... "βάρβαροι".



Όταν βρεθούν τα κριτήρια, οι όροι κι οι προϋποθέσεις για την απομάκρυνση κάποιων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων από τις θέσεις τους, να μου το πείτε κι εμένα. Θα ‘ναι υπάλληλοι αορίστου χρόνου; Θα ‘ναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης; Θα ‘ναι από οργανισμούς που θα καταργηθούν ή από οργανικές θέσεις που θα πλεονάζουν; Κύριος οίδε.

Είμαστε όμως κι εμείς απίστευτοι. Πάμε κι αποδεχόμαστε κάποιους όρους σε μνημόνια και συμφωνούμε σε κάποια δεδομένα, που τα συμπεριλαμβάνουμε μάλιστα και σε μεσοπρόθεσμα σχέδια κυβερνητικής πολιτικής, δίχως να ΄χουμε καταστρώσει πριν κάποιο στοιχειώδες σχέδιο ή έχουμε συλλάβει έστω μια ιδέα, πώς είναι δυνατόν στη συνέχεια οι όροι αυτοί να τηρηθούν και, όχι μόνο να μη γίνουμε ρεζίλι, όταν έρθει η ώρα του ελέγχου από την τρόικα, αλλά και να μη θέσουμε σε κίνδυνο την ομαλή εξέλιξη του δανειακού προγράμματος της χώρας.

Το πρόβλημα της απομάκρυνσης δημοσίων υπαλλήλων από το Δημόσιο εξελίσσεται αυτές τις μέρες κι επ’ ευκαιρία του τακτικού ελέγχου από τους αντιπροσώπους των δανειστών μας, ως η θρυαλλίδα που μπορεί να τινάξει τη δόση του Μαρτίου στον αέρα. Δίχως το θέμα αυτό να είναι κατ’ ουσίαν αμιγώς οικονομικού χαρακτήρα, έχω την αίσθηση, ότι η επιμονή της τρόικα για συγκεκριμένες δεσμεύσεις, περισσότερο θέλει να οριοθετήσει και να τονίσει την ανάγκη να υπάρχει συνέχεια και συνέπεια στα συμφωνηθέντα από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης παρά να μπουν λεφτά στα ταμεία. Και δεν έχει άδικο.

Αν κοιτάξουμε γύρω μας αναζητώντας να διακρίνουμε πού η ζωή μας έχει αλλάξει προς τα καλύτερο και ποιοι τομείς του κράτους έχουν βελτιωθεί από την εφαρμογή των διαδοχικών μνημονίων, διαπιστώνουμε ότι η κατάσταση είναι τραγική. Για ποια ανάπτυξη και για ποιες επενδύσεις να μιλήσουμε, όταν καρκινοβατούν και «σέρνονται» στοιχειώδεις παρεμβάσεις και διοικητικές μεταβολές που δεν έχουν κάν οικονομικό κόστος;

Το θέμα της κρατικής αναδιοργάνωσης κι ιδιαίτερα το ζήτημα της μεταρρύθμισης στη δημόσια διοίκηση εκ των πραγμάτων αποτελεί θεμελιώδες και πρωταρχικό πεδίο δράσης, εφόσον οποιοσδήποτε σχεδιασμός και δράση στους επιμέρους τομείς, αποτελεί άμεση συνάρτηση κι εξαρτάται καταλυτικά από την αποτελεσματική κι αξιόπιστη λειτουργία της κρατικής μηχανής, της δημόσιας διοίκησης.

Πώς είναι δυνατόν να προσδοκά μια κυβέρνηση, ότι μπορεί να υλοποιήσει οποιοδήποτε μεταρρυθμιστικό σχέδιο κι οποιαδήποτε αλλαγή, αν δεν διαθέτει, εκτός από τη βούληση, το πρόγραμμα και τους πόρους, το απολύτως απαραίτητο έμψυχο δυναμικό, το οποίο με αξιοπιστία και συνέπεια θα επωμιστεί το επίπονο και κοπιαστικό αυτό έργο; Στη χώρα μας διεκδικούμε αυτά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης μιαν παγκόσμια πρωτοτυπία ως προς το θέμα. Μειώνουμε δραματικά τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, τους μηδενίζουμε εξτρά απολαβές και προνόμια, τους απειλούμε καθημερινά με απολύσεις κι αναδιοργανώσεις και τους ζητάμε ταυτόχρονα να εργάζονται ευσυνείδητα και απερίσπαστα. Γιατί και για ποιον;

Σήμερα η δημόσια διοίκηση είναι κομματιασμένη και σχεδόν διαλυμένη. Υπάρχουν τα πολιτικά γραφεία υπουργών, υφυπουργών, γενικών γραμματέων κ.λπ., που είναι στελεχωμένα με στρατιές συμβούλων και παρατρεχάμενων –ελέω 1558 που έχει γίνει ιδιαίτερα «ευρύχωρος» μετά την κωδικοποίησή του επί Παυλόπουλου– κι από ‘κει και πέρα το χάος. Η υπαλληλία ακολουθεί τους ρυθμούς της ανάλογα με τη διάθεση και το μεράκι του κάθε υπαλλήλου, ανάλογα με τη φύση της δουλειάς και τις απαιτήσεις της θέσης. Η συντριπτική πλειοψηφία των προϊσταμένων ασκούν τα καθήκοντά τους κατ’ ανάθεση, αγνοούν επί της ουσίας τι και γιατί αποφασίζεται, ενώ τις περισσότερες φορές, ακόμα κι υψηλόβαθμα στελέχη, πληροφορούνται τις κυβερνητικές αποφάσεις του τομέα των αρμοδιοτήτων τους από την τηλεόραση ή τις εφημερίδες.

Όλα κινούνται στους ρυθμούς ενός ένδοξου κρατικού παρελθόντος, αναμένοντας με φόβο κι αβεβαιότητα μιαν αναδιοργάνωση που φημολογείται και ποτέ δεν έρχεται, μ’ έναν προϋπολογισμό που δεν καλύπτει σε κάποιες περιπτώσεις ούτε τ’ αναγκαία, με την ανασφάλεια και τη ρουτίνα, με το ομιχλώδες παρόν και το σκοτεινό μέλλον να τρεμοπαίζουν στο μυαλό, τους «διαδρόμους», τις γενικές συνελεύσεις και τις οθόνες των υπολογιστών –τις ώρες που πολλοί απ’ αυτούς δεν είναι απασχολημένοι με πασιέντζες ή facebook. Βάρβαρες για όλους καταστάσεις.

Ο Βαρβαρέσος το 1952 τα είχε πει.

«Να τεθή ως γενική αρχή ότι ανώτατα και ανώτερα στελέχη της διοικήσεως είναι υπεύθυνα δια την πλημμελή λειτουργίαν των υπηρεσιών επί κεφαλής των οποίων ευρέθησαν κατά την παρελθούσαν δεκαετίαν και ότι η απομάκρυνσίς των είναι απαραίτητος προϋπόθεσις δια την βελτίωσιν της λειτουργίας των υπηρεσιών τούτων. Δεν είναι ανάγκη δια να γίνη η απομάκρυνσις αύτη να διαπιστωθή ποινική ή πειθαρχική ευθύνη δια συγκεκριμένας πράξεις και παραλείψεις, διότι τούτο θα ήτο αφ’ ενός δυσχερέστατον και αφ’ ετέρου άσκοπον, ουδέ είναι ανάγκη η απομάκρυνσις να λάβη την μορφήν ποινής». («‘Εκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος», εκδ. Σαββάλας 2002, σελ. 290).

Υποχρεωτική συνταξιοδότηση κι έξω απ’ την πόρτα.

Σήμερα ψάχνουμε ψύλλους στ’ άχυρα, όταν ανάλογες ανάγκες είχαν δημιουργηθεί δεκαετίες πριν, οπότε είχαν διατυπωθεί κι αντίστοιχες προτάσεις. Τουναντίον μάλιστα, σήμερα αντί να επιδιώκουμε να κινηθούμε τάχιστα προς την κατεύθυνση της κατά το δυνατόν βαθύτερης ανανέωσης του στελεχιακού δυναμικού της δημόσιας διοίκησης, αντί να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις νέες ιδέες να έρθουν στο προσκήνιο, φρέσκιες γνώσεις και νεαρότερα άτομα να βρεθούν στις θέσεις ευθύνης, ψηφίζουμε νόμους που επιτρέπουν την παράταση –μετά από αίτησή τους παρακαλώ– της παραμονής σε θέσεις γενικών διευθυντών μέχρι τα 67 τους χρόνια. [Για την ιστορία αναφέρεται, ότι ένας γενικός διευθυντής «προ νέου μισθολογίου» (Οκτώβριος 2011) εξακολουθεί ν’ αμείβεται –ελέω «υπερβάλλουσας μείωσης»– όχι κάτω από 3.500 ευρώ καθαρά].

Αν υπήρχε η τόλμη και η βούληση, για την εφαρμογή μιας ανάλογης πρότασης στη δημόσια διοίκηση της εποχής μας –πάντα σε συνδυασμό και με την προϋπόθεση αξιόπιστου συστήματος αξιολόγησης προσόντων, αδιάβλητου και δίκαιου οργάνου επιλογής, καθορισμού ευθυνών κι αρμοδιοτήτων κ.λπ.–, ούτε εφεδρείες θ’ αναζητούσαμε, ούτε διαθεσιμότητες θα εφευρίσκαμε, ούτε αναξιόπιστοι θα φαινόμαστε. Ενδεχομένως, θα μπορούσε κάποια αποφασιστική και με ριζοσπαστικές ιδέες κυβέρνηση να μην υπουργοποιήσει εκ νέου ή να τοποθετήσει σε θέσεις κυβερνητικές ή δημόσιες κι όσους το αντίστοιχο διάστημα άσκησαν δημόσια εξουσία. Δείχνοντας έμπρακτα με τον τρόπο αυτό τη βούληση να γίνει μια βαθειά τομή με το πρόσφατο παρελθόν, τουλάχιστον σε επίπεδο προσώπων.

Με τέτοιου βεληνεκούς επιλογές και αποφάσεις, που οριοθετούν με σαφήνεια το χτες από το σήμερα και το αύριο, οπλίζεται κι η κοινωνία με κουράγιο για ν’ αντέξει και ν’ αντιμετωπίσει το σκληρό πρόσωπο της οικονομικής κρίσης. Μπορεί ο καλόπιστος πολίτης ν’ αντιληφθεί ότι κάτι επιτέλους αλλάζει, ότι υπάρχει πιθανότητα κάτι να κινηθεί προς τα μπρος.

Απόψε, αλλά κι όλες τις επόμενες μέρες και νύχτες, που θα ψάχνουμε γύρω – γύρω ν’ ανακαλύψουμε δημοσίους υπαλλήλους γι’ απομάκρυνση, ίσως ο Κυριάκος Βαρβαρέσος από ‘κεί ψηλά που μπορεί να μας βλέπει, να χαμογελά πικρά για τα δύσκολα –πράγματι– που μας βάζουν οι… «βάρβαροι».

FOTO: Katerina Lomonosov

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Κατανοώ τον Αντώνη Μανιτάκη.



Κατανοώ απολύτως τη δυσχερή θέση του Αντώνη Μανιτάκη. Κινδυνεύει να του «σκάσει στα χέρια» ένα Δημόσιο που γιγαντώθηκε επί δεκαετίες με ευθύνη προκατόχων του υπουργών και κυβερνώντων και να βρεθούν έτσι «στον αέρα» εκατοντάδες υπάλληλοι για πρώτη φορά από την εποχή που καθιερώθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο η μονιμότητα. Από την άλλη όμως δε συμμερίζομαι καθόλου τις μέχρι σήμερα επιλογές του Υπουργείου του. Ατολμία και δισταχτικότητα, χρονοτριβή και καθυστερήσεις.

Θα είναι κρίμα πραγματικά για το σεμνό άνθρωπο και τον άξιο πανεπιστημιακό, για τον εξαίρετο συνταγματολόγο, ο επικείμενος ανασχηματισμός να τον φέρει εκτός κυβέρνησης με το «στίγμα» της αναποτελεσματικότητας. Η «βρώμικη δουλειά» είναι σίγουρο ότι δεν ταιριάζει ούτε στις ιδέες του, ούτε στην ακέραια προσωπικότητά του, αλλά η «καυτή πατάτα» έχει απομείνει κι υπ’ αυτή την έννοια ίσως αυτό να είναι για εκείνον το καλύτερο. Ο διάδοχός του αυτή την αποστολή κι αυτό το «προνόμιο» θα έχει, να «καθαρίσει» δηλαδή την υπόθεση «Δημόσιες Υπηρεσίες», ώστε ν’ αποφευχθεί η λήψη νέων επώδυνων οικονομικών μέτρων τους αμέσως προσεχείς μήνες.

Εδώ που τα λέμε, όλο αυτό το τραινάρισμα κι η καθυστέρηση για την αναδιοργάνωση και την εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης έχει κοστίσει  και σε αξιοπιστία και σε εκατομμύρια ευρώ. Αν κάποιοι κάνουν ότι ξέχασαν τις «150.000 απολύσεις» του καλοκαιριού του 2010, θέμα που τέθηκε σχεδόν πρώτο – πρώτο στο τραπέζι τότε από την τρόικα, δεν σημαίνει ότι κι οι εκπρόσωποι των δανειστών έχουν την ίδια επιλεκτική κι αφαιρετική μνήμη. Μήπως όμως και το περασμένο καλοκαίρι, αμέσως μετά τις εκλογές, το θέμα αυτό δεν επανήλθε στο προσκήνιο; Τι έχει γίνει έκτοτε; Μια άρον – άρον κουτσουρεμένη και κολοβή διαθεσιμότητα –για να μη θυμηθούμε την αλήστου μνήμης «εφεδρεία»– προκειμένου να πάρουμε τη μεγάλη δόση, κάτι ευφάνταστα περί «επίορκων», κάτι σκόρπια περί οργανογραμμάτων κι η ζωή στο ελληνικό δημόσιο συνεχίζεται.

Άραγε πού έλλειψε ο χρόνος, οι γνώσεις, τα μέσα ή οι πόροι από το καλοκαίρι του 2010 και με τόσες κυβερνήσεις κι υπουργούς να έχουν περάσει, ώστε δεν κατέστη δυνατόν να καταστρωθεί ένα πλήρες σχέδιο για τη συνολική αναδιοργάνωση του κράτους και την αναδιάταξη της δημόσιας διοίκησης; Είναι, μάλλον, πιο εύκολο να λαμβάνονται οριζόντια μέτρα σε βάρος ολόκληρης της κοινωνίας, όπως ήταν π.χ. το «χαράτσι» στα ακίνητα, που εισπράχθηκε μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ ή η εξίσωση της τιμής του πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης, που είχε ως αποτέλεσμα να «παγώσουν» οι κεντρικές θερμάνσεις των πολυκατοικιών και μαζί μ’ αυτές και χιλιάδες νοικοκυριά. Άραγε ποιος θα μας πει, αν τελικά, τα μέτρα αυτά ήταν πιο αποτελεσματικά και προσοδοφόρα, από μια σχεδιασμένη παρέμβαση στο κράτος και τις λειτουργίες του;

Θα πουν ίσως κάποιοι, ότι ο χρόνος πίεζε και τα δημόσια ταμεία έπρεπε με κάποιον τρόπο να γεμίσουν, χώρια που έπρεπε να περιοριστεί κι η ζήτηση. Εντάξει, ο χρόνος πίεζε μία, πίεζε δύο… τρεις και το λουρί της μάνας πια. Τρία χρόνια πάνε από τότε κι ακόμα βολοδέρνουμε με οργανογράμματα υπουργείων σε… δόσεις. Είναι εικόνα αυτή κράτους που σέβεται τις υπογραφές του και τους πολίτες του; Διασύρουμε υπαλλήλους και υπηρεσίες, επισημοποιούμε ότι οι «επίορκοι» είναι στη χώρα κατά χιλιάδες, ενώ διαρρηγνύαμε πριν δυο χρόνια τα ιμάτιά μας, όταν ο Γιώργος Παπανδρέου φέρεται να είπε πως είμαστε «χώρα διεφθαρμένων». Τι υποκρισία και τι αναισθησία είναι αυτή.

Δημιουργήθηκαν επιτροπές αξιολόγησης δομών, πολυμελείς, οι άνθρωποι έκαναν τις επαφές τους στα υπουργεία, ολοκλήρωσαν το έργο τους, παρέδωσαν τα συμπεράσματά τους από μήνες κι αντί να εφαρμοστούν, έστω στο βαθμό που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν, οι προτάσεις τους, τουναντίον, σε κάθε υπουργείο συστήθηκε κι από μια άλλη επιτροπή αναδιοργάνωσης να κάνει την ίδια(;) δουλειά. Το αποτέλεσμα είναι προφανές. Αντί να συζητάμε και να καμαρώνουμε σήμερα το νοικοκύρεμα και το συμμάζεμα του δημοσίου, την αξιοποίηση δομών και υπαλλήλων, ψάχνουμε τους «διαθέσιμους» ή τους «επίορκους» για τους οποίους μάλιστα μόλις προχτές διορίσαμε τα νέα πειθαρχικά συμβούλια.

Θέλουμε μετά να μας πάρουν οι ξένοι κι οι δανειστές μας στα σοβαρά και να πεισθούν ότι πράγματι προσπαθούμε εντατικά ν’ αντιμετωπίσουμε τις εγγενείς αδυναμίες και τις χρόνιες ανεπάρκειες του κράτους και της οικονομίας. Πηγαινοέρχονται, μπαινοβγαίνουν βιαστικοί και σκυθρωποί στα υπουργεία, κι όλο στα ίδια και τα ίδια πέφτουνε. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα είναι πιο δύσκολα και θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα, φοβάμαι. Κάποιοι μιλούσαν μ’ ελαφρότητα για «βελούδινη» επίσκεψη της τρόικα, θαρρείς και δεν έχουν καταλάβει πλέον οι άνθρωποι, μετά από τόσα πήγαιν’-έλα τι έχουν ν’ αντιμετωπίσουν. Τώρα που τα περιθώρια στένεψαν και οι αντοχές για νέες περικοπές δαπανών στον κρατικό προϋπολογισμό έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί, ποια άραγε επιλογή απομένει, αν, βεβαίως, δεν οδηγηθούμε εκ των πραγμάτων σε νέα μέτρα;

Κι όμως, όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια της δημοσιονομικής προσαρμογής θα μπορούσαμε από κοινού να σχεδιάσουμε, ν’ αποφασίσουμε και να υλοποιήσουμε, να διορθώσουμε στη δημόσια διοίκηση, όλα αυτά που μεταξύ μας γνωρίζουμε, συζητάμε ή ανεχόμαστε. Η μισή Ελλάδα –αν όχι τα τρία τέταρτα– δημόσιο είναι, μα υπουργείο, μα δήμος, μα οργανισμός, μα ΔΕΚΟ, γνωριζόμαστε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Ο Παναγόπουλος ή ο Τσικρικάς ξέρουν τους εργαζόμενους και τους υπαλλήλους σχεδόν με το μικρό τους. Ίσως και τα μισά να είχαμε ίσαμε σήμερα πετύχει, κανείς δεν θα μιλούσε για απολύσεις και τα τοιαύτα, ποιος το διεκδικεί και πιέζει άραγε σταθερά γι’ αυτό εκτός απ’ την τρόικα; Αλλά κι απ’ την άλλη να το δούμε, δεν είναι άδικο για τους ευσυνείδητους, τους εργατικούς και τους έντιμους, ν’ ανέχονται στο όνομα της όποιας «αλληλεγγύης» ή μονιμότητας τεμπέληδες και κοπανατζήδες, αμόρφωτους ή αλεξιπτωτιστές; Είναι δίκαιο να μην υπάρχει μέχρι σήμερα ένα αξιοπρεπές και κατά το δυνατόν αντικειμενικό σύστημα αξιολόγησης;

Όλα αυτά θα μπορούσαμε, φυσικά, μόνοι μας να τα έχουμε εντοπίσει και διορθώσει, χωρίς καμιά τρόικα ή μνημόνιο να τα επιβάλουν. Το δυστύχημα είναι ότι ακόμα και τώρα, τώρα που αγωνιζόμαστε να επιβιώσουμε ως κράτος και ως κοινωνία, αδυνατούμε να συνεννοηθούμε και να μονιάσουμε για τ’ αυτονόητα, για εκείνα που θα δώσουν οξυγόνο κι ανάσα στην κοινωνία και θα βελτιώσουν την εικόνα που ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ δίνουμε στους άλλους για τη χώρα μας.

Κατανοώ τον Αντώνη Μανιτάκη, γιατί αντιλαμβάνομαι σε πόσο «εχθρικό» για τις ιδέες και την ιδιοσυγκρασία του περιβάλλον κλήθηκε να «βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά», ήλπιζα όμως ότι, επειδή ακριβώς είναι αυτός, θα ξεκινούσε πρώτα απ’ το υπουργείο του, το «Διοικητικής Μεταρρύθμισης κ.λπ.» αμέσως μετά τις εκλογές, δίνοντας έτσι το σύνθημα για το πώς αντιλαμβάνεται την αναδιοργάνωση του δημοσίου και σε ποιους άξονες στοχεύει να κινηθεί, παραμερίζοντας εμπόδια και αγκυλώσεις, παραβλέποντας μικροϋπολογισμούς και σκοπιμότητες, χωρίς φόβο, δίχως εμπάθεια. Δεν το έπραξε.

Τώρα, μόνο ο ανασχηματισμός αποτελεί –δυστυχώς για όλους– την προσωπική του έξοδο κινδύνου. Για κάποιους από τους υπόλοιπους, τους «εντός των τειχών» το μόνο που αρχίζει να διαφαίνεται είναι –και πάλι δυστυχώς για όλους– η «έξοδος», σκέτη…

Foto:www.emedco.com