Θα είναι κρίμα πραγματικά για το σεμνό άνθρωπο και τον άξιο
πανεπιστημιακό, για τον εξαίρετο συνταγματολόγο, ο επικείμενος ανασχηματισμός
να τον φέρει εκτός κυβέρνησης με το «στίγμα» της αναποτελεσματικότητας. Η
«βρώμικη δουλειά» είναι σίγουρο ότι δεν ταιριάζει ούτε στις ιδέες του, ούτε
στην ακέραια προσωπικότητά του, αλλά η «καυτή πατάτα» έχει απομείνει κι υπ’
αυτή την έννοια ίσως αυτό να είναι για εκείνον το καλύτερο. Ο διάδοχός του αυτή
την αποστολή κι αυτό το «προνόμιο» θα έχει, να «καθαρίσει» δηλαδή την υπόθεση
«Δημόσιες Υπηρεσίες», ώστε ν’ αποφευχθεί η λήψη νέων επώδυνων οικονομικών
μέτρων τους αμέσως προσεχείς μήνες.
Εδώ που τα λέμε, όλο αυτό το τραινάρισμα κι η καθυστέρηση για την
αναδιοργάνωση και την εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης έχει κοστίσει και σε αξιοπιστία και σε εκατομμύρια ευρώ. Αν
κάποιοι κάνουν ότι ξέχασαν τις «150.000 απολύσεις» του καλοκαιριού του 2010,
θέμα που τέθηκε σχεδόν πρώτο – πρώτο στο τραπέζι τότε από την τρόικα, δεν
σημαίνει ότι κι οι εκπρόσωποι των δανειστών έχουν την ίδια επιλεκτική κι
αφαιρετική μνήμη. Μήπως όμως και το περασμένο καλοκαίρι, αμέσως μετά τις
εκλογές, το θέμα αυτό δεν επανήλθε στο προσκήνιο; Τι έχει γίνει έκτοτε; Μια
άρον – άρον κουτσουρεμένη και κολοβή διαθεσιμότητα –για να μη θυμηθούμε την
αλήστου μνήμης «εφεδρεία»– προκειμένου να πάρουμε τη μεγάλη δόση, κάτι
ευφάνταστα περί «επίορκων», κάτι σκόρπια περί οργανογραμμάτων κι η ζωή στο
ελληνικό δημόσιο συνεχίζεται.
Άραγε πού έλλειψε ο χρόνος, οι γνώσεις, τα μέσα ή οι πόροι από το
καλοκαίρι του 2010 και με τόσες κυβερνήσεις κι υπουργούς να έχουν περάσει, ώστε
δεν κατέστη δυνατόν να καταστρωθεί ένα πλήρες σχέδιο για τη συνολική
αναδιοργάνωση του κράτους και την αναδιάταξη της δημόσιας διοίκησης; Είναι, μάλλον,
πιο εύκολο να λαμβάνονται οριζόντια μέτρα σε βάρος ολόκληρης της κοινωνίας,
όπως ήταν π.χ. το «χαράτσι» στα ακίνητα, που εισπράχθηκε μέσω των λογαριασμών
της ΔΕΗ ή η εξίσωση της τιμής του πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης, που είχε ως
αποτέλεσμα να «παγώσουν» οι κεντρικές θερμάνσεις των πολυκατοικιών και μαζί μ’
αυτές και χιλιάδες νοικοκυριά. Άραγε ποιος θα μας πει, αν τελικά, τα μέτρα αυτά
ήταν πιο αποτελεσματικά και προσοδοφόρα, από μια σχεδιασμένη παρέμβαση στο
κράτος και τις λειτουργίες του;
Θα πουν ίσως κάποιοι, ότι ο χρόνος πίεζε και τα δημόσια ταμεία
έπρεπε με κάποιον τρόπο να γεμίσουν, χώρια που έπρεπε να περιοριστεί κι η
ζήτηση. Εντάξει, ο χρόνος πίεζε μία, πίεζε δύο… τρεις και το λουρί της μάνας
πια. Τρία χρόνια πάνε από τότε κι ακόμα βολοδέρνουμε με οργανογράμματα
υπουργείων σε… δόσεις. Είναι εικόνα αυτή κράτους που σέβεται τις υπογραφές του
και τους πολίτες του; Διασύρουμε υπαλλήλους και υπηρεσίες, επισημοποιούμε ότι
οι «επίορκοι» είναι στη χώρα κατά χιλιάδες, ενώ διαρρηγνύαμε πριν δυο χρόνια τα
ιμάτιά μας, όταν ο Γιώργος Παπανδρέου φέρεται να είπε πως είμαστε «χώρα
διεφθαρμένων». Τι υποκρισία και τι αναισθησία είναι αυτή.
Δημιουργήθηκαν επιτροπές αξιολόγησης δομών, πολυμελείς, οι άνθρωποι
έκαναν τις επαφές τους στα υπουργεία, ολοκλήρωσαν το έργο τους, παρέδωσαν τα
συμπεράσματά τους από μήνες κι αντί να εφαρμοστούν, έστω στο βαθμό που θα
μπορούσαν να εφαρμοστούν, οι προτάσεις τους, τουναντίον, σε κάθε υπουργείο
συστήθηκε κι από μια άλλη επιτροπή αναδιοργάνωσης να κάνει την ίδια(;) δουλειά.
Το αποτέλεσμα είναι προφανές. Αντί να συζητάμε και να καμαρώνουμε σήμερα το
νοικοκύρεμα και το συμμάζεμα του δημοσίου, την αξιοποίηση δομών και υπαλλήλων, ψάχνουμε
τους «διαθέσιμους» ή τους «επίορκους» για τους οποίους μάλιστα μόλις προχτές
διορίσαμε τα νέα πειθαρχικά συμβούλια.
Θέλουμε μετά να μας πάρουν οι ξένοι κι οι δανειστές μας στα σοβαρά
και να πεισθούν ότι πράγματι προσπαθούμε εντατικά ν’ αντιμετωπίσουμε τις
εγγενείς αδυναμίες και τις χρόνιες ανεπάρκειες του κράτους και της οικονομίας.
Πηγαινοέρχονται, μπαινοβγαίνουν βιαστικοί και σκυθρωποί στα υπουργεία, κι όλο
στα ίδια και τα ίδια πέφτουνε. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα είναι πιο δύσκολα
και θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα, φοβάμαι. Κάποιοι μιλούσαν μ’ ελαφρότητα για
«βελούδινη» επίσκεψη της τρόικα, θαρρείς και δεν έχουν καταλάβει πλέον οι άνθρωποι, μετά
από τόσα πήγαιν’-έλα τι έχουν ν’
αντιμετωπίσουν. Τώρα που τα περιθώρια στένεψαν και οι αντοχές για νέες
περικοπές δαπανών στον κρατικό προϋπολογισμό έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί, ποια
άραγε επιλογή απομένει, αν, βεβαίως, δεν οδηγηθούμε εκ των πραγμάτων σε νέα
μέτρα;
Κι όμως, όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια της δημοσιονομικής προσαρμογής θα
μπορούσαμε από κοινού να σχεδιάσουμε, ν’ αποφασίσουμε και να υλοποιήσουμε, να
διορθώσουμε στη δημόσια διοίκηση, όλα αυτά που μεταξύ μας γνωρίζουμε, συζητάμε ή
ανεχόμαστε. Η μισή Ελλάδα –αν όχι τα τρία τέταρτα– δημόσιο είναι, μα υπουργείο,
μα δήμος, μα οργανισμός, μα ΔΕΚΟ, γνωριζόμαστε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη.
Ο Παναγόπουλος ή ο Τσικρικάς ξέρουν τους εργαζόμενους και τους υπαλλήλους σχεδόν
με το μικρό τους. Ίσως και τα μισά να είχαμε ίσαμε σήμερα πετύχει, κανείς δεν
θα μιλούσε για απολύσεις και τα τοιαύτα, ποιος το διεκδικεί και πιέζει άραγε σταθερά
γι’ αυτό εκτός απ’ την τρόικα; Αλλά κι απ’ την άλλη να το δούμε, δεν είναι
άδικο για τους ευσυνείδητους, τους εργατικούς και τους έντιμους, ν’ ανέχονται
στο όνομα της όποιας «αλληλεγγύης» ή μονιμότητας τεμπέληδες και κοπανατζήδες,
αμόρφωτους ή αλεξιπτωτιστές; Είναι δίκαιο να μην υπάρχει μέχρι σήμερα ένα
αξιοπρεπές και κατά το δυνατόν αντικειμενικό σύστημα αξιολόγησης;
Όλα αυτά θα μπορούσαμε, φυσικά, μόνοι μας να τα έχουμε εντοπίσει και
διορθώσει, χωρίς καμιά τρόικα ή μνημόνιο να τα επιβάλουν. Το δυστύχημα είναι
ότι ακόμα και τώρα, τώρα που αγωνιζόμαστε να επιβιώσουμε ως κράτος και ως
κοινωνία, αδυνατούμε να συνεννοηθούμε και να μονιάσουμε για τ’ αυτονόητα, για
εκείνα που θα δώσουν οξυγόνο κι ανάσα στην κοινωνία και θα βελτιώσουν την εικόνα
που ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ δίνουμε στους άλλους για τη χώρα μας.
Κατανοώ τον Αντώνη Μανιτάκη, γιατί αντιλαμβάνομαι σε πόσο «εχθρικό»
για τις ιδέες και την ιδιοσυγκρασία του περιβάλλον κλήθηκε να «βγάλει τα
κάστανα απ’ τη φωτιά», ήλπιζα όμως ότι, επειδή ακριβώς είναι αυτός, θα
ξεκινούσε πρώτα απ’ το υπουργείο του, το «Διοικητικής Μεταρρύθμισης κ.λπ.» αμέσως
μετά τις εκλογές, δίνοντας έτσι το σύνθημα για το πώς αντιλαμβάνεται την
αναδιοργάνωση του δημοσίου και σε ποιους άξονες στοχεύει να κινηθεί,
παραμερίζοντας εμπόδια και αγκυλώσεις, παραβλέποντας μικροϋπολογισμούς και
σκοπιμότητες, χωρίς φόβο, δίχως εμπάθεια. Δεν το έπραξε.
Τώρα, μόνο ο ανασχηματισμός αποτελεί –δυστυχώς για όλους– την
προσωπική του έξοδο κινδύνου. Για κάποιους από τους υπόλοιπους, τους «εντός των
τειχών» το μόνο που αρχίζει να διαφαίνεται είναι –και πάλι δυστυχώς για όλους– η
«έξοδος», σκέτη…
Foto:www.emedco.com
Foto:www.emedco.com
