Πριν από δυο δεκαετίες περίπου η Ιταλίδα βουλευτίνα Τσιτσιολίνα –για
όσους θυμούνται– είχε επιλέξει ως επικοινωνιακό τρυκ το ξεγύμνωμα του στήθους
της δημόσια, προσφέροντας στο φιλοθεάμον κοινό της εποχής «πλούσιο» θέαμα. Στις
μέρες μας πολλοί Έλληνες βουλευτές, με την ευκαιρία των συζητήσεων για την
ψήφιση των νέων μέτρων και του προϋπολογισμού, επέλεξαν ως μέσο επικοινωνίας και
θεάματος το δημόσιο «ξεβράκωμα».
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ηχηρό μήνυμα προς την κοινωνία από
τις εμφανίσεις αυτές, ούτε ισχυρότερη αντανάκλαση του κοινωνικού ειδώλου, όπως
πέρασε μέσα απ’ τις οθόνες των τηλεοράσεων, κατά τη διάρκεια των πολύωρων
τηλεοπτικών μεταδόσεων. Εικόνες που σόκαραν περισσότερο από τη σκληρότητα
κάποιων μέτρων και λεγόμενα που «λιντσάριζαν» με αγριότητα την κοινή λογική.
Σίγουρα ο πολιτικός λόγος εντός –και εκτός– του Κοινοβουλίου έχει
χάσει από χρόνια την αίγλη και τη λάμψη παλαιότερων εποχών. Η ανταλλαγή επιχειρημάτων,
η τεκμηρίωση κι η πρόταση διαφορετικών πολιτικών ανήκουν από καιρό στα εκθέματα
κι αυτά του μουσείου της Βουλής. Το ίδιο κι ο σεβασμός της διαδικασίας, του
χώρου, του ομιλητή. μαζί με το
«ξεχείλωμα» του Κανονισμού «ξεχείλωσαν» οι αξίες κι η ευπρέπεια, που κατά
κανόνα διέκριναν τις συνεδριάσεις του Νομοθετικού Σώματος.
Δεν περίμενε, νομίζω, κανείς να γίνει σοφότερος από τις συζητήσεις
αυτές, η κρισιμότητα όμως των ημερών κι η σπουδαιότητα των αποφάσεων που
επρόκειτο να ληφθούν, δημιουργούσαν εκ των πραγμάτων ένα αυξημένο ενδιαφέρον
και μια εύλογη περιέργεια της κοινής γνώμης στη χώρα μας. Η ρευστότητα δε του
πολιτικού περιβάλλοντος σε συνδυασμό με τη σπουδαιότητα των διακυβευόμενων από
τ’ αποτελέσματα των ψηφοφοριών, προκαλούσαν ούτως ή άλλως και τα φώτα της
δημοσιότητας, αλλά και το ευρύτερο διεθνές ενδιαφέρον.
Εν ονόματι αυτής της δημοσιότητας και χάριν του «θεάματος»,
εκπρόσωποι από διάφορα κόμματα δεν δίστασαν ν’ αφαιρέσουν και το ύστατο «φύλο
συκής» από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, να προκαλέσουν και να ευτελίσουν
κυριολεκτικά το θεσμό, τον οποίο εκλέχτηκαν να υπηρετήσουν εκπροσωπώντας τον
ελληνικό λαό. Η όποια ενημέρωση πέρασε σε δεύτερο πλάνο και τα όποια
συμπεράσματα επί της ουσίας περιθωριοποιήθηκαν κι επισκιάστηκαν από τις
«θεαματικές» δηλώσεις κι εκδηλώσεις βουλευτών και κομματικών εκπροσώπων.
Τα γεγονότα αυτά φανερώνουν όμως μιαν όψη, όχι μόνο της λειτουργίας
των θεσμών, αλλά και των διαθέσεων του λαού ως εκλογικό σώμα. Δίνουν την
ευκαιρία να επανέλθει στο προσκήνιο ο προβληματισμός κι η συζήτηση για τον
τρόπο που επιλέγουν οι ψηφοφόροι τους εκπροσώπους τους, αλλά και ποια είναι τα
κριτήρια που τα πολιτικά κόμματα επιλέγουν τους υποψηφίους τους. Συζήτηση που
κρατάει χρόνια κι επανέρχεται με την ευκαιρία παρόμοιων περιστατικών.
Μιλώντας για την ανάγκη αλλαγής του κράτους μέσω της ριζικής
ανατροπής της Δημόσιας Διοίκησης και της μεταρρύθμισης θεσμών και λειτουργιών της,
προβάλει επιτακτική κι ανάγκη επανασχεδιασμού κρίσιμων για τη λειτουργία του
πολιτεύματος θεσμών, όπως είναι το κοινοβουλευτικό σύστημα κι ο τρόπος
αντιπροσώπευσης. Η παρούσα συγκυρία, με τις ανακατατάξεις στο πολιτικό πεδίο
και τις θεαματικές μεταβολές στους κομματικούς συσχετισμούς, εμφανίζεται ως
ιδεώδης για την ανατροπή ή την ανανέωση δομών και διαδικασιών, αν και –υπό τις
παρούσες ασταθείς συνθήκες– κρύβει ενδεχομένως εξίσου επισφαλείς για το
δημοκρατικό πολίτευμα πτυχές, που θα πρέπει να επισημανθούν και ν’
αντιμετωπιστούν. Η ολοκλήρωση όμως του εκσυγχρονισμού της χώρας, θα
κινδυνεύσει να παραμείνει αλυσιτελής, αν δεν προωθηθούν κι οι απαραίτητες
αλλαγές στο επίπεδο της λειτουργίας και του Κοινοβουλευτισμού.
Το εκλογικό σώμα, επηρεάζεται, κατευθύνεται, παρασύρεται, δεν είναι
απαθής κι αμέτοχος παρατηρητής, δεν είναι όμως, σε κάθε περίπτωση, κι ο
κυριότερος υπεύθυνος για τις στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες που παρουσιάζει
σήμερα το πολιτικό μας σύστημα. Για τα προβλήματα αντιπροσώπευσης, κομματισμού,
διαπλοκής ή πελατειακών σχέσεων, πρώτος και κυρίως υπεύθυνος είναι η
εκτελεστική εξουσία, η εκάστοτε κυβέρνηση, που έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες,
αλλά και την ευθύνη της πολιτικής που εφαρμόζεται. Για την ποιότητα όμως της
δημοκρατίας, υπεύθυνοι είναι όλοι οι εμπλεκόμενοι στις πολιτικές διαδικασίες,
άμοιρη ευθυνών δεν είναι ούτε η εκάστοτε αντιπολίτευση, ούτε τα ΜΜΕ, ούτε τα
συνδικάτα, ούτε οι κοινωνικοί φορείς.
Η δημοκρατία μας αφορά όλους. Αν θα είναι θωρακισμένη ή «ξεβράκωτη»,
μάλλον οι πρόσφατες συζητήσεις στη Βουλή, πρόσφεραν αρκετή «ύλη» προβληματισμού
σε όλους τους εμπλεκόμενους. Ίσως κάποιοι εκτός Κοινοβουλίου, εξαιτίας της
ποιότητας του «θεάματος», αναγκάστηκαν να κλείσουν τα μάτια ή τους δέκτες τους,
οι μόνοι που δεν δικαιούνται να εθελοτυφλούν πλέον είναι οι εντός της αιθούσης
βουλευόμενοι σε όποια πτέρυγα κι αν βρίσκονται.
Στην περίπτωση αυτή, το βολικό –και ηχηρό– «όχι σε όλα» δεν είναι η πιασάρικη ατάκα
κατά την ψηφοφορία των ελλειμματικών προϋπολογισμών του παρελθόντος, αλλά το αποκρουστικό
στριπτίζ του ελλείμματος ήθους και δημοκρατίας του παρόντος.
ΦΩΤΟ: sosandranews
ΦΩΤΟ: sosandranews

