Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Το λιντσάρισμα της λογικής.

Πριν από δυο δεκαετίες περίπου η Ιταλίδα βουλευτίνα Τσιτσιολίνα –για όσους θυμούνται– είχε επιλέξει ως επικοινωνιακό τρυκ το ξεγύμνωμα του στήθους της δημόσια, προσφέροντας στο φιλοθεάμον κοινό της εποχής «πλούσιο» θέαμα. Στις μέρες μας πολλοί Έλληνες βουλευτές, με την ευκαιρία των συζητήσεων για την ψήφιση των νέων μέτρων και του προϋπολογισμού, επέλεξαν ως μέσο επικοινωνίας και θεάματος το δημόσιο «ξεβράκωμα».

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ηχηρό μήνυμα προς την κοινωνία από τις εμφανίσεις αυτές, ούτε ισχυρότερη αντανάκλαση του κοινωνικού ειδώλου, όπως πέρασε μέσα απ’ τις οθόνες των τηλεοράσεων, κατά τη διάρκεια των πολύωρων τηλεοπτικών μεταδόσεων. Εικόνες που σόκαραν περισσότερο από τη σκληρότητα κάποιων μέτρων και λεγόμενα που «λιντσάριζαν» με αγριότητα την κοινή λογική.

Σίγουρα ο πολιτικός λόγος εντός –και εκτός– του Κοινοβουλίου έχει χάσει από χρόνια την αίγλη και τη λάμψη παλαιότερων εποχών. Η ανταλλαγή επιχειρημάτων, η τεκμηρίωση κι η πρόταση διαφορετικών πολιτικών ανήκουν από καιρό στα εκθέματα κι αυτά του μουσείου της Βουλής. Το ίδιο κι ο σεβασμός της διαδικασίας, του χώρου, του ομιλητή. μαζί με το «ξεχείλωμα» του Κανονισμού «ξεχείλωσαν» οι αξίες κι η ευπρέπεια, που κατά κανόνα διέκριναν τις συνεδριάσεις του Νομοθετικού Σώματος.

Δεν περίμενε, νομίζω, κανείς να γίνει σοφότερος από τις συζητήσεις αυτές, η κρισιμότητα όμως των ημερών κι η σπουδαιότητα των αποφάσεων που επρόκειτο να ληφθούν, δημιουργούσαν εκ των πραγμάτων ένα αυξημένο ενδιαφέρον και μια εύλογη περιέργεια της κοινής γνώμης στη χώρα μας. Η ρευστότητα δε του πολιτικού περιβάλλοντος σε συνδυασμό με τη σπουδαιότητα των διακυβευόμενων από τ’ αποτελέσματα των ψηφοφοριών, προκαλούσαν ούτως ή άλλως και τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά και το ευρύτερο διεθνές ενδιαφέρον.

Εν ονόματι αυτής της δημοσιότητας και χάριν του «θεάματος», εκπρόσωποι από διάφορα κόμματα δεν δίστασαν ν’ αφαιρέσουν και το ύστατο «φύλο συκής» από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, να προκαλέσουν και να ευτελίσουν κυριολεκτικά το θεσμό, τον οποίο εκλέχτηκαν να υπηρετήσουν εκπροσωπώντας τον ελληνικό λαό. Η όποια ενημέρωση πέρασε σε δεύτερο πλάνο και τα όποια συμπεράσματα επί της ουσίας περιθωριοποιήθηκαν κι επισκιάστηκαν από τις «θεαματικές» δηλώσεις κι εκδηλώσεις βουλευτών και κομματικών εκπροσώπων.

Τα γεγονότα αυτά φανερώνουν όμως μιαν όψη, όχι μόνο της λειτουργίας των θεσμών, αλλά και των διαθέσεων του λαού ως εκλογικό σώμα. Δίνουν την ευκαιρία να επανέλθει στο προσκήνιο ο προβληματισμός κι η συζήτηση για τον τρόπο που επιλέγουν οι ψηφοφόροι τους εκπροσώπους τους, αλλά και ποια είναι τα κριτήρια που τα πολιτικά κόμματα επιλέγουν τους υποψηφίους τους. Συζήτηση που κρατάει χρόνια κι επανέρχεται με την ευκαιρία παρόμοιων περιστατικών.

Μιλώντας για την ανάγκη αλλαγής του κράτους μέσω της ριζικής ανατροπής της Δημόσιας Διοίκησης και της μεταρρύθμισης θεσμών και λειτουργιών της, προβάλει επιτακτική κι ανάγκη επανασχεδιασμού κρίσιμων για τη λειτουργία του πολιτεύματος θεσμών, όπως είναι το κοινοβουλευτικό σύστημα κι ο τρόπος αντιπροσώπευσης. Η παρούσα συγκυρία, με τις ανακατατάξεις στο πολιτικό πεδίο και τις θεαματικές μεταβολές στους κομματικούς συσχετισμούς, εμφανίζεται ως ιδεώδης για την ανατροπή ή την ανανέωση δομών και διαδικασιών, αν και –υπό τις παρούσες ασταθείς συνθήκες– κρύβει ενδεχομένως εξίσου επισφαλείς για το δημοκρατικό πολίτευμα πτυχές, που θα πρέπει να επισημανθούν και ν’ αντιμετωπιστούν. Η ολοκλήρωση όμως του εκσυγχρονισμού της χώρας, θα κινδυνεύσει να παραμείνει αλυσιτελής, αν δεν προωθηθούν κι οι απαραίτητες αλλαγές στο επίπεδο της λειτουργίας και του Κοινοβουλευτισμού.

Το εκλογικό σώμα, επηρεάζεται, κατευθύνεται, παρασύρεται, δεν είναι απαθής κι αμέτοχος παρατηρητής, δεν είναι όμως, σε κάθε περίπτωση, κι ο κυριότερος υπεύθυνος για τις στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες που παρουσιάζει σήμερα το πολιτικό μας σύστημα. Για τα προβλήματα αντιπροσώπευσης, κομματισμού, διαπλοκής ή πελατειακών σχέσεων, πρώτος και κυρίως υπεύθυνος είναι η εκτελεστική εξουσία, η εκάστοτε κυβέρνηση, που έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες, αλλά και την ευθύνη της πολιτικής που εφαρμόζεται. Για την ποιότητα όμως της δημοκρατίας, υπεύθυνοι είναι όλοι οι εμπλεκόμενοι στις πολιτικές διαδικασίες, άμοιρη ευθυνών δεν είναι ούτε η εκάστοτε αντιπολίτευση, ούτε τα ΜΜΕ, ούτε τα συνδικάτα, ούτε οι κοινωνικοί φορείς.

Η δημοκρατία μας αφορά όλους. Αν θα είναι θωρακισμένη ή «ξεβράκωτη», μάλλον οι πρόσφατες συζητήσεις στη Βουλή, πρόσφεραν αρκετή «ύλη» προβληματισμού σε όλους τους εμπλεκόμενους. Ίσως κάποιοι εκτός Κοινοβουλίου, εξαιτίας της ποιότητας του «θεάματος», αναγκάστηκαν να κλείσουν τα μάτια ή τους δέκτες τους, οι μόνοι που δεν δικαιούνται να εθελοτυφλούν πλέον είναι οι εντός της αιθούσης βουλευόμενοι σε όποια πτέρυγα κι αν βρίσκονται.

Στην περίπτωση αυτή, το βολικό –και ηχηρό– «όχι σε όλα» δεν είναι η πιασάρικη ατάκα κατά την ψηφοφορία των ελλειμματικών προϋπολογισμών του παρελθόντος, αλλά το αποκρουστικό στριπτίζ του ελλείμματος ήθους και δημοκρατίας του παρόντος.

ΦΩΤΟ: sosandranews

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ - "ΑΡΓΥΡΙΑ"


Η Τσικνοπέμπτη μπορεί να πέρασε με τιμή και δόξα, αλλά το «τσίκνισμα» για τους δημοσίους υπαλλήλους, όπως φαίνεται, μόλις αρχίζει. Έχω την εντύπωση, ότι ένα συναίσθημα ικανοποίησης κατακλύζει τους πολίτες στο άκουσμα των ρυθμίσεων που διαδοχικά βλέπουν το φως της δημοσιότητας και αφορούν τους μισθούς, τα επιδόματα και τις κάθε είδους και μορφής απολαβές της συμπαθούς αυτής επαγγελματικής κατηγορίας.

Η 48ωρη απεργία τελωνειακών και εφοριακών υπαλλήλων, η πρώτη κινητοποίηση δημοσίων υπαλλήλων -πριν κι απ’ αυτή ακόμα της προσεχούς Τετάρτης που έχει προκηρυχτεί από την ΑΔΕΔΥ- ως αντίδραση για τα σχεδιαζόμενα κυβερνητικά μέτρα, αποκαλύπτει το μέγεθος της αυτοδυναμίας και της ισχύος που έχουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των συγκεκριμένων υπαλλήλων.

Από τις μεγαλύτερες οργανώσεις δημοσίων υπαλλήλων -μαζί με τους καθηγητές, τους νοσοκομειακούς γιατρούς και τους δασκάλους- οι εφοριακοί κι οι τελωνειακοί, κατευθύνουν αποφασιστικά την πολιτική της ΑΔΕΔΥ, αλλά και τις τύχες χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων, που ανήκουν στη δύναμή της.

Οργανώσεις που στο παρελθόν έχουν σταθεί τα πανίσχυρα εμπόδια, όσες φορές επιχειρήθηκε να σχεδιαστεί ενιαίο μισθολόγιο για τους εργαζόμενους στο δημόσιο, εξαιτίας του μεγέθους της μισθολογικής απόκλισης μεταξύ των υπαλλήλων των παραπάνω κλάδων με τους υπόλοιπους κλάδους των εργαζομένων στο δημόσιο. Η μόνιμη επωδός των συνδικαλιστικών βαρόνων της ΑΔΕΔΥ στις εύλογες «γκρίνιες» άλλων κλάδων υπαλλήλων για την επιδοματική εκτόξευση των υπαλλήλων αυτών των «προνομιούχων» κλάδων, είχε λίγο – πολύ το νόημα: Μην ασχολείστε με τους άλλους. Διεκδικήστε κι εσείς να τους φτάσετε.

Δεν φταίνε οι εργαζόμενοι. Όπως σε κάθε περίπτωση δεν ευθύνονται κι οι πολίτες για τη δεινή θέση που έχουμε βρεθεί ως χώρα. Την αποκλειστική ευθύνη έχουν εκείνοι που διαχρονικά επέτρεψαν κι εξέθρεψαν τη γιγάντωση συντεχνιών και ομάδων συμφερόντων μέσα στις δημόσιες υπηρεσίες και τις ΔΕΚΟ με γνώμονα όχι το κοινό καλό και το δημόσιο συμφέρον, αλλά την κομματική τους κυριαρχία και μακροημέρευση.

Από την πλευρά τους οι κάθε μορφής ομάδες πίεσης καλά κάνουν και πιέζουν, διεκδικώντας για τα μέλη τους τη μερίδα του λέοντος από την πίτα που μοιράζεται, είτε αυτό λέγεται επίδομα, είτε μειωμένα όρια συνταξιοδότησης, είτε άλλα προνόμια και παροχές, εκείνοι που έχουν εκλεγεί κι έχουν την ευθύνη για τις τύχες όμως όλων, οι κυβερνήτες, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους σε κάθε απόφασή τους το δημόσιο συμφέρον. Δεν το έπραξαν και ιδού τ’ αποτελέσματα, σήμερα που η πίτα τελείωσε «τρώμε τις σάρκες μας».

Η ζούγκλα των επιδομάτων και των προνομίων του δημοσίου, που έρχονται στο φως αυτές τις μέρες, αποκαλύπτει με δραματικό τρόπο, ότι και στον τομέα αυτό επικρατεί το «δίκιο» του ισχυρότερου. Τα «βαριά» χαρτοφυλάκια της οικονομίας, της δημόσιας διοίκησης, της άμυνας, δεν είναι τυχαίο ότι μοιράζονται για το προσωπικό τους τα υψηλότερα επιδόματα κι από κοντά τα «πακέτα» της βουλής, των δικαστών και του ΑΣΕΠ.

Τις περισσότερες φορές «λάφυρα» ενός πολέμου που ποτέ δεν έγινε και «λεία» μια μάχης που ποτέ δεν δόθηκε, τα επιδόματα ήταν τα «αργύρια» για την επιβίωση ενός σάπιου συστήματος διαπλοκής μεταξύ πολιτικών και συνδικαλιστικών ηγεσιών, με παροχές κάτω από το τραπέζι ή πίσω από την πλάτη του ανυποψίαστου πολίτη. Αυτού του πολίτη, που σαν δημόσιος υπάλληλος-αποδέκτης αρκούνταν επί χρόνια να εισπράττει, να χειροκροτεί και να ψηφίζει.

«Αυτή τη γλύκα της κλεμμένης ευτυχίας λίγο – πολύ όλοι την έχουμε γευτεί» και τώρα όλοι καλούμαστε στο ταμείο, σ’ αυτό το ταμείο που δεν το διαχειριζόμαστε πλέον μόνοι, αλλά έχουμε ταμίες και λογιστές από τις Βρυξέλλες. Όλοι θα βάλουμε το χέρι στην τσέπη, το πόσο βαθιά θα το βάλει όμως ο καθένας, στο πλαίσιο μιας δίκαιης οικονομικής πολιτικής, είναι χρέος της κυβέρνησης να το καθορίσει, όπως επίσης ευθύνη της κυβέρνησης είναι να ξεκαθαρίσει οριστικά και δια παντός το τοπίο με τις αποδοχές και τους μισθούς των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων.

Η ποσοστιαία περικοπή επιδομάτων ή και μισθών θα αποβεί αλυσιτελής και ατελέσφορη, αν δεν θεσπιστούν το ταχύτερο οι άξονες κι οι επιμέρους συνιστώσες ενός νέου σύγχρονου μισθολογίου, το οποίο με την εφαρμογή του θα άρει αδικίες και ανισότητες δεκαετιών και θα εδραιώνει, και στον τομέα αυτό, τη διαφάνεια και το δίκαιο στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών.