Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΠΟΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΠΟΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Γίνεται έτσι προκοπή;


«Σαρωτικές αλλαγές στο δημόσιο», οποία είδηση! Οι δημόσιοι υπάλληλοι που θα τη διαβάσουν θα κουνήσουν και πάλι το κεφάλι τους με νόημα, οι δε πολίτες θα κρατάνε –και πάλι την κοιλιά τους απ' τα γέλια.

Καλά, μυαλό πότε επιτέλους θα βάλουμε; Όσοι αναλαμβάνουν το υπουργείο που έχει την ευθύνη για τη δημόσια διοίκηση της χώρας τίποτε δεν διδάσκονται από τους προκατόχους τους; Τίποτε δεν γνωρίζουν για την Ιστορία αυτού του κράτους και του διοικητικού του συστήματος; Ασκήσεις επί χάρτου και αναδιοργανώσεις επί αναδιοργανώσεων. Κοντά διακόσια χρόνια ανεξαρτησίας και μια δημόσια διοίκηση της προκοπής δεν έχουμε κατορθώσει να δημιουργήσουμε. Γνωστές, βέβαια, οι αιτίες, διαπιστωμένες οι αδυναμίες, πολυάριθμες οι μελέτες, ατέλειωτες οι απόπειρες διοικητικής μεταρρύθμισης.

Είναι πραγματικά κρίμα για τη χώρα και το λαό, πέντε χρόνια μέσα στην κρίση και να μην έχουμε κατορθώσει να διορθώσουμε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του κράτους, το διοικητικό μας σύστημα. Δεν κατορθώσαμε να ελέγξουμε και να εξορθολογήσουμε το μεγαλύτερο σύστημα παραγωγής ελλειμμάτων, διαφθοράς, αναποτελεσματικότητας. Τα φορτώσαμε όλα στους εργαζόμενους, υποσχεθήκαμε ότι απολύοντας κι εκατόν πενήντα χιλιάδες από δαύτους τα πράγματα θα φτιάξουν, πήραμε τις δόσεις κι από ‘δω παν κι οι άλλοι.

Όσες κακοδαιμονίες και δυσλειτουργίες της χώρας έχουν αποτυπωθεί στα χρόνια των μνημονίων [αλλά και στο ρου του χρόνου], όσες παθολογίες κι ανεπάρκειες, όσες αγκυλώσεις σε γραφειοκρατίες, καθυστερήσεις και ταλαιπωρίες επιχειρήσεων και πολιτών, όλες, ό λ ε ς έχουν να κάνουν λίγο ή πολύ με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους και των Υπηρεσιών του. Αντί όμως να επιχειρηθεί όλοι μαζί από κοινού αυτό το διοικητικό σύστημα να διαταχθεί προς την κατεύθυνση που υπαγορεύει ο σκοπός της ύπαρξής του, δηλαδή την κάλυψη των αναγκών του κράτους και την εξυπηρέτηση της κοινωνίας, αρκεστήκαμε στα πασαλείμματα και τα όπως - όπως μπαλώματα, που συντηρούν επί της ουσίας τις αιτίες για την αναπαραγωγή των ίδιων παθολογιών, των ίδιων δυσλειτουργιών, των ίδιων εξαρτήσεων.

Περίμεναν χρόνο με το χρόνο οι «κουτόφραγκοι» κάποια αλλαγή, κάποια βελτίωση έστω, μάταια. Ερχόταν η –αλήστου μνήμης– τρόικα κι έτρεμαν τα πόδια των κυβερνώντων. Τ’ αποτελέσματα της στασιμότητας προφανή και πασιφανή: Οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, μειώσεις πιστώσεων στα υπουργεία, φορολογίες κι αυξήσεις εισφορών για όλους. Ένας φοροεισπραχτικός Αρμαγεδδών επί πέντε χρόνια στην πλάτη της κοινωνίας στο όνομα μιας «διοικητικής μεταρρύθμισης» που δεν τόλμησε να θέσει «τον δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων» και μιας κρατικής αναδιοργάνωσης που την είδαμε πιο πολύ σαν δηλώσεις και πρωτοσέλιδα. Το φιάσκο της «αξιολόγησης» είναι μνημειώδες.

Ακούγονται όμως και πάλι τα ίδια από μια κυβέρνηση, που, αν μη τι άλλο, δεσμεύτηκε ν’ ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο άσκησης πολιτικών. Εξαγγέλλονται εκ νέου, ντούκα κι απ’ την αρχή νέα οργανογράμματα, νέοι υπαλληλικοί κώδικες, νέες αξιολογήσεις, νέα συστήματα από ‘δω και νέα νομοσχέδια από ‘κει, έλεος. ‘Ε λ ε ο ς! Τα πράγματα είναι τόσο απλά και τόσο δεδομένα, που και τον θυρωρό –όπου ακόμα υπάρχει– σε μια δημόσια Υπηρεσία αν ρωτήσεις θα σου τα πει με το νι και με το σίγμα πού είναι το πρόβλημα. Ούτε ρηξικέλευθες επινοήσεις χρειάζονται, ούτε πρωτοποριακές ρυθμίσεις απαιτούνται. Πολύ περισσότερο, αχρείαστες είναι οι διαρκείς τροποποιήσεις κι ανατροπές, οι συνεχείς μεταβολές κι αναδιατάξεις. Όσο πομπώδεις κι εκκωφαντικές οι τυμπανοκρουσίες των εξαγγελιών, τόσο παταγώδη κι οικτρά αποτυχημένα τ' αποτελέσματα.

Ποιο γαλλικό και ποιο αγγλικό μοντέλο. Υπάρχει περίπτωση να μπορεί να εφαρμόσει το οποιοδήποτε ξένο μοντέλο στο διοικητικό σύστημα που έχουμε; Υπάρχει περίπτωση να δημιουργήσουμε αξιόπιστη διοικητική ιεραρχία, αν δεν ξεφύγουμε από τη λογική των κομματικών διευθετήσεων και των πολιτικών μας επιδιώξεων; Υπάρχει περίπτωση να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη της κοινωνίας –αλλά και των αγορών– αν δεν απομακρυνθούμε απ’ τη λογική του «κράτους-λάφυρο» για την εκάστοτε κυβέρνηση; Ποιες τοπικές αυτοδιοικήσεις; Δεν ξέρουμε πώς λειτουργούν και πώς προσφέρουν τις υπηρεσίες τους οι Δήμοι; Θεωρίες και σχέδια «στο πόδι», νόμοι, αποφάσεις και ΦΕΚ επί ΦΕΚ, αλλά η γραφειοκρατία ζει και βασιλεύει, οι ουρές ακλόνητες κι ακίνητες στη θέση τους, οι συνταξιοδοτήσεις υπαλλήλων με το καντάρι κι οι αιτήσεις βουνά να βουλιάζουν τα ασφαλιστικά ταμεία.

Κύριε υπουργέ της μεταρρύθμισης δεν κάνω τον έξυπνο, οι θεωρήσεις, όμως, από «μηδενική βάση» κι η συλλήβδην ισοπέδωση κάθε προηγούμενης προσπάθειας, η εμπειρία αποδεικνύει, ότι οδηγούν σ' ένα τεράστιο μηδενικό ως αποτέλεσμα. Μόνο κόστος, διαιώνιση των προβλημάτων κι απογοήτευση στους εργαζόμενους προσφέρουν.

Θυμάμαι με την ευκαιρία, πριν από πολλά χρόνια, την εποχή που κι ο αείμνηστος Σάκης Πεπονής οραματιζόταν ν’ αλλάξει τη δημόσια διοίκηση [και με το ΑΣΕΠ εκείνης της εποχής έκανε ένα μεγάλο άλμα γι’ αυτό] και μια επιτροπή για το «νέο σύστημα αξιολόγησης», που θ' αντικαθιστούσε λέει εκείνο με τις ποσοστώσεις του 1992. Σχέδια, υποδείγματα, ερωτηματολόγια, ολομέλειες τμημάτων και διευθύνσεων στην ημερήσια διάταξη των εισηγήσεων και των αναζητήσεων, δεκαέξι (αριθμητικά: 16) συνολικά διαφορετικά είδη εντύπων. Αν είναι δυνατόν! Η αποθέωση της πολυπλοκότητας.

Το σύστημα εκείνο, μολονότι αποφασίστηκε, πραγματοποιήθηκαν και σχετικές ενημερωτικές ημερίδες, ουδέποτε εφαρμόστηκε [όπως ουδέποτε τηρήθηκαν κι απ' τους αξιολογητές οι ποσοστώσεις και τα όρια του προηγούμενου συστήματος, γεγονός που οδήγησε, με την πάροδο του χρόνου, στην πλήρη απαξίωσή του μέσω της προς τα πάνω ισοπέδωσης με την υπερπαραγωγή «αρίστων» υπαλλήλων]. Από τότε συζητάμε ακόμα και κονταροχτυπιόμαστε μέχρι σήμερα για την αξιολόγηση, θαρρείς κι είναι τούτη την ώρα το κορυφαίο γεγονός σ’ ένα διοικητικό σύστημα που από παντού «μπάζει».

Ας αφήσουμε στην άκρη, λοιπόν, τα μεγαλεπήβολα σχέδια και τις εκ βάθρων ανατροπές. Τα δεδομένα υπάρχουν. Μόλις τον περασμένο Οκτώβριο ολοκληρώθηκαν οι αναδιοργανώσεις των υπουργείων [μόνο τις σφραγίδες και τις ταμπέλες ν' αλλάζουν κάθε τόσο φτάνει]. Δεν πρόκειται ούτε για μαγεία, ούτε για εφεύρεση. Μεθοδικότητα, συνέπεια και μέτρο χρειάζονται. Λιγότερα λόγια και πιο πολύ δουλειά. Μικρά σταθερά κι αποφασιστικά βήματα απαιτούνται, αλλά προπαντός «μπούσουλας» κι αποφασιστικότητα. [Εκ των ων ουκ άνευ, συμμετοχή και συνεργασία όλων όσων μπορούν και θέλουν να συνεισφέρουν στην επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος].

Μην πάμε μακριά, η παρατήρηση των επιπτώσεων που έχει η αναδιάταξη των υπουργείων μετά τις πρόσφατες εκλογές κι η κυβερνητική αρρυθμία με τους αναπληρωτές υπουργούς, τους γενικούς γραμματείς κ.ο.κ. είναι χαρακτηριστική. Αντί ο κρατικός μηχανισμός να λειτουργεί πάση δυνάμει σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή για τη χώρα υποστηρίζοντας το κυβερνητικό έργο, υπουργικά γραφεία ακόμα ψάχνουν και ψάχνονται, οι αρμοδιότητες παραμένουν συγκεχυμένες, οι υπηρεσιακές μονάδες κινούνται στο «ρελαντί».

Οι εργαζόμενοι απ’ την άλλη, μετά τα γέλια που προαναφέραμε, μουδιάζουν, «κουμπώνονται» και παγώνουν διαβάζοντας και πάλι τα περί αναδιοργανώσεων, αξιολογήσεων και ριζικών ανατροπών, μη γνωρίζοντας ποιες αλλαγές θα γίνουν και πάλι πριν απ’ αυτούς γι’ αυτούς.

Γίνεται έτσι προκοπή; Όχι, σας παρακαλώ, πείτε μου, κύριε υπουργέ.

Photo: Matrix24

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Τα προσόντα των προσόντων.

Μια από τις μεγάλες αντιφάσεις του διοικητικού μας συστήματος –που εδώ που τα λέμε δεν είναι αντίφαση– είναι η κυριαρχία απ’ τη μια των τυπικών προσόντων κι η βασιλεία απ’ την άλλη της αναξιοκρατίας. Το πώς έχει συμβεί σ’ αυτή τη χώρα να συμβαδίζουν προσόντα κι αναξιοκρατία είναι ένα μοναδικό επίτευγμα, τις συνέπειες του οποίου υφιστάμεθα ως πολίτες που συναλλάσσονται με το δημόσιο κι επωμίζεται το κράτος κι ο προϋπολογισμός του –αγόγγυστα μέχρι πριν τρία χρόνια– με πολύ δυσκολία και τεράστιες οικονομικές θυσίες για όλους πλέον.

Το επάρατο «ρουσφέτι» –υποτίθεται– ότι θα έμπαινε στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας» με τον 2190, τον πασίγνωστο «νόμο Πεπονή» για το ΑΣΕΠ. Από τη βούληση όμως της τότε κυβέρνησης κι ιδίως του εμπνευστή του νόμου, αείμνηστου Σάκη Πεπονή, μέχρι την εφαρμογή του πέρασαν όχι μόνο γενεές δεκατέσσερις, αλλά κυβερνήσεις κι υπουργοί που άκουγαν «ΑΣΕΠ» κι έβγαζαν καντήλες. Πέρασαν διμοιρίες δημάρχων και τοπικών αρχόντων με ανεξάντλητες «πάγιες και διαρκείς ανάγκες». Πέρασαν αναρίθμητες στρατιές συμβασιούχων κι εποχικού προσωπικού, εκπαιδευόμενοι των –περιβόητων πια– stage κι εργαζόμενων επί σειρά ετών με δικαστικές εντολές.

Δεν πα’ να γράφει το Σύνταγμα –μέχρι εκεί έφτασε η χάρη του ΑΣΕΠ το 2001, δεν πα’ να γράφουν και να ξαναγράφουν οι νόμοι –κοντά 200 τροποποιήσεις έχουν γίνει στον 2190 από το 1995 που εκδόθηκε, δεν πα’ να προσπάθησε το 2009 –νόμος 3812– ο Γιάννης Ραγκούσης να βάλει φρένο στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου και να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα, αν δεν ερχότανε το μνημόνιο κι η τρόικα για να επιβάλουν την άμεση αναστολή στους διορισμούς, ακόμα θα διορίζαμε στο δημόσιο, πάντα –σας παρακαλώ– με αξιοκρατικά προσόντα και υπό την αιγίδα του ΑΣΕΠ.

Θυμάμαι τις προ τριετίας μνημειώδεις –πλέον ή προς το παρόν μόνο άραγε;– πολυσέλιδες, αναλυτικές κι εμπεριστατωμένες ως την εσχάτη των λεπτομερειών προκηρύξεις του ΑΣΕΠ, εκείνα τα ανεπανάληπτα best sellers ΦΕΚ για τη διαφύλαξη της αξιοκρατίας και την ακριβοδίκαιη μοριοδότηση των αναρίθμητων προσόντων για διορισμό. Σελίδες επί σελίδων κι επεξηγήσεις επί επεξηγήσεων για διαγωνισμούς που για να ολοκληρωθούν έπρεπε να περάσουν κι ένα και δύο και τρία χρόνια κι οι ενδιαφερόμενοι να χρειάζονται από φροντιστή μέχρι ψυχίατρο για μια θέση σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Σκέφτομαι τις ατέλειωτες συνεδριάσεις των αλληλοσυμπληρούμενων και συναρμόδιων οργάνων, τα ογκώδη πρακτικά, τα ακριβή αντίγραφα, τους προσωρινούς κι οριστικούς πίνακες, τα διαδοχικά υπηρεσιακά σημειώματα και τη εξαντλητική αλληλογραφία μεταξύ συμβούλων, υπαλλήλων, δικηγόρων και πολιτών. Όλα στο όνομα της αξιοκρατίας και της ακριβοδίκαιης αποτίμησης των «τυπικών προσόντων» των υποψηφίων δημοσίων υπαλλήλων. Όλα στο όνομα της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος και της ανάπτυξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. (Σ’ αυτής της ανάπτυξης το όνομα, που φτάσαμε στις μέρες μας, οι απόφοιτοι της ομώνυμης κρατικής σχολής «Δημόσιας Διοίκησης» να εξομοιώνονται με τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος).

Πλαστά και κάλπικα είναι δεκάδες χιλιάδες απ’ αυτά τα πτυχία και παραστατικά σπουδών, σύμφωνα με δήλωση αρμόδιου κυβερνητικού στελέχους. Τι έκπληξη! Τι πρωτοτυπία! Στη χώρα που τα τελευταία χρόνια ακούστηκαν τόσα και τόσα για περιπτώσεις εξαπάτησης του Δημοσίου με πλαστά χαρτιά για συντάξεις, επιδόματα και κάθε λογής προνόμια και κοινωνικές παροχές, που είχε θεσπίσει το χρεωμένο κράτος και δεν ίδρωσε τ’ αυτί μας. Στη χώρα που μπορούσε να προσλαμβάνει για τη στελέχωση της δημοτικής αστυνομίας άτομα με ειδικές ανάγκες και δεν απορούσε κανένας. Ποιος να εκπλαγεί τώρα με τη δήλωση του κυρίου υπουργού; Όλα είναι πιθανά. Αλλά το πιθανότερο –αν όχι βέβαιο– είναι ότι τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί. Οι δηλώσεις, όπως και τα θαύματα –αν συμβαίνουν σ’ αυτόν τον τόπο– διαρκούν μια μέρα, ίσως και λιγότερο, ανάλογα με το πόσο θα το «παίξουν» τα κανάλια και θα το παπαγαλίσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μετά, άκρα του τάφου σιωπή.

Να σου πω κάτι; Και γιατί να νοιάζονται; Τι χρειάζονταν επί της ουσίας τα προσόντα στο δημόσιο; Ποια είναι τα προσόντα των προσόντων; Ποιες ανάγκες καλύπτουν και ποιες ευθύνες επωμίαονται και διαχειρίζονται οι προσοντούχοι δημόσιοι υπάλληλοι; Μόνο για κανένα μισθολογικό κλιμάκιο –αν κι αυτά τώρα έχουν μπει στην κατάψυξη του μνημονίου– άντε και καμιά θέση προϊσταμένου –με την προϋπόθεση, φυσικά, να συναινεί και το αρμόδιο κομματικό όργανο– μέχρι τις επόμενες εκλογές και βλέπουμε. Είναι γεγονός, ότι ο νεοδιοριζόμενος, ας διαθέτει και τα καταλληλότερα διοικητικά ή τεχνικά προσόντα, από τη «λάντζα» θα περάσει και στην αναμονή θα «ψηθεί» –αν είναι τυχερός και δεν «καεί»– μέχρι να εξαντληθούν αρχαιότητες κι επετηρίδες. Σφραγίδες και φωτοαντίγραφα θα βάζει και θα βγάζει μέχρι να βγάλει κάλους και να εγκολπωθεί μέχρι κεραίας τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία. Μήπως υπάρχει αδιάβλητο κι αντικειμενικό σύστημα για την αξιολόγησή του; Μήπως θα έρθει κανένας υπουργός ή γραμματέας να του πει «για έλα εδώ, παιδί μου, τι ξέρεις για να στελεχώσεις το γραφείο μου;» Θεός φυλάξοι! Αν είναι κανένας «ψαγμένος» και δικτυωμένος υπάλληλος, θα έρθει κάποιος «άλλος» υπουργός, γραμματέας ή βουλευτής και θα τον αποσπάσει –πάντα κατά το γράμμα και το πνεύμα του νόμου– στο γραφείο του για να κάνει τη δουλειά του.

Κάπως έτσι διαιωνίζεται κι ανακυκλώνεται και το φαινόμενο των πολυάριθμων ειδικών συμβούλων και συνεργατών που στελεχώνουν τα υπουργικά και λοιπά πολιτικά γραφεία. Φαινόμενο που, παρά την αδήριτη ανάγκη να περιοριστούν οι λειτουργικές ανάγκες υπουργείων και υπηρεσιών, εξακολουθεί να παρατηρείται με αμείωτη ένταση κι ενδεχομένως και σε μεγαλύτερη έκταση επί των ημερών μας. Όσοι απασχολούνται σ’ αυτά, επιστήμονες, τεχνοκράτες, δημοσιογράφοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, συνταξιούχοι ή και υπάλληλοι, κατατρύχονται καθημερινά με μύρια όσα θέματα τρέχουσας αρμοδιότητας των Υπηρεσιών και λειτουργούν ως στεγανά μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και διοίκησης, αποκόπτοντας με τον τρόπο αυτό τους πολιτικούς προϊσταμένους της δημόσιας διοίκησης από το υπόλοιπο προσωπικό. Με τον τρόπο αυτό η υπαλληλική ιεραρχία εκ των πραγμάτων περιορίζεται σε ρόλο εκτελεστή και διεκπεραιωτή αποφάσεων που έχουν ληφθεί αλλού και από άλλους, δίχως να γνωρίζει σε πολλές περιπτώσεις τη σκοπιμότητα ή την ανάγκη των ενεργειών στις οποίες καλείται να προβεί.

Με άλλα λόγια, μια ανάγκη που θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αντιμετωπιστεί με την πλήρη αξιοποίηση του στελεχιακού δυναμικού κάθε δημόσιας υπηρεσίας, ώστε να δημιουργείται μια καθημερινή ζωντανή και δημιουργική επικοινωνία και ώσμωση μεταξύ πολιτικής και διοικητικής ιεραρχίας, καλύπτεται με οιονεί «αλεξιπτωτιστές». Αποτέλεσμα; Δημιουργούνται και λειτουργούν στις περισσότερες των περιπτώσεων δυο ξεχωριστές και κινούμενες παράλληλα σφαίρες δραστηριοτήτων, μια στα κυβερνητικά και λοιπά γραφεία και μια άλλη στις υπηρεσίες του κάθε υπουργείου και οργανισμού, που –όπως είναι φυσικό– και κόστη μισθολογικά και λειτουργικά σωρεύουν και την αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπηρεσιών δεν εξυπηρετούν, εφόσον οι καθυστερήσεις και τα πήγαιν' έλα είναι συνήθη και καθημερινά φαινόμενα.

Για την έλλειψη παραγωγικότητας κι αποτελεσματικότητας των δημοσίων υπηρεσιών άλλοι είναι οι λόγοι κι οι αιτίες, στα μόνα που δεν οφείλονται είναι τα ελλιπή προσόντα κι οι ανεπαρκείς γνώσεις. Καλό είναι ν’ αναζητούνται και να ελέγχονται, λοιπόν, οι περιπτώσεις που παρανόμως έχουν παρεισφρήσει τίτλοι σπουδών και πιστοποιητικά στους υπηρεσιακούς φακέλους κάποιων υπαλλήλων. Καλύτερο όμως θα ήταν –κατά τη γνώμη μας– αν αναζητιόντουσαν παράλληλα κι οι υπάλληλοι με τις κατάλληλες γνώσεις κι εμπειρίες, προκειμένου ν’ αξιοποιηθούν για τη δημιουργία μιας ιεραρχίας ενιαίας και σπονδυλωτής ανά υπηρεσία, οργανωμένης σε ευέλικτες δομές και με σαφή προσδιορισμό καθηκόντων ανά θέση εργασίας.

Διαθέτουμε έναν ικανό κι ανανεωμένο από πλευράς τυπικών προσόντων κρατικό μηχανισμό, οι αιτίες της κακοδαιμονίας και της αναποτελεσματικότητάς του έχουν εντοπιστεί κι έχουν αναλυθεί επαρκώς, εκείνο που επί μήνες αναμένεται είναι ένα ολοκληρωμένο και σαφές κυβερνητικό σχέδιο για την αξιοποίησή του. Οι περικοπές, οι μετακινήσεις κι οι αποσπασματικές αναδιαρθρώσεις σε κάθε επίσκεψη της τρόικας, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να διαλύουν και ν’ αποσυνθέτουν τις όποιες δομές του ακόμα αντέχουν να λειτουργούν. Αυτό είναι το πρόβλημα και το ζητούμενο κι όχι η συναίνεση κι η αποδοχή των δημοσίων υπαλλήλων.

Εκτός κι αν αυτός τελικά είναι ο στόχος, οπότε τα περί βερίκοκου, μάλλον, περισσεύουν.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

ΑΡΧΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ


Θαυμάσαμε, αμέσως μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης, την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού της χώρας Γιώργου Παπανδρέου, να προσκαλέσει τον Συνήγορο του Πολίτη στην πρώτη συνεδρίαση του νέου υπουργικού συμβουλίου. Ο μεστός κι ανεπιτήδευτος λόγος του καθηγητή Γιώργου Καμίνη, που προΐσταται αυτής της ανεξάρτητης Αρχής, οι καίριες επισημάνσεις του κι η ακρίβεια των επιχειρημάτων του, ανέδειξαν με αδρές γραμμές, αφενός μεν το σημαντικό έργο που καλείται να φέρει σε πέρας η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για την προστασία του πολίτη απέναντι στη διοίκηση και τη γραφειοκρατία και αφετέρου το όντως σπουδαίο έργο και τη συνέπεια με την οποία εκπληρώνει την αποστολή της αυτή η ανεξάρτητη Αρχή.
Διαβάσαμε πριν λίγες μέρες στις εφημερίδες, ότι κατά τη συνάντηση του πρώην υπουργού και εμπνευστή του νόμου 2190 για τη δημιουργία του Α.Σ.Ε.Π. Αναστάση Πεπονή με την υπουργό Εσωτερικών Γιάννη Ραγκούση, ότι ο παλαιός πολιτικός φέρεται να προέτρεψε τον υπουργό να προχωρήσει σε νέο νόμο για τις προσλήψεις, εφόσον ο νόμος που ισχύει έχει υποστεί τόσες τροποποιήσεις που αν τις μαζέψεις «γεμίσεις ένα βιβλίο με 408 σελίδες».
Ένα μεγάλο μέρος των ρυθμίσεων που επικαλέστηκε ο πρώην υπουργός, αφορούν οργανωτικά θέματα του Α.Σ.Ε.Π., που αποτελεί επίσης ανεξάρτητη Αρχή. Μια Αρχή όμως που ακολούθησε για την οργάνωση και την ανάπτυξή της τα μεταπολεμικά στερεότυπα της γραφειοκρατικής γιγάντωσης του ελληνικού δημοσίου, που αναπαράγουν παθολογίες και δυσλειτουργίες ενός διοικητικού συστήματος που, αγκυλωμένο σε νομικισμούς και τυπολατρίες, αδυνατεί να παρακολουθήσει της σύγχρονες αρχές της διοίκησης, είναι αναποτελεσματικό και δύσκαμπτο και, τελικά, ταλαιπωρεί τους νεαρούς πολίτες, που επιζητούν το διορισμό τους σε μια θέση του δημοσίου.
Το γεγονός, ότι υπάρχουν διαγωνισμοί που διαρκούν περισσότερο από δύο χρόνια μέχρι να ολοκληρωθούν, είναι ενδεικτικό των αργόσυρτων διαδικασιών που εφαρμόζονται, σε μια εποχή μάλιστα που η ανεργία χτυπά κόκκινο και το δημόσιο –στο βαθμό που καλύπτει τις κενές οργανικές του θέσεις– αποζητά εδώ και τώρα νέες γνώσεις και σύγχρονες εξειδικεύσεις.
Μια εξήγηση, στο πώς συμβαίνει σύγχρονες δημόσιου χαρακτήρα υπηρεσίες, όπως είναι οι Ανεξάρτητες Αρχές, που θεσπίστηκαν τη δεκαετία του 1990 από τις κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ., να εμφανίζουν τόσο κραυγαλέες και αντιφατικές συμπεριφορές, μπορεί ν’ αναζητηθεί στον τρόπο οργάνωσης και στελέχωσής τους.
Ο Συνήγορος του Πολίτη είναι οργανωμένος ανά κύκλους αρμοδιότητας και το οργανόγραμμά του, εμφανίζει ανάγλυφα με την απλότητα και τη συνοχή του, να επιτελεί με συνέπεια μια από τις βασικότερες διοικητικές λειτουργίες, τον συντονισμό. Επιπλέον, είναι στελεχωμένος από νέους επιστήμονες, που διαθέτουν την αναγκαία ανά τομέα εξειδίκευση προκειμένου να ανταποκρίνονται στα καθήκοντά τους. Κάτι ανάλογο παρατηρείται και στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, με τη διαφορά ότι εδώ, στην κορυφή της πυραμίδας υπάρχουν Πρόεδρος και ολιγάριθμα μέλη, καθηγητές πανεπιστημίου κατά κύριο λόγο και δικηγόροι.
Ανατρέχοντας στο οργανόγραμμα του Α.Σ.Ε.Π. αντιλαμβανόμαστε με την πρώτη ματιά τη γραφειοκρατική πυραμίδα που σχηματίζεται (Γενικές Διευθύνσεις, Διευθύνσεις, Τμήματα κ.λπ.) στην κορυφή της οποίας βρίσκονται ο Πρόεδρος, οι δύο Αντιπρόεδροι κι οι εικοσιένας σύμβουλοι. Στις επαγγελματικές τους περγαμηνές, όλοι σχεδόν τον τίτλο του τέως ή του επί τιμή. Συνταξιούχοι δικαστικοί και δημόσιοι υπάλληλοι.
Οι συγκρίσεις είναι καταλυτικές και αποκαρδιωτικές.
Μέσα σε δεκαπέντε μόλις χρόνια το Α.Σ.Ε.Π. έχει μεταβληθεί σε δεινόσαυρο του ελληνικού συστήματος διοίκησης.
Σε μια εποχή, που ένα από τα πιο καυτά ζητούμενα για τον τόπο μας είναι η αποτελεσματική λειτουργία του κράτους, η παραγωγικότητα κι η εξοικονόμηση πόρων, έχουμε αποθέσει όλο το σύστημα των προσλήψεων σ’ ένα φορέα που εκ των πραγμάτων αδυνατεί να το διαχειριστεί. Και τη στιγμή μάλιστα, που ένα από τα πιο καυτά προβλήματα της νέας γενιάς είναι η υψηλή ανεργία των νέων επιστημόνων με το υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης και γνώσεων.
Ασφαλώς είναι αναγκαία η νομοθετική «αναγέννηση» του συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο, αλλά ταυτόχρονα κι η πλήρης αναδιοργάνωση του Α.Σ.Ε.Π. είναι εξίσου επιτακτική προκειμένου ν’ «αναπνεύσει» το σύστημα και μια από τις κρίσιμες παραμέτρους για την επιτυχία του εγχειρήματος είναι κι η στελέχωση όλων των οργάνων του Α.Σ.Ε.Π. με νέους επιστήμονες, που θα διαθέτουν όχι μόνο τις αναγκαίες γνώσεις, αλλά προ παντός τη δύναμη και το κουράγιο να δουλέψουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

ΓΕΝΝΑΙΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ

Το Α.Σ.Ε.Π. επισκέπτεται σήμερα ο υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Ραγκούσης και ασφαλώς θ’ αναφερθεί και θα τονίσει τον ιδιαίτερα κρίσιμο ρόλο αυτής της Ανεξάρτητης Αρχής –που το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κι ο Αναστάσης Πεπονής ίδρυσαν το 1994– για την τήρηση της νομιμότητας, της αμεροληψίας και της διαφάνειας στις διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού στον δημόσιο τομέα.
Η επίσκεψη συμπίπτει και με την ανακοίνωση της πρόθεσης της κυβέρνησης να δοθεί τέλος στα προγράμματα stage στο δημόσιο, γεγονός που ασφαλώς τη φορτίζει με ακόμα συμβολικότερη αξία ως προς την πρόθεση της κυβέρνησης να βαδίσει αταλάντευτα το δρόμο της αξιοκρατίας, της ισότητας και του δικαίου.
Ευρισκόμενος όμως μεταξύ του προέδρου, της γραμματείας, συμβούλων, των μελών, του επιστημονικού προσωπικού, των γενικών διευθυντών, των διευθυντών κα των λοιπών υψηλόβαθμων στελεχών του Α.Σ.Ε.Π. θα ήταν καλό να ζητήσει και τον φάκελο με την ισχύουσα νομοθεσία και τις άλλες διατάξεις για τις προσλήψεις. Τότε ίσως αντιληφθεί πόση αναλογικότητα υπάρχει μεταξύ της πληθώρας των διατάξεων και του πολυπληθούς προσωπικού που στελεχώνει μείζονες κι ελάσσονες ολομέλειες, τμήματα –ακόμα και θερινών διακοπών–, συμβούλια, επιτροπές κι ομάδες εργασίας του Α.Σ.Ε.Π.
Ταυτόχρονα, εξίσου χρήσιμο θα ήταν αν ζητούσε και στοιχεία από τις κάθε είδους απολαβές κι αποζημιώσεις των εν λόγω –περισσοτέρων μεγαλοσυνταξιούχων– στελεχών. Τότε ίσως αντιλαμβανόταν πόση αναντιστοιχία και ανισότητα υπάρχει όχι μόνο μεταξύ εργαζομένων σε άλλες υπηρεσίες με τα ίδια προσόντα, αλλά και μεταξύ άλλων ανεξάρτητων αρχών –εύγλωττη η επισήμανση στην έκθεση έτους 2008 (σελ. 17) του προέδρου της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, προπαντός όμως ίσως διαπίστωνε την αναντιστοιχία με την αποτελεσματικότητα και την ευελιξία, που θα έπρεπε αυτή ειδικά η δημόσια Αρχή να επιδείκνυε προς το κοινωνικό σύνολο σε σχέση με τη συνολική διαχείριση του συστήματος των προσλήψεων.
Η διαφάνεια, η αξιοκρατία, η αντικειμενικότητα κι η εξυπηρέτηση των πολιτών δεν συμβαδίζουν, νομίζουμε, ούτε συμβιβάζονται με τις πολυδαίδαλες διαδικασίες, τα ατέλειωτα δικαιολογητικά, την πολυνομία. Όπως δεν συνδυάζονται και δεν συμβιβάζονται κι οι παχυλές απολαβές με την αναποτελεσματικότητα, την καθυστέρηση και τη γραφειοκρατία.
Η ανεξαρτησία του συστήματος προσλήψεων, όπως εμπνεύστηκε κι ίδρυσε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. πριν 15 χρόνια, είναι κατάκτηση της κοινωνίας κι ένας από τους βασικότερους πυλώνες για την αξιοκρατία στο δημόσιο, αλλά και την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος. Ο σημερινός τρόπος λειτουργίας του θεσμού είναι πέρα για πέρα ξεπερασμένος και δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να ανταποκριθεί στις ανάγκες στελέχωσης με προσωπικό μιας ευέλικτης, επιστημονικά και τεχνολογικά προηγμένης κι αποτελεσματικής διοίκησης.
Αν κάποιος αμφισβητεί τις διαπιστώσεις, δεν έχει παρά να ανατρέξει σε μια διακήρυξη διαγωνισμού στο ΦΕΚ Προκηρύξεων του Α.Σ.Ε.Π. Τα σταυρόλεξα και τα sudoku ωχριούν μπροστά της. Κι αυτή αποτελεί ένα από τα αρχικά μόνο στάδια της διαδικασίας πρόσληψης…
Είναι υποχρέωση της νέας κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και του υπουργού Εσωτερικών, να αξιολογηθούν τα ως τώρα αποτελέσματα, να σταθμισθούν τα υπάρχοντα δεδομένα και να ληφθούν με νηφαλιότητα και σύνεση οι αναγκαίες γενναίες αποφάσεις.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

ΑΣΕΠ: ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ




Μπορεί η Βουλή να έκλεισε, αλλά η καθημερινότητα και τα προβλήματά της μάς ακολουθούν ακούραστα μονότονα και βασανιστικά, το ίδιο επίμονα κι εκνευριστικά. Βγαίνοντας από την εξώπορτα του σπιτιού διαπιστώνουμε ότι ο καθημερινός εφιάλτης είναι παρών, είτε λέγεται κυκλοφοριακό, είτε λέγεται ρύπανση, είτε λέγεται ανεργία, είτε λέγεται ακρίβεια, είτε λέγεται μαρασμός κι εγκατάλειψη.

Διάβασα, λοιπόν, πριν δυο – τρεις μέρες στην εφημερίδα, ότι εκδόθηκε από το ΑΣΕΠ ο οριστικός πίνακας βαθμολογίας της ειδικής γραπτής δοκιμασίας, του πασίγνωστου «τεστ γενικών γνώσεων & δεξιοτήτων», που είχε διεξαχθεί τον περασμένο Νοέμβριο και συμμετείχαν πάνω από 100.000 ενδιαφερόμενοι.

Ανατρέχοντας στην ιστοσελίδα του ΑΣΕΠ, είδα ότι δημοσιεύεται ο αριθμός των τευχών και επισημαίνεται σε κάθε ενδιαφερόμενο, πως προκειμένου «να προσμετράται η μοριοδότηση του κριτήριου της ειδικής γραπτής δοκιμασίας στη συνολική βαθμολογία των υποψηφίων θα πρέπει ο κάθε υποψήφιος να αναγράφει την επίδοσή του στο σχετικό σημείο της αίτησης». Δεν αρκεί όμως αυτό, αλλά επιπλέον απαιτείται από τον υποψήφιο να επισυνάπτει στην αίτηση κάθε φορά που θα διαγωνίζεται «ως αποδεικτικό επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της πρώτης σελίδας του σχετικού ΦΕΚ καθώς και της σελίδας στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο και η βαθμολογία του». Ενώ με νεότερο Δελτίο Τύπου, διευκρινίζεται, ότι η επικύρωση των φωτοαντιγράφων των σελίδων των ΦΕΚ «είναι δυνατή και με την επισύναψη υπεύθυνης δήλωσης του υποψηφίου κατά το άρθρο 8 παρ. 4 Ν. 1599/1986 στην οποία βεβαιώνεται ότι τα συνημμένα αντίγραφα αποτελούν γνήσια αντίγραφα εκ των πρωτοτύπων που βρίσκονται στην κατοχή του».

Αναζήτησα τα αποτελέσματα που δημοσιεύονται σε, όχι ένα, ούτε δύο παρακαλώ, αλλά δεκαεννέα (19) διαφορετικά ΦΕΚ του τρίτου τεύχους της Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που αριθμούν το καθένα από 72 έως 132 σελίδες.

Σύνολο σελίδων χίλιες εννιακόσιες ενενήντα μία (1.991) και το κόστος αγοράς ενός από τα παραπάνω ΦΕΚ για τον κάθε ενδιαφερόμενο κυμαίνεται 3 έως 3,5 ευρώ ανάλογα με τον αριθμό των σελίδων.

Ο προβληματισμός μου έχει δύο σκέλη, το ένα αφορά το κόστος όλης αυτής της διαδικασίας δημοσίευσης από το δημόσιο σε σχέση με την πρακτική αξία του επιδιωκομένου αποτελέσματος και το δεύτερο τη σκοπιμότητα της διαδικασίας που επιβάλλεται στους πολίτες που συμμετείχαν στη διαδικασία του τεστ.

Ως προς το θέμα του κόστους, η απορία μου ξεκινά από το απλούστερο, που είναι πόσοι τόνοι άραγε χαρτιού θα χρειαστεί να καταναλωθούν, προκειμένου να εκτυπωθούν αυτές οι χιλιάδες σελίδες και σε πόσες άραγε χιλιάδες αντίτυπα; Δίπλα σ’ αυτά αν μπουν τα εργατικά, οι πρώτες ύλες, τα μεταφορικά και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο, αναρωτιέμαι σε τι ύψος διαμορφώνεται το συνολικό κόστος της διαδικασίας δημοσίευσης των αποτελεσμάτων ενός τεστ, που το αποτέλεσμά του πουθενά αλλού δεν χρησιμεύει στους υποψηφίους που συμμετείχαν, ει μη μόνο στο να κερδίσουν κάποια μόρια, αν και εφόσον συμμετάσχουν μελλοντικά σε κάποιο διαγωνισμό για πρόσληψη στο δημόσιο. Με άλλα λόγια, αν το δημόσιο δεν ξαναπροκηρύξει διαγωνισμό ή αν κάποιος δεν συμμετάσχει του είναι παντελώς άχρηστα.

Και για να σας πάω κι ένα κλικ πιο κάτω; Γνωρίζει κανείς πόσο έχει κοστίσει μέχρι σήμερα στο ελλειμματικό δημόσιο ταμείο αυτή η πρωτότυπη διαδικασία του «τεστ δεξιοτήτων» για διορισμό στο δημόσιο; Έχει αθροίσει κάποιος τι ποσά έχουν δαπανηθεί κι εξακολουθούν να δαπανώνται απλώς και μόνο για να συμπληρωθεί σ’ ένα «κουτάκι» μιας αίτησης συμμετοχής σε διαγωνισμό ένας αριθμός (ο βαθμός δηλαδή του τεστ δεξιοτήτων);

Για να δούμε όμως και το άλλο σκέλος του προβληματισμού μου. Τι ζητάει το ΑΣΕΠ από τους ενδιαφερόμενους στην περίπτωση που θέλουν να συμμετάσχουν σε κάποιο διαγωνισμό του δημοσίου; Ν’ αγοράζουν, να επικυρώνουν και να βεβαιώνουν τη γνησιότητα δεδομένων, που το ίδιο το δημόσιο τους παρέχει μέσω του ΑΣΕΠ και του ΦΕΚ. Με άλλα λόγια το ΑΣΕΠ επιβάλλει στους ενδιαφερόμενους να αγοράσουν το ΦΕΚ, από πού; Αν δεν μένουν στην Αθήνα, τον Πειραιά ή σε κάποια από τις μεγάλες πόλεις που τυχαίνει να λειτουργούν γραφεία διάθεσης ΦΕΚ, πού θα τα βρουν, από τη στιγμή μάλιστα που δεν διατίθενται δωρεάν και δεν μπορούν να τους εξυπηρετήσουν τα ΚΕΠ; Ζητούμενο πρώτο, λοιπόν, η αγορά των ΦΕΚ.

Ζητούμενο δεύτερο, γιατί θα πρέπει να επικυρωθεί το ΦΕΚ ή να προσκομιστεί υπεύθυνη δήλωση του υποψηφίου για τη γνησιότητα των στοιχείων; Το ΦΕΚ δεν είναι έγκυρο δημόσιο έγγραφο ή το ΑΣΕΠ δεν γνωρίζει τη βαθμολογία κάθε υποψηφίου, ώστε σε κάθε περίπτωση που κάποιος τη χρειαστεί να χορηγεί εκείνο τη βεβαίωση της βαθμολογίας; Γιατί με άλλα λόγια πάλι, προστίθενται όχι μόνο κι άλλη ταλαιπωρία, αλλά κι άλλες διαδικασίες και έγγραφα στις αιτήσεις συμμετοχής στους διαγωνισμούς του δημοσίου;

Κούρασα, αλλά το θέμα είναι μείζον και αφορά όχι μόνο την οργάνωση του κράτους, τη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης ή ενδεχομένως την επιμέρους θεματική των σχέσεων κράτους – πολίτη, αφορά την ουσία και το περιεχόμενο των θεσμών της πολιτείας, αλλά και την ποιότητα της δημοκρατίας που απολαμβάνουν οι πολίτες αυτού του κράτους.

Το ανεξάρτητο ΑΣΕΠ, διασφαλισμένο συνταγματικά και οχυρωμένο πίσω από εκατοντάδες –μην πω χιλιάδες, που δεν θα ήταν ενδεχομένως υπερβολή– νόμους, διατάξεις, εγκυκλίους, γνωμοδοτήσεις και πάει λέγοντας, έχει διαμορφώσει στο όνομα της διαφάνειας και της αμεροληψίας των διορισμών στο δημόσιο, ένα ιδιότυπο καθεστώς οιονεί ασυλίας, τόσο ως προς την οργάνωση και στελέχωσή του, όσο και ως προς τον τρόπο λειτουργίας και άσκησης των αρμοδιοτήτων και της αποστολής του.

Ως προς την οργάνωση δεν είναι του παρόντος, μέσα απ’ αυτές τις αράδες, να κριθεί σε τι ωφελούν την αποτελεσματικότητά του και την ευελιξία που πρέπει να έχει ένα όργανο αυτού του ειδικού κι ευαίσθητου για τη λειτουργία του κράτους και την εξυπηρέτηση των πολιτών σκοπού, Ολομέλειες, τα Τμήματα, οι Σύμβουλοι κι όλοι όσοι στα δεκαπέντε χρόνια που υφίσταται, έχουν εμφιλοχωρήσει στις οργανικές και άλλες θέσεις. Ως προς το θέμα των διαδικασιών που έχει επιβάλλει και της ανούσιας τυπικότητας που, όλα αυτά τα χρόνια, έχει δημιουργήσει συμβάλλοντας στο στήσιμο ενός αξεπέραστου πλέγματος γραφειοκρατικών, χρονοβόρων και πολυδάπανων διαδικασιών έχω κάθε λόγο, ως πολίτης αυτού του τόπου, να ενδιαφερθώ και να καταγγείλω.

Η διαδικασία που εξελίσσεται αυτές τις μέρες επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Οι πολίτες ταλαιπωρούνται για μια ακόμα φορά άσκοπα. Μετά την ταλαιπωρία του περασμένου Νοεμβρίου, που διεξήχθη ο σχετικός διαγωνισμός δεξιοτήτων, καλούνται σήμερα να ξανατρέξουν, να ξαναπληρώσουν, να ξαναγανακτήσουν. Παραβλέποντας το γεγονός, ότι, κατά τη γνώμη μας, αυτός καθαυτός ο διαγωνισμός δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια τρύπα στο νερό, θα μπορούσε απλούστατα το ΑΣΕΠ μετά την έκδοση των αποτελεσμάτων να πει στους ανθρώπους που συμμετείχαν: «Η βεβαίωση της βαθμολογίας για καθέναν που συμμετείχε χορηγείται από το ΑΣΕΠ». Ούτε τρέξε, ούτε φέρε, ούτε πάρε, ούτε δώσε…

Θα μπορούσα να γράφω ώρες για το θέμα, με πονάει, γιατί έζησα «από μέσα» τον 2190 το 1994 και είδα κι έζησα την αγωνία της τότε πολιτικής ηγεσίας με υπουργό τον Αναστάση Πεπονή, ώστε να καθιερωθεί ένα πραγματικά αδιάβλητο κι αξιοκρατικό σύστημα προσλήψεων στο τόπο, που θα τον απαλλάξει από την κατάρα του ρουσφετιού και της πελατειακής σχέσης για έναν διορισμό στο δημόσιο. Το τι ακολούθησε δεν είχε καμιά σχέση με τους τότε οραματισμούς, το δε σήμερα δεν έχει καμιά απολύτως σχέση ούτε μ’ αυτήν την ίδια την πραγματικότητα…