Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Στης αριστεράς το κέντρο.


Είμαστε αποπροσανατολισμένοι, αυτό είναι το δικό μου συμπέρασμα. Οι αναγκαίες επιλογές κάνουν πλέον –περισσότερο από ποτέ– «νιάου-νιάου» κι η αντιπαράθεση γίνεται για το αν αυτές θα πρέπει να γίνουν από κάποιους που θα κινούνται «κεντροαριστερά» ή από εκείνους που θα τοποθετούνται στο «προοδευτικό κέντρο».

Ονοματίστε τες τις ρημάδες με τ’ όνομά τους, ένα – δύο – τρία κ.ο.κ. Αυτό θεωρούμε αναγκαίο για το κράτος και πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνει μ’ αυτό τον τρόπο, αυτό για την οικονομία και θεωρούμε απαραίτητο να ληφθούν αυτές οι αποφάσεις, αυτό για το πολιτικό σύστημα και προτείνουμε αυτές κι αυτές τις αλλαγές στο Σύνταγμα και στους νόμους κι ύστερα βήμα το βήμα αυτές είναι οι προτάσεις μας για τη δημόσια διοίκηση, για την εκπαίδευση, για τον πολιτισμό, για τους επαγγελματίες, τους νέους, τους κοινωνικά αδύναμους κ.λπ.

Ένας χώρος που έχει δρέψει δάφνες και δάφνες εκλογικών επιτυχιών κι έχει καταγράψει ατέλειωτα χιλιόμετρα άσκησης κυβερνητικής εξουσίας, δεν μου ακούγεται ευχάριστο να εμφανίζεται σε στυλ Σταύρου Θεοδωράκη –και το λέω με την καλή έννοια– που εμφανίστηκε στην πολιτική χθες και να περιγράφει σε αδρές γραμμές τα πάντα σαν να μην έχει πίσω του πεπραγμένα και παρελθόν.

Δεν μιλάω για αυτοκριτική –νισάφι πια μ’ αυτή τη λέξη– και δεν αναφέρομαι σ’ αυτήν γιατί κανένα, μα κανένα, κόμμα και πολιτικός χώρος δεν έχει αισθανθεί ποτέ –και πολύ περισσότερο μετά την κρίση– την ανάγκη ν’ αναγνωρίσει κάποιο δικό του λάθος, αστοχία ή εσφαλμένη εκτίμηση. Τουναντίον μάλιστα, αρπάχτηκαν όλοι, μα όλοι, από ένα «λεφτά υπάρχουν» και βρέθηκαν μονομιάς όλοι από τη σωστή πλευρά των πραγμάτων. Ρε, τι μνημόνια πέφτουν σαν βροχή, τι φόροι σαν χαλάζι, τι περικοπές κι απολύσεις, όλοι αισθάνθηκαν –κι εξακολουθούν να αισθάνονται– ασφαλής κάτω από την ομπρέλα αυτής της ξεκομμένης ατάκας.

Δεν αναφέρομαι, λοιπόν, στο να εξακολουθήσει αυτό το αυτομαστίγωμα κι εσωστρέφεια, η αλληλοεξόντωση κι οι κόντρες, ούτε στην επ’ άπειρον ενοχοποίηση ενός πολιτικού χώρου, που αποδεδειγμένα επέδρασε και συνέβαλλε καταλυτικά στην αλλαγή και την ανανέωση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας. Το ζητούμενο είναι ν’ απαντηθούν πειστικά και τεκμηριωμένα τα ερωτήματα που αφορούν τις μεγάλες υστερήσεις της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης του τόπου από τη μεταπολίτευση και μετά.

Φταίνε οι εποχές; Φταίει η Ευρωπαϊκή Ένωση, η παγκοσμιοποίηση, η Γερμανία; Πού χάθηκαν οι μάχες με τη γραφειοκρατεία; Πώς έμεινε πίσω ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής; Τι εμπόδισε την εμπέδωση ενός σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος, ενός αξιόπιστου εκπαιδευτικού συστήματος, ενός σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου; Ερωτήματα που, λίγο – πολύ, είναι απαντημένα απ’ την ίδια τη ζωή –η περίπτωση «Γιαννίτση» είναι η πλέον χαρακτηριστική, αλλά που είναι κρίσιμο ν’ ακουστούν κι απ’ αυτούς που επί σειρά ετών αποφάσιζαν –σχεδόν παμψηφεί– για τη ζωή όλων των άλλων. Ερωτήματα που, τελικά, δεν τα απευθύνεις απ’ το βήμα στο ακροατήριο, αλλά τ’ απαντάς κοιτάζοντας με ειλικρίνεια τα κιτάπια και τους λογαριασμούς σου.

Η εποχή αυτή προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία με την άνεση χρόνου που φαίνεται να εξασφαλίζει, ώστε οι όποιες προτάσεις να ‘ναι «δεμένες», όχι μόνο με τον εκφραστή ή την ομάδα τους, αλλά και με τις βαθύτερες αιτίες που έχουν δημιουργήσει την ανάγκη. Έτσι, στο μεγάλο κάδρο –ωραία έκφραση, μετά τα «αχαρτογράφητα νερά»– μπαίνουν διαχρονικές και διαδοχικές αιτίες, ευθύνες, παραλήψεις, αποφεύγονται –κατά το δυνατόν– αφορισμοί και απλουστεύσεις, ισοπεδώσεις κι αρνητικά σχόλια μόνο για συγκεκριμένες εποχές, πρόσωπα ή κυβερνήσεις, αποχτά ο λόγος ουσία, περιεχόμενο, γίνεται περισσότερο αντικειμενικός κι ευκολότερα αποδεκτός ως πολιτική θέση, πρόταση, αντίληψη.

Όταν λέγεται ότι «ο κόσμος θέλει την αλήθεια», εκείνο που εγώ καταλαβαίνω, είναι ότι το ζητούμενο δεν είναι ν’ ανακαλυφθεί απ’ τα κόμματα ο τετραγωνισμός του κύκλου ή μια νέα οικονομική θεωρία, αλλά ότι η συντριπτική πλειοψηφία ενός μετριοπαθούς ακροατηρίου, σιωπηλού συνήθως κι ανέκφραστου, είναι ν’ ακουστούν με πειστικό τρόπο απλές λύσεις που είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και να διευκολύνουν την καθημερινότητα, άμεσα, μεσοπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα.

Καθημερινότητα είναι κι η δουλειά και το σχολείο κι οι υποδομές κι οι υπηρεσίες, αλλά κι οι μισθοί κι οι φόροι κι όλα. Καθημερινότητα δεν είναι μόνο οι λακκούβες κι οι ουρές, ούτε μόνο το νερό και το ρεύμα. Καθημερινότητα είναι κι η τηλεόραση κι ο αθλητισμός, αλλά κι η έρευνα κι οι τεχνολογίες κι οι επιστήμες. Καθημερινότητα είναι ν’ ανοίγεις τα μάτια σου και να μπορείς να κοιτάξεις τη νέα μέρα απ’ το παράθυρο με τα μάτια της ψυχής, ν’ ανοίγει η καρδιά σου, να χαίρεσαι τη ζωή, τον έρωτα, τη γυναίκα ή τον άντρα και τα παιδιά σου.

Καθημερινότητα δεν είναι τα μεγάλα λόγια, αλλά οι εφικτές λύσεις, η αποτελεσματικότητα, η ταχύτητα, η οικονομία, αλλά κι η ανθρωπιά, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα στις ευκαιρίες, στις αντιδικίες, στους αδύναμους, ανίσχυρους, μειονεκτούντες. Μια καθημερινότητα που δεν «ακούγεται», αλλά είναι πανταχού παρούσα, γιατί, απλώς, είναι ο ορισμός της καθημερινότητας, αυτής που ζουν οι πολλοί, οι ανώνυμοι, οι απογοητευμένοι κι αποστασιοποιημένοι του πολιτικού συστήματος.

Όταν ακουστούν και μπορέσουν να φτάσουν στον κόσμο κάποια απ’ αυτά και –ασφαλώς– και πολλά - πολλά άλλα ακόμα σπουδαία και χρήσιμα, θα γίνουν η πυξίδα του κόσμου, θα μετουσιωθούν σε πόλο έλξης και μαγνήτη αξιόπιστο κι ελπιδοφόρο. Ο λόγος θα έχει περιεχόμενο κι όχι μόνο ο χώρος που τα εκπέμπει οργάνωση και όργανα. Δεν θ’ είναι κατασκεύασμα μιας κατ’ ανάγκη και άρπα – κόλλα προγραμματικής κοπτοραπτικής, αλλά συνειδητή κι αυθεντική έκφραση της αναγέννησης και της ριζικής ανανέωσης του χώρου που, κατ’ αρχήν και βασικά, εκφράζεται απ’ το ΠΑΣΟΚ –κι ένα μικρό μέρος της ανανεωτικής αριστεράς– του χώρου θα μπορεί και πάλι να καθοδηγήσει πολιτικά τα βήματα των πολιτικών με σιγουριά και σοβαρότητα.

Αυτό που μένει, λοιπόν, από αύριο να δούμε, όταν πια θα ‘χουν κοπάσει οι παράτες κι οι ενθουσιασμοί, είναι αν μέσα από το διάλογο θα προκύψει ο σαφής προσανατολισμός κι η πολιτική πυξίδα για ένα κοινό και δυναμικό παρόν και μέλλον ή αν, με μπούσουλα καθένας την προσωπική πορεία του, στο στενό ορίζοντα των σύγχρονων Συμπληγάδων του δικομματισμού δοκιμάσει ευκαιριακά την τύχη του.

Σε κάθε περίπτωση –κι αυτό είναι το δεύτερο που εγώ καταλαβαίνω– είναι ότι άλλη ευκαιρία, δύσκολα θα προκύψει. [Κι αυτό θέμα προσανατολισμού είναι…]

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Μια κεντροαριστερά στα μέτρα μας.


Ποια «κεντροαριστερά» μπορεί να προκύψει δεν ξέρω, νομίζω, όμως, ότι έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα στα επιτελεία των κομμάτων που την ευαγγελίζονται και δηλώνουν ότι την επιθυμούν και την επιδιώκουν, οι πιθανότητες να έχει αίσια κι επιτυχή έκβαση το όποιο εγχείρημα, είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες.

Δύο χρόνια μετά την απόπειρα των «58» και τέσσερα μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, δεν διαφαίνεται να δημιουργείται ένα βιώσιμο σχήμα στον πολιτικό χώρο μεταξύ δεξιάς κι αριστεράς. Το κενό στον κεντρώο προοδευτικό χώρο όχι μόνο υφίσταται, αλλά με διαδοχικές πράξεις και παραλείψεις των «πρωταγωνιστών» του, διαρκώς διευρύνεται.

Όλες οι απόπειρες αρχίζουν και τελειώνουν μέσα σε ένα πλέγμα διαδικαστικών λεπτομερειών και οργανωτικών παραμέτρων. Κουβέντα να γίνεται με άλλα λόγια, εφόσον εκείνο που είναι προφανές είναι ότι, όχι μόνο κάθε πλευρά κρατά για τον εαυτό της το προνόμιο της πρωτοβουλίας των κινήσεων και της οιονεί ηγεμονίας, αλλά –όπερ και κρισιμότερο– καθένας από τους «διατιθέμενους» κι ενδιαφερόμενους διατηρεί στο ακέραιο τις προσωπικές του διαφορές και αντιθέσεις.

Η αδυναμία των ηγεσιών να διατυπώσουν μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση για την αντιμετώπιση των υφισταμένων προβλημάτων, για την έξοδο από την κρίση και τη δημιουργία συνθηκών για την ανάδυση ενός σύγχρονου και λειτουργικού κρατικού μοντέλου, μεγεθύνεται από τη διάχυτη εντύπωση, ότι η μόνη τους φροντίδα, παρά τη δύσκολη συγκυρία της χώρας και της κοινωνίας, είναι η διατήρηση και διαχείριση μεριδίων κομματικής επιρροής κι εξουσίας με φόντο τις αγεφύρωτες διαφορές του απώτερου και πρόσφατου παρελθόντος. Καθένας για μια κεντροαριστερά στα μέτρα του.

Για να μην γελιόμαστε, το πρόβλημα είναι καθαρά του ΠΑΣΟΚ. Δίχως διάθεση να μειωθεί ή ν’ αγνοηθεί η πολιτική υπόσταση που έχουν ως κόμματα ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ή η ΔΗΜΑΡ, ποσώς αυτοί οι χώροι είναι σε θέση να επηρεάσουν πλέον αποφασιστικά το εκλογικό σώμα. Ο καυγάς δεν γίνεται για το πάπλωμα, αλλά για τις μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους που συναισθηματικά επιμένουν και μένουν πιστοί στο ΠΑΣΟΚ, καθώς και για τις διόλου ευκαταφρόνητες εκατοντάδες χιλιάδες που επιλέγουν να απέχουν των εκλογικών διαδικασιών αποστασιοποιημένοι κι από το παρόν ΠΑΣΟΚ κι από τον επελεύνοντα –μέχρι πρότινος– ΣΥΡΙΖΑ.

Επί της ουσίας και υπό τις παρούσες συνθήκες, για να μην γελιόμαστε και κοροϊδευόμαστε περιμένοντας –όχι τον Γκοντό– αλλά την ανάδυση της «κεντροαριστεράς», είναι –χοντρικά– σαν να περιμένουμε το θαύμα να ξανασμίξουν και να ξαναβρεθούν σε κοινό πολιτικό μετερίζι –πόσο μάλλον σε τραπέζι– ο Παπανδρέου, ο Βενιζέλος κι ο Σημίτης με ολίγη από Σταύρο Θεοδωράκη. Για τα παιδιά της ΔΗΜΑΡ –τα νυν ορίτζιναλ– όπως ο Θανάσης Θεοδωρόπουλος, ο Παπαθεοδώρου ή ο Ανδρέας Παπαδόπουλος κ.λπ. δεν τίθεται θέμα, είναι μέσα.

Κάποια άλλα όμως «παιδιά» –γερόλυκοι της πολιτικής θα το έλεγα– μεταρρυθμιστές, όπως ο Σπύρος Λυκούδης ή κι ο Γρηγόρης Ψαριανός ακόμα, σιγά μη χαλάσουν την υστεροφημία τους ψάχνοντας επ’ άπειρον ψύλλους στ’ άχυρα της κεντροαριστεράς [ή περιμένοντας πότε ο Ερμής στον αστερισμό του ΠΑΣΟΚ θα πάψει να ‘ναι ανάδρομος]. Το δρόμο -εξάλλου– όταν έρθει με το καλό εκείνη –διακινδυνεύω να προβλέψω– η ώρα θα τον έχει ανοίξει ο Φώτης Κουβέλης.

Για να το χοντρύνουμε και λίγο παραπάνω, όλη αυτή η συζήτηση περί την κεντροαριστερά δεν θα γινότανε, αν κάποιοι πίστευαν, ότι το ΠΑΣΟΚ σαν ΠΑΣΟΚ μπορεί από μόνο του και σε βάθος χρόνου έστω να «πάρει τ’ απάνω του» και να κατορθώσει να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία. Κάτι τέτοιο, απ’ τη στιγμή που το «πατριωτικό» –ή όπως αλλιώς θες πέσ’ το, «ακραίο» θα το έλεγα εγώ– κομμάτι του ΠΑΣΟΚ, μαζί με κάποιους άλλους «παλαιάς κοπής» πρασινοφρουρούς και ΠΑΣΟΚους, μετακινήθηκαν βλέποντας φως –όχι το αληθινό– εξουσίας στο ΣΥΡΙΖΑ, γίνεται ανέφικτο. Ας μη γελιόμαστε. [Μάλλον κι ο Γιώργος κατά ‘κει το πάει…]

Βαρίδια, ξεβαρίδια, αυτοί που έφυγαν δεν πήραν μόνο ψήφους αλλά έδωσαν πολιτικό βάθος στον ΣΥΡΙΖΑ, κάτι σαν άτυπη νομιμοποίηση στη διεκδίκηση της εξουσίας. Αν δίπλα σ’ όλα αυτά βάλει κάποιος και την απαξίωση, τη φθορά της πολύχρονης διακυβέρνησης, τα σκάνδαλα και όλα τα συμπαραμαρτούντα, καταλαβαίνει γιατί αυτή η «μαύρη τρύπα» στο κέντρο του πολιτικού χάρτη είναι πλέον πολύ δύσκολο να κλείσει μόνο από το πάλαι ποτέ κραταιό κι «ενωμένο – δυνατό» ΠΑΣΟΚ, το οποίο απλώς και προς το παρόν μόνο «είναι εδώ».

Το εγχείρημα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο, όσο ο Αλέξης Τσίπρας, μέσω των κυβερνητικών του επιλογών, διολισθαίνει και μετατοπίζεται στα δεξιότερα του νοητού άξονα αριστερά – δεξιά.  Όσο ο Αλέξης Τσίπρας, χάριν της εξουσίας, μεταμορφώνεται σε συστημικό εργαλείο της, τόσο, δίκην παντοδύναμης μαύρης τρύπας, θα τείνει ν’ απορροφήσει προσωπικότητες και σχήματα που κινούνται στα δεξιά του.

Οι κεντροαριστερές ανταύγειες της Αριστεράς ευρισκόμενης, μάλιστα, και με τη διακυβέρνηση στα χέρια, όχι μόνο θα σαγηνεύσουν, αλλά θα είναι σε θέση να ξελογιάσουν και να συνεπάρουν στην κυριολεξία όσο πλησιάζει ο εκλογικός χρόνος και τις πλέον ανθεκτικές, αδρανείς, αλλά κι ανένταχτες προς το παρόν πολιτικές δυνάμεις προερχόμενες κυρίως από το ΠΑΣΟΚ.

Απ’ την άλλη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έλκοντας –παρά τις διαφαινόμενες δυσκολίες– τη Νέα Δημοκρατία κεντρικότερα, τόσο κι αυτός απ’ την πλευρά του θα στερεί πολιτικό χώρο και δυνατότητες ευελιξίας και ελιγμών στον κεντρώο χώρο. Η διαφαινόμενη προσέλκυση προσωπικοτήτων ευρύτερης αποδοχής κι εμβέλειας από το φιλελεύθερο φάσμα, θα λειτουργήσει σαν καταλύτης για την προσχώρηση στη νέα Νέα Δημοκρατία δυνάμεων και πέρα απ' ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ. Ήδη κάποιοι με την έλευση του έαρος ετοιμάζουν δειλά – δειλά τις αποσκευές τους για τα ψηφοδέλτια του Κυριάκου.

Τι μένει, λοιπόν, για την κεντροαριστερά; Οι καλές προθέσεις κι οι επιστολές. Κάτι είναι κι αυτό, αλλά μόνο για τα ρεπορτάζ και τα δελτία, η κοινωνία κι οι ανάγκες της βρίσκονται από καιρό αλλού. Λυπάμαι, αλλά αν τη δεις στο εγγύς μέλλον σχηματοποιημένη, γράψε μου κι εμένα. [Σίγουρα, θα ‘ναι η πιο αναπάντεχη, αλλά κι ευχάριστη ταυτόχρονα είδηση].

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

"Κουλτούρα να φύγουμε"


Ευτυχώς που το δημοσίευμα της Γερμανικής «DΙΕ VELT» διαψεύσθηκε απ’ την κυβέρνηση, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα νόμιζα ότι ζούμε σ’ ένα κανονικό κράτος. Η διάψευση –και μάλιστα σε υψηλούς τόνους– επιβεβαιώνει αυτό που ζει κι αισθάνεται κάθε κανονικός άνθρωπος αυτήν την περίοδο σ’ αυτή τη χώρα, ότι δηλαδή η διακυβέρνηση βρίσκεται στα χέρια ανίδεων ή μάλλον ιδεοληπτικών κι ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται, πότε με το «βλέποντας και κάνοντας» και πότε με το «ό,τι βρέξει ας κατεβάσει».

Σε κάθε άλλη περίπτωση θα μπορούσε κάποιος να μας λυπηθεί γι’ αυτή την τραγική κατάσταση μέσα στην οποία ζούμε και να μας συμπονέσει για το οικτρό αδιέξοδο που βιώνουμε ως ‘Ελληνες. Μας αξίζει όμως, γιατί εμείς οι ίδιοι το δημιουργήσαμε. Είμαστε άξιοι της μοίρας μας και των επιλογών μας. Το ‘χουμε στο DNA μας να ξεχνάμε εύκολα, να είμαστε αγνώμονες κι ευκολόπιστοι, να μας διακατέχει μισαλλοδοξία και προπαντός εγωισμός και ματαιοδοξία.

Κάψαμε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, εξοντώσαμε τις εφεδρείες, ισοπεδώσαμε ό,τι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έστεκε όρθιο σ’ αυτόν τον τόπο και τώρα πληρώνουμε τα ρέστα μας. Όχι μόνο δεν κοντοσταθήκαμε να δούμε που βρεθήκαμε ξαφνικά το 2010, όχι μόνο δεν αξιολογήσαμε πού θα πρέπει να κινηθούμε, ποιους ν’ αφήσουμε και ποιους ν’ ακολουθήσουμε, τι και πώς θα πρέπει να κάνουμε, αλλά με απίστευτη επιπολαιότητα κι ευκολία γυρίζαμε μονομιάς την πλάτη σ’ όποιον μας λέγανε ή νομίζαμε ότι είναι υπεύθυνος και τρέχαμε ξωπίσω απ’ όποιον καμωνότανε πως κατέχει τις λύσεις.

Μια κατά Ζάππειο και μια κατά Θεσσαλονίκη γυρίζαμε σαν τις σβούρες τόσα χρόνια, να τώρα που έκατσε η μπίλια. Να κι οι μαθητευόμενοι μάγοι, όλοι επί σκηνής. Λύσεις με το τσουβάλι. Βοούν καθημερινά οι τηλεοράσεις από ιδέες και κυβερνητικά σχέδια που πότε μαζεύονται άρον – άρον από τους ίδιους που τα ξεστόμισαν, πότε αναγκάζονται να τις αποσύρουν γιατί αντιβαίνουν στις συμφωνίες, πότε ακυρώνονται γιατί άλλα το καλοκαίρι συμφωνήθηκαν με τους Ευρωπαίους. Τα non papers έχουν γίνει φέιγ – βολάν κι ο πρωθυπουργός λάστιχο και γομολάστιχα, πότε να προλαβαίνει να διορθώνει και πότε να προφταίνει να σβήνει. [Στο twitter αρκεί το πάτημα του delete].

Λεφτά δεν υπάρχουν, για δουλειές δεν ακούγεται κουβέντα, οι επενδύσεις όπου φύγει – φύγει κι η ανάπτυξη βρίσκεται μόνο σαν λέξη στα κυβερνητικά ανακοινωθέντα. Υπάρχει όμως πλούσια επιχειρηματολογία και ρητορική για τη συνεννόηση και τη συνεργασία που είναι απαραίτητη για να προχωρήσει το κυβερνητικό έργο. Ναι, αναζητείται η δημιουργία κουλτούρας ομοψυχίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, αλλά θα πρέπει πρώτα να έχουν ανοσία στο υβρεολόγιο και τη συκοφαντία. Εδώ ακούει κάθε τόσο τα εξ αμάξης ο Σόιμπλε, ο Θεοδωράκης π.χ. κι η Φώφη δεν αντέχουν τις κυβερνητικές επικρίσεις και σχόλια, ποιοι τέλος πάντων νομίζουν ότι είναι; Δεν παραδειγματίζονται απ’ τον «ρυθμιστή» Βασίλη Λεβέντη;

Συνεντεύξεις και δηλώσεις, δίχως ουσία και περιεχόμενο, δίχως αντίκρυσμα κι ενδιαφέρον για τους πολίτες και την κοινωνία, την ώρα που οι διεθνείς εξελίξεις κάθε άλλο παρά επιτρέπουν ολιγωρίες κι εσφαλμένες αποφάσεις. Μέσα σ’ ένα ρευστό γεωπολιτικά περιβάλλον με τεράστια συμφέροντα να συγκρούονται διεκδικώντας συγκριτικά πλεονεκτήματα, η αμηχανία, η δυσταχτικότητα κι η προχειρότητα είναι ευδιάκριτες και πανταχού παρούσες στην καθημερινή κυβερνητική δράση. [Ο πολυήμερος αποκλεισμός της σιδηροδρομικής γραμμής στην Ειδομένη κι οι επιπτώσεις –άμεσες και μακροπρόθεσμες– για τη χώρα αποτελούν ένα μικρό μόνο δείγμα πολιτικής].

Η κυβέρνηση τα πηγαίνει, συνεπώς, τέλεια κατά την κυβερνητική εκπρόσωπο. Μόνο που, κατά τα λοιπά, όλες οι παθογένειες, οι συμπεριφορές κι οι πελατειακές σχέσεις του «παλαιού» κατεστημένου της μεταπολίτευσης ζουν και βασιλεύουν και το κράτος κυριεύουν. Βλέπεις, δε μπορεί να δουλέψει ούτε «αριστερός» υπουργός αν δεν έχει μια στρατιά συνεργάτες και συμβούλους –κατά προτίμηση συγγενείς και κολλητούς– ούτε να λειτουργήσει ο δημόσιος τομέας αν δεν είναι όλες οι διοικήσεις των φορέων του φιλικά προσκείμενες στην «αριστερή» κυβέρνηση.

Πρακτικές που δεν απαιτούν ούτε νομοθετική ρύθμιση, ούτε συμφωνία με τους «θεσμούς», αλλά κάλλιστα θα μπορούσαν να δώσουν ουσιαστικά ένα διαφορετικό πνεύμα διακυβέρνησης και μιαν πραγματικά νέα κουλτούρα στη σχέση κυβερνώντος κόμματος και κράτους, ούτε κατά διάνοια απασχολούν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο μεγάλες κουβέντες στις συνεντεύξεις και συνάξεις υπό τον πρόεδρο για το θεαθήναι και για να ‘χουμε να λέμε, ότι δουλεύουμε σκληρά.

Πράγματι, πολύ σκληρό δούλεμα. [Τι σου κάνει κι αυτή η «αριστερή» κουλτούρα].

Photo: DW

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Θα πάει μακριά η βαλίτσα;


Εντάξει, μπροστά στις κεντροαριστερές κορώνες και κοινότυπες διαπιστώσεις, που ακούγονται δεξιά κι αριστερά, ο λόγος που διατυπώνει ο Σταύρος Θεοδωράκης ακούγεται σαν μελωδία. Μπορεί να μην είναι της ευτυχίας, αλλά, σε παρακαλώ, δεν αντέχεται άλλο αυτή η κατάσταση με τα κεντροαριστερά σχήματα, κινήσεις, μορφώματα, κόμματα κι αποκόμματα. Έχει ένα όριο κι η υπομονή, αλλά κι η σοβαρότητα.

Εντάξει -και πάλι- το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου δεν τους κάνει, που -για να πούμε και του στραβού το δίκιο- έχει πει κανείς τι είναι αυτό που τους «βρωμάει» -για να πούμε και πάλι του στραβού το δίκιο- πέραν του Ευάγγελου Βενιζέλου; Δηλαδή, αν αύριο το πρωί, είτε θες γιατί πείστηκε, είτε γιατί εξαναγκάστηκε, είτε γιατί έτσι του ήρθε ρε αδερφέ, ο Βενιζέλος τα παρατούσε κι έφευγε από την αρχηγία, όλα θα μπορούσαν να συζητηθούν σε νέα συλλογική και συνολική βάση;

Αστεία πράγματα -σε παρακαλώ, και πάλι- αυτά είναι προφάσεις εν αμαρτίες. Ρητορείες εκ του ασφαλούς και πολιτικάντικοι καιροσκοπισμοί στην πλάτη του λαού και εις βάρος ενός κόμματος που σηκώνει επί δύο χρόνια στην συγκυβέρνηση κι άλλα δυο πιο πριν μόνο του τη διαχείριση της κρίσης.

Έχει ευθύνες. Τεράστιες. Έχει κάνει λάθη. Άπειρα. Στελέχη του έχουν παρανομήσει. Ουκ ολίγα. Από πια παράθυρα θα εξαπέλυαν τους μύδρους τους κατά του συστήματος, κατά της Γερμανίας, κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά του ευρώ, κατά πάντων και δια πάντων, αν το ΠΑΣΟΚ δεν έκανε τις επιλογές που έκανε; Πού θα βρίσκονταν όλοι αυτοί που σήμερα, είτε κυβερνούν, είτε αντιπολιτεύονται -με πρώτους και καλύτερους κάποιους απ' το βαθύ ΠΑΣΟΚ προερχόμενους- αν δεν είχε υπογραφεί το πρώτο μνημόνιο ή αν δεν είχε συμφωνηθεί το δεύτερο;

Ούτε το ΠΑΣΟΚ μ' ενδιαφέρει να υπερασπιστώ, ούτε κανέναν. Η αλήθεια έχει πάντα τουλάχιστον δυο όψεις, δεν έχει όμως άπειρες. Δεν μπορεί για πράγματα αυταπόδεικτα και χιλιοειπωμένα, για δεδομένα που δεν επιδέχονται -καλώς ή κακώς- αμφισβήτηση, να βγαίνει ο κάθε φέρελπις πολιτικός και να μας τρελαίνει στην αρλούμπα και την αερολογία.

Ακόμα κι ο ΣΥΡΙΖΑ -και μπράβο του- τα «μαζεύει» σιγά – σιγά συναισθανόμενος, συναισθανόμενη η ηγεσία του, το βάρος της ευθύνης που άρχισε να της αναλογεί μετά την αύξηση των δημοσκοπικών ποσοστών του. Κι έχεις τον κάθε «κεντροαριστερό» να πιπιλάει νυχθημερόν τους ευσεβείς του πόθους για μια κεντροαριστερά που ούτε το πολιτικό της σχέδιό της έχει συλλάβει, ούτε την προοπτική της μπορεί να αναλύσει, ούτε τη δυνατότητα κυβερνησιμότητάς της μπορεί να επικαλεστεί. Απλώς να λέει, να μιλάει. Τζάμπα μαγκιές και μάγκες του κιλού γιατί είπαμε, είναι οι μαλάκες του ΠΑΣΟΚ στη Βουλή και την κυβέρνηση που βγάζουν τα κάστανα απ' τη φωτιά κι έτσι μπορούν όλοι αυτοί να βγάζουν λόγους και να κάνουνε δηλώσεις για τους ευσεβείς τους πόθους. Όνειρα θερινής νυχτός.

Λοιπόν, -για να τελειώνω γιατί έχω και μια βαλίτσα να ετοιμάσω- γι' αυτό χαρακτηρίζω έτσι τον πολιτικό λόγο του Σταύρου Θεοδωράκη, γιατί διαφέρει απ' όλες αυτές τις ξεπερασμένες παπάρες -πια- της μεταπολίτευσης, γιατί ο λόγος του, μέσα στον αυθορμητισμό και το ανεπιτήδευτο, λέει κι αλήθειες και σκέψεις για λύσεις, που ξεφεύγουν απ' τα κλισέ και τα τετριμμένα. Δεν θέλει ο άνθρωπος να μας σώσει ντε και καλά μόνος του. Δεν τον έχω παρακολουθήσει, αλλά δεν αποκλείει τίποτε, δεν τραβάει εκ προοιμίου κόκκινες, πράσινες και φούξια γραμμές. Είναι κακό;

Αν αύριο το φέρει έτσι η ζωή, η εξέλιξη των πραγμάτων, η κάλπη η ίδια, τι θα κάνουμε; Αν δεν προκύψει Πρόεδρος απ' αυτή τη Βουλή κι οδηγηθούμε σε εκλογές, αλλά απ' αυτές δεν βγαίνει αυτοδύναμη κυβέρνηση -κάποιοι συζητάνε στα σοβαρά την αυτοδυναμία και μάλιστα με κάθε... σοβαρότητα- τι θα κάνουμε; Εκλογές επί εκλογών; Δεν θα δημιουργηθούν εκ του αποτελέσματος κι απ' την ανάγκη απ' τα πράγματα συνεργασίες; Θα πηγαίνουμε για Πρόεδρο και θα καταλήξουμε να ψηφίσουμε μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία; Η σοβαρότητα στο απόγειο.

Δεν έχω υποδείξεις -κι ούτε όφειλα άλλωστε- αλλά εκείνοι που υποδεικνύουν κι έχουν λύσεις για όλα, αλλά τις κρατάνε για λογαριασμό τους αν κι εφόσον τους στηρίξουμε -το λέω κομψά- ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω. Βα-ρέ-θη-κα. Τους βαρέθηκα. Χίλιες φορές το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου, που τουλάχιστον ξέρω τι με περιμένει, αλλά είναι στην πρώτη γραμμή μ' όλα τα λάθη και τις αδυναμίες του, παρά τους άλλους όλους που προσδοκούν από την πτώση του να στήσουν καταστήματα και καριέρες εθνοσωτήριες.

Ουφ!... «Γυναίκα, ετοίμασες τη βαλίτσα;»

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Το γλύφεις πριν ψηφίσεις; (Προσοχή σεξιστικό υπονοούμενο)


Αφού δεν το ‘χουμε, ρε παιδιά, πού πηγαίνουμε; Εδώ «έχουμε μπερδέψει τα μπούτια μας» με ιδεολογίες και πολιτικές, με κόμματα και κόκκινες γραμμές, τα σποτάκια για την πρώτη τους φορά θα καταλάβουμε;

Δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνομαι, θέμα πουριτανισμού ή σεμνοτυφίας, αλλά είναι αδυναμία να ξεκολλήσουμε από στερεότυπα κι ιδέες δεκαετιών, είναι ταυτόχρονα και το διαχρονικό κόλλημά μας να προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα με προϊδεάσεις και προκαταλήψεις συντηρητικές κι απολιθωμένες. Κριτική και κριτικοί επί παντός, αυθεντίες και ξερόλες βουτηγμένοι ως το κόκαλο στην ημιμάθεια ή την πλήρη άγνοια –στην καλύτερη περίπτωση.

Δεν τα γράφω –σπεύδω να διευκρινίσω– επειδή προτιμώ ή προτίθεμαι να υποστηρίζω κανένα ποτάμι ή παραπόταμο, ούτε γιατί είμαι θαυμαστής ή φίλος του Θεοδωράκη, του Σταύρου Θεοδωράκη. Είδαν όμως «φως» και μπήκαν πάλι, όλοι οι πασίγνωστοι γνωστοί και παντελώς άγνωστοι, για να πάρουν θέση απέναντι σε τηλεοράσεις και υπολογιστές, με το τηλεκοντρόλ ή το πληκτρολόγιο ανά χείρας για να προστατέψουν την κοινωνία από την εκτροπή και την σεξιστική επίθεση.

Το σημαντικό δεν είναι ότι, όσοι αντέδρασαν, το έκαναν από υποκρισία –οι περισσότεροι τουλάχιστον– αλλά γιατί το πίστευαν. Αυτό κατ’ εμέ είναι το πλέον αποκαρδιωτικό, ότι βλέποντας αυτά τα έξυπνα σποτ, που –πάλι κατ’ εμέ– συνδυάζουν αυτή την πρώτη φορά με «εκείνη», αποδίδουν με τόση φαντασία κι επινοητικότητα το ειδικό βάρος της συμμετοχής στην ψηφοφορία με εκπληκτική ευστοχία, θεώρησαν ότι είτε προσβάλλονται οι γυναίκες, είτε ότι είναι αισχρά και χυδαία, είτε το ένα και το άλλο.

Κάποιοι βέβαια –πού το παράξενο;– αισθάνθηκαν ότι τους δίνεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να επιτεθούν στην πρωτοεμφανιζόμενη πολιτική κίνηση, η οποία –σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα– «ταράζει» τα βαλτωμένα και λιμνάζοντα ύδατα τόσο της κυβερνητικής σταθερότητας, όσο και της αντιπολιτευτικής ανευθυνότητας. Μιας κι ο Θεοδωράκης κορφολογεί θέσεις κι απόψεις δώθε κείθε και τις πλασάρει σαν «μάννα εκ… ποταμού», δεξιοί, αλλά προπαντός αριστεροί, αντέδρασαν μυξοκλαίγοντας σαν σεμνότυφες παρθένες, αντί να έχουν πρωτοστατήσει ήδη προτάσσοντας πολλές από τις θέσεις αυτές, συμπεριλαβάνοντές τες στον «βαρύ οπλισμό» της κριτικής τους απέναντι στη συντηρητική κι άτολμη κυβερνητική πολιτική.

Τα σποτ αποσύρθηκαν(;), ας προσέλθουμε, λοιπόν, ήσυχοι προς τις κάλπες, έτοιμοι –αφού απολαύσουμε προηγουμένως τα... ευφάνταστα σποτάκια του ΣΥΡΙΖΑ και τα παλιομοδίτικα της Νέας Δημοκρατίας και των λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων για να τιμήσουμε τους προστάτες των ακατανίκητων αξιών του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, τους σωτήρες των ηθών και των παραδόσεων, τους θεματοφύλακες του –κατά τα λοιπά διάτρητου– «παρθενικού υμένα» του πολιτικού μας συστήματος κι όλους όσους παντοιοτρόπως μέχρι σήμερα επιμένουν ν’ αποδεικνύουν, ποια άβυσσος χωρίζει και μας χωρίζει από το να είμαστε μια ανοικτή, ανεκτική κι ώριμη κοινωνία.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Πολικό ψύχος.

Βγαίνει ο Σταύρος Θεοδωράκης, λέει πέντε πράγματα, αυτονόητα, κοινότυπα, γνωστά κι αναστατώνεται το σύμπαν. Δηλώσεις, σχόλια, αναρτήσεις και ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ αρχίζει να εισρέει ορμητικό στις δημοσκοπήσεις.
Δεν μπορώ να ξέρω αν είναι περιστασιακό φαινόμενο κι ούτε μ’ ενδιαφέρει –για να πω την αλήθεια– ν’ αναζητήσω τούτη την ώρα κίνητρα ή πιθανές σκοπιμότητες, εκείνο που διαπιστώνω, είναι ότι  ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ έγινε από την πρώτη στιγμή αποδεκτό μ’ ενδιαφέρον και συμπάθεια. Φαίνεται να ξεπετάχτηκε σαν αχτίδα φωτός μέσα στο πολικό ψύχος της πολιτικής βαρυχειμωνιάς. Η αμηχανία ή καλύτερα η αντισυμβατική του εμφάνιση δεν προκάλεσε, ούτε προβλημάτισε το πλήθος των ανώνυμων που την παρακολούθησαν ή την πληροφορήθηκαν, αντίθετα έδινε μια αίσθηση απελευθέρωσης και οικειότητας, έναν τόνο αυθορμητισμού και αυθεντικότητας.
ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, με λίγα λόγια –κι αυτά με πολλές γενικότητες– αποστόμωσε τους πολυλογάδες, τους φλύαρους και τους αμετροεπείς των κομμάτων, έκανε το κατεστημένο κομματικό σύστημα να φαντάζει τόσο μπαγιάτικο και ξεπερασμένο, τόσο φθαρμένο και γέρικο. Η παρουσία και μόνο, η λιτή εμφάνιση, επισκίασε τους ογκόλιθους της πολιτικής ευθύνης και τους βράχους της πολιτικής ηθικής. Δεν είναι τυχαίες οι επιθέσεις κι η προσπάθεια απαξίωσης κι ευτελισμού που του επεφύλαξαν, πολλοί –αν όχι όλοι– από τους «επαΐοντες» της κατεστημένης πολιτικής, της δημοσιογραφίας, των μέσων και των «μέσων».
ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ «έπιασε το σφυγμό του κόσμου», ικανοποίησε κατ’ αρχήν την ανάγκη του για ανανέωση, για φρεσκάδα, για μια άλλη «εικόνα» της πολιτικής. Ζέστανε παγωμένες από το πολιτικό ψύχος καρδιές, έκανε κάποιες άλλες να χτυπήσουν με συμπάθεια κι ενδιαφέρον ξανά –ή για πρώτη φορά– για την πολιτική, σίγουρα όμως καρδιοχτύπησε κι εξακολουθεί να καρδιοχτυπά όλους τους αμετανόητα βολεμένους του κομματικού κατεστημένου.
Έκανε αυτό που δεν μπόρεσε να πετύχει μέχρι τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο Σταύρος Θεοδωράκης με την αδεξιότητα και την αμεσότητά του κατόρθωσε να κερδίσει με την πρώτη του εμφάνιση, εκείνο που επιτηδευμένα κι επίμονα δεν μπορεί ν’ αξιοποιήσει επί δύο χρόνια ο Αλέξης Τσίπρας, παρά την ανοχή της κοινωνίας, την αποδοχή της. Ασφαλώς οι διαφορές μεταξύ τους είναι μεγάλες, αλλά το περιβάλλον είναι το ίδιο, οι ανάγκες της κοινωνίας εξακολουθούν να είναι πιεστικές, οι περιρρέουσα ατμόσφαιρα κάθε άλλο παρά έχει αλλάξει από το ξέσπασμα της κρίσης.
Αυτό, λοιπόν, που απογείωσε με το «καλημέρα» ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ, που παραμένει καθηλωμένος μετά το ξεπέταγμά του τις εκλογές του 2012 αδυνατώντας ν’ αναπτύξει δυναμική, είναι ότι ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ έδωσε την αίσθηση του καινούργιου, του άφθαρτου, του φρέσκου. Ο Σταύρος Θεοδωράκης με την κίνηση και τα λεγόμενά του και δίχως να λέει κάτι καινούργιο ή ρηξικέλευθο, θα δείχνει νεότατος αν σταθεί πλάι στο νεαρό Αλέξη Τσίπρα, που μόλις ανοίξει το στόμα του και σηκώσει ψηλά τα χέρια, νομίζεις ότι γυρίζεις σε άλλη εποχή, σ’ ένα παρελθόν –σημαντικό μεν– αλλά οριστικά κι αμετάκλητα ξεπερασμένο, αισθάνεσαι να βαραίνει τους ώμους σου το βάρος μισού αιώνα.
Η λέξη «ελπίδα» λείπει απ’ το λεξιλόγιο του ΣΥΡΙΖΑ. Δυο χρόνια τώρα ποντάρει όλο του το πολιτικό κεφάλαιο στην απογοήτευση και την δυσαρέσκεια της κοινωνίας. Τρέφει και τρέφεται απ’ τη λαϊκή αγανάκτηση, την απελπισία και την οργή. Συντηρεί με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία όλη του την πολιτική επιχειρηματολογία σε μια αυταπάτη, σ’ ένα ψέμα, ότι είναι δυνατόν, δηλαδή, όλα να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν, χωρίς όριο, χωρίς ευθύνη, χωρίς κόστος. Η χροιά της αποστροφής κι υποψία του μίσους προς τους πολιτικούς αντιπάλους καραδοκούν –άλλοτε διακριτικά κι άλλοτε απροκάλυπτα– πίσω από τον πολιτικό του λόγο. Απευθύνεται στο θυμικό ή και στα ένστικτα του λαού στοχοποιώντας πρόσωπα κι όχι συμπεριφορές, θεσμούς κι όχι συμφέροντα.
Στην κοσμογονία που είναι αναγκαίο να συντελεστεί για την ανασυγκρότηση, αλλά προ παντός για τη σωτηρία της χώρας, δηλώνει επιδεικτικά «απών», αρκούμενος στην αλαζονική, όσο κι επικίνδυνη, δήλωση, ότι αρνείται κι απορρίπτει τα πάντα. Επιτρέπει στις δυνάμεις της συντήρησης και της στασιμότητας να διαμορφώνουν κατά το δοκούν την ατζέντα της πολιτικής επικαιρότητας, περιοριζόμενος σε κραυγές, καταγγελίες και διαμαρτυρίες, εγκλωβισμένος στην «αντιμνημονιακή» του ρητορεία, δίχως άλλη πρόταση, δίχως προοπτική, δίχως όραμα. Ανέχεται στο όνομα της εσωκομματικής του πολυφωνίας να καλλιεργείται η σύγχυση, η συσκότιση, η παραπλάνηση της κοινής γνώμης. Σκιαμαχεί κι αναλώνεται σε ανέξοδες μικροκομματικές αντιπαραθέσεις περιοριζόμενος φιλάρεσκα στα στενά πλαίσια του νεόκοπου διπολισμού. Επιμένει να συντηρεί στην κατάψυξη ξεπερασμένα τσιτάτα και αφορισμούς, αντί να σπάσει τον πάγο μεταξύ πολιτών και πολιτικής και ν’ ανοίξει νέους ορίζοντες και προοπτικές για τα κόμματα και το πολιτικό σύστημα.
Αν η κίνηση των 58 κι όλες οι διεργασίες που εξελίσσονται στο χώρο της κεντροαριστεράς, συναντούν την αποδοχή κι έχουν απήχηση σε σημαντικά τμήματα του κατακερματισμένου μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και την αδυναμία της ΔΗΜΑΡ χώρου, αλλά, προ παντός, αν ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ συναντήθηκε με το κοινό αίσθημα και κέρδισε τόσο σύντομα, αν όχι την αποδοχή, τουλάχιστον τη συμπάθεια και την προσοχή του, οφείλονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην αδυναμία και τη μέχρι τώρα πολιτική ανεπάρκεια του ΣΥΡΙΖΑ.
Ο χώρος της κεντροαριστεράς, ο κεντρώος μετριοπαθής χώρος, δεν έχει κερδηθεί από τον Αλέξη Τσίπρα και γι’ αυτό δεν φταίνε ούτε τα συμφέροντα, ούτε τα ρουσφέτια, ούτε, πολύ περισσότερο, οι 58 ή ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ. Φταίει ο ξεπερασμένος πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ, φταίει η γερασμένη ματιά του προς το παρελθόν, φταίει η προβλέψιμη και δοκιμασμένη του πρακτική και συμπεριφορά.
Στα απολειφάδια του ΠΑΣΟΚ, αλλά και στις διακηρύξεις και τα οράματά του, πολλοί επένδυσαν κι επενδύουν, αλλά ο λαός κι η κοινωνία αναζητούν πλέον κάτι σύγχρονο, πιο ρεαλιστικό, έστω κι αν δεν είναι καινούργιο, κάτι όμως που ν’ αποπνέει φρεσκάδα, ζωντάνια, ελπίδα. Η κοινωνία θέλει όσο τίποτε άλλο μετά από τέσσερα χρόνια μέσα στην κρίση και την ανασφάλεια να ξανασταθεί στα πόδια της και να κοιτάξει μπροστά, να κλείσει, όχι μόνο τους λογαριασμούς, αλλά και τις πληγές του παρελθόντος.
Η διατήρηση του πολικού ψύχους στη σχέση μεταξύ κομμάτων και πολιτών παγώνει τη δημοκρατία, απονεκρώνει τα κοινωνικά αντανακλαστικά, βαθαίνει το σκοτάδι του φασισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί ν’ αποφεύγει –ή ν’ αδυνατεί– ως τώρα να πρωταγωνιστήσει στο ρόλο του καταλύτη για την αναθέρμανση και την αναζωογόνηση της σχέσης αυτής, αλλά εκείνο που αρχίζει πια να διαφαίνεται, είναι ότι οι εξελίξεις που κυοφορούνται στο χώρο της κεντροαριστεράς αποτελούν την κρίσιμη θρυαλλίδα προς την κατεύθυνση αυτή.
Μπορεί τους 58 ή ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ να τους παρασύρει αργά ή γρήγορα ο ρους της ιστορίας, αλλά την ελπίδα και το αίσθημα αυτοσυντήρησης της κοινωνίας δεν την πήρε ακόμα –ευτυχώς– κανένα ποτάμι.

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Να το πάρει ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ;


Πολλοί ξαφνιάζονται με την τόλμη, το θράσος, το θάρρος ή τη γραφικότητα του Σταύρου Θεοδωράκη. Καθένας από την πλευρά και με την οπτική του γωνία, καθείς με τις αντιλήψεις, τα πιστεύω και τις κοσμοθεωρίες του, τοποθετείται κρίνει, συγκρίνει, επικρίνει και προσπαθεί να διακρίνει ανάμεσα στις πρώτες στροφές που φέρνει μετά το ξεκίνημά του το ΠΟΤΑΜΙ, προθέσεις, κίνητρα, σκοπιμότητες, αλήθειες και ψέματα.

Δεν θα μπορούσε όμως να είναι λιγότερο συνεπής με αυτά που από χρόνια κουβαλάει στο δισάκι του –κι όχι μόνο στο σακίδιό του. Ο Σταύρος Θεοδωράκης ποτέ δεν έπαψε ν’ αποκαλύπτει και ν’ αποκαλύπτεται μπροστά στο κοινό του, είτε αναγνώστες το αποτελούσαν, είτε ακροατές ή τηλεθεατές. Είχε το χάρισμα της αμεσότητας και της ευκρίνειας. Της ευκρίνειας –πρόσεξε τη λέξη– που έκανε τις λέξεις να μιλάνε το νόημα τους, αλλά ταυτόχρονα και να ηχούν δίχως παράσιτα και μικροφωνισμούς. Όπως, λόγου χάρη, μπορείς ν’ ακούσεις το ποτάμι να κυλά ανάμεσα σε πέτρες και χώματα, ξερόκλαδα και κορμούς δέντρων, όπως το ακούς να πέφτει με παφλασμό από ψηλά, ν’ αφρίζει κι ύστερα από λίγο να ηρεμεί ρέοντας και πάλι με μεγαλοπρέπεια ή ορμή.

Έκανε και τους συνομιλητές του να μιλούν, είτε σιωπούσαν, είτε χαμογελούσαν, είτε έσερναν αμήχανα τα εεεεεεεε και τα ααααααα. Επώνυμοι και ανώνυμοι είχαν κάτι να προσθέσουν –πρόσεξε το ρήμα– σ’ αυτά που ήξερες, που νόμιζες, που φανταζόσουν. Μέσα σ’ αυτές τις στιχομυθίες, μεταξύ της παύσης και του βλέμματος, κάπου δηλαδή ανάμεσα σ’ ερώτηση κι απάντηση, ο Σταύρος Θεοδωράκης έβρισκε τρόπο να τρυπώνει κάτι απ’ τον εαυτό του, να τοποθετεί μια ψηφίδα από την ψυχή του, κάτι από το ίδιο του το ΠΟΤΑΜΙ. Κατά έναν παράξενο τρόπο –αν τον παρακολουθούσες κάπως προσεχτικά– εύκολα μπορούσες να διακρίνεις ανάμεσα στις λέξεις, τις προτάσεις, τις άνω τελείες και τα ερωτηματικά, δικές σου σκέψεις, δικές σου απορίες, δικά σου ερωτηματικά και προβληματισμούς.

Το ΠΟΤΑΜΙ, λοιπόν, πιστεύω πως είναι για τον Σταύρο Θεοδωράκη «μία άγραφη ζώνη», ένας λευκός αχαρτογράφητος χώρος, μια πρόκληση για ένα βήμα μπροστά –ή στο κενό, θα δείξει– αφού, οι «λευκές κόλλες» δεν του άρεσαν από την εποχή που ήταν ακόμα μαθητής. Όπως δεν του άρεσαν κι οι αναβολές. Έτσι έχει γράψει πριν από αρκετά χρόνια, τότε που οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές είχαν διάθεση για εξομολογήσεις, για αληθινές εξομολογήσεις, πριν αυτές γίνουν «τίτλοι στην άνω δεξιά γωνία» κάποιας εφημερίδας. Τότε που τα συνθήματα από τα μπαλκόνια ήταν πιο εύκολα, πιο πιασάρικα, πιο λαοπλάνα. Ούτε αυτά τον συνάρπαζαν, ούτε και τα συνθήματα στις θύρες των γηπέδων. Η ματιά του έπεφτε λοξά, όχι λοξή –πρόσεξε τη λέξη– και με μια δόση συμπάθειας στο «πέταλο», στους αντιπάλους. Τότε ακόμα έμπαιναν κι αντίπαλοι στις έδρες.

«Ήμουν λίγο και με τους αντιπάλους» αισθάνθηκε την ανάγκη να εξομολογηθεί. Ήξερε –ή έμαθε ίσως– να μπαίνει στη θέση του άλλου. Καταλάβαινε πώς αισθανόταν, πού «πόναγε», τι λαχταρούσε, τι ήθελε. «Εμπάθεια» τη λέει η πολιτική επιστήμη αυτή τη διαδικασία, το να μπορείς, δηλαδή, να μπαίνεις στη θέση, να καταλαβαίνεις τον άλλο. Ο Σταύρος Θεοδωράκης το είχε γράψει κι αυτό από τότε. Με τα χρόνια, μέσα από τόσες ανθρώπινες ιστορίες, μετά από τόσες μέρες και νύχτες εξομολογήσεων, μετά από τόσο σκάλισμα στα σκοτεινά, ανάμεσα στις πέτρες των τεράστιων τοίχων του δικού του καφενείου, ξεθάρρεψε. Διάβαζε τα σημάδια. Διάβαζε τους ανθρώπους.

Κάτι απ’ όλα αυτά ή κι όλα αυτά ίσως είναι ο Σταύρος Θεοδωράκης. Αν θες το πιστεύεις, αν όχι, καλή καρδιά. Δεν νομίζω να περιμένει τίποτε περισσότερο. Έτσι το αισθάνεται, έτσι το κάνει. Απλώς, σ’ αυτές τις εποχές που κάθε άλλο παρά, η λευκή κορνίζα, το άγραφο περιθώριο στις ιστορίες των ανθρώπων γεμίζει με σωστούς τίτλους, πρέπει να προσπαθήσεις πολύ για να βρεις όχι τις σωστές απαντήσεις, αλλά τις σωστές ερωτήσεις. Ποια μπορεί να είναι άλλωστε η σωστή απάντηση σε μια λάθος ερώτηση; «Ανέκαθεν οι δημοσιογράφοι είχαν αυτό το προνόμιο. Να ακούνε τον έναν και να μην ακούνε τον άλλο. Να βλέπουν τη μια μεριά και να αγνοούν την άλλη». Κι αν δεν ξέρεις, συνήθως υπάρχει κάποιος πρόθυμος για να σε βγάλει απ’ το αδιέξοδο ρωτώντας σε: Να το πάρει το ποτάμι;

Ποτάμι με ποτάμι –αν δεν το έχεις καταλάβει ακόμα, το διαισθάνεσαι πια– έχει μεγάλη διαφορά. Γι’ αυτό θέλει προσπάθεια πολύ και προσοχή μεγάλη το ναι ή το όχι, που θ' απαντήσεις. Μπορεί στο Σταύρο Θεοδωράκη να μην άρεσαν τα σχολικά βιβλία και να το 'χει εξομολογηθεί από χρόνια, αλλά ο Θεός να μας φυλάει από κάποια... σιγανά ποτάμια των ολομελειών, των μεταπτυχιακών και των αμφιθεάτρων.

Σ.Σ.: Τα αποσπάσματα κι η ιδέα αντλήθηκαν από τον πρόλογο του εξαντλημένου πλέον βιβλίου του Σταύρου Θεοδωράκη «Εξομολογήσεις Πρωταγωνιστών» από τις εκδόσεις «ΠΟΤΑΜΟΣ» –πρόσεξε τη λέξη!– του 2002. (Η εικόνα από το οπισθόφυλλο).