Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Μια αιωνιότητα και δυο ώρες.



Πόσα μπαλώματα μπορεί ν’ αντέξει ακόμα αυτό το ξεσκισμένο πάπλωμα της εκπαίδευσης; Πόσα ράμματα η γούνα μαθητών και γονέων; Ερωτήματα ρητορικά και με αφορμή το δημόσιο διάλογο που άνοιξε σχετικά με την αύξηση του ωραρίου για όλους τους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά δυο ώρες εβδομαδιαία.

Θα μου πεις, «την ώρα που καίγεται στο σπίτι σου» και κάνεις «αμάν» ως κράτος για να εξασφαλίσεις τα 8,8 δις, πού χρόνος για μεταρρυθμίσεις και πού καιρός για διαρθρωτικές αλλαγές. Εδώ εν μία νυκτί πέρασαν εκατοντάδες ρυθμίσεις, οι δυο ώρες των εκπαιδευτικών είναι το πρόβλημα;

Έχω πρόβλημα όμως, έχω σοβαρό πρόβλημα, όχι τόσο με τις δυο ώρες, αλλά γιατί η συζήτηση που έχει ανοίξει είναι αλλού, γιατί η ίδια η ουσία της ρύθμισης είναι αλλού, αφορά άλλους, όχι την εκπαίδευση, όχι τους μαθητές, όχι τους γονείς, όχι το αύριο και το μέλλον. Μιλάει για την επανάληψη μιας πρακτικής αποσπασματικής και συντηρητικής σ’ ένα χώρο κατεξοχήν στρατηγικής σημασίας για το μέλλον και το αύριο αυτού του τόπου.

Το πρόβλημα με την εκπαίδευση δεν είναι ότι δεν υπάρχουν λεφτά, αλλά πώς αξιοποιούνται τα λεφτά που υπάρχουν. Μήπως, όμως, το ίδιο πρόβλημα δεν παρατηρείται και στην υγεία, στην ασφάλιση, στην πρόνοια και γενικά σ’ όλες τις δραστηριότητες κι εκφάνσεις του «κοινωνικού κράτους» κράτους; Αν οι πόροι για την παιδεία είναι πλέον περιορισμένοι, χρέος είναι όλων όσων έχουν την ευθύνη και την αρμοδιότητα για την άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής να καθίζουν και να καταστρώσουν ένα συνολικό σχέδιο, ώστε οι πόροι που διατίθενται να πιάσουν τόπο, είτε προορίζονται για μισθοδοσία προσωπικού, είτε για λειτουργικές δαπάνες, είτε για επενδύσεις σε υποδομές.

Ένα κουβάρι εκπαιδευτικοί, κυβερνήσεις, ΔΟΕ και ΟΛΜΕ, κόμματα, δήμοι, γονείς και μαθητές βολοδέρνουν επί δεκαετίες για μια θέση στον ανέσπερο ήλιο –το έχω ξαναγράψει και μου άρεσε– της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, κοροϊδεύοντας ο ένας τον άλλον για τη διατήρηση του «δωρεάν» χαρακτήρα της. Μπορούμε να συνέλθουμε; Για ποια δωρεάν παιδεία μιλάμε; Αυτό μήπως είναι το μείζον πρόβλημα της παιδείας κι όχι οι δυο ωρίτσες των κ.κ. καθηγητών;

Παντού υπάρχει κρίση, παντού έχουν γίνει περικοπές και μειώσεις κι εμείς παραβλέπουμε, ότι η δωρεάν παιδεία είναι το μεγαλύτερο ψέμα, με το οποίο ερχόμαστε σ’ επαφή από τα γεννοφάσκια μας σχεδόν και τσακωνόμαστε για το αν πρέπει ή δεν πρέπει ν’ αυξηθεί το ωράριο των καθηγητών, λες και κάποιοι απ’ αυτούς και που είναι στα Γυμνάσια και τα Λύκεια κάτι κάνουν που είναι παρόντες. Για περάστε από ένα Λύκειο μετά το Φλεβάρη – Μάρτη και ζητήστε έναν μαθητή της Γ’ Λυκείου κι αν βρεθεί ένας τρυπήστε μου τη μύτη. Όλοι όσοι έχουν παιδιά σ’ αυτή την ηλικία το γνωρίζουν, τα φροντιστήρια κοντεύουν να βουλιάξουν, μόνο το υπουργείο παιδείας κι η ΟΛΜΕ το αγνοούν.

Γι’ αυτό, αυτό το θλιβερό φαινόμενο αποτελεί ίσως την κορωνίδα της απαξίωσης και του ευτελισμού της όποιας εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αυτό το γεγονός από μόνο του ακυρώνει στην πράξη τα όποια εκπαιδευτικά προγράμματα, τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες των εκπαιδευτικών, τις όποιες φιλοδοξίες των μαθητών και των οικογενειών τους. Είναι ντροπή και αίσχος να ετοιμάζουμε ακαδημαϊκούς πολίτες, αλλά πολύ περισσότερο αυριανούς πολίτες της χώρας, διδάσκοντάς τους απ’ αυτήν την τρυφερή ηλικία των 18, ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», ότι οι θεσμοί, μπρος στην ιδιοτέλεια και το ατομικό συμφέρον, μπορεί να ποδοπατιώνται νομότυπα, ότι η πολιτεία και τα όργανά της, οι λειτουργοί της είναι δυνατόν να «κάνουν τα στραβά μάτια» και να φορτώνουν εικοσάρια μαθητές του πέντε. Όλα στο βωμό του πανελληνίου θυσιαστηρίου ελπίδων, ονείρων, μέλλοντος.

(Κανείς υδραυλικός, βρε παιδιά;)

Ας παραταθεί όσο θέλει το ωράριο των κ.κ. καθηγητών, μόνο προβλήματα κι αντιδράσεις θα δημιουργήσει, στα λόγια τουλάχιστον. Από χρόνια η συντριπτική τους πλειοψηφία έχει παραδοθεί στην κυμαδομηχανή των διατάξεων του υπουργείου και των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων. Μια διεκδίκηση για το συμφέρον της εκπαίδευσης κι ένα κλείσιμο σχολείου μαζί με γονείς και μαθητές για την ποιότητα της εκπαίδευσης, για την ποιότητα των υποδομών, για την ποιότητα της διδακτέας ύλης, δεν έχει πραγματοποιηθεί. Περιχαρακωμένοι στην ασφάλεια των κομματικών παρατάξεων, των σχολικών συμβούλων και των συμβουλίων κρίσης καρτερούν ως γνήσιοι δημόσιοι υπάλληλοι την ανταμοιβή τους με μια θέση, μια μετάθεση ή μια απόσπαση, μετά τις εκλογές.

Δεν φταίνε μόνο οι εκπαιδευτικοί. Μήπως κι εμείς οι γονείς δεν τα παραβλέπουμε όλα αυτά τα στραβά κι τ’ ανάποδα μπρος στο «καλό» των παιδιών μας; Όσοι, βέβαια, διαθέτουν τα απαραίτητα δεν χρειάζεται να βιώσουν αυτήν την εξουθενωτική δωδεκάχρονη και βάλε –μαζί με το νήπιο όπου υπάρχει– διαδικασία, γράφουν τα παιδιά τους σ’ ένα ιδιωτικό και ξενοιάζουν. Έτσι δεν χρειάζεται να κάνουν αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, τεχνικά, οικοκυρικά κι εγώ δεν ξέρω πόσα άχρηστα –έτσι όπως διδάσκονται στο σχολείο τουλάχιστον– «μαθήματα» και ταυτόχρονα για να πάρουν ένα πτυχίο γλωσσομάθειας να χρειάζεται να κάνουν μύριες όσες ώρες φροντιστήριο. Φταίμε κι εμείς, γιατί στέλνουμε τα παιδιά μας στο δημόσιο σχολείο και δεν πατάμε ούτε στη γενική συνέλευση του συλλόγου γονέων για να πάρουμε μια ιδέα για το τι προβλήματα, τι ελλείψεις και τι ανάγκες έχουν τα σχολεία και οι εκπαιδευτικοί. Το μόνο που ξέρουμε είναι οι βαθμοί και το φροντιστήριο, τα ιδιαίτερα κι ας δανειζόμαστε για να τα «φέρουμε βόλτα».

Μπορείς να γράφεις ώρες για το θέμα. Άλλωστε εδώ επισημαίνονται κάποιες απ’ τις παθολογίες του συστήματος από «τα μέσα» και μαζί με τον αντίλογο των σχολίων δεν χρειάζονται προσθήκες. Αν κάτι με κάνει ν’ αναφερθώ στο θέμα χρονιάρες μέρες δεν είναι η δυο επιπλέον ώρες, είναι ότι για τέτοια διαδικαστικά προβλήματα σοβαρότερα ή δυσκολότερα –όπως είναι π.χ. η σύμπτυξη των σχολείων– μπορούμε να μιλάμε επί μια αιωνιότητα, προσφέρονται γι’ αντιπαράθεση και ξεκατίνιασμα, για άγρα εντυπώσεων και ψήφων.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για την ψυχή μας όμως, για την ψυχή ανθρώπων που λαχταρούν να ξεφύγουν απ’ τη δίνη του τέλματος, της στασιμότητας και της αέναης αναπαραγωγής της εκπαιδευτικής αιωνιότητας. Αν θέλουμε ν’ αφήσουμε εμείς το στίγμα μας στο κορμί της κρίσης, ας την αρπάξουμε ως ευκαιρία, ας διεκδικήσουμε τη μια και μοναδική στιγμή, τη στιγμή που μετουσιώνεται η αλήθεια σε έργο, σε πράξη.

Ας σκεφτούμε για μια στιγμή, ο καθένας απ’ το πόστο του κι όλοι μαζί, πόσο μπορεί ν’ άλλαζε η παιδεία μας, πόσο το μέλλον του τόπου και των παιδιών μας μπορούσε να γίνει ελπιδοφόρο, αν παραδεχόμασταν με ειλικρίνεια κι υπευθυνότητα, με διάθεση και θέληση για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, ότι η «δωρεάν παιδεία» είναι μύθος, αλλά κι ότι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τα πάντα, ώστε ν’ ανατρέψουμε τις στρεβλώσεις και τις αγκυλώσεις που επιτρέπουν αυτός ο μύθος να μας παραμυθιάζει αιωνίως.

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Οδική ασφάλεια και "κότες".


Για την «Οδική Ασφάλεια» ξοδεύονται εκατομμύρια κάθε χρόνο. Χιλιάδες εργατοώρες κι υπάλληλοι σπαταλιούνται κι αναλώνονται με το αντικείμενο αυτό, εκατοντάδες ή και χιλιάδες νόμοι, διατάξεις κι εγκύκλιοι συνθέτουν το πλέγμα της πολυδαίδαλης νομοθεσίας για το θέμα. Από τις κορυφαίες δημόσιες πολιτικές και βασικές συνιστώσες των μεταφορών η άσκηση αυτής της αρμοδιότητας από την πολιτεία. Τ’ αποτελέσματα από πενιχρά έως ανύπαρκτα. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να σκοτώνονται στους δρόμους κι η χώρα να διατηρεί μια από τις πιο θλιβερές πρωτιές της, την πρωτιά σε τροχαία ατυχήματα μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αν ρίξουμε μια ματιά στα προγράμματα και τις δράσεις του υπουργείου Παιδείας που σχετίζονται με την οδική ασφάλεια, αλλά και στις αντίστοιχες πολιτικές του πρώην υπουργείου Μεταφορών, με ευκολία διαπιστώνεται, ότι σε θεσμικό επίπεδο –«τυπικά»– αλλά και με έστω περιορισμένες λόγω της κρίσης πιστώσεις, κάποιες προσπάθειες γίνονται, ώστε ο τομέας αυτός, ενόψει της σπουδαιότητάς του για το κοινωνικό σύνολο, να κατέχει μια ευπρεπή –κατά το δυνατόν– θέση στις προτεραιότητες του κράτους.

Πώς συμβαίνει, λοιπόν, με τόσα και τόσα προγράμματα και δραστηριότητες, τόσες διακηρύξεις κι εξαγγελίες, τόσα πάρκα «κυκλοφοριακής αγωγής» στους δήμους κι ώρες διδασκαλίας στα σχολεία, να σημειώνονται τόσο πενιχρά αποτελέσματα σ’ αυτόν τον ευαίσθητο για την υγεία και την ασφάλεια της κοινωνίας τομέα; Τι φταίει που οι ελληνικοί δρόμοι, κυρίως μέσα στα αστικά κέντρα και το επαρχιακό δίκτυο, βάφονται κόκκινοι;

Αν σταθούμε σ’ ένα φανάρι, αν παρατηρήσουμε μιαν λεωφόρο, λίγα μόνο λεπτά της ώρας αν αφιερώσουμε, θα δούμε πόσες και πόσες «κακιές στιγμές» υπάρχουν καθημερινά στους ελληνικούς δρόμους και πόσα «παρά τρίχα» χωρίζουν τη ζωή από το θάνατο ή την αναπηρία. Είναι όλα αυτά που βιώνουμε, αλλά και κάνουμε όλοι λίγο-πολύ μόλις πιάσουμε το τιμόνι στα χέρια. Η συμπεριφορά μας ως οδηγοί αποτυπώνει τη νοοτροπία που μας χαρακτηρίζει ως άτομα και ως μέλη της κοινωνίας. Ο ατομισμός, η αλαζονεία, η παρανομία, η αδιαφορία για τον συνάνθρωπο και το περιβάλλον. Ούτε για τη δική μας την ασφάλεια νοιαζόμαστε, ούτε των συνεπιβατών μας.

Ένα κουβάρι κι εδώ από πολυσύνθετους παράγοντες, που συντηρούν κι ευνοούν να εκδηλώνονται οι πιο άσχημες κι αντικοινωνικές πτυχές της προσωπικότητάς μας. Ο σεβασμός κι η ευπρέπεια εξοβελίζονται ως δια μαγείας μόλις ο διακόπτης της μηχανής γυρίζει και ξεκινήσει το αυτοκίνητο. Λες κι η μίζα γυρίζει αυτόματα και τον δείκτη της έξαψης, της βιασύνης, της παραβατικότητάς μας και γινόμαστε άλλοι άνθρωποι. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στη «μαύρη τρύπα» μπαίνουν με τον ίδιο αυτοματισμό ιδιώτες κι επαγγελματίες, οδηγοί μηχανών κι αυτοκινήτων. Ταξιτζήδες, φορτηγατζήδες –εξαιρείται ο συμπαθής νταλικέρης της «κομμένης» διαφήμισης– οδηγοί πούλμαν κ.ο.κ.

Δεν ξέρω αν έχει νόημα ν’ αναφερθεί κανείς στα αυτονόητα που είναι απολύτως αναγκαίο να γίνουν απ’ την πλευρά της πολιτείας κι ορισμένα απ’ αυτά συνθέτουν –υπό τις παρούσες μάλιστα συνθήκες– τον ορισμό ακριβώς της τυπικής «διαρθρωτικής αλλαγής», όπως είναι π.χ. η ριζική αλλαγή της διαδικασίας χορήγησης των αδειών οδήγησης. Τι να ξαναλέγεται, για την ανάγκη να εκσυγχρονιστούν διαδικασίες, που αποδεδειγμένα και σύμφωνα με όλες τις μελέτες και έρευνες, ταλαιπωρούν τους πολίτες και συγκεντρώνουν υψηλό ποσοστό αναποτελεσματικότητας και διαφθοράς;

Σημασία έχει, ξεφεύγοντας –αν είναι δυνατόν– από την πάγια κι εμπεδωμένη πεποίθηση ότι το «κράτος φταίει για όλα», να δούμε πώς θα μπορούσαμε να προφυλάξουμε είτε ως πεζοί, είτε οδηγώντας, τη σωματική ακεραιότητα κι ασφάλεια τη δική μας και των συνανθρώπων μας. Να λάβουμε υπόψη μας και ως δεδομένα, ότι όντως η ποιότητα του οδοστρώματος δεν είναι η καλύτερη δυνατή, ότι οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κυκλοφορίας, ότι τα αυτοκίνητα υπερβαίνουν σε μεγάλες εξόδους ή κατά τα Σαββατοκύριακα τις αντοχές του υπάρχοντος οδικού δικτύου.

Χρειάζεται ν’ απεκδυθούμε «πάνω στο τιμόνι» το ρόλο του ανεύθυνου και του «θύματος» και ν’ αντισταθούμε στον πειρασμό της ευκολίας του «αυτό κάνουν όλοι». Ν’ αποδεχτούμε ότι κι άλλοι οδηγοί μπορεί να βιάζονται, ότι τα πεζοδρόμια είναι για τους πεζούς, ότι στις διασταυρώσεις δεν χωράνε να περάσουν όλοι μαζί, ότι το πορτοκαλί δεν είναι πράσινο –πόσο μάλλον το κόκκινο, ότι δεν είναι εξυπνάδα να κλείνουμε τις διαβάσεις πεζών μπαίνοντας μπροστά απ’ όλους στα φανάρια, ότι η οδική σήμανση κι οι υποδείξεις των τροχονόμων διευκολύνουν την ασφαλή μας κυκλοφορία, ότι οι ζώνες ασφαλείας είναι σωτήριες, ότι τα δίκυκλα ούτε κυκλοφορούν όπως να’ ναι, ούτε πάνε παντού. Απλές καινοφανείς ή κι ασήμαντες για κάποιους παραδοχές, που αθροιζόμενες όμως ως βιώματα και τρόπους συμπεριφοράς, είναι βέβαιο, ότι μπορούν να προσφέρουν πολλαπλάσια οφέλη από εκείνα που ο κάθε οδηγός μεμονωμένα μπορεί να φαντάζεται.

Αν καθένας που κινείται σ’ αυτή τη χώρα –γιατί στο εξωτερικό ως δια μαγείας μεταμορφωνόμαστε– κάνει δική του υπόθεση την ούτως ή άλλως δική του ευθύνη, να κυκλοφορεί εποχούμενος ή πεζός στο δημόσιο χώρο, με σεβασμό στους κανόνες και τους συνανθρώπους τους, όλα μπορούν ν’ αλλάξουν στους δρόμους της Ελλάδας. Οι λύσεις για την οδική ασφάλεια δεν είναι ούτε μαγικές, ούτε εξωγήινες, είναι λύσεις που εμείς οι ίδιοι μπορούμε κατ’ αρχήν να δώσουμε, βελτιώνοντας πρώτα απ’ όλα τη δική μας οδική συμπεριφορά. Η αδιαφορία κι η αδράνεια σ’ αυτή την περίπτωση είναι οι χειρότεροι σύμβουλοι, η αμέλεια κι η απροσεξία οι χειρότεροι εχθροί.

Μπορούμε να κάνουμε την καθημερινότητα και τη ζωή μας πιο εύκολη, φτάνει να τολμήσουμε να κάνουμε τις αναγκαίες κι απαραίτητες αλλαγές για να ξεφύγουμε από συμπεριφορές και νοοτροπίες που μας ντροπιάζουν και μας προσβάλουν.
Πολλά μπορούμε να κάνουμε και για την οδική μας ασφάλεια, φτάνει να μην κάνουμε –προκειμένου να τ’ αποφύγουμε– τις… «κότες».


ΦΟΤΟ: Neolaia.gr





Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Παιδεύοντας την εκπαίδευση.


Δρόσισε, μόλις βραδιάσει ή νωρίς το πρωί ζητάς κάτι παραπάνω να ρίξεις πάνω σου.

Δεν είναι αυτό όμως που με κάνει να νοιώσω για τα καλά μελαγχολία με την αλλαγή της εποχής, πιο πολύ είναι οι νεανικές φωνές και τα γέλια που φτερούγησαν χτες το πρωί ξένοιαστα και χαρούμενα απ’ το ανοιχτό –ακόμα ευτυχώς– παράθυρο. Είναι οι παρέες των μαθητών που ξεκίνησαν και φέτος την εκπαιδευτική τους οδύσσεια στα Δημοτικά, τα Γυμνάσια και τα Λύκεια.

Τσάντες, τετράδια, στυλό και μολύβια πήραν μεγαλοπρεπώς τη θέση τους στη μαθητική καθημερινότητα. Τα βιβλιοπωλεία γέμισαν τις βιτρίνες τους με τα σχολικά είδη και στα ράφια φιγουράρουν κολλαριστά τα ολοκαίνουργια βιβλία και «βοηθήματα». Τα σχολικά βιβλία –παρά την κατάργηση του Ο.Ε.Δ.Β.– διατίθενται ακόμα δωρεάν από το κράτος για τους μαθητές που πηγαίνουν στα δημόσια σχολεία.

Προανάκρουσμα των εξόδων του χειμώνα που έρχεται για τις οικογένειες με παιδιά στο σχολείο. Η λίστα των δαπανών του οικογενειακού προϋπολογισμού φορτώνεται και με τα έξοδα για τα φροντιστήρια ή τα ιδιαίτερα, τα βοηθήματα, τα ξενόγλωσσα βιβλία και τ’ απαραίτητα σχολικά είδη. Μαζί μ’ αυτά αρχίζουν πάλι και τα γυμναστήρια, τα μπαλέτα, τα κολυμβητήρια και γενικά όλες εκείνες οι δραστηριότητες, που συνηθίσαμε απ' τα χρόνια της ευμάριας, να παρακολουθούν τα παιδιά μας ως συμπλήρωμα της καθημερινής τους ρουτίνας.

Χρόνο με το χρόνο φεύγουν οι δεκαετίες κι όμως η γενικευμένη αίσθηση, εκείνων τουλάχιστον που βιώνουν από κοντά την εκπαιδευτική διαδικασία, είναι, ότι οι δυο πρώτες εκπαιδευτικές βαθμίδες, παρά τις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί όλα αυτά τα χρόνια σε υποδομές κι εποπτικά μέσα και παρά τις επιμέρους βελτιώσεις (π.χ. ολοήμερο, νέα μαθήματα, ψηφιακό σχολείο κ.ά.), δεν έχουν κατορθώσει ν’ απαλλαγούν από αναχρονιστικά σύνδρομα κι αγκυλώσεις, ούτε ν’ αποκτήσουν την αναγκαία ευελιξία και προσαρμοστικότητα ενόψει του ευμετάβλητου κι απαιτητικού κοινωνικού περιβάλλοντος.

Η εκπαίδευση διατηρεί παραδοσιακά χαρακτηριστικά, όπως η από καθέδρας διδασκαλία, η αποστήθιση, το σχολικό βιβλίο ανά μάθημα κ.λπ., που αν συνδυαστούν με χρόνιες αδυναμίες ως προς αυτήν καθεαυτή την ποιότητα του διδακτικού έργου συνεπεία της μη επαρκούς μετεκπαίδευσης ή της ανυπαρξίας αξιολόγησης κι ελέγχου των εκπαιδευτικών, αναπαράγουν ένα μοντέλο, που εκ των πραγμάτων αδυνατεί ν’ ανταποκριθεί και να καλύψει επαρκώς, όχι μόνο τις αυξημένες απαιτήσεις, αλλά σε πολλές περιπτώσεις ούτε κάν τις βασικές ανάγκες των μαθητών.

Από την πρώτη τάξη του Δημοτικού μέχρι την τρίτη Λυκείου όλα εξελίσσονται το ίδιο προβλέψιμα και βαρετά, το ίδιο μονοσήμαντα και μονότονα με καταληκτικό σταθμό το ορόσημο των πανελληνίων εξετάσεων. Μέσα σ’ αυτόν τον δωδεκαετή μύλο εκπαιδευτικής ζωής, οι μαθητές ζυμώνονται ομοιόμορφα κι απρόσωπα με τις ίδιες και τις ίδιες διαδικασίες, αντιλήψεις, καταστάσεις, κανόνες και συμπεριφορές. Το ίδιο σύστημα παρακολούθησης, οι ίδιες εκδηλώσεις, οι ίδιες μέθοδοι διδασκαλίας κι εξέτασης κ.ο.κ.

Εντάξει, καταργήθηκε –μπορεί να πει κάποιος– η έπαρση σημαίας κι η προσευχή, σιγά τη μεταρρύθμιση. Χίλιες φορές να υπήρχαν αυτά και να ‘χαν καταργηθεί οι παρελάσεις, μπορεί να πει κάποιος άλλος. Προτού μπούμε όμως σ’ αυτήν την ανούσια, για τούτη την ώρα, αντιπαράθεση, είναι σκόπιμο ν’ αναφερθούν δυο – τρία κρίσιμα ζητήματα, που αφορούν αυτή καθαυτή τη διαδικασία της μάθησης και του τρόπου που οι μαθητές κοινωνικοποιούνται ως αυριανά μέλη της κοινωνίας.

Από καιρό μιλάμε λίγο – πολύ όλοι για την ανάγκη μεταξύ μας συνεργασίας και συλλογικής προσπάθειας, για την ανάγκη σεβασμού στοιχειωδών κανόνων κοινωνικής ευπρέπειας και συμπεριφοράς, για την ανάγκη δημιουργίας, ανάπτυξης και διαρθρωτικών αλλαγών που έχει ανάγκη η πατρίδα μας. Είναι άραγε οι ανάγκες αυτές απότοκα μόνο της οικονομικής κρίσης; Δεν είναι διαχρονικές απαιτήσεις και ζητούμενα των κοινωνιών και σταθερά σημεία αναφοράς για το επίπεδο της κοινωνικής εξέλιξης και προόδου;

Πόσο, επομένως, το εκπαιδευτικό μας σύστημα προετοιμάζει τους αυριανούς πολίτες, ώστε να είναι έτοιμοι να συνεργαστούν για το κοινό καλό, για να προστατέψουν και να φροντίσουν το δημόσιο χώρο όπως τον ιδιωτικό τους, για ν’ αναζητήσουν και να διεκδικήσουν τη δικαιοσύνη ή την ποιότητα στην πόλη, στη χώρα ή στην εργασία τους;

Το σχολείο –θα αντιτείνει εύλογα κάποιος– έχει πολύ περιορισμένες δυνατότητες και ρόλο, ιδιαίτερα λειτουργώντας μέσα στη σύγχρονη πολύπλοκη και σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα, αδυνατεί ν’ ανταγωνιστεί τις επιδράσεις που ασκούν τα πανίσχυρα Μ.Μ.Ε. ή να παρακολουθήσει έστω τα πολύμορφα ρεύματα και τάσεις που δημιουργούν τα social media, οι ομάδες, οι διάφορες εφαρμογές της τεχνολογίας.

Σωστά όλα αυτά, όμως το σχολείο έχει το μεγάλο πλεονέκτημα να έρχεται σ’ επαφή με τα παιδιά από μικρή ηλικία, διαθέτει την άνεση του χρόνου να επιδράσει, αλλά και το κρίσιμο προνόμιο της διαπροσωπικής επαφής. Έχει σύμμαχο και συμπαραστάτη την οικογένεια. Εκείνο που χρειάζεται για να πολλαπλασιαστεί η κοινωνικοποιητική του επίδραση κι εμβέλεια είναι ν’ αλλάξει ριζικά η μέθοδος και τα «εργαλεία», ο τρόπος δηλαδή, με τον οποίο θα προσεγγίσει τους μαθητές.

Ζητούμενο είναι, πώς θα μετουσιωθεί η σημερινή επίπεδη εκπαιδευτικά κι επιδερμική συναισθηματικά σχέση του με τους μαθητές, σε μια δημιουργική κι αμφίδρομη επικοινωνία, που θα στοχεύει στη γνώση μέσα όμως από την αλληλοεπίδραση δασκάλου και μαθητή, αλλά και μεταξύ των ίδιων των μαθητών.

Όταν ο μαθητής δεν θα «σηκώνεται για μάθημα», ούτε θα συμμετέχει σε περιβαλλοντικές δράσεις ρουτίνας. Όταν η τάξη θα είναι σύνολο κι όχι άθροισμα. Όταν ο εκπαιδευτικός δεν θα μοιράζει φωτοτυπίες, ούτε θα γράφει με τις ώρες την υπηρεσιακή αλληλογραφία. Όταν στο σχολείο θα λειτουργεί και δεν θα δουλεύει. Όταν εκλείψουν αυτά και πολλά πολλά άλλα, που συνθλίβουν κι εκμηδενίζουν την αξία και την αξιοπρέπεια δασκάλων και μαθητών, θα βρεθεί χρόνος και –προπαντός– διάθεση για τη γνώση, το διαλόγο, την αναζήτηση και τον προβληματισμό πέρα κι έξω από το σχολικό βιβλίο, πέρα κι έξω απ’ τα ωρολόγια προγράμματα και τις εγκυκλίους του Υπουργείου.

Τότε «το Υπουργείο», αυτός ο μέχρι σήμερα γραφειοκρατικός κι απρόσωπος –θαρρείς– οργανισμός, θα ‘χει πάψει ν’ ασχολείται μόνο με την ονομασία του ή με την εκπόνηση θνησιγενών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, τότε το ζητούμενο δεν θα είναι η κατάργηση της «βάσης του 10». Τότε, «οι βάσεις» δεν θ’ ανακοινώνονται στα τέλη κάθε Αυγούστου, αλλά θα είναι γνωστές και σε δυναμική διαρκή αλληλεπίδραση κι αλληλεξάρτηση με το σύνολο των δασκάλων και των μαθητών, θα ‘ναι οι βάσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας, το θεμέλιο κι ο ακρογωνιαίος λίθος στη μόρφωση και στη διάπλαση του παιδιού από την πρώτη Δημοτικού μέχρι την αποφοίτησή του από το Λύκειο.

Τότε, αυτά τα παιδιά που θα περνούν κάτω απ’ τ’ ανοιχτό μου παράθυρο –αν ζω για να τ’ ακούω– θα ‘ναι πραγματικά ξένοιαστα και χαρούμενα, όχι μόνο εξαιτίας του αυθορμητισμού και της ξενοιασιάς της ηλικίας, αλλά γιατί αυτά τα παιδιά θα αισθάνονται χαρούμενα και θα νοιώθουν ασφαλή σ' έναν κόσμο που μπορούν να κάνουν όνειρα και να σχεδιάζουν το μέλλον τους, θα ‘ναι γιατί αυτά τα παιδιά θα ‘χουν ελπίδες.

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Α.Ε.Ι.: Ο «Καλλικράτης» μπαίνει στο Πανεπιστήμιο


Σιγά την είδηση. Όταν το πτυχίο του Πανεπιστήμιου έχει καταντήσει σχεδόν μπακαλόχαρτο κι η ανεργία των νέων καλπάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε;
Αν κοντά σ’ αυτά βάλουμε και τη μανία μας ως κοινωνία για ν’ αποχτήσουν τα παιδιά μας όλο και περισσότερα «εφόδια», αλλά και τη στροφή των Α.Ε.Ι. της χώρας στην προσφορά ποικιλόμορφων μεταπτυχιακών σπουδών προς χάριν των εσόδων, δεν θέλει και πολύ να ολοκληρωθεί το παζλ του αυτονόητου.

Διόλου αυτονόητος όμως ο τρόπος που λειτουργεί μέχρι σήμερα το εκπαιδευτικό μας σύστημα, που εξουθενώνει μαθητές και οικογένειες σ’ έναν εκπαιδευτικό μαραθώνιο μέχρι τις εισαγωγικές, για να προσφέρει στους επιτυχόντες, εφόσον φτάσουν στο πτυχίο, τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε κάποιο μεταπτυχιακό τμήμα...

Κι ενώ γράφονταν αυτές οι γραμμές το Σάββατο, την Κυριακή το πρωί ο ίδιος ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου επιβεβαίωνε, ότι «είμαστε στις τρεις πρώτες χώρες ως προς το ποσοστό των νέων που μπαίνουν στα τριτοβάθμια Ιδρύματα, αλλά είμαστε στην 118η θέση ως προς την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος», επισημαίνοντας ταυτόχρονα με ακρίβεια από το βήμα του Συνεδρίου των Δελφών, την παθογένεια του σημερινού ελληνικού πανεπιστήμιου, που ξεκινά από «το σκοταδισμό, την αδιαφάνεια και την αναχρονιστικότητα» και φθάνει στις «πελατειακές σχέσεις, τις συναλλαγές φοιτητικών παρατάξεων με καθηγητές για θέματα εξετάσεων και βαθμούς, καθώς και την εξάντληση της περιφερειακής ανάπτυξης στους φοιτητές-πελάτες των τοπικών μπαρ, στους ενοικιαστές δωματίων, άντε και σε κανένα καλό γαμπρό ή νύφη».

Από το ίδιο βήμα η υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου, ανήγγειλε την έναρξη της δημόσιας διαβούλευσης, που θα εξελιχθεί το επόμενο τρίμηνο, με τη φιλοδοξία να καταλήξει στη διατύπωση και θεσμοθέτηση ενός νέου μοντέλου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Καίριες κι αποκαρδιωτικές οι επισημάνσεις, όμως δεν «κομίζουν γλαύκαν». Κοινό μυστικό από χρόνια τα προβλήματα και το τέλμα στο οποίο είχαν περιέλθει οι πανεπιστημιακές σπουδές. Τώρα, τρία χρόνια μετά την ψήφιση του πιο πρόσφατου νόμου-πλαίσιο από την τότε υπουργό της Νέας Δημοκρατίας Μαριέτα Γιαννάκου, το θέμα της οργάνωσης και λειτουργίας των Α.Ε.Ι. της χώρας μας επανέρχεται στο προσκήνιο από την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., περισσότερο ρηξικέλευθο και ριζοσπαστικό, αλλά και περισσότερο φιλόδοξο και μακρόπνοο.

Οι άξονες των προτάσεων και οι βασικές αλλαγές αποπνέουν με την πρώτη ματιά τη σχεδιαζόμενη ολική ανατροπή των μέχρι σήμερα δεδομένων, κρίσιμος όμως παράγοντας –όπως άλλωστε και σε κάθε μεταρρύθμιση– η εξεύρεση των αναγκαίων πόρων για την πραγματοποίησή της. Στην παρούσα συγκυρία, με τα οικονομικά δεδομένα των επόμενων χρόνων να κινούνται εναγωνίως γύρω από την κάλυψη του ελλείμματος και του συμμαζέματος των δημόσιων οικονομικών, λίγες πιθανότητες μένουν για μια γενναία χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό ενός εγχειρήματος τόσο απαιτητικού και πολυδάπανου.

Σε κάθε περίπτωση, το επόμενο διάστημα, στο πλαίσιο της διαβούλευσης, θα πρέπει να αποσαφηνιστούν οπωσδήποτε από την κυβέρνηση οι σχεδιασμοί που αφορούν κρίσιμα σημεία για την οργάνωση και λειτουργία των Α.Ε.Ι., όπως τα συμβούλια διοίκησης για τον στρατηγικό σχεδιασμό και τα οικονομικά, την οικονομική αυτοτέλεια σε συνδυασμό με την ευθύνη για τη μισθοδοσία, τον τρόπο σύνδεσης της αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση και προπαντός τη σύνδεση της χρηματοδότησης με την ελεύθερη αγορά.

Άριστη η σκέψη της κυβέρνησης να «περάσει» ο Καλλικράτης στο πανεπιστήμιο, φτάνει να διασφαλίσει, ότι η εισαγωγή του αυτή στοχεύει με κάθε τρόπο, πέρα από την αποκατάσταση των υφιστάμενων προβλημάτων, και στην ενδυνάμωση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα των σπουδών, αλλά και στη μεγιστοποίηση της κοινωνικής του προσφοράς και παρέμβασης.

Φωτο: http//www2.rizospastis.gr/story.do?id=3936302&textCriteriaClause=:

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ 4ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ



Ο χώρος είναι δεντροφυτεμένος με ευκαλύπτους, φοίνικες και πεύκα κι είναι απερίφραχτος. Από ‘κει διέρχονται καθημερινά εκατοντάδες μαθητές και σπουδαστές, αλλά και πολυάριθμοι πολίτες, εφόσον εκτός από τους κατοίκους της περιοχής, κατά τους χειμερινούς μήνες λειτουργεί σε παρακείμενο δρόμο και λαϊκή αγορά. Ο λόγος για το «αλσύλλιο» που βρίσκεται δίπλα στο 4ο Γυμνάσιο Χαλανδρίου, μεταξύ των οδών Παρνασσού, Ιωαννίνων και Κιθαιρώνος, εκεί όπου στεγάζεται μετά το μεσημέρι και το Δημόσιο Ι.Ε.Κ. Χαλανδρίου.

Στην περιοχή της Μεταμόρφωσης Χαλανδρίου, που αναπτύχθηκε ραγδαία τις δύο τελευταίες δεκαετίες και που δέχεται ταυτόχρονα τις επιπτώσεις και τις συνέπειες από τη δημιουργία σπουδαίων κυκλοφοριακών υποδομών του λεκανοπεδίου της Αθήνας, όπως είναι η Αττική Οδός και το μετρό, η ύπαρξη ελεύθερων χώρων πρασίνου, αποτελεί όχι μόνο ευτύχημα, αλλά ευλογία. Εφόσον μάλιστα οι χώροι αυτοί έχουν δεσμευτεί για ενδεχόμενη επέκταση σχολικών μονάδων και ως εκ τούτου γειτνιάζουν με σχολεία, η αξιοποίησή τους είναι περισσότερο από αναγκαία, είναι επιτακτική.

Δυστυχώς, η λέξη εγκατάλειψη ίσως είναι λίγη για να περιγράψει με ακρίβεια την εικόνα που παρουσιάζει αυτός ο δημόσιος χώρος πρασίνου. Η αδιαφορία τον έχει μετατρέψει σε σκουπιδότοπο και χώρο ικανοποίησης των αναγκών οικόσιτων τετράποδων. Ο φωτισμός είναι ανύπαρκτος, ενώ οι κάδοι των σκουπιδιών και τα αντικείμενα που εγκαταλείπονται ως άχρηστα συμπληρώνουν το σκηνικό της υποβάθμισης.

Ασφαλώς οι αρμόδιοι φορείς του Δήμου έχουν την κύρια ευθύνη για την εικόνα που παρουσιάζει ο χώρος, εφόσον είναι υπεύθυνοι για τη συντήρηση και καθαριότητα του χώρου. Πέρα απ’ αυτό όμως, θα πρέπει κι οι περίοικοι ν’ αναλάβουν τις ευθύνες τους και πρώτοι απ’ όλους οι διευθυντές κι οι διδάσκοντες στο Γυμνάσιο πρέπει να ηγηθούν της προσπάθειας ανάπλασης, φροντίδας και προστασίας του χώρου. Εκείνοι πρώτοι θα πρέπει να κινητοποιήσουν τους μαθητές σε συστράτευση για να αποκτήσει ο χώρος την όψη που του ταιριάζει, προσπελάσιμος, καταπράσινος, περιποιημένος και καθαρός.

Με τον τρόπο αυτό οι νεαροί μαθητές θ’ αντιληφθούν όχι μόνο τι μπορεί ν’ αφορά η προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και ν’ αποχτήσουν την αναγκαία κοινωνική υπευθυνότητα και αλληλοϋποστήριξη για θέματα που θα τους απασχολήσουν ως αυριανούς πολίτες. Εκεί θα κριθεί κι η επιχειρησιακή ετοιμότητα, αλλά και βούληση, των υπευθύνων του Δήμου, ώστε να καλύψουν την πρωτοβουλία με την αναγκαία τεχνική ή άλλη υποστήριξη και γνώσεις. Εκεί θα κριθεί κι η στάση των περιοίκων, της «γειτονιάς», να περιφρουρήσει με τη σειρά της –αν όχι να συνδράμει με κάθε μέσο– τους μαθητές, τουλάχιστον στη μέριμνα για την καθαριότητα του χώρου.

Δεν ξέρω πόσο ρεαλιστική ή εφικτή μπορεί να ακούγεται η σκέψη. Έχουμε μάθει ως κοινωνία διαρκώς να γκρινιάζουμε, να τα ζητάμε όλα από το κράτος και τους φορείς και να μας φταίνε συνέχεια οι άλλοι. Εκτιμώ όμως, ότι είναι πιο εύκολο να πετυχαίνουμε την κοινωνική ανάπτυξη, μαθαίνοντας να στοχεύουμε στα μικρά και καθημερινά προβλήματα, που η συνήθεια μας κάνει να τα προσπερνάμε αδιάφορα, παρά να οραματιζόμαστε μόνο μεγαλεπήβολους στόχους, που η ματαίωσή τους οδηγεί τις περισσότερες φορές στην απογοήτευση και την απάθεια. Έτσι πιστεύω, ότι είναι περισσότερο πιθανό, το παιδί που φροντίζει έναν χώρο, να σκεφτεί πριν πετάξει εκεί το χαρτί από το κρουασάν, αλλά κι ο κάτοικος που βγάζει το σκυλί του βόλτα, να προνοήσει έγκαιρα για τις σωματικές ανάγκες του ζώου.

Ο χώρος αυτός, ίσως, είναι μια ευκαιρία για όλους...



Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ "ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΔΕΙΑ"

Τα τελευταία χρόνια το θέμα των σχολικών βιβλίων έρχεται και επανέρχεται στο προσκήνιο των συζητήσεων για την παιδεία. Ιδιαίτερα μάλιστα μετά τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα με αφορμή τη διαμάχη για το περιεχόμενο του βιβλίου Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού (2006-2007) από τη συγγραφική ομάδα με επικεφαλής την καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κα Μαρία Ρεπούση, αλλά και το βιβλίο των Θρησκευτικών της ίδιας χρονιάς και πάει λέγοντας.

Απέναντι στο πρόβλημα, η στάση του Υπουργείου Παιδείας, που έχει την πολιτική ευθύνη, αλλά και του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, που από την πλευρά του έχει την ευθύνη συγγραφής των βιβλίων, ήταν πέρα για πέρα αντιφατική, δισταχτική και άκρως καιροσκοπική. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι τα πέντε προηγούμενα χρόνια επί κυβερνήσεων Νέας Δημοκρατίας άλλαξαν τρεις υπουργοί και ξεκίνησε δυο φορές διάλογος για την παιδεία από μηδενική βάση. Ακριβώς στο μηδέν βρισκόμαστε και σήμερα. (Αλήθεια, ξέρει κανείς πότε θα διανεμηθούν επιτέλους στα σχολεία τα… «Ματωμένα χώματα»;)

Τα σχολικά βιβλία είναι γεγονός, ότι αποτελούν στις μέρες μας ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του συστήματος της λεγόμενης «δωρεάν» παιδείας. Είναι ένας θεσμός αναχρονιστικός, πολυέξοδος, αναποτελεσματικός που έχει κλείσει πλέον τον ιστορικό του κύκλο.

Στην διαπίστωση αυτή δεν μας οδηγεί μόνο η αλματώδης τεχνολογική πρόοδος και των δυνατοτήτων που προσφέρουν οι εφαρμογές της στην εκπαίδευση, αλλά προπαντός το γεγονός, ότι με το σημερινό σύστημα διαιωνίζεται η παπαγαλία και η αποστήθιση, εξαιτίας της μορφωτικής μονομέρειας της αυθεντίας και του αλάθητου του ενός και μοναδικού βιβλίου ανά μάθημα.

Ταυτόχρονα, η ανάγκη της κάθε συγγραφικής ομάδας να διαφοροποιηθεί κατά το δυνατόν από την προηγούμενη, έχει οδηγήσει στην αναφορά μέσα στα σχολικά βιβλία τέτοιου όγκου δευτερευουσών και τριτευουσών λεπτομερειών, σε βαθμό που χάνεται η ουσία, αλλά και το ενδιαφέρον των μαθητών.

Εξάλλου, είναι γνωστό σε όλους, ότι τα σχολικά βοηθήματα των εκδοτικών οίκων, έχουν αναχθεί σε επιστημονικές μονογραφίες και συναγωνίζονται –αν όχι ξεπερνούν– σε πλουραλισμό και σαφήνεια αυτά καθαυτά τα σχολικά βιβλία. Το γεγονός, ότι έχει εκδοθεί βοήθημα ακόμα και για τα θρησκευτικά, δεν έχει να κάνει μόνο με τον μαθησιακό «αφιονισμό» της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό και με το δυσνόητο περιεχόμενο του σχολικού βιβλίου (μια ματιά π.χ. στο βιβλίο Θρησκευτικών ή της Ιστορίας της Β’ Γυμνασίου είναι αρκετή).


Με ικανοποίηση άκουσα το Γιώργο Παπανδρέου την περασμένη Κυριακή (22-2-2009) στην Αθηναΐδα, ν’ αναφέρεται –μεταξύ των άλλων– και στο θέμα των σχολικών βιβλίων και του τρόπου διδασκαλίας, αναλύοντας ποιοι είναι για το ΠΑ.ΣΟ.Κ. οι: «Πέντε Εθνικοί Στόχοι: Το σχέδιό μας για τη χώρα».

«Δημόσιο σχολείο με υπολογιστές, γρήγορο internet, ανοιχτές ψηφιακές βιβλιοθήκες. Με την ξένη γλώσσα να γίνεται κτήμα μέσα στο δημόσιο σχολείο. Κάθε παιδί, το δικό του ηλεκτρονικό βιβλίο. Άμεση δηλαδή και εύκολη πρόσβαση σ’ ένα τεράστιο όγκο γνώσεων και πληροφοριών, που θα αναιρεί την ανάγκη απλής αποστήθισης, και θα κάνει το σχολείο, χώρο συνεχούς έρευνας μιας όμορφης εκπαιδευτικής ανακάλυψης, με μια νέα, δημιουργική σχέση μεταξύ δασκάλου και μαθητή».

Είμαι από εκείνους που σταθερά υποστήριξαν και υποστηρίζουν την κατάργηση της δωρεάν διανομής του ενός βιβλίου στα σχολεία και αυτή η προσεχτική διατύπωση κινείται κατά τη γνώμη μου προς την κατεύθυνση αυτή. Φανερώνει, ότι υπάρχει η πρόθεση από το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να θέσει σε εντελώς διαφορετική βάση, από αυτήν που μέχρι σήμερα γνωρίζαμε, όχι μόνο το θέμα των σχολικών βιβλίων, αλλά όλης της διδακτικής διαδικασίας και του τρόπου που γίνεται το μάθημα στο σχολείο.

Φυσικά, μια εξαγγελία αυτής της μορφής αφορά μια όψη μόνο από τις διαρθρωτικές αλλαγές που θα πρέπει να γίνουν στο σύνολο του εκπαιδευτικού μας συστήματος, πράγμα που σημαίνει ουσιαστικό διάλογο με όλους τους ενδιαφερόμενους πάνω σε καλοσχεδιασμένο πρόγραμμα, με χρονοδιάγραμμα, με εξασφαλισμένους πόρους, με ευελιξία, με διαφάνεια κι αποφασιστικότητα. Μια εξαγγελία που θα τολμήσει να γίνει πράξη αδιαφορώντας για το «πολιτικό κόστος», αλλά και για τη δημιουργία πρόσκαιρων αποτελεσμάτων –αμφίβολης εμβέλειας– και άμεσων εντυπώσεων χάριν της επικοινωνιακής επιτυχίας.

Τέτοιου είδους εξαγγελίες, έχει ανάγκη ο τόπος, που φέρνουν νέα προσέγγιση και φρέσκια ματιά στα μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα του τόπου και τοποθετούν σε νέες βάσεις την πολιτική διαδικασία, προσδίδοντάς της κάτι από το χαμένο κύρος και την αξιοπιστία της. Οψόμεθα…



ΦΩΤΟ κεφαλίδας: Βάσω Γώγου, από το βιβλίο Θρησκευτικών της Β' Γυμνασίου