Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019

Οξυγόνο.


Το οξυγόνο τελείωσε σ’ ένα Σαββατοκύριακο· απνευστί. Ένοιωσα ξαφνιασμένος ή αμήχανος καλύτερα. Τι δεν κατάλαβα; Ίσως δεν έκανα στάσεις αποσυμπίεσης –σκέφτηκα– γι΄αυτό την Τρίτη έκανα εκ νέου μια προσπάθεια ανάνηψης εστιάζοντας ιδιαίτερα σε συγκεκριμένα σημεία, τότε αισθάνθηκα να μένω στα ρηχά.

Ανάμεσα στις σελίδες, γραμμή τη γραμμή και πίσω απ’ τις λέξεις, κάπου μεταξύ Τήλου και πλατείας Ομονοίας, η Ξένια υπονοούσε την παρουσία της, αλλά ουσιαστικά ήταν απούσα. Τίποτα δεν με παρέπεμπε στις ευαισθησίες, τη χάρη, το άρωμα και τη σπιρτάδα του λόγου της, όπως στο παρελθόν είχα γνωρίσει, είχα αγαπήσει.

Δεν φταίει η Ξένια, εγώ είμαι μακριά από την ορολογία της εποχής, από πεποίθηση έξω από τσατ κι ηλεκτρονικές επικοινωνίες και παραδοσιακά προσκολλημένος σε σχέσεις και συμπεριφορές παλιομοδίτικες, παραδοσιακές κι εν πολλοίς –όπως φαίνεται– παρωχημένες.

Οι δικές μου παρέες, εκεί γύρω στο ’90, μπορεί να αισθάνονταν διαφορετικά τον έρωτα, να βίωναν διαφορετικά την ελευθερία, να είχαν άλλες ανησυχίες και προτεραιότητες. Ναι, την εποχή εκείνη ακολούθησε μια εικοσαετία αχαλίνωτης ευημερίας. Οι κανόνες έγιναν εύκαμπτοι, οι διαδικασίες ευέλικτες, οι ανάγκες ατέλειωτες, οι άνθρωποι αδύναμοι.

Κοιτάζω τη φωτογραφία στο εξώφυλλο κι αναζητώ τον εαυτό μου κάπου ανάμεσα στους περαστικούς της γωνίας πλατείας Ομονοίας και Γ’ Σεπτεμβρίου να στρίβω έξω απ’ τη «Μπραζίτα». Πόσες φορές πρωί – μεσημέρι είχα περάσει απ’ το σημείο αυτό κατευθυνόμενος στον ηλεκτρικό· μια ζωή.

Εκείνη την εποχή δεν ήμουν και στα καλύτερά μου. Όχι επειδή ήταν και τότε Νέα Δημοκρατία και Μητσοτάκης στα πράγματα, ούτε που ο Σαμαράς «άνοιγε» τα σύνορα για τους Αλβανούς ή που η οικονομική κατάσταση δεν ήταν και πάλι καλή, αλλά, να, σαν ζευγάρι κάναμε αγώνα για παιδί, στη δουλειά οι εκλεκτοί στα «μέσα και στα έξω» και στις παρέες μια αγωνία για το αύριο κι ό,τι διαισθανόμασταν πως έφερνε.

Κάτι ο Νταλάρας κι ο Παπακωνσταντίνου στο Αττικόν και κάτι ούζα –στις διακοπές– στα Μεστά της Χίου μας ζωγράφιζαν με φως τις εποχές.  Κι ένας ολόλαμπρος ήλιος που έλαμψε το Νοέμβρη του ’91 κι έδωσε, πέρα από φως, καινούργιο νόημα κι άλλη διάσταση κι ενέργεια στη ζωή μας. Ακολούθησε μια εικοσαετία ευημερίας και προόδου.

Απλά μικροαστικά θέματα. Μια καθημερινότητα που κουράζει, αλλά και που αναστατώνει η τυχόν ανατροπή της. Η «Αγία Καθημερινότητα», όπως συνηθίζω να την αποκαλώ. Μια καθημερινότητα με τη ρουτίνα της, τα καλά και τα κακά της, τις αγάπες, τα μυστικά, τις ενοχές και τις συγγνώμες της, τις σιωπές, τις ματιές και τους κρυφούς της αναστεναγμούς, τις χαρές και τις λύπες της.

Σ’ αυτή την καθημερινότητά μου το οξυγόνο δεν μπήκε το περασμένο Σαββατοκύριακο. Αντίθετα, με έβαλε σε κάποιες άλλες –με συνέπεια, παραστατικότητα και δεξιοτεχνία οφείλω να ομολογήσω– που, χωρίς να’ναι ολότελα «ξένες» δεν κατάφεραν να οικειοποιθούν κάτι απ’ αυτά που αισθάνομαι, πιστεύω ή φαντάζομαι. Οι λέξεις θα’θελα νά 'ναι πιο τρυφερές, πιο αγαπησιάρικες οι σχέσεις κι οι άνθρωποι πιο καθημερινοί κι οικείοι. Μου φάνηκαν πολλά για τόσο λίγους.

Το ξαναλέω, δεν φταίει η Ξένια, εγώ φταίω που, όταν διαβάζω, αναζητώ πίσω απ’ τις λέξεις, μέσα απ’ τα νοήματα, να συναντηθώ με τον συγγραφέα και να ταιριάξουν οι εικόνες του με τις ιδέες μου κι η φαντασία του με τα συναισθήματά μου. Κι εκεί στο σμίξιμο και μπρος στα έκπληκτα μάτια μου, να παρασυρθώ απ' την απλότητα, την πλοκή, την ευρηματικότητα και τη σεμνότητα.

Είναι μια άλλη εποχή αυτή που ζούμε.

Είναι μια εποχή δύσκολη, απρόσωπη, γρήγορη, ίσως και σκληρή. Έχω πίστη, όμως, και υπομονή, και μια κρυφή ελπίδα. Οι εποχές αλλάζουν, το ίδιο κι οι άνθρωποι. Την Ξένια τη θαυμάζω και μπορώ να περιμένω.

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

Γελάσαμε και φέτος.


Γελάσαμε πολύ με τα καμώματα της κυβέρνησης κι αυτόν τον χρόνο, δυσανάλογα περισσότερο από την απογοήτευση και τ’ αδιέξοδα που προκαλούν οι πολιτικές της. Για μια ακόμα χρονιά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ απέδειξε ότι, όχι μόνο είναι ο καλύτερος μαθητής του πολιτικού κατεστημένου, όχι μόνο ότι είναι ο καταλληλότερος εκφραστής του «παλαιού» πολιτικού συστήματος, αλλά ότι μπορεί άριστα κι αποτελεσματικότερα να εξελίξει, πέρα κι απ’ τα όρια ακόμα, τις χρόνιες παθογένειες, τις αγκυλώσεις και τις ακραίες συμπεριφορές του.

Νεποτισμός, οπορτουνισμός, κυνισμός, αδιαφάνεια, μισαλλοδοξία, ψέμματα και προπαγάνδα στην ημερήσια διάταξη. Κόντρα ρόλος απ’ αυτόν που –υποτίθεται– επιβάλλει η παγκόσμια συγκυρία κι η δύσκολη κατάσταση της χώρας. Κόντρα και στην κοινή λογική που τα τελευταία χρόνια φαίνεται να‘χει εξοστρακιστεί από τα κοινά του τόπου, απ’ το δημόσιο λόγο, και περιφέρεται σαν την άδικη κατάρα σε καταχωνιασμένα μονόστηλα κι αζήτητες αναλύσεις, λες κι ήταν κι αυτό δίκαιο κι έγινε πράξη.

Εμείς όμως το καταχαρήκαμε, γελάσαμε με την καρδιά μας. Η μουρμούρα κι η γκρίνια έφταναν μόνο μέχρι τα γκισέ πληρωμής των κάθε λογής φόρων, τελών και εισφορών ή άντε, στην καλύτερη, μεταξύ φρέντο και πρέφας.Στα κοινωνικά δίκτυα οι ατάκες κι οι χαριτωμενιές έδιναν κι έπαιρναν. Να, τα like, να, τα χιουμοριστικά σχόλια κι οι εικόνες, τα παραποιημένα βίντεο με πρωταγωνιστές κυβερνητικά στελέχη. Ούτε την εποχή του Κώστα Καραμανλή και της Νέας Δημοκρατίας στα χειρότερά της είχαμε δει τόση καζούρα και τόση πλάκα με πρωθυπουργό και πολιτικούς κομμάτων εξουσίας. Χαμός!

Χρόνο με το χρόνο η κοινωνική ανοχή στην ευτέλεια, στην ασχήμια, στην αυθάδεια, στο λίγο, στο ημιμαθές, πάνε χέρι-χέρι με τον πολιτικό αμοραλισμό, τον αυταρχισμό, τον κυνισμό, την αλαζονεία. Κάθε χρόνο όμως –και τα τελευταία χρόνια με ιδιαίτερη ένταση και προκλητικότητα– μπορεί κάθε τι απ’ αυτά που μας μειώνουν, μας  αποπροσανατολίζουν, μας δηλητηριάζουν ν’ αποτελέσει αφορμή για χάχανα, για πικρόχολα σχόλια κι εμπνευσμένες ατάκες· μέχρι εκεί. Άλλωστε, «Τα ίδια έκαναν κι οι προηγούμενοι». Για άλλον έναν χρόνο δεν θελήσαμε να καταλάβουμε πως κανένα από τα μετά το 2010 χρόνια δεν είναι ίδιο με τα προηγούμενα ή –καλύτερα– κανένα δεν θα έπρεπε να είναι σαν τα προηγούμενα. Για έναν ακόμα χρόνο, ανεχτήκαμε, επειδή «τα ίδια έκαναν κι οι προηγούμενοι», να κυβερνιώμαστε το ίδιο –κατ’ εμέ χειρότερα– απ’ ό,τι προηγούμενα.

Οι ίδιες πρακτικές, οι ίδιες αντιθέσεις, οι ίδιες ατάκες, τα ίδια προβλήματα, οι ίδιοι πρωταγωνιστές. Ναι, οι ίδιοι. Αυτούς που εμείς επιλέξαμε σαν «νέους» γιατί οι «παλιοί» μας χρεοκόπησαν, μας πρόδωσαν, μας απογοήτευσαν. Είναι τόσο «νέοι», που καθένας τους έχει κι από μια τουλάχιστον κυβερνητική θητεία σε κάποιο «παλιό» κόμμα, μια τουλάχιστον έμμισθη θέση σε κάποια «παλιά» κυβέρνηση, μια τουλάχιστον εκλογή ή υποψηφιότητα σε κάποιο «παλιό» αυτοδιοικητικό ή συνδικαλιστικό συνδυασμό.

Μας αρέσει αυτό το «παιχνίδι» της κοροϊδίας, κοροδευόμαστε μεταξύ μας λες και τη «βρίσκουμε». Κοιτάμε την οθόνη του υπολογιστή, το πρωτοσέλιδο, την τηλεόραση και γελάμε γύρω με τα χάλια. Ποια χάλια; Ποιανού τα χάλια μας διασκεδάζουν; Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι, ουσιαστικά, τον καθρέφτη απέναντί μας κοιτάζουμε, με τον εαυτό μας γελάμε, με τα χάλια μας διασκεδάζουμε; Πώς ν’ αλλάξουν, έτσι, τα χρόνια; Πώς ν’ αλλάξουν οι πολιτικές; Πώς ν’ αλλάξει η χώρα; Πώς ν’ αλλάξουν οι ζωές μας;

Ο χρόνος είναι το μόνο σίγουρο πως θ’ αλλάξει. Ο Νέος Χρόνος, είναι βέβαιο, θα έχει τόσες μέρες όσες ο παλιός, αλλά κάθε μέρα του μπορεί να είναι μια νέα μέρα, αν την κοιτάξουμε ανοίγοντας ένα παράθυρο στο φως, την αλήθεια, τη ζωντάνια, το χαμόγελό της κι όχι μόνο κοιτώντας την αντανάκλασή της μέσα απ’ τον καθρέφτη του εγωισμού, της αδιαφορίας, της ειρωνείας και της μισαλλοδοξίας μας. Μπορούμε να χαμογελάσουμε ειλικρινά, αυθόρμητα, πηγαία· μπορούμε. Ο Νέος Χρόνος ας γίνει αφορμή και ευκαιρία.

Καλή Χρονιά!

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Το δικό μας παραμύθι [ή το 1960 ζει]


Το παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης ασφαλώς πολλοί το γνωρίζουν κι όπως όλα τα παραμύθια –ή τα περισσότερα τουλάχιστον– έχει ευχάριστο τέλος, αφού ο πρίγκηπας ανακαλύπτει την από χρόνια –εξ αιτίας μιας κατάρας– κοιμωμένη βασιλοπούλα, την ξυπνά, το βασίλειο αφυπνίζεται, αποχτά ζωντάνια, δραστηριοποιείται και... ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Στην δική μας περίπτωση, μόνο αυτοί ζήσανε καλά. Στο Ελληνικό παραμύθι κανένας “πρίγκηπας” και καμιά “δύναμη” δεν έχει σταθεί δυνατόν να μας ξυπνήσει. Εδώ, χρόνια και χρόνια –λες και μια κατάρα το έχει καταφέρει– μένουμε μονίμως με τους ίδιους εφιάλτες και με τα ίδια φαντάσματα να στοιχειώνουν τον εθνικό μας ύπνο και τη μεγαλειώδη μας νάρκωση.

Τι καταστροφές, τι ευκαιρίες, τι αποτυχίες, τι επιτυχίες, εκεί κολλημένοι σ’ ένα μοτίβο και μια καθημερινότητα της οποίας το σενάριο παραμένει διαχρονικά αναλλοίωτο μονότονα επαναλαμβανόμενο από πολιτικούς πρωταγωνιστές που απλώς εναλλάσσονται στους ρόλους, ενώ σταθερά οι –πάντα ανεύθυνοι κι ανυποψίαστοι– λαϊκοί κομπάρσοι γκρινιάζουν μονότονα, διαπληκτίζονται απελπιστικά κι επιμένουν να διχάζονται, αμετανόητα, σε λάθος επιλογές.

Μια ματιά στην καθημερινότητά μας αρκεί για ν’ αποκαλυφθεί η στασιμότητα κι η αγκύλωση που έχει ο χρόνος σ’ αυτή τη χώρα που πνίγεται [όπως πνιγόταν] με την πρώτη μπόρα, καίγεται [όπως καιγόταν] με τον πρώτο καύσωνα, ακινητοποιείται [όπως ακινητοποιούνταν] στους δρόμους με την πρώτη απεργία των ΜΜΜ, βουλιάζει [όπως βούλιαζε] κάτω απ’ τα σκουπίδια μόλις «μπουκώσει» η Φυλή, ξεροσταλιάζει [όπως ξεροστάλιαζε] στις ουρές για μια αίτηση, πεθαίνει [όπως πέθαινε] για μια κτηματική διαφορά ή για μια απιστία και δικάζεται [όπως δικαζόταν] μετά από 15 χρόνια.

Χρεοκοπήσαμε το ’09, τι άλλο ποια θα μπορούσε να μας βρει για ν’ αφυπνιστούμε; Τι χειρότερο θα μπορούσε να πληγώσει την περηφάνια και να κινητοποιήσει το φιλότιμό μας κι όλες μας τις δυνάμεις; Επαναστατήσαμε κατά των πάντων, δεξιά αριστερά, μέσα έξω, φέραμε βίαια τα πάνω κάτω. Οχτώ χρόνια και ποιο είναι τελικά το αποτέλεσμα; Ξυπνήσαμε; Αντιμετωπίσαμε με σύνεση, επιμονή και συλλογικότητα τις αιτίες που μας πνίγουν, μας βουλιάζουν, μας ακινητοποιούν, μας σκοτώνουν; Σας παρακαλώ. Μη μου τους ύπνους –και τις ιδεοληψίες– τάραττε.

Ξεπετάμε σαν τα πουκάμισα τους πρωταγωνιστές σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου, εξορίζουμε κι απομονώνουμε τον ορθό λόγο, κι είμαστε έτοιμοι να τα δώσουμε όλα, σαν αυθεντικοί κομπάρσοι κι οπαδοί, σε χορούς λυτρωτικούς και σε παλαμάκια αποθέωσης μέχρι να μας ξινίσουν αυτοί και να πάμε γι’ άλλα και γι’ άλλους. [Να δω όταν ξωπετάξουμε και τον Τσίπρα τι θα λέμε και τι θα κάνουμε].

Ναι, γιατί εδώ σ’ αυτή την ωραία κοιμωμένη χώρα, μόνο ο «μπροστινός» μετράει, ο αρχηγός. Σπρώχνονται όλα τα λεφτά στον Κυριάκο τώρα, όπως στον Αλέξη ως τα σήμερα, στον Κώστα προηγούμενα κ.ο.κ. Είναι η μόνη χώρα που ένας κούκος περιμένουμε να φέρει την άνοιξη, γι’ αυτό μας πνίγει με την πρώτη ευκαιρία ο κακός μας ο καιρός κι όχι μόνο το πρώτο μπουρίνι.

Μέχρι κι οι ξένοι το κατάλαβαν ότι σ’ αυτόν τον τόπο που βασιλεύει –φτου κακά θα μου πεις, αλλά έτσι είναι– ο ατομισμός, η καχυποψία, η μισαλλοδοξία κι οι “ξύπνιοι”, είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να εφαρμοστούν σωστά κανόνες και να λειτουργήσουν απρόσκοπτα θεσμοί, είναι ακατόρθωτο η δημοκρατία, η δικαιοσύνη κι η ισότητα να πάρουν κεφάλι από το ρουσφέτι, τη «γνωριμία», τον κομματισμό.

Μείναμε έτσι να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας και να παριστάνουμε τους αγουροξυπνημένους [ίσως απ’ τα γέλια του Τσίπρα και του Καμμένου στο Ζάππειο], όντας βαθιά νυχτωμένοι –και τραγικά αδιάφοροι– για τις μεγάλες αλλαγές που ήδη θα έπρεπε να έχουν γίνει για να προλάβουμε να δούμε και πάλι μιαν άσπρη μέρα και τα παιδιά μας να προκόβουν στον τόπο τους, να γίνει πράξη η συνεννόηση κι η συνεργασία για τα μείζονα, να υπάρξει, επιτέλους, συμφωνία και προσήλωση σε συγκεκριμένους στόχους ανάπτυξης και προόδου.

Ψιλά γράμματα, το πριγκιπόπουλο στο δικό μας παραμύθι έχει πολύ δρόμο και πολύ ψάξιμο ακόμα, αν και –εδώ που τα λέμε– το ορόσημο του 2060 μπορεί να περιμένει, προηγείται να λύσουμε τις διαφορές μας με το... 1960.

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Με τον Γκαγκάριν στις πιο άσχετες σκηνές.



Μπορεί μπάνια πολλά και μέρες διακοπών να μην είχε αυτό το καλοκαίρι, είχε όμως πολύ περισσότερο χρόνο για διάβασμα και πολύ περισσότερα από άλλα καλοκαίρια βιβλία. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, θα έλεγε κάποιος άλλος, εγώ λέω ότι στάθηκα τυχερός, γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω δυο συγγραφείς. Για την ακρίβεια μία νέα συγγραφέα, γιατί ο άλλος –ο παλιός να πούμε για να συνεννοούμαστε– ήταν γνώριμος, απλώς δόθηκε η ευκαιρία να ξανασυστηθούμε, να ξαναγνωριστούμε.

Βιβλιοκριτική και τα τοιαύτα δεν είναι του γούστου μου κι ούτε θέλω να κάνω τον ειδικό, θα ‘θελα μόνο να πω δυο λόγια παραπάνω γι΄αυτά τα βιβλία που διάβασα και με ρούφηξαν, ακολουθώντας με παντού στο σπίτι, όπου υπήρχε χώρος ελεύθερος και χρόνος διαθέσιμος. Έτσι, με τα βιβλία που μ’ αρέσουν δε θέλω να καταφεύγω σ’ απιστίες, διαβάζοντας κι άλλο –ή κι άλλα– ταυτοχρόνως, όπως συμβαίνει σ’ άλλες περιπτώσεις. Παράλληλες σχέσεις δε θέλω να διατηρώ εκεί που η ψυχή μου βρίσκει καταφύγιο κι ο χρόνος από εχθρός γίνεται φίλος.

Ναι, γλυκά ξεφύλλισα το χρόνο προς τα πίσω για να βρεθώ σε γειτονιές εφηβικές και να γνωρίσω, μετά από σαράντα τόσα χρόνια, ανθρώπους που ζούσαν παρακάτω, εκεί γύρω, στη Φωκίωνος, το Άλσος, τα Θυμαράκια, τη Λιοσίων. Για να «ακούσω» Χατζιδάκι, να θυμηθώ «νέα ταλέντα» και να στεγνώσει το λαρύγγι μπρος στα τεράστια βυζιά της Τίνας Σπάθη. Να πάρουμε παρουσίες –Δευτέρα απόγευμα πίσω στη γαλαρία– στην νέα πρεμιέρα του Γκουσγκούνη –ή Γκουζγκούνη; Να διαβώ με δέος στην Αντινέα το κατώφλι και να γευτώ κοκ νέγκρο στου Φοίβου την αυλή στο Περιστέρι.

Βρέθηκα στρωματσάδα, παιδί μικρό και πάλι, νύχτα χωρίς φεγγάρι αλλά μ’ αστέρια κεντημένη, να περιμένω, κρατώντας μ’ αγωνία την ανάσα μου, πότε, κάπου εκεί ψηλά πάνω στο επουράνιο στερέωμα, η μικρή κουκκίδα του Σπούτνικ με τον Γκαγκάριν, θα φανεί καθώς περνάει, για να χαρίσει αλήθεια σ’ ιστορίες γεμάτες πυραύλους, γαλαξίες κι αστροναύτες, που ξεπηδούσαν σε τροχιές απόκοσμες μέχρι ο ύπνος να με πάρει γλυκά αποκαμωμένο απ’ τις φανταστικές πανέμορφες περιγραφές γερμένος στο πλάι του πατέρα μου.

Μαστορικά, σελίδα τη σελίδα, έστησε τις ιστορίες, μα και τις αναμνήσεις, μπροστά στα μάτια μου ο Τατσόπουλος. Λες κι ήμουν κάπου εκεί, σε κάποιο καφέ, καμαρίνι ή σινεμά πάλι και ξαναζούσα μαζί μ’ όλους τους ήρωές του ολοζώντανα ‘κείνα τα χρόνια που περάσανε μέσα από διχόνοιες, φτώχειες, ποδαρόδρομους και γκρίνιες. Χρόνια που φεύγανε κι εγώ αλλού αρμένιζα ανέμελα, σε γειτονιές και χωματόδρομους, σε έρωτες ανείπωτους, εξάωρα και πάρτι.

Το ίδιο γλυκά, μα, με μία πίκρα αδιόρατη κι ένα «όλα θα πάνε κατ΄ευχήν» καρφιτσωμένο στο βλέμμα, γύρισα την τελευταία σελίδα επιστρέφοντας σ’ έναν κόσμο που, όταν τον βλέπεις από τόσο χαμηλά, όπως τον έστησε μπροστά στα μάτια μου ο Πέτρος ο Τατσόπουλος, είναι σαν να τον βλέπεις για πρώτη φορά και μοιάζει η Γη να καθρεφτίζεται όπως στα μάτια κείνου του χωριατόπαιδου, του Γιούρι: «Αηδιαστικά όμορφη».

Έτσι προσγειωμένος βρέθηκα πάνω σε μια σχεδία υφασμάτινη, τρυφερή και φιλική, φιλόξενη και ψαγμένη. Δεν μ’ ενοχλούσαν οι στοίβες –σωστό κάστρο– από τ’ άπειρα βιβλία που βρίσκονταν απλωμένα ένα γύρω –ξέρεις, δα, την εμμονή μου με την τάξη– ούτε οι κλεφτές ματιές της στο γαλάζιο της οθόνης. Τη συγχωρούσες, όλα θα μπορούσες να της τα συγχωρέσεις, γιατί το βλέμμα της έχει μια αλήθεια, μια ειλικρίνεια και μια ευθύτητα, που δεν τη βρίσκεις εύκολα, ιδιαίτερα σ’ εκείνους που επιλέγουν να μιλούν σε πρώτο πρόσωπο.

Λες και γνωριζόμασταν από πάντα. Μου μίλησε για τον εαυτό της και μ’ έκανε να αισθανθώ τη φίλη που θα ήθελα να έχω. Μου ανέφερε για τη μητέρα, τους φίλους, τη δουλειά, τον πατέρα της με μια οικειότητα που μόνο από πολύ δικούς μου έχω ξανασυναντήσει, κι αν. Άσε, εκεί που έπεσε ο Πιτέλα απ’ το σκαμπό, και γέλασα, το ‘χει κι αυτό, χιούμορ· πόσο μ’ αρέσει να μου μιλάει ακομπλεξάριστα ο άλλος, να μην θέλει να είναι δήθεν, ούτε να το παίξει κάποιος κι ας είναι καταξιωμένη επαγγελματικά, ας έχει στις συνεντεύξεις της ένα Σόιμπλε, ας πούμε, όσο μπορεί εσένα που ‘σαι ΣΥΡΙΖΑ βαμμένος να σ’ εξιτάρει. Αν σε νοιάζει δηλώνει «άπατρις – πολιτικά».

Δεν με νοιάζει. Εκείνο που με νοιάζει, που αισθάνομαι, είναι ότι η Ξένια Κουναλάκη φτερούγισε από το ράφι του Ευριπίδη στο Χαλάνδρι –εκεί τυχαία είχα συναντήσει κάποιο Σαββάτο και τον Τατσόπουλο– γνέφοντάς μου «Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες στιγμές», κάθε άλλο παρά έκλαιγε, με κατάκτησε κατά κράτος για τέσσερις ολόκληρες μέρες κι ένα Σαββατοκύριακο αρχές Σεπτέμβρη.

Γυμνή στάθηκε μπροστά στα μάτια μου ακούραστα, βασανιστικά, εξομολογητικά, φιλικά κι εγκάρδια· ριζότο δε φάγαμε, αλλά μιλήσαμε για θέατρο, για βιβλία για κινηματογράφο, για πολλά και διάφορα διόλου αδιάφορα. Θυμήθηκα κι εγώ κάποια δικά μου, μελαγχόλησα· μ’ έπιασε –δεν ξέρω αν το κατάλαβε– ζήλια κάποιες στιγμές που απ’ τον θαυμασμό και την προσήλωσή μου ξέφευγα και να θέλω να κρυφτώ σε μια γωνιά, δίπλα στο πληκτρολόγιο, για να ζήσω από κοντά μια μέρα της στην εφημερίδα. Τι βλάκας… Η κόρη της μπορεί να μ’ έλεγε και νούμερο.

Δεν το πιστεύω, αλλά τελικά, τα καταφέρανε, ξεκόλλησα, κι αυτό μ’ έκανε ελπίδα να γεμίσω κι όλα τα μίζερα, τα γκρινιάρικα, τις μαύρες μου με χρώμα να τα βάψω, με εικόνες έγχρωμες, με αναμνήσεις σινεμασκόπ και σκέψεις να γεμίσω και να μπουκάρω σε φθινοπωρινούς καιρούς με μια αισιοδοξία καλοκαιριάτικη. Να μη με νοιάζει μπάνια και διακοπές που φέτος δεν κατάφερα πολλά να κάνω και παραλίες ξυπόλητος να περπατήσω.

Περπάτησα μ’ απέραντη ευχαρίστηση στου χρόνου το μεταίχμιο, πέρα από της εποχής μας τ’ ανυπόφορα σημεία, ξέφυγα απ’ των ημερών το ασπρόμαυρο και γέμισα τα μάτια μου φως, συναίσθημα και γλύκα και χαμόγελο· αν θες μπορώ να στα δανείσω.

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Γι' αυτό κερδίζει.


Βλέπεις τον Μητσοτάκη, συμφωνείς δε συμφωνείς με τα λεγόμενά του, δεν μπορεί παρά να διακρίνεις –αν είσαι καλοπροαίρετος, βέβαια– μιαν ευγένεια, μια σοβαρότητα, ένα μέτρο και μια ευπρέπεια.

Ξέρεις ότι όλα, μα όλα, αποτελούν μέρος κι αποτελέσματα ενός άριστα καλοδουλεμένου και καλοστημένου επικοινωνιακού μηχανισμού. Ξέρεις ότι απ’ τα λεγόμενά του πολλά είναι δύσκολα έως ανέφικτα, είναι αδύνατα έως εξωπραγματικά, είναι κλισέ μιας καλά οργανωμένης πολιτικής επικοινωνίας κι ενός άριστα επεξεργασμένου σχεδίου, όμως μένεις να παρακολουθείς και να συμμετέχεις σ΄αυτό το επικοινωνιακό παιχνίδι γιατί σε κερδίζει.

Μπορεί να μη σε πείθουν οι πολιτικές του εξαγγελίες ή να θεωρείς περιορισμένες τις ηγετικές του δυνατότητες, δεν μπορείς όμως παρά να παραδεχτείς, πως με την απλότητα, με τη φυσικότητα και το ανεπιτήδευτο του λόγου του, ξεχωρίζει, ξεχωρίζει κραυγαλέα και από τον πολιτικό λόγο που αγοραία περιφέρεται εσχάτως στη δημόσια σφαίρα, αλλά κι απ’ το ύφος όλων εκείνων που ανενδοίαστα και προκλητικά τον εκφέρουν και τον προσωποποιούν όπου βρεθούν κι όπου σταθούν.

Μπορεί να υπερβάλλω, αλλά μέσα στον ορυμαγδό της κρίσης εκείνο που με πληγώνει περισσότερο ως πολίτη και ως άνθρωπο είναι η ασχήμια, η βρωμιά κι η ποταπότητα που ξεχείλισαν απ’ άκρη σ’ άκρη στο πολιτικό μας σύστημα· μια κακογουστιά, μια ύβρις. Είναι η απάθεια, η εμπάθεια και το μίσος που ξεπήδησαν από τα έγκατα των κοινωνικών απωθημένων, απ’ το περιθώριο, και κατέκλυσαν μυαλά, συνειδήσεις και ψυχές. Είναι η επικράτηση, ό,τι χειρότερου, ευτελούς και πρόχειρου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί την κρισιμότερη καμπή, την πιο δύσκολη ώρα για τη χώρα και την κοινωνία.

Ξέρω ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το επιτελείο του το γνωρίζουν. Καταλαβαίνω, ότι αντιλαμβάνονται την ανάγκη μου ως πολίτη και ως ανθρώπου ν’ απαλλαγώ απ’ όλα αυτά, ν’ ακούσω από κάπου μια φωνή λογικής, σύνεσης, κατανόησης. Γνωρίζω ότι ξέρουν πώς να μου τα προσφέρουν, πώς να φτάσουν ως τ’ αυτιά και το μυαλό μου σαν βάλσαμο κι ανακούφιση, πώς να με κάνουν να αισθανθώ ότι, επιτέλους, υπάρχει πολιτική, υπάρχει ορθολογισμός, υπάρχει διέξοδος.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξέρει ότι όλα θα κριθούν από μένα και τους ομοίους μου και γι’ αυτό ο πολιτικός του λόγος δεν ακούγεται στρογγυλεμένος, μάγκικος, γλυκανάλατος, ψεύτικος· μπορεί εμένα να μην με πείθει, αλλά χτυπά στην καρδιά, στο μέσο ‘Ελληνα, στη μεσαία τάξη, στο κέντρο του εκλογικού σώματος, εκεί που άλλοι ακόμα ψάχνονται, γι’ αυτό η εικόνα του αυτή κερδίζει τις εντυπώσεις.

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Η γλυκιά εκδίκηση του Ανδρέα.


Παιδιά, αγέννητοι οι περισσότεροι ή μωρά με την πιπίλα στο στόμα αναφέρονται στον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, λοιδωρούν, χλευάζουν, βρίζουν. Δεν έχουν άδικο· έτσι κάπου άκουσαν, έτσι κάποιοι τους είπαν, έτσι κάτι διάβασαν.

Εξάλλου, όταν ο ένας μετά τον άλλο οι επίγονοι κι οι συμπρωταγωνιστές αποχωρούν, αποστασιοποιούνται, αλληλοκατηγορούνται ή απλώς διαγκωνίζονται για μια θέση εξουσίας, είναι λογικό καθένας που δεν έζησε, δεν ξέρει ή δεν θέλει να ξέρει, να υποστηρίζει, να νομίζει και να πλάθει το δικό του σενάριο για τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Το γεγονός και μόνο, ότι κάθε χρόνο, κι ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, τέτοια μέρα –αλλά κι ευκαιρίας δοθείσης– σχετικοί κι άσχετοι σπεύδουν να καταθέσουν την όποια καλή ή κακή άποψή τους γι’ αυτόν τον πολιτικό, που με την προσωπικότητα και τη δράση του άφησε ανεξίτηλο κι ευδιάκριτο το στίγμα του στην Ιστορία της χώρας, σημαίνει ότι κάθε άλλο παρά τυχαίος και συνηθισμένος πολιτικός ήταν.

Ο Ανδρέας ήταν χαρισματικός. Εκεί και βάζω τελεία, έτσι τον αισθάνθηκα ως πολίτης. Δεν υπάρχουν ούτε κοινά σημεία, ούτε μέτρο σύγκρισης για οποιονδήποτε μεταγενέστερο ή σύγχρονό μας πολιτικό. Το τι λέγεται και γράφεται δεξιά κι αριστερά δεν αφορά τον Ανδρέα Παπανδρέου και την ιστορική του διαδρομή.

Εμένα κι εσένα μπορεί ν’ αφορά και μερικούς άλλους ακόμα που, έχοντας ζωντανές μνήμες από εκείνη την εποχή, θέλουν να μας «τσουβαλιάσουν» στο ανιστόρητο παραμύθι που περιφέρουν και συντηρούν, στο παραμύθι τους, στην δική τους προσπάθεια να εξασφαλίζουν με τον ευκολότερο τρόπο δύσκολες ψήφους.

Πατριωτισμό κι αριστεροσύνη διαλαλούν στην πραμάτια τους για να «τσιμπήσουν» και ν’ ακολουθήσουν τα σιτεμένα κι αδέσποτα «παιδιά» της Αλλαγής. Ρίχνουν «Αντρέα» στην αρένα, γιατί δεν έχουν τι να πουν, τι να οραματιστούν και τι να προτείνουν· όλα τα έχουν κάνει ίσωμα και τέλμα. Περιμένουν με παρομοιώσεις και παραλληλισμούς να συνεγείρουν τα πλήθη, ενώ, στο μεταξύ, έχουν ευνουχίσει τις ελπίδες τους, έχουν ξεφτιλίσει τα όνειρά τους, έχουν εξορίσει τις προσδοκίες τους.

Όμως η Ελλάδα του 2017, η Ευρώπη κι ο κόσμος του σήμερα, είναι τόσο ελκυστικά πεδία οραματισμού, σχεδιασμού, δράσης. Στο ευμετάβλητο κι αποσταθεροποιημένο παγκόσμιο περιβάλλον, οι κοινωνίες κι οι λαοί ασφυκτιούν για νέες ιδέες, νέα οράματα, νέες προσδοκίες κι επιλογές.

Λέμε και ξεναλέμε όλοι σε κάθε ευκαιρία: «Σήμερα ηγέτες δεν υπάρχουν» και, ναι, έχουμε δίκιο. Μέσα σ’ αυτές τις ασφυκτικές για τους πολλούς συνθήκες της πιο άγριας επέλασης του παγκόσμιου καπιταλιστικού κατεστημένου, των οικονομικών συμφερόντων και των πανίσχυρων κέντρων αποφάσεων, προσωπικότητες με κύρος, με γνώση και πυγμή, πολιτικοί με διορατικότητα, έμπνευση και τόλμη λείπουν.

Ο πολιτικός, ο ηγέτης Ανδρέας Παπανδρέου λείπει. Καμιά καρικατούρα ή αυτόκλητος αντικαταστάτης του δεν είναι σε θέση, όχι να τον μιμηθεί ή να τον υποκαταστήσει, αλλά να αντιληφθεί το μέγεθος της ευθύνης, του χρέους και των προκλήσεων που πρέπει ν’ αντιμετωπίσει και ν’ αναμετρηθεί μαζί τους.

Κανείς από τους σημερινούς διαχειριστές της εξουσίας στον τόπο μας δεν μπορεί να σχεδιάσει λίγο πιο πέρα απ’ τη ΔΕΘ (!), λίγο πιο πέρα απ’ τις επόμενες εκλογές. Μέχρι εκεί φτάνει το μπόι τους, μέχρι εκεί φτάνει η δυναμική τους, η λογική τους. Γι’ αυτό στέκονται εικονικά δίπλα στον Ανδρέα, για να κλέψουν κάτι απ’ τη λάμψη του, ν’ αρπάξουν κάτι απ’ το πνεύμα του, να παραστήσουν πως συμμερίζονται τις ιδέες του, να υποκριθούν πως μπορούν να σταθούν πολιτικά.

Το μόνο που πετυχαίνουν είναι να χαθούν κάτω απ’ τη σκιά του, αλλά, ταυτόχρονα –και δεν χαίρομαι γι’ αυτό– ν’ αναπαράγουν για άλλη μια φορά τη μιζέρια τους, να διαλαλήσουν ακόμα μια φορά τη φτώχεια των ιδεών τους, ν’ αποκαλύψουν ακόμα μια φορά την ιδιοτέλεια και τον καιροσκοπισμό τους.

Για τον Ανδρέα Παπανδρέου είναι εύκολο να μιλά όπως θέλει ο οποιοσδήποτε, μπορεί να γράφει ο καθένας ό,τι θέλει, να υποστηρίζει ό,τι νομίζει, γιατί απλώς ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Ανδρέας του λαού και του καθενός, ίσως, δεν έχει ανάγκη από αγιογραφίες και λιβανίσματα, δεν χρειάζεται βιογράφους κι υμνητές· συνομιλεί με όλους όσους τον ακολούθησαν, τον θαύμασαν, τον λάτρεψαν, κατανοεί εκείνους που τον πολέμησαν, τον αδίκησαν, τον συκοφάντησαν, αλλά κι εκδικείται γλυκά εκείνους που, όψιμα, ανεβαίνουν στο σκαμνί για να τον φτάσουν.


Photo: News 24/7

Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017

"Κανονικοί άνθρωποι".


Υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω από κανονικούς ανθρώπους. Κάποιους τους γνωρίζω προσωπικά, άλλους όχι, έχουμε βρεθεί στα «μέσα». Οι άνθρωποι αυτοί, από το δημόσιο λόγο που εκφέρουν, από τις απόψεις που εκφράζουν, από το ύφος και το στυλ, από τον τρόπο, τέλος πάντων, που δείχνουν να συμμετέχουν στο πολιτικο-κοινωνικό γίγνεσθαι, έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον μου, έχουν κερδίσει την εκτίμησή μου, τους ξεχωρίζω και μ’ αρέσουν.

Δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να εκφραστεί και να εκληφθεί η «κανονικότητα» στις μέρες της πλήρους απαξίωσης των πάντων κι ιδιαίτερα των κομμάτων και της πολιτικής, θεωρώ, όμως, ότι θα συμφωνήσουμε αν δεχτούμε, ότι οι «κανονικοί» αυτοί άνθρωποι τοποθετούνται σ’ αυτή την κατηγορία, γιατί με σταθερότητα και σαφήνεια, με νηφαλιότητα και ήθος, με τεκμηρίωση και ψυχραιμία, υπηρετούν και εκφράζουν τις αρχές και τις αξίες που υποστηρίζουν.

Ποιες αρχές και ποιες αξίες; Θα μου πεις. Αντιστέκονται στον πολιτικό «χυλό» και στον επικοινωνιακό ειρμό, θα σου απαντήσω. Ναι, έχουν γνώση και γνώμη κι εκφράζονται με γλώσσα λιτή, κατανοητή αποφεύγοντας ακρότητες και συκοφαντίες, ξεχωρίζουν σαν «τη μύγα μέσ' στο γάλα» από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, από τις κραυγές, τις εξυπνάδες και τα ευφυολόγήματα του τάλιρου –κι αν– που έχουν κυριαρχήσει και γελοιοποιούν το δημόσιο λόγο και χώρο.

Αυτοί οι «κανονικοί άνθρωποι», έχουν άποψη για τους λόγους που βρισκόμαστε στη σημερινή περιδίνηση ως χώρα και ως κοινωνία, δεν έχουν υποκύψει σε εύκολες εκδοχές συνωμοσίας ή σε επιπόλαιες υποδείξεις υπευθύνων και, ευκαιρίας δοθείσης, έχουν διατυπώσει σαφείς προτάσεις για την υπέρβασή της μακριά από λαϊκισμούς κι εύκολες λύσεις.

Το σπουδαιότερο, όμως, ενώ διαθέτουν κι εκπέμπουν ευδιάκριτο πολιτικό στίγμα –έστω κι αν έχουν διαφορετικές αφετηρίες και διαδρομές– μένουν μακριά από ιδεοληψίες κι ιδεολογικές προκαταλήψεις και δεν έχουν αναστολές ή επιφυλάξεις ως προς την προστασία και διαφύλαξη θεμελιωδών συνταγματικών αρχών και κανόνων, δηλαδή, πίστη στο δημοκρατικό πολίτευμα, τη λαϊκή κυριαρχία, τις ατομικές και κοινωνικές ελευθερίες, τη δίκαιη κι ανεμπόδιστη ατομική και κοινωνική ανάπτυξη με σεβασμό στο δημόσιο συμφέρον και την προστασία των κοινωνικά ασθενέστερων.

Αυτοί οι «κανονικοί άνθρωποι», πολλοί από τους οποίους ασχολούνται ενεργά με την πολιτική, επιμένουν με κάθε ευκαιρία στην ανάγκη της μεγαλύτερης δυνατής συνεννόησης και συνεργασίας των πολιτικών δυνάμεων ενόψει των κρίσιμων αλλαγών που έχει ανάγκη η χώρα και δεν φείδονται πολιτικού κόστους, ούτε «μασούν τα λόγια τους» αναφερόμενοι στις δυσκολίες και τις υπερβάσεις που είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν.

Χαίρομαι να επικοινωνώ και ν' ανταλλάσσω απόψεις μαζί τους· ο προβληματισμός τους είναι γόνιμος, η κριτική τους βάσιμη, η διάθεσή τους θετική. Σ' αυτή τη συγκυρία και την καμπή τους αντιλαμβάνομαι σαν φανοστάτες της ασφαλέστερης οδού προς το μέλλον, της διεξόδου που πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί ανοιχτή.

Ταυτόχρονα, νοιώθω να τους βαραίνει ένα χρέος –όσο βαριά κι αν ακούγεται η λέξη– να μη λυγίσουν, να κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα παντού, όπου κι αν βρίσκονται, με την καθαρότητα του λόγου τους, με το ήθος, με την αξιοπρέπειά τους· να συμβάλουν με το παράδειγμά τους ώστε να περάσουν στο αύριο όσα αποτελούν τη συνέχεια, το νήμα της Ιστορίας, την κοινή μοίρα, την επιμονή, τη δύναμη και την απαντοχή στις δυσκολίες.

Έχουμε ανάγκη ως κοινωνία, ως λαός, το αντίδοτο, το ευεργετικό μπόλι, της νηφαλιότητας, της σωφροσύνης, της λογικής και του καλού λόγου, απέναντι στη χυδαιότητα και τον λαϊκισμό, που καθημερινά ξεδιάντροπα και ξετσίπωτα επελαύνουν αδιακρίτως δηλητηριάζοντας με μίσος, αλαζονεία και ψεύδη τον κοινωνικό ιστό. Έχουμε ανάγκη τις φωνές των «κανονικών ανθρώπων», γι’ αυτό πρέπει ν’ αντέξουν, παρά τα εμπόδια, τις δυσκολίες και τη σύγχυση· οι «κανονικοί άνθρωποι» πρέπει να σταθούν όρθιοι.

Το μέλλον βρίσκεται πέρα και πίσω απ’ τον κουρνιαχτό και τ’ αναχώματα της μισαλλοδοξίας και της μιζέριας, πέρα και πίσω απ’ τις κραυγές της αλλοφροσύνης και του διχασμού, πέρα και πίσω απ’ τον κακό μας εαυτό, πέρα απ' το σήμερα.

Εκεί βρίσκεται η «κανονική» ζωή, εκεί πρέπει να μας οδηγούν –αδιαφορώντας για το όποιο κόστος  οι «κανονικοί άνθρωποι».

Κυριακή 13 Αυγούστου 2017

Δυο μικρές φράσεις, μια μεγάλη αλήθεια.


Απέπνεε έναν ενθουσιασμό που μ’ άρεσε το «Τρεις Ολυμπιάδες + ένας Αύγουστος»· γενικά, όπου συναντήσω κείμενο με την υπογραφή της Λίνας Παπαδάκη το διαβάζω.

Μέσα στις προτροπές και τις μικρές διαδοχικές αλήθειες του παραπάνω κειμένου, λοιπόν, βρισκόταν κι η πιο μεγάλη –κατά τη γνώμη μου– αλήθεια, αλλά κι η απάντηση-εμπόδιο ταυτόχρονα. Αναρωτιέται, ανάμεσα στα άλλα, η συγγραφέας: «Ποια άλλη από τις ηλικίες που προηγήθηκαν και που ακόμα ορίζουν τις τύχες της πολιτικής ζωής, των επιχειρήσεων, της Τέχνης, της επιστήμης  έχει τη μόρφωσή μας, την εξωστρέφειά μας, τη γνώση της τεχνολογικής γλώσσας της εποχής μας, την απελευθέρωση από τις συντηρητικές αγκυλώσεις, την ανοιχτή ματιά μας;»

«Καμιά» μπορώ ν’ απαντήσω μ’ αυθορμητισμό και άνεση.

Αρκεί, άραγε, αυτό αναρωτιέμαι με τη σειρά μου, τη στιγμή που «ακόμα ορίζουν τις τύχες της πολιτικής ζωής, των επιχειρήσεων, της τέχνης, της επιστήμης» οι ηλικίες –κι οι γενιές– που προηγήθηκαν; Τι πιθανότητες έχει –συνεχίζω το συλλογισμό μου– η γνώση, το ταλέντο, η τεχνολογία ή η ανοιχτή ματιά από μόνα τους ν’ αντιπαλέψουν, δίχως πολιτικά εργαλεία κι εκπροσώπηση, κατεστημένα κι αγκυλώσεις δεκαετιών ή μιας ολόκληρης ζωής;

«Καμιά» μπορώ και πάλι ν’ απαντήσω με τον ίδιο αυθορμητισμό και την ίδια άνεση.

Δεν είναι μόνο μιας ηλικίας ή μιας γενιάς η ευθύνη για το σήμερα, ούτε μόνο μιας ηλικίας ή μιας γενιάς υπόθεση το αύριο. Το παρόν και το μέλλον αποτελούν τους κρίκους της ίδιας διαχρονικής αλυσσίδας με το παρελθόν κι αναφέρονται στην ίδια κοινωνία, σε μια κοινωνία ανισοτήτων, ανταγωνιστική, εσωστρεφή και παραδοσιακή· την ελληνική.

Θα ήταν συναρπαστικό, αν σ’ αυτή την ιστορική καμπή, αυτή η κοινωνία κατόρθωνε να διακρίνει και να επιλέξει να την εξουσιάσουν και να την κατευθύνουν πολιτικές δυνάμεις που θα πλαισιωνόταν κατά κύριο λόγο από εκπροσώπους νεώτερων ηλικιών, γενιών, από νέους πολιτικούς, από ανθρώπους με πολιτικές ανησυχίες, ιδέες κι οράματα για το παρόν και το μέλλον. Δυστυχώς, και για την κοινωνία και για τον καθένα από εμάς, τα μέλη της, η πλειοψηφία επέλεξε κατά τα πατροπαράδοτα– κομματικά σχήματα από τα παραδοσιακά για τη διακυβέρνησή της κι αυτά με τη σειρά τους κινήθηκαν όσο πιο παραδοσιακά μπορούσαν στις επιλογές και τις αποφάσεις τους.

Έτσι, ό,τι ενδιαφέρον και νεωτεριστικό ακούστηκε μετά το ξέσπασμα της κρίσης, ό,τι πιο ενδιαφέρον κι αυτονόητο ως προς τα πολιτικά ήθη και πράγματα, προσπεράστηκε γρήγορα κάτω από τα ποδοβολητά αγανακτισμένων ή διαμαρτυρόμενων, ξεχάστηκε πίσω από μυριάδες υποσχέσεις, θεωρίες, συνωμοσίες, λάθη και ψέματα. Δεν κατόρθωσε από μόνο του το πολιτικά «νέο» ν’ αντιπαλέψει όλα αυτά που το «ψημένο» και δοκιμασμένο σε σκληρές κομματικές αντιπαραθέσεις και πολιτικές σκοπιμότητες σύστημα μπορούσε να υπηρετήσει και να εξυπηρετήσει.

Ζούμε μιαν πραγματικότητα κι αυτή δεν μπορεί ν’ αλλάξει ούτε αυτόματα, ούτε μ’ ευχές, ούτε –πολύ περισσότερο– με παραινέσεις. Οι παραινέσεις κι η έξαψη του θυμικού, η κινητοποίηση, τελικά, της κοινωνίας, των ομάδων, των ατόμων –ιδιαίτερα σε συνθήκες απογοήτευσης κι αποστασιοποίησης– δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με μεμονωμένες ενέργειες κι ηρωικές προσπάθειες. Αυτές είναι καταδικασμένες να πεθάνουν και δεν πα’ να το προσπαθούν κάθε μια για λογαριασμό της όλες οι ηλικίες από σαράντα και κάτω.

Σήμερα χρειάζεται, ίσως όσο ποτέ –μεγάλη κουβέντα, αλλά όπως πάνε τα πράγματα, ταιριάζει γάντι–, συμμαχία όλων των γενιών κι όλων των ηλικιών που πιστεύουν στη δημοκρατία, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ισονομία. Όχι χωρίς ιδεολογικό προσανατολισμό κι αναφορά, όχι «χύμα στο κύμα» και για το «γιούργια για τις καρέκλες», όχι μ’ ανιστόρητες συρραφές και ανίερες συμμαχίες, όχι για την κατάληψη της εξουσίας, αλλά για τη διακυβέρνηση του τόπου.

Αν κατορθώσουν να συναντηθούν και να συνεννοηθούν οι πολιτικές δυνάμεις που σήμερα αναζητούν μιαν ανάσα κι ένα πολιτικό στίγμα πέραν της Νέας Δημοκρατίας κι έξω απ’ το ΣΥΡΙΖΑ, αν κατορθώσουν οι νέοι τους οποίους καλεί η Λίνα Παπαδάκη να δώσουν ένα ηχηρό παρόν και να αναζωογονήσουν μ’ αποφασιστικότητα, ζωντάνια και αυτοπεποίθηση το γερασμένο και ταλαιπωρημένο κουφάρι της πολιτικής, αν τροφοδοτήσουν μ’ ενέργεια και μπολιάσουν μ’ ειλικρίνεια τον διάλογο που εξελίσσεται σ’ αυτό το χώρο, όλα είναι δυνατόν ν’ αλλάξουν.

Βαριά ευθύνη και δύσκολη, αλλά είναι η ώρα αυτή η γενιά –γιατί όχι;– που ζούσε με τη βεβαιότητα και την ασφάλεια, ότι το αύριο θα είναι καλύτερο, να δώσει όλες τις δυνάμεις, μαζί μ’ εκείνους που το μπορούν και το θέλουν, να γεμίσουν και πάλι πίστη για την πολιτική οι δεκαοχτάρηδες, να χαραχθεί ένα χαμόγελο ελπίδας στους πρόωρα γερασμένους φτωχούς, ν’ ανοίξει μια διέξοδος επιστροφής για εκείνους που έχουν εξαφανιστεί απ’ τον ορίζοντα.

Τότε η γενιά της, και… «αι γενεαί πάσαι», αλλά κι όσοι μετεωρίζονται σήμερα πάνω από το τεράστιο πολιτικό κενό, πάνω από την κατάμαυρη πολιτική τρύπα, θα γίνουν ένα για να υπερβούν τα σημερινά εμπόδια, θα διακρίνουν ξεκάθαρα τις προκλήσεις και τις ανάγκες των καιρών, θα έχουν κάποιο λόγο για να μονιάσουν, θα θελήσουν να υπερβούν αντιθέσεις και διχόνοιες, ν’ αποδεχτούν τη διαφορετικότητα και τις διαφωνίες, θα τολμήσουν να ενώσουν τις εμπειρίες και τις γνώσεις, τις ιδέες και τις αξίες, το κοινό μέλλον κι όραμα και να κλείσουν μια και καλή τους λογαριασμούς με το παρελθόν –όχι στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας–, αλλά στην κοινή πεποίθηση για ένα καλύτερο αύριο για όλους, για την κοινωνία στο σύνολό της, δίχως διακρίσεις κι αποκλεισμούς.

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Συμβόλαιο του "θανατά".


Όχι, ούτε εξέταση ούρων, ούτε εκταφή του συχωρεμένου για εξέταση DNA δεν ζητήθηκαν προκειμένου να πουλήσει το παιδί ένα διαμέρισμα 22 τετραγωνικά που κληρονόμησε.

Κατά τα λοιπά, πάνε τώρα κοντά τρεις μήνες που έχει βρεθεί αγοραστής –μετά από πολύμηνες προσπάθειες– κι έκτοτε ακόμα τρέχουμε από υπηρεσία σε υπηρεσία μη γνωρίζοντας με ακρίβεια ακόμα πότε θα κλείσει αυτός ο απίστευτος κύκλος συλλογής των απαιτούμενων δικαιολογητικών.

Το απίστευτο είναι, ότι –υπό τις παρούσες συνθήκες– τη μεγαλύτερη καθυστέρηση προκαλεί η υποβολή δικαιολογητικών που θεσπίστηκε μεσούσης της οικονομικής κρίσης, μόλις το 2013 και το 2014 και πρόκειται για τη βεβαίωση του μηχανικού περί πολεοδομικής νομιμότητας και το πιστοποιητικό του ΕΝΦΙΑ.

Δηλαδή οι φωστήρες που νομοθετούν, αλλά και τα σαΐνια των υπουργείων και των συντεχνιών που τα εισηγούνται, αντί να απλουστεύουν και να διευκολύνουν τους πολίτες, ιδιαίτερα αυτή την εποχή που και το χρήμα είναι δυσεύρετο κι οι οικοδομές έχουν πατώσει, υποχρεώνουν τους πολίτες να εμπλακούν με τη φυσική παρουσία τους και να έχουν συναλλαγή με τις κατ’ εξοχήν κι αποδεδειγμένα και διαχρονικά γραφειοκρατούμενες και πλέον χρονοβόρες υπηρεσίες του ελληνικού δημοσίου, την πολεοδομία και την εφορία.

Εν προκειμένω, επειδή το ακίνητο είναι προ του 1960 –τόσο καινούργιο– θα πρέπει να βρεθεί η οικοδομική άδεια από το αρχείο της πολεοδομίας του Δήμου της Αθήνας (Συγγρού), όπου πας εκεί και αφού βγάλεις κάτι φωτοτυπίες παραδίπλα και πηγαινοέρθεις μερικές φορές από γραφείο σε γραφείο –δύο με τρία βήματα απόσταση το ένα από τ’ άλλο– και σε εξυπηρετήσουν τρεις διαφορετικοί υπάλληλοι –ο ένας δίπλα στον άλλο, όχι ο ένας που έχει τη σφραγίδα του πρωτοκόλλου είναι απέναντι(!)– παίρνεις ένα χαρτάκι που σου ορίζει ραντεβού για να τα παραλάβεις μετά από 30 με 40 μέρες.

Και περιμέναμε να περάσει ο Ιούνιος, να μπει ο Ιούλιος, να ‘ρθει κι η ευλογημένη μέρα που θα παίρναμε επιτέλους τα αντίγραφα της άδειας να δούμε αν ο μπαγαπόντης ο μηχανικός εκείνης της εποχής είχε κάνει τίποτε «αμαρτίες» στο υπόγειο, που θα έπρεπε να τις πληρώσουμε εμείς μισό και βάλε αιώνα μετά στο δημόσιο μ’ ένα χιλιαρικάκι μαζί με την αμοιβή του μηχανικού.

Και φτάνει η ευλογημένη –που λέγαμε– μέρα του Ιούλη και ‘κει που φρεσκοξυρισμένος κι ευδιάθετος ετοιμάζεσαι πρωί – πρωί για το ραντεβού, χτυπάει το τηλέφωνο και το ραντεβού ματαιώνεται. Ναι, ματαιώνεται, γιατί τελείωσε –λέει– το μελάνι του εκτυπωτή κι οι αρμόδιοι θέλησαν –να ‘ναι καλά οι άνθρωποι– να μας ενημερώσουν να μην τρέχουμε στο κέντρο, γιατί είχε κείνες τις μέρες και αφόρητο καύσωνα.

«Πότε;» –ψελλίζεις αποσβολωμένος– «άγνωστο», η απάντηση· τα μελάνια του εκτυπωτή των μικροφίλμς είναι εισαγωγής και δεν είχαν ιδέα πότε ο σχετικός διαγωνισμός των αρμόδων υπηρεσιών του Δήμου της Αθήνας θα ολοκληρωθεί ώστε να παραληφθούν. Ακόμα αγνοείται η τύχη τους.

Και σκέφτεσαι: Δεν πάω να βγάλω κανένα άλλο χαρτί μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Κι εκεί είναι που μπλέκεις με την εφορία. Οι ουρές, για τρέλα κι οι υπάλληλοι με το φανάρι. Εκνευρισμός μουρμούρα, αλλά το αφόρητο είναι –όταν μετά από δυο-τρεις ώρες έρθει η σειρά σου– το πήγαιν’ – έλα. Οι άνθρωποι δεν παίζονται, σου λένε το «πηγαίνετε να πάρετε πρωτόκολλο» με τόση φυσικότητα κι ας απέχει το τμήμα κληρονομιών απ’ το πρωτόκολλο τρεις ορόφους! Ναι, κι όλα στο χέρι. Ναι, εκεί όλα γίνονται χειρόγραφα για να ‘χουν και κύρος, αλλά –υποθέτω– και κάποια συλλεκτική αξία αύριο – μεθαύριο, όταν το ακίνητο αυτό περάσει σε κάποια άλλα χέρια.

Νομίζεις ότι ξεμπερδεύεις αμέσως; Καλά, δες αν έρχομαι! Μετά από δέκα με δεκαπέντε μέρες σου κλείνουν ραντεβού για να παραλάβεις τις βεβαιώσεις περί μη οφειλής ΕΝΦΙΑ κι ας είχε ο μακαρίτης –Θεός συχωρέσ' τον και πάλι– τακτοποιήσει όλες του τις υποθέσεις με την εφορία κι ας έχουν οι κληρονόμοι τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα για το Ε9 τους, τις δηλώσεις και τα συμπαραμαρτούντα, πρέπει να δηλώσουν, ότι για το ακίνητο δεν χρωστάνε τον ΕΝΦΙΑ του ’12, του ’13 κ.ο.κ., δηλαδή για τα χρόνια που το ακίνητο δεν ήταν κάν στην κυριότητά τους.

Αν, έτσι για να πεις και συ κάτι, διαμαρτυρηθείς για την καθυστέρηση, σου ανοίγουν με τόση ετοιμότητα μια ντουλάπα ξέχειλη από χαρτομάνι, ώστε ν’ αντιληφθείς ιδίοις όμμασι πόσοι πριν από σένα έχουν περάσει την ίδια δοκιμασία κι ακόμα περιμένουν, και να σκύψεις τα μάτια ντροπιασμένος.

Κάποια στιγμή το συμβόλαιο θα γίνει, απορώ όμως αν έχουμε σωτηρία, αν υπάρχει δρόμος και διέξοδος για εμάς, για τα παιδιά μας. Δεν είναι ρητορικά τα ερωτήματα, ούτε έχω πικαριστεί εξαιτίας της προσωπικής μου υπόθεσης και ταλαιπωρίας. Τέτοιες κι ανάλογες υποθέσεις και ταλαιπωρίες –ίσως και πολύ πιο σημαντικές και κρίσιμες– για τους ανθρώπους είναι καθημερινές, ως πού αντέχει να πάει αυτό όμως; Ως πού μπορούμε κι εμείς να τ’ αντέχουμε και να τ’ ανεχόμαστε;

Δεν είναι που θεσπίζονται στο γόνατο υποχρεώσεις, δεν είναι που λείπει προσωπικό, δεν είναι που δεν δουλεύουν με ένταση σε κάποια τέτοια πόστα οι υπάλληλοι, είναι που ο κρατικός μηχανισμός κι αυτοί που έχουν την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του περί άλλων τυρβάζουν, αδιαφορούν για τον πολίτη και την καθημερινότητά του, αδιαφορούν για την ανοργανωσιά, τις ελλείψεις, τη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών.

Αυτή η κατάσταση καλλιεργεί κι εντείνει τη διάχυτη απαισιοδοξία, αυτός είναι ο πιο σημαντικός λόγος που δεν διαφαίνεται διέξοδος απ’ την κρίση και το σημερινό αδιέξοδο. Αυτή η κατάσταση θα πρέπει να κάνουμε ό,τι περνά απ' το χέρι μας για ν' αλλάξει· το συντομότερο.

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2017

Δεν τρέχει κάστανο.


Πόσα μέτωπα ανοιχτά; Πόσες αντιπαραθέσεις σοβούν; Δεν προλαβαίνουμε να κλείσουμε τη μια πληγή και τσουπ ξεπετάγεται η επόμενη. Από πού ν’ αρχίσεις; Τη μια ο Ντάνος, την άλλη ο Νιόνιος, την τρίτη ο Ρουβάς, μετά ο Παϊσιος, χτες ο Βαρουφάκης, προχτές ο Καρανίκας, αντίπροχθες ο Τσακνής. Να πάω και πιο πίσω; Δεν το αντέχω! Ζωή μέσα στην ένταση, την κόντρα και το ξεκατίνιασμα. Είναι ζωή αυτή;

Όχι, κάθε άλλο, αυτό δεν είναι ζωή, είναι θάνατος αργός, μια καθημερινή παρατεταμένη παραίτηση από τα ουσιώδη και τα σημαντικά, απ’ τα σπουδαία και τα κρίσιμα. Ναι, ποιον δεν έχει απογοητεύσει η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ; Ποιον μπορεί ν’ αφήνουν αδιάφορο κι απαθή οι καθημερινές αστοχίες, παλινωδίες, αυταρχισμοί; Κανέναν, νομίζω, κι όμως, έχουμε αφεθεί στην εύκολη κι ευκαιριακή εκτόνωση του διαδικτύου, στη χαλαρή ενατένιση της οθόνης, παρατηρώντας με αξιοθαύμαστη –ομολογουμένως– στωικότητα τη ζωή να δυσκολεύει, να στενεύει, να γεμίζει ήττες κι ερωτηματικά κι εμείς να σουρμαλιώμαστε πότε για το ένα ριάλιτι και πότε για το άλλο twit, αποχαυνωμένοι και παραιτημένοι απ’ όλα τ’ άλλα.

Ανάπτυξη ακούμε και τσιμουδιά δεν ακούγεται για το «πώς». Στη Δυτική Μακεδονία έπρεπε να φτάσει η χάρη μας για ν’ αρχίσουμε να σχεδιάζουμε –λέμε τώρα– εν έτι 2017 αυτό για το οποίο όλες οι πολιτικές και παραγωγικές δυνάμεις της χώρας έπρεπε να έχουν κάνει υπόθεσή τους κι ευαγγέλιο από το 2010 –για να μην πούμε και πάλι για το πιο πριν. Από το πόντιουμ, πότε εδώ και πότε ‘κει, δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο απ’ τη λέξη «ανάπτυξη». Η πιο γλυκιά καραμέλα, η πιο πικρή απόφαση.

Προτιμάμε όλα αυτά τα χρόνια να μοιράζουμε την πίκρα με την κουτάλα της σούπας αδιακρίτως σ’ όλη την κοινωνία για να μην «χαλάσουμε τη σούπα» στις πανίσχυρες και πασίγνωστες συντεχνίες και ομάδες συμφερόντων που δυναστεύουν κι απομυζούν τον τόπο, να μην αγγίξουμε τις στρεβλώσεις και τις κραυγαλέες αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού στη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, τις κοινωνικές υπηρεσίες κ.λπ., να μην θίξουμε τις προφανείς και πανθομολογούμενες παθογένειες του πολιτικού συστήματος.

Βολεύει αυτός ο αποπροσανατολισμός κι αυτή η παραίτηση των πολιτών, αφενός εκτονώνει ανώδυνα μια κατάσταση που κάτω από άλλες συνθήκες θα μπορούσε να γίνει και εκρηκτική κι αφετέρου διευκολύνει να δημιουργούνται ευκαιριακές πλειοψηφίες για την κατοχή και τη νομή της εξουσίας· όσο πιο πολλοί απέχουν τόσο πιο εύκολα οι κομματικοί μηχανισμοί ελέγχουν και κατευθύνουν τις πολιτικές εξελίξεις, τόσο πιο εύκολα χειραγωγείται η κοινή γνώμη κι ακούγονται οι φωνές που το σύστημα ενημέρωσης προκρίνει κι επιθυμεί.

Ωραία τα γράφεις, αλλά, τι να κάνουμε;

Τι να κάνουμε; Ν’ αλλάξουμε!

Ναι, ρε φίλοι και σύντροφοι, ν’ αλλάξουμε εμείς πρώτοι· τρόπο ζωής, συνήθειες, νοοτροπία. Γιατί, ντε και καλά, να είναι όλα «θέμα παιδείας». Τι μου λες; Θα περιμένουμε εκατό χρόνια για να γίνει το θαύμα; Εμείς δεν πήγαμε, δηλαδή, σχολείο ή στο σχολείο που πήγαμε δεν μάθαμε πέντε γράμματα; Μόνο να πετάμε τα χαρτιά και τα τσιγάρα όπου βρούμε, μόνο να βρίζουμε και να ασχημονούμε πίσω απ’ το τιμόνι ή «όπου μας παίρνει», μας μάθαιναν; Τι να σου κάνει κι η εκπαίδευση άμα έχεις ένα διαρκές ράβε – ξήλωνε πάνω στο εκπαιδευτικό σύστημα των τελευταίων δύο αιώνων ή άμα αλλάζεις κάθε χρόνο τα σχολικά βιβλία για πλάκα;

Προφάσεις εν αμαρτίαις. Εμείς δεν θέλουμε ν’ αλλάξει τίποτα. Κι αφού δεν θέλουμε εμείς γιατί να θέλουν αυτοί που αύριο θα ζητάνε την ψήφο μας; Ποιοι, δηλαδή, γράφουν (κι έγραφαν) τροπολογίες εν τω μέσω της νυκτός ή επινοούν (κι επινοούσαν) μεταμεσονύκτιες ρυθμίσεις με χίλια δυο ρουσφέτια και διευκολύνσεις; Οι προτείνοντες υπουργοί ή βουλευτές, μόνο; Ναι, το πιστέψαμε! Εμείς είμαστε από πίσω, κάποιο «δικό μας» χέρι διατύπωσε το «αίτημα», που πάντα είναι (και ήταν) «δίκαιο», «χρόνιο» ή «ώριμο» –εκεί θα κολλήσουμε–, και το έφτασε μέχρι τη Βουλή και το ΦΕΚ. Κατ’ εμέ το θέμα των συμβασιούχων, είναι η μεγαλύτερη κοροϊδία κι ο πλήρης ευτελισμός των πολιτικών θεσμών της χώρας. Έτσι δεν βγαίνουν τα κάστανα απ’ τη φωτιά, ούτε εμείς απ’ το τούνελ.

Πριν φτάσουμε, λοιπόν, αύριο – μεθαύριο να βρίζουμε και τον Μητσοτάκη ή τον όποιον Μητσοτάκη, ας ξανασκεφτούμε τη δική μας στάση και συμπεριφορά απέναντι στη ζωή και τα πράγματα. Εκ του ασφαλούς κι εκ του προχείρου οι λύσεις βρίσκονται με το καντάρι, τα πράγματα είναι δύσκολα, όμως, και με τ’ αστεία και τα ψέματα οι λύσεις δεν βρίσκονται, αλλά φεύγουν και μαζί τους οι ευκαιρίες, τα παιδιά μας κι η ζωή μας.

Καλή η εκτόνωση κι ο χαβαλές, χαλαρωτικές οι ατάκες και τα τιτιβίσματα, βγάζουν γέλιο πολλές φορές, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν βγάζουν ψωμί κι εμείς έχουμε πολύ ψωμί μπροστά μας, πολύ ψωμί –για να μην φτάσουμε να πούμε «το ψωμί ψωμάκι», που λέει κι η μάνα μου, καλή της ώρα.

Photo: IMPAKTER

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Στης αριστεράς το κέντρο.


Είμαστε αποπροσανατολισμένοι, αυτό είναι το δικό μου συμπέρασμα. Οι αναγκαίες επιλογές κάνουν πλέον –περισσότερο από ποτέ– «νιάου-νιάου» κι η αντιπαράθεση γίνεται για το αν αυτές θα πρέπει να γίνουν από κάποιους που θα κινούνται «κεντροαριστερά» ή από εκείνους που θα τοποθετούνται στο «προοδευτικό κέντρο».

Ονοματίστε τες τις ρημάδες με τ’ όνομά τους, ένα – δύο – τρία κ.ο.κ. Αυτό θεωρούμε αναγκαίο για το κράτος και πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνει μ’ αυτό τον τρόπο, αυτό για την οικονομία και θεωρούμε απαραίτητο να ληφθούν αυτές οι αποφάσεις, αυτό για το πολιτικό σύστημα και προτείνουμε αυτές κι αυτές τις αλλαγές στο Σύνταγμα και στους νόμους κι ύστερα βήμα το βήμα αυτές είναι οι προτάσεις μας για τη δημόσια διοίκηση, για την εκπαίδευση, για τον πολιτισμό, για τους επαγγελματίες, τους νέους, τους κοινωνικά αδύναμους κ.λπ.

Ένας χώρος που έχει δρέψει δάφνες και δάφνες εκλογικών επιτυχιών κι έχει καταγράψει ατέλειωτα χιλιόμετρα άσκησης κυβερνητικής εξουσίας, δεν μου ακούγεται ευχάριστο να εμφανίζεται σε στυλ Σταύρου Θεοδωράκη –και το λέω με την καλή έννοια– που εμφανίστηκε στην πολιτική χθες και να περιγράφει σε αδρές γραμμές τα πάντα σαν να μην έχει πίσω του πεπραγμένα και παρελθόν.

Δεν μιλάω για αυτοκριτική –νισάφι πια μ’ αυτή τη λέξη– και δεν αναφέρομαι σ’ αυτήν γιατί κανένα, μα κανένα, κόμμα και πολιτικός χώρος δεν έχει αισθανθεί ποτέ –και πολύ περισσότερο μετά την κρίση– την ανάγκη ν’ αναγνωρίσει κάποιο δικό του λάθος, αστοχία ή εσφαλμένη εκτίμηση. Τουναντίον μάλιστα, αρπάχτηκαν όλοι, μα όλοι, από ένα «λεφτά υπάρχουν» και βρέθηκαν μονομιάς όλοι από τη σωστή πλευρά των πραγμάτων. Ρε, τι μνημόνια πέφτουν σαν βροχή, τι φόροι σαν χαλάζι, τι περικοπές κι απολύσεις, όλοι αισθάνθηκαν –κι εξακολουθούν να αισθάνονται– ασφαλής κάτω από την ομπρέλα αυτής της ξεκομμένης ατάκας.

Δεν αναφέρομαι, λοιπόν, στο να εξακολουθήσει αυτό το αυτομαστίγωμα κι εσωστρέφεια, η αλληλοεξόντωση κι οι κόντρες, ούτε στην επ’ άπειρον ενοχοποίηση ενός πολιτικού χώρου, που αποδεδειγμένα επέδρασε και συνέβαλλε καταλυτικά στην αλλαγή και την ανανέωση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας. Το ζητούμενο είναι ν’ απαντηθούν πειστικά και τεκμηριωμένα τα ερωτήματα που αφορούν τις μεγάλες υστερήσεις της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης του τόπου από τη μεταπολίτευση και μετά.

Φταίνε οι εποχές; Φταίει η Ευρωπαϊκή Ένωση, η παγκοσμιοποίηση, η Γερμανία; Πού χάθηκαν οι μάχες με τη γραφειοκρατεία; Πώς έμεινε πίσω ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής; Τι εμπόδισε την εμπέδωση ενός σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος, ενός αξιόπιστου εκπαιδευτικού συστήματος, ενός σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου; Ερωτήματα που, λίγο – πολύ, είναι απαντημένα απ’ την ίδια τη ζωή –η περίπτωση «Γιαννίτση» είναι η πλέον χαρακτηριστική, αλλά που είναι κρίσιμο ν’ ακουστούν κι απ’ αυτούς που επί σειρά ετών αποφάσιζαν –σχεδόν παμψηφεί– για τη ζωή όλων των άλλων. Ερωτήματα που, τελικά, δεν τα απευθύνεις απ’ το βήμα στο ακροατήριο, αλλά τ’ απαντάς κοιτάζοντας με ειλικρίνεια τα κιτάπια και τους λογαριασμούς σου.

Η εποχή αυτή προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία με την άνεση χρόνου που φαίνεται να εξασφαλίζει, ώστε οι όποιες προτάσεις να ‘ναι «δεμένες», όχι μόνο με τον εκφραστή ή την ομάδα τους, αλλά και με τις βαθύτερες αιτίες που έχουν δημιουργήσει την ανάγκη. Έτσι, στο μεγάλο κάδρο –ωραία έκφραση, μετά τα «αχαρτογράφητα νερά»– μπαίνουν διαχρονικές και διαδοχικές αιτίες, ευθύνες, παραλήψεις, αποφεύγονται –κατά το δυνατόν– αφορισμοί και απλουστεύσεις, ισοπεδώσεις κι αρνητικά σχόλια μόνο για συγκεκριμένες εποχές, πρόσωπα ή κυβερνήσεις, αποχτά ο λόγος ουσία, περιεχόμενο, γίνεται περισσότερο αντικειμενικός κι ευκολότερα αποδεκτός ως πολιτική θέση, πρόταση, αντίληψη.

Όταν λέγεται ότι «ο κόσμος θέλει την αλήθεια», εκείνο που εγώ καταλαβαίνω, είναι ότι το ζητούμενο δεν είναι ν’ ανακαλυφθεί απ’ τα κόμματα ο τετραγωνισμός του κύκλου ή μια νέα οικονομική θεωρία, αλλά ότι η συντριπτική πλειοψηφία ενός μετριοπαθούς ακροατηρίου, σιωπηλού συνήθως κι ανέκφραστου, είναι ν’ ακουστούν με πειστικό τρόπο απλές λύσεις που είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και να διευκολύνουν την καθημερινότητα, άμεσα, μεσοπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα.

Καθημερινότητα είναι κι η δουλειά και το σχολείο κι οι υποδομές κι οι υπηρεσίες, αλλά κι οι μισθοί κι οι φόροι κι όλα. Καθημερινότητα δεν είναι μόνο οι λακκούβες κι οι ουρές, ούτε μόνο το νερό και το ρεύμα. Καθημερινότητα είναι κι η τηλεόραση κι ο αθλητισμός, αλλά κι η έρευνα κι οι τεχνολογίες κι οι επιστήμες. Καθημερινότητα είναι ν’ ανοίγεις τα μάτια σου και να μπορείς να κοιτάξεις τη νέα μέρα απ’ το παράθυρο με τα μάτια της ψυχής, ν’ ανοίγει η καρδιά σου, να χαίρεσαι τη ζωή, τον έρωτα, τη γυναίκα ή τον άντρα και τα παιδιά σου.

Καθημερινότητα δεν είναι τα μεγάλα λόγια, αλλά οι εφικτές λύσεις, η αποτελεσματικότητα, η ταχύτητα, η οικονομία, αλλά κι η ανθρωπιά, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα στις ευκαιρίες, στις αντιδικίες, στους αδύναμους, ανίσχυρους, μειονεκτούντες. Μια καθημερινότητα που δεν «ακούγεται», αλλά είναι πανταχού παρούσα, γιατί, απλώς, είναι ο ορισμός της καθημερινότητας, αυτής που ζουν οι πολλοί, οι ανώνυμοι, οι απογοητευμένοι κι αποστασιοποιημένοι του πολιτικού συστήματος.

Όταν ακουστούν και μπορέσουν να φτάσουν στον κόσμο κάποια απ’ αυτά και –ασφαλώς– και πολλά - πολλά άλλα ακόμα σπουδαία και χρήσιμα, θα γίνουν η πυξίδα του κόσμου, θα μετουσιωθούν σε πόλο έλξης και μαγνήτη αξιόπιστο κι ελπιδοφόρο. Ο λόγος θα έχει περιεχόμενο κι όχι μόνο ο χώρος που τα εκπέμπει οργάνωση και όργανα. Δεν θ’ είναι κατασκεύασμα μιας κατ’ ανάγκη και άρπα – κόλλα προγραμματικής κοπτοραπτικής, αλλά συνειδητή κι αυθεντική έκφραση της αναγέννησης και της ριζικής ανανέωσης του χώρου που, κατ’ αρχήν και βασικά, εκφράζεται απ’ το ΠΑΣΟΚ –κι ένα μικρό μέρος της ανανεωτικής αριστεράς– του χώρου θα μπορεί και πάλι να καθοδηγήσει πολιτικά τα βήματα των πολιτικών με σιγουριά και σοβαρότητα.

Αυτό που μένει, λοιπόν, από αύριο να δούμε, όταν πια θα ‘χουν κοπάσει οι παράτες κι οι ενθουσιασμοί, είναι αν μέσα από το διάλογο θα προκύψει ο σαφής προσανατολισμός κι η πολιτική πυξίδα για ένα κοινό και δυναμικό παρόν και μέλλον ή αν, με μπούσουλα καθένας την προσωπική πορεία του, στο στενό ορίζοντα των σύγχρονων Συμπληγάδων του δικομματισμού δοκιμάσει ευκαιριακά την τύχη του.

Σε κάθε περίπτωση –κι αυτό είναι το δεύτερο που εγώ καταλαβαίνω– είναι ότι άλλη ευκαιρία, δύσκολα θα προκύψει. [Κι αυτό θέμα προσανατολισμού είναι…]