Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Με τον Γκαγκάριν στις πιο άσχετες σκηνές.



Μπορεί μπάνια πολλά και μέρες διακοπών να μην είχε αυτό το καλοκαίρι, είχε όμως πολύ περισσότερο χρόνο για διάβασμα και πολύ περισσότερα από άλλα καλοκαίρια βιβλία. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, θα έλεγε κάποιος άλλος, εγώ λέω ότι στάθηκα τυχερός, γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω δυο συγγραφείς. Για την ακρίβεια μία νέα συγγραφέα, γιατί ο άλλος –ο παλιός να πούμε για να συνεννοούμαστε– ήταν γνώριμος, απλώς δόθηκε η ευκαιρία να ξανασυστηθούμε, να ξαναγνωριστούμε.

Βιβλιοκριτική και τα τοιαύτα δεν είναι του γούστου μου κι ούτε θέλω να κάνω τον ειδικό, θα ‘θελα μόνο να πω δυο λόγια παραπάνω γι΄αυτά τα βιβλία που διάβασα και με ρούφηξαν, ακολουθώντας με παντού στο σπίτι, όπου υπήρχε χώρος ελεύθερος και χρόνος διαθέσιμος. Έτσι, με τα βιβλία που μ’ αρέσουν δε θέλω να καταφεύγω σ’ απιστίες, διαβάζοντας κι άλλο –ή κι άλλα– ταυτοχρόνως, όπως συμβαίνει σ’ άλλες περιπτώσεις. Παράλληλες σχέσεις δε θέλω να διατηρώ εκεί που η ψυχή μου βρίσκει καταφύγιο κι ο χρόνος από εχθρός γίνεται φίλος.

Ναι, γλυκά ξεφύλλισα το χρόνο προς τα πίσω για να βρεθώ σε γειτονιές εφηβικές και να γνωρίσω, μετά από σαράντα τόσα χρόνια, ανθρώπους που ζούσαν παρακάτω, εκεί γύρω, στη Φωκίωνος, το Άλσος, τα Θυμαράκια, τη Λιοσίων. Για να «ακούσω» Χατζιδάκι, να θυμηθώ «νέα ταλέντα» και να στεγνώσει το λαρύγγι μπρος στα τεράστια βυζιά της Τίνας Σπάθη. Να πάρουμε παρουσίες –Δευτέρα απόγευμα πίσω στη γαλαρία– στην νέα πρεμιέρα του Γκουσγκούνη –ή Γκουζγκούνη; Να διαβώ με δέος στην Αντινέα το κατώφλι και να γευτώ κοκ νέγκρο στου Φοίβου την αυλή στο Περιστέρι.

Βρέθηκα στρωματσάδα, παιδί μικρό και πάλι, νύχτα χωρίς φεγγάρι αλλά μ’ αστέρια κεντημένη, να περιμένω, κρατώντας μ’ αγωνία την ανάσα μου, πότε, κάπου εκεί ψηλά πάνω στο επουράνιο στερέωμα, η μικρή κουκκίδα του Σπούτνικ με τον Γκαγκάριν, θα φανεί καθώς περνάει, για να χαρίσει αλήθεια σ’ ιστορίες γεμάτες πυραύλους, γαλαξίες κι αστροναύτες, που ξεπηδούσαν σε τροχιές απόκοσμες μέχρι ο ύπνος να με πάρει γλυκά αποκαμωμένο απ’ τις φανταστικές πανέμορφες περιγραφές γερμένος στο πλάι του πατέρα μου.

Μαστορικά, σελίδα τη σελίδα, έστησε τις ιστορίες, μα και τις αναμνήσεις, μπροστά στα μάτια μου ο Τατσόπουλος. Λες κι ήμουν κάπου εκεί, σε κάποιο καφέ, καμαρίνι ή σινεμά πάλι και ξαναζούσα μαζί μ’ όλους τους ήρωές του ολοζώντανα ‘κείνα τα χρόνια που περάσανε μέσα από διχόνοιες, φτώχειες, ποδαρόδρομους και γκρίνιες. Χρόνια που φεύγανε κι εγώ αλλού αρμένιζα ανέμελα, σε γειτονιές και χωματόδρομους, σε έρωτες ανείπωτους, εξάωρα και πάρτι.

Το ίδιο γλυκά, μα, με μία πίκρα αδιόρατη κι ένα «όλα θα πάνε κατ΄ευχήν» καρφιτσωμένο στο βλέμμα, γύρισα την τελευταία σελίδα επιστρέφοντας σ’ έναν κόσμο που, όταν τον βλέπεις από τόσο χαμηλά, όπως τον έστησε μπροστά στα μάτια μου ο Πέτρος ο Τατσόπουλος, είναι σαν να τον βλέπεις για πρώτη φορά και μοιάζει η Γη να καθρεφτίζεται όπως στα μάτια κείνου του χωριατόπαιδου, του Γιούρι: «Αηδιαστικά όμορφη».

Έτσι προσγειωμένος βρέθηκα πάνω σε μια σχεδία υφασμάτινη, τρυφερή και φιλική, φιλόξενη και ψαγμένη. Δεν μ’ ενοχλούσαν οι στοίβες –σωστό κάστρο– από τ’ άπειρα βιβλία που βρίσκονταν απλωμένα ένα γύρω –ξέρεις, δα, την εμμονή μου με την τάξη– ούτε οι κλεφτές ματιές της στο γαλάζιο της οθόνης. Τη συγχωρούσες, όλα θα μπορούσες να της τα συγχωρέσεις, γιατί το βλέμμα της έχει μια αλήθεια, μια ειλικρίνεια και μια ευθύτητα, που δεν τη βρίσκεις εύκολα, ιδιαίτερα σ’ εκείνους που επιλέγουν να μιλούν σε πρώτο πρόσωπο.

Λες και γνωριζόμασταν από πάντα. Μου μίλησε για τον εαυτό της και μ’ έκανε να αισθανθώ τη φίλη που θα ήθελα να έχω. Μου ανέφερε για τη μητέρα, τους φίλους, τη δουλειά, τον πατέρα της με μια οικειότητα που μόνο από πολύ δικούς μου έχω ξανασυναντήσει, κι αν. Άσε, εκεί που έπεσε ο Πιτέλα απ’ το σκαμπό, και γέλασα, το ‘χει κι αυτό, χιούμορ· πόσο μ’ αρέσει να μου μιλάει ακομπλεξάριστα ο άλλος, να μην θέλει να είναι δήθεν, ούτε να το παίξει κάποιος κι ας είναι καταξιωμένη επαγγελματικά, ας έχει στις συνεντεύξεις της ένα Σόιμπλε, ας πούμε, όσο μπορεί εσένα που ‘σαι ΣΥΡΙΖΑ βαμμένος να σ’ εξιτάρει. Αν σε νοιάζει δηλώνει «άπατρις – πολιτικά».

Δεν με νοιάζει. Εκείνο που με νοιάζει, που αισθάνομαι, είναι ότι η Ξένια Κουναλάκη φτερούγισε από το ράφι του Ευριπίδη στο Χαλάνδρι –εκεί τυχαία είχα συναντήσει κάποιο Σαββάτο και τον Τατσόπουλο– γνέφοντάς μου «Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες στιγμές», κάθε άλλο παρά έκλαιγε, με κατάκτησε κατά κράτος για τέσσερις ολόκληρες μέρες κι ένα Σαββατοκύριακο αρχές Σεπτέμβρη.

Γυμνή στάθηκε μπροστά στα μάτια μου ακούραστα, βασανιστικά, εξομολογητικά, φιλικά κι εγκάρδια· ριζότο δε φάγαμε, αλλά μιλήσαμε για θέατρο, για βιβλία για κινηματογράφο, για πολλά και διάφορα διόλου αδιάφορα. Θυμήθηκα κι εγώ κάποια δικά μου, μελαγχόλησα· μ’ έπιασε –δεν ξέρω αν το κατάλαβε– ζήλια κάποιες στιγμές που απ’ τον θαυμασμό και την προσήλωσή μου ξέφευγα και να θέλω να κρυφτώ σε μια γωνιά, δίπλα στο πληκτρολόγιο, για να ζήσω από κοντά μια μέρα της στην εφημερίδα. Τι βλάκας… Η κόρη της μπορεί να μ’ έλεγε και νούμερο.

Δεν το πιστεύω, αλλά τελικά, τα καταφέρανε, ξεκόλλησα, κι αυτό μ’ έκανε ελπίδα να γεμίσω κι όλα τα μίζερα, τα γκρινιάρικα, τις μαύρες μου με χρώμα να τα βάψω, με εικόνες έγχρωμες, με αναμνήσεις σινεμασκόπ και σκέψεις να γεμίσω και να μπουκάρω σε φθινοπωρινούς καιρούς με μια αισιοδοξία καλοκαιριάτικη. Να μη με νοιάζει μπάνια και διακοπές που φέτος δεν κατάφερα πολλά να κάνω και παραλίες ξυπόλητος να περπατήσω.

Περπάτησα μ’ απέραντη ευχαρίστηση στου χρόνου το μεταίχμιο, πέρα από της εποχής μας τ’ ανυπόφορα σημεία, ξέφυγα απ’ των ημερών το ασπρόμαυρο και γέμισα τα μάτια μου φως, συναίσθημα και γλύκα και χαμόγελο· αν θες μπορώ να στα δανείσω.

Κυριακή 18 Ιουνίου 2017

Στο Σύνταγμα, αδέρφια, στο Σύνταγμα.


Μπορεί, όλα αυτά που αυτές τις μέρες βλέπουν το φως της δημοσιότητας, να μην έχουν καμιά σημασία ή σπουδαιότητα για το δημόσιο διάλογο ή να μην έχουν και καμιά επίπτωση στις εξελίξεις και στην κυβερνητική πορεία, αποτελούν όμως, για τη φτωχή τη λογική μου, αυταπόδεικτα σημάδια κι ακράδαντες αποδείξεις για την προϊούσα έκπτωση και τον ξεπεσμό των πολιτικών ηθών, για την παγίωση του βδελυρού και προσβλητικού ύφους άσκησης εξουσίας, όπως το αντιλαμβάνομαι να κυριαρχεί με ιδιαίτερη επιμονή και ένταση τα τελευταία χρόνια.

Την αλαζονεία την έχω ζήσει σ’ όλο της το μεγαλείο κι όλη της τη δόξα. Απ’ το 2000 κι ύστερα δεν αισθάνομαι και τίποτα άλλο· μια ξιπασιά, ένας κομπασμός κι ένα «εμείς είμαστε και κανείς άλλος». Με στυλ εκατό και βάλε καρδιναλίων τα ύστερα του ΠΑΣΟΚ, με τη γνήσια λαϊκότητα και τη δεξιά χοντροκοπιά η Καραμανλική εφταετία της Νέας Δημοκρατίας. Με τρέλαιναν, δε μπορώ να πω, αλλά δεν εξέπεμπαν όπου βρεθούν κι όπου σταθούν αυτή την αλητεία κι αυτό το θράσος που διακρίνει την εκφορά του δημόσιου διαλόγου στις μέρες μας, από το σύστημα και τον μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ.

Ένας ξεπεσμός και μια χυδαιότητα σε σωρεία δημοσιεύσεων, ένα μίσος και μια αποστροφή για την όποια αντίθετη άποψη, ένα κατηγορητήριο και μια συκοφαντία για τον κάθε πολιτικό ή κομματικό αντίπαλο. Ανοχή κι ελαστικότητα σε ασχήμιες και παραβατικότητες, δυσανεξία κι επιθετικότητα σε επικρίσεις και δυσάρεστα σχόλια. Κι όλα αυτά μαζί μ’ ένα ασύλληπτο μηχανισμό προπαγάνδας, ψεμμάτων και διαστρεβλώσεων.

Η αίσθηση που διαχέεται είναι ότι για το σημερινό σύστημα εξουσίας καθένας που δεν ακολουθεί ή δεν υποτάσσεται στη λογική του είναι εκ προοιμίου εχθρός, αντίπαλος, ένοχος. Μια καθημερινή κοροϊδία κι ένα διαρκές ξεγέλασμα της κοινωνίας με λογοπαίγνια και γρίφους, με υποσχέσεις και προσμονές, με υπεκφυγές κι αναβολές. Ένα απίθανο άλλοθι διακυβέρνησης με κάθε τρόπο και κάθε κόστος, επειδή –λέει– ο λαός απήλλαξε την κυβέρνηση για το ολέθριο α’ εξάμηνο του 2015, για το δημοψήφισμα και τις τραγικές του συνέπειες στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο ίδιος λαός κι όχι κάποιος άλλος έχει απαλλάξει κι όλους τους προηγούμενους που κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο και για τις Ολυμπιάδες και για τα χρηματιστήρια και για τα θαλασσοδάνεια και για τη διαπλοκή και για τη λιτότητα και για όλα. Εκλογές έγιναν. Τι τα επικαλούνται κάθε τρεις και λίγο; Τι τα θυμούνται και μας τα θυμίζουν μόλις οι αντιπαραθέσεις ανάψουν και τα επιχειρήματά τους τελειώσουν; Περσινά ξινά σταφύλια κι άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε.

Οι «κακοί προηγούμενοι», μωρέ τι μας λες; Διαλύσατε το σύμπαν με την άρνηση των πάντων και την ισοπέδωση κάθε θεσμού και κανόνα όσον καιρό ήσασταν στην αντιπολίτευση και τώρα που είδατε τα δύσκολα της διακυβέρνησης και το χάρο με τα μάτια σας θυμηθήκατε να κατηγορήσετε το Μητσοτάκη και τον έναν και τον άλλον για δουλικότητα και προδοσία· για μη συναίνεση.

Ναι, ο Μητσοτάκης φταίει, αλλά όχι γι’ αυτά που τον κατηγορείτε, αλλά γιατί έκανε τη βλακεία με το που βγήκε πρόεδρος να ζητήσει εκλογές για να σωθεί η χώρα. Μη σώσει και σωθεί, ρε Κυριάκο. Αυτούς επιλέξαμε, αυτούς απαλλάξαμε από τις αυταπάτες τους, αυτούς γουστάρουμε να μας φέρνουν το ένα μνημόνιο μετά το άλλο, αυτούς να μας φτύνουν κατάμουτρα από τηλεοράσεις και διαδίκτυα. Και να σου θυμίσω και κάτι, ρε Κυριάκο, σκληρό, ναι, αλλά πέρα για πέρα αληθινό, στο είπε, άλλωστε, κι ο κύριος πρωθυπουργός. Βλέπεις εσύ να κουνιέται φύλλο; Ακούς, πέρα απ’ τις μουρμούρες και τις γκρίνιες, κανένανε να διαδηλώνει, να σπάει πεζοδρόμια, πλατείες, να καίει αυτοκίνητα και μαγαζιά;

Μας τη διδάξανε καλά την αξιοπρέπεια, φαρσί μας μάθανε το σεβασμό και στη δημοκρατία και στους άλλους και τώρα μας ζητάνε και τα ρέστα. Ναι, τώρα που οι πιτσιρικάδες, οι 18άριδες, που βράζει το αίμα τους, ακούνε «Τσίπρας» κι εκλογές και παίρνουν δρόμο, ακούνε ΣΥΡΙΖΑ, κόμματα, διαδηλώσεις και σκανε στα γέλια. Εκεί μας καταντήσατε, στους δρόμους να βγαίνουμε και να παραμιλάμε κι αν σε καμιά συγκέντρωση βρισκόμαστε, εμείς κι εμείς, άσπρα κεφάλια κι οι φαλάκρες να φαν κι οι κότες.

Αν κάποιοι το γουστάρουνε το φτύσιμο και την κοροϊδία όμως, εγώ δε γουστάρω, ούτε το survivor γουστάρω –αλλά δεν είμαι γι’ αυτό εξοργισμένος. Είμαι εξοργισμένος, γιατί μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον της υποκρισίας, της ακαλαισθησίας και του τίποτα έχουν βαλτώσει όλοι, ναι, βάλτωσαν όλοι, πολιτικοί, κόμματα, χέρι – χέρι βουλευτάδες και δημοσιογράφοι, εκδότες κι αχυράνθρωποι του Τύπου και των Μέσων, της επιστήμης, του πολιτισμού. ‘Ολοι σ’ ένα δηλητηριώδες γαϊτανάκι αδιαφορίας, συνήθειας, απελπισίας. Όλοι σ’ έναν μοιραίο χορό του Ζαλόγγου –που δεν τον χορέψαμε το 2010 γιατί οι τότε «κακοί» του ΠΑΣΟΚ κι ο Παπανδρέου δεν άφησαν– ποδοπατώντας στ’ αποκαΐδια των ψευδαισθήσεων και της μικρόνοιάς μας, της κοντής μας μνήμης και της αχαριστίας μας.

Καλά που μας φωνάζει μεθαύριο ο Τατσόπουλος στο Σύνταγμα. Εκεί καταντήσαμε…

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

"Κεντροαριστερά": Η κορυφή κι η βάση.



Να σου πω κάτι για να τελειώνουμε; Χέστηκα και για την κεντροαριστερά και για τη σοσιαλδημοκρατία και το δημοκρατικό σοσιαλισμό. Μια ζωή στην κόψη των εσωκομματικών ισορροπιών και συσχετισμών, στη διάθεση της κάθε ομάδας και της κάθε κλίκας, στην όρεξη του κάθε παράγοντα ή του κάθε οργάνου. 

Κουβέντες για βολεμένους και συζητήσεις για χορτάτους. Σοσιαλδημοκρατίες και πράσινα άλογα. Δεν θα λαϊκίσω μιλώντας για την κοινωνία που λιμοκτονεί, για τα μνημόνια, τον πολλαπλασιαστή κι άλλα, που καταναλώνονται εύκολα. Η συζήτηση όμως είναι αλλού, σύντροφοι, κι όλες αυτές οι κουβέντες, είναι κουβέντες του στυλ «σε δουλειά να βρισκόμαστε». Ψάχνουμε να οριοθετήσουμε το χάος, να χωρίσουμε ξανά στα δυο την Ερυθρά θάλασσα, να τραβήξουμε κι άλλες «κόκκινες γραμμές» παραβλέποντας, ότι μετά από τόσο κόκκινο μελάνι που έχει χυθεί αυτή την τελευταία τριετία για να τραβιώνται γραμμές, έχουμε χάσει και την άκρη και το μέτρο.

Πιείτε τον καφέ σας μαζί με τον σύντροφο Κουβέλη, σύντροφοι –αν το επιτρέψει βεβαίως ο κύριος Λυκούδης, όταν καταδεχτεί να διαβάσει την επιστολή σας– πείτε και κανένα καλαμπούρι και μετά ίσια στις κάμερες για τις δηλώσεις. Οι τηλεσχολιαστές θα αδημονούν και τα πάνελ θα ‘ναι έτοιμα να πάρουν φωτιά. Μπορεί να υπάρχουνε και «κάρτες», που ν’ αναπαριστούν φράση φράση τι ειπώθηκε ή μπορεί για χάρη σας να δημιουργήσουν για το κεντρικό δελτίο και animated movie για το πώς καθίσατε ή πώς πιάσατε τα φλιτζάνια. Κι αυτοί τη δουλειά τους κάνουνε οι άνθρωποι.

Θα το γράψω όπως το αντιλαμβάνομαι κι από ‘κει και πέρα –μεγάλοι άνθρωποι είσαστε– κάντε ό,τι σας φωτίσει ο Θεός, γιατί ο Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς δεν γνωρίζω αν έχει κάτι να σας πει διαφωτιστικό, η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη καταλύει αυτή την εποχή σε πεντάστερα.

Ναι, υπάρχει, σύντροφοι, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που δεν εκπροσωπείται σήμερα από τα κόμματα που υπάρχουν. Υπάρχουν δυσαρεστημένοι, απογοητευμένοι, άνθρωποι που επιβιώνουν μετά βίας, άνθρωποι που έχασαν δουλειές, περιουσίες, παιδιά στην ξενιτιά και νέοι χωρίς μέλλον. Υπάρχουν άνθρωποι που προβληματίζονται για το αύριο των οικογένειών τους, που αγωνιούν για τις επιχειρήσεις τους, που βιώνουν καθημερινά την ανασφάλεια και το φόβο στη γειτονιά τους. Άνθρωποι που βρίσκονται σε απόγνωση γιατί θλίβονται για την απαξίωση και την ανημπόρια της πατρίδας τους.

Δεν χρειάζεται ν’ αναφερθώ σε μια προς μια στις περιπτώσεις, ούτε να επιχειρήσω να δημιουργήσω έναν ατέλειωτο κατάλογο από εν δυνάμει ψηφοφόρους, που ο καθένας για τους δικούς του λόγους δεν θα ψήφιζε σήμερα κάποια από τα κόμματα που υπάρχουν. Αυτό είναι όμως το ζήτημα; Υπάρχουν διαθέσιμοι ψηφοφόροι ας τους πλησιάσουμε, ας στοχεύσουμε στην ψήφο τους μην  τους «πάρει» ο ΣΥΡΙΖΑ ή Χρυσή Αυγή;

Για τη Νέα Δημοκρατία δουλεύει ο ΣΥΡΙΖΑ, σύντροφοι. Καλά, είστε σοβαροί; Στ’ αλήθεια πιστεύετε, ότι είναι δυνατόν αυτή μεγάλη πλειοψηφία ψηφοφόρων να κατευθυνθεί προ της κάλπης μαζικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ; Οι πρώην δικοί σας ψηφοφόροι, οι άνθρωποι του κέντρου, του «μεσαίου» –κατά Κώστα Καραμανλή– χώρου θα πάνε στον Τσίπρα και τον Τατσόπουλο –αλήθεια, σε ποια μεριά της Αθήνας χάθηκε αυτή η ψυχή– όταν έρθει η ώρα των εκλογών; Όχι, σύντροφοι, στη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά θα πάνε, του πρωθυπουργού που –στηριζόμενος στην ψήφο και τη συμβολή σας– θα έχει κατορθώσει πισωγυρίζοντας κι ισοπεδώνοντας –ελέω δανειακών συμβάσεων και μνημονίων– τη χώρα να δημιουργήσει συνθήκες σταθερότητας και ανάκαμψης της οικονομίας. Άντε, εντάξει, κάποιοι λίγοι μπορεί να πάνε και κατά Χρυσή Αυγή μεριά –μη μου λέτε για τους «Ανεξάρτητους» γιατί θα σκάσω στα γέλια.

Εσείς φράγκο δεν θα πάρετε συντρόφια και δεν το λέω αυτό για να τα «σπάσετε» με την κυβέρνηση, όχι, για να σοβαρευτούμε λίγο το λέω. Καλά κάνετε κι είστε μέσα στην κυβέρνηση, άριστα πράξατε που συμβάλατε στη δημιουργία της. Για να πάει όμως όσο πιο μακριά γίνεται η «βαλίτσα» της διακυβέρνησης και να μην έχουμε καθημερινά τα πρωινά events των νεολαίων και των λοιπών συνιστωσών του Τσίπρα στους δρόμους και τα βραδινά show στα τηλεοπτικά παράθυρα, πρέπει να αισθανθούμε ότι συμμετέχετε στην κυβέρνηση κι εσείς. Πρέπει, καλοί μου σύντροφοι, πέρα από τη ποσόστωση στα καθίσματα –κοινώς καρέκλες– στα διάφορα πόστα, να συνδιαμορφώσετε μια κυβερνητική πολιτική –πέρα από οικονομίες και λοιπά δημοσιονομικά– που να προωθεί κάποιες από τις βασικές πτυχές τής σοσιαλιστικής θες, σοσιολδημοκρατικής θες, κεντώας θες, της όποιας –όπως θες πές την– φυσιογνωμίας σας. Είστε με τον άνθρωπο και τις ιδιαιτερότητές του, με την κοινωνία και τις βασικές της ανάγκες, με τη νεολαία και τα προβλήματά της; Με ό,τι είστε τέλος πάντων, όλα αυτά που για χρόνια σε προγράμματα και διακηρύξεις μας έχετε κάνει πλύση εγκεφάλου. Βρείτε από κοινού και διαμορφώστε πολιτικές για όλες τις κυβερνητικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα ποιος ηγείται και ποιος έπεται στα υπουργεία, τους οργανισμούς, τις υπηρεσίες. Φέρτε ριζοσπαστικές προτάσεις στη Βουλή, αφήστε τα παράθυρα στους «επικοινωνιακούς» των άλλων χώρων και ριχτείτε με τα μούτρα στη συλλογική δουλειά με ομάδες εργασίας κοινές.

Φρέσκο αέρα να φέρετε στη κοινωνία, αέρα δημοκρατίας στην πράξη, αέρα πίστης και κουράγιου ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε. Α, και πού είστε; Μην τσιμπάτε διαρκώς με την «αυτοκριτική» και την «αυτοκριτική». Τα έχετε κάνει μπάχαλο, το ξέρετε εσείς πρώτοι και καλύτεροι. Εδώ μια λίστα με φοροφυγάδες ήρθε στα χέρια σας και τα κάνατε μούσκεμα. Ιδανικοί αυτόχειρες, αλλά οι κουβέντες και τα τρυκ με τα περασμένα να τελειώνουν. Ας κάνει κάθε λειτουργός του κράτους τη δουλειά του, ανεξάρτητα και κατά συνείδηση και στο τέλος θα κάνουμε το λογαριασμό. Μήπως –εδώ που τα λέμε– κι όλοι «μέσα» να πάτε, δεν θα βρεθεί κάποιος να σας κατηγορήσει ότι στη φυλακή τρώτε χαβιάρι;

Βγείτε από τα λαγούμια σας και τον αυτισμό σας και καταλάβετε ότι όσες συζητήσεις κι αν κάνετε για το σοσιαλισμό και τ’ άλλα που λέγαμε πιο πάνω θα πάνε στο βρόντο. Ο δεκαοχτάρης ή ο δεκαπεντάρης που σε τρία χρόνια θα ψηφίζει ξέρετε πού τα έχει γραμμένα όλα αυτά; Ακούστε «Ψυχόδραμα» και θα καταλάβετε. Αν πάλι σας ενδιαφέρει μόνο η ψήφος μου, Ο.Κ. δεν σας την ξαναδίνω έτσι. Δεν σας αξίζει. Εδώ αποδεικνύετε καθημερινά, ότι έναν τεράστιο κοινωνικό χώρο, έναν χώρο μετριοπαθή και φιλελεύθερο, φιλήσυχο και δημιουργικό –κάτι σαν τους «νοικοκυραίους» της δεξιάς– δεν μπορείτε να τον εκφράσετε ενιαία, συστηματικά και με συνέπεια. Με έργα, όχι με τις γνωστές επικοινωνιακές φανφάρες.

Θα σας κατανοήσω, δεν υπάρχει ο Ανδρέας, ούτε ζούμε το ’81. (Μια που το’ φερε η κουβέντα, μην σας παραξενέψει αν σε λίγο πάνε τον Τσίπρα και σε κανένα μνημόσυνο του «αείμνηστου»). Αντί ν’ αναζητάμε, όμως, σωτήρες κι εθνάρχες –τ’ όνομα το ‘χουμε, αλλά από χάρη κάτι λείπει– δεν είναι καλύτερα μέσα από νέες συλλογικές δράσεις κι οργανωμένες κινήσεις να σηματοδοτήσουμε αυτό που θέλουμε να δείξουμε ότι είμαστε; Δεν επιχειρούμε να σταθούμε υπεύθυνα απέναντι στην κοινωνία και να προωθήσουμε πολιτικές και προγράμματα που θα στοχεύουν και θα επιδιώκουν την ανακούφιση της;

Δεν είναι ανάγκη να μοιράσουμε λεφτά, ο κόσμος κατάλαβε ότι λεφτά περισσευούμενα πλέον δεν υπάρχουν, αλλά αντί να προσπαθούμε να κανακέψουμε κάθε συντεχνία και να «βγάλουμε απ’ τη μύγα ξίγκι» επειδή ανέβηκε κι ο Τσίπρας σε τρακτέρ –ως άλλος Χατζηγάκης– ας διασφαλίσουμε, ότι τα λεφτά που διαθέτουμε πάνε εκεί που πρέπει και δεν πάνε σε τσέπες δεξιά κι αριστερά. Αντί να προσπαθήσουμε να πείσουμε τον κόσμο για τ’ αυτονόητα, ας προωθήσουμε άμεσα διαδικασίες απλές κι ευέλικτες για την εξυπηρέτηση του πολίτη, του επιχειρηματία, του επενδυτή. Άστε το σύντροφο Μανιτάκη να σχεδιάζει αναδιοργανώσεις κι αξιολογήσεις, αποφασίστε άμεσα, τώρα παράλληλες διοικητές δομές και διαδικασίες τύπου ΚΕΠ, που θα παρακάμπτουν υφιστάμενες γραφειοκρατίες και αγκυλώσεις. Δώστε βάρος και κεντρική θέση της πολιτικής στον τουρισμό και τον πολιτισμό με συγκεκριμένες προτάσεις και μέτρα. Αρχίστε να νομοθετείτε από μηδενική βάση, δημιουργείστε και θεσμικά μια νέα μεταπολίτευση, στην πράξη, όχι στα λόγια και τις εικασίες.

Έτσι, πρόχειρα και βιαστικά ίσως τα έγραψα, σύντροφοι, αλλά έτσι πιστεύω ότι χτίζονται οι σχέσεις εμπιστοσύνης κι αρχίζουν τα πράγματα να κινούνται και να ξεφεύγουν απ’ το τέλμα που βρίσκονται σήμερα. Οι επιστολές και τα τσαλίμια συσχετισμών κι υπολογισμών μόνο να βαθύνουν την απογοήτευση και να επιτείνουν την αμηχανία του κόσμου που σας παρακολουθεί κι ελπίζει ότι κάποια στιγμή μπορεί κάτι να κάνετε, του κόσμου που προσδοκά και περιμένει.

Δεν είναι που το γράφω εγώ, αλλά θαρρώ πως κάπως έτσι το φαντάζεστε κι εσείς –έστω κι αν αποφεύγετε και να το σκεφτείτε– αν, λοιπόν, λέω, σύντροφοι, δεν μπορείτε να κοιτάξετε την αλήθεια κατάματα και να πάρετε από κοινού τις αναγκαίες για την κοινωνία και το λαό που χειμάζει αποφάσεις, ε, τραβάτε σιγά – σιγά για το ταμείο συνταξιούχων βουλευτών από μόνοι σας και μην περιμένετε, η σοσιαλδημοκρατία δεν πρόκειται να γεννηθεί ούτως ή άλλως αυτόματα, γιατί η ώρα των εκλογών απλώς θα το επικυρώσει.

Εμείς όμως άραγε –και πάλι– τότε τι θα φταίμε;

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

'Οταν πηδάς από ψηλά.


Είτε η αναφορά του κυρίου Τατσόπουλου στη «μισή Αθήνα» έγινε με κριτήριο αμιγώς πολιτικό, είτε ο προσδιορισμός αφορούσε κριτήρια απλώς γεωγραφικά, το αποτέλεσμα είναι ένα και το αυτό και –οπωσδήποτε– το ίδιο εντυπωσιακό: Ενάμιση εκατομμύριο (αριθμητικά 1.500.000) άνθρωποι.

Ένας απλός αριθμητικός υπολογισμός το επιβεβαιώνει. Με το πρώτο κριτήριο, το πολιτικό, είναι προφανές ότι αναφερόμαστε στο σύνολο της Β’ εκλογικής περιφέρειας της Αθήνας, στην οποία εκλέγεται και στην οποία κατοικούν οι μισοί –1,5 εκατομμύριο– ψηφοφόροι του νομού Αττικής. Με το δεύτερο, το γεωγραφικό, αφού η πόλη των Αθηνών –σύμφωνα με την απογραφή του 2011– αριθμεί 3 εκατομμύρια κατοίκους, η διαίρεση δια δύο οδηγεί στο ίδιο πηλίκο: Ενάμιση εκατομμύριο (αριθμητικά 1.500.000) άνθρωποι.

Το σχήμα λόγου του κυρίου Τατσόπουλου αφορούσε 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους, σίγουρα ένα νούμερο ικανό –κατά την κρίση του– να υποστηρίξει αξιόπιστα και αναμφίβολα τον ανδρισμό του.

Πέρα από το πικρό χιούμορ ή το γελοίο ή αδιάφορο του θέματος, ίσως πρέπει για μια στιγμή να κοντοσταθούμε και να κοιτάξουμε γύρω μας, ν’ αντικρύσουμε το είδωλό μας στον καθρέφτη της κοινωνίας. Αν υπήρξε ένα «ανάξιο», «ανίκανο» ή «διεφθαρμένο» πολιτικό προσωπικό που μας έφερε ίσαμ’ εδώ, όπως υποστηρίζεται, με τέτοιου είδους ή ανάλογου ύφους «παλικαριές» ή ατάκες, είναι δυνατόν να ελπίζουμε, ότι μπορούμε να πάμε παρακάτω;

Το ήθος, η σεμνότητα, η αξιοπρέπεια, το μέτρο, η σωφροσύνη, εξέλειπαν ως αρετές και χαρίσματα απ’ την πολιτική και το πολιτικό μας σύστημα; Επειδή κάποιοι στο παρελθόν πάτησαν τον όρκο τους ως υπηρέτες του λαού κι απεμπόλησαν το δημόσιο συμφέρον στο όνομα ιδιοτελών σκοπιμοτήτων ή δεν μερίμνησαν με όση φροντίδα και προσοχή ήταν απαραίτητη για ν’ αποτρέψουν τις δυσάρεστες συνέπειες της οικονομικής κρίσης δικαιολογούνται αυτές οι ανοίκειες συμπεριφορές κι εκδηλώσεις;

Τι μαγκιά, τι τσαμπουκάς, τι αναίδεια και τι αγραμματοσύνη είναι αυτή που μας πετάνε καθημερινά κατάμουτρα οι νεόκοποι «εκπρόσωποι του λαού και του έθνους»; Τι άγαρμπο χιούμορ και τι χοντροκομμένο καλαμπούρι υπονομεύουν θεσμούς και πρόσωπα κι ευτελίζουν την πολιτική διαδικασία, στην οποία υποτίθεται συμμετέχουν και την οποία υποτίθεται –και πάλι– υπηρετούν. Λες και βρισκόμαστε σ’ ένα διαρκές φεστιβάλ βίας, αυθάδειας και αυταρχισμού. Λες κι όλα εξελίσσονται για μερικά λεπτά ή δευτερόλεπτα μπροστά στις κάμερες και μετά ξεπερνιώνται και ξεχνιώνται σαν να ‘ναι απλώς μια στιγμιαία εντύπωση, ένα φλας που αστράφτει και χάνεται για πάντα.

Πόσο λάθος αντίληψη της πoλιτικής και της ίδιας της ζωής.

Αν κάποιοι χρειάζονται περισσότερο τούτην τη δύσκολη περίοδο συναισθηματική ηρεμία , κοινωνική γαλήνη κι έμπρακτο ενδιαφέρον, δεν είναι οι τακτοποιημένοι, όσοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εξασφαλίζουν τα προς το ζειν, αλλά οι ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, οι άνεργοι, οι νέοι, οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι ηλικιωμένοι, οι καταχρεωμένοι. Αυτοί οι άνθρωποι, που οι ζωές τους έχουν διαλυθεί ή κινδυνεύουν με κατάρρευση εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, έχουν περισσότερο την ανάγκη και του κράτους και της κοινωνίας.

Ο θυμός, η αγανάκτηση, η εκδίκηση, η καταστροφή, όλα αυτά τα βίαια συναισθήματα και συμπεριφορές, που καλλιεργούνται κι εκδηλώνονται συστηματικά με πρωτεργάτες και πρωταγωνιστές σε πολλές περιπτώσεις βουλευτές ή πολιτικά πρόσωπα και ομάδες, σε τι υποβοηθούν και πώς στηρίζουν αυτούς τους ανθρώπους, που η απόγνωση κι η απελπισία είναι έτοιμες να τους στρέψουν εναντίον άλλων, να τους «οπλίσουν» το χέρι, να τους ωθήσουν στα άκρα;

Το κράτος λειτουργεί υπό εξαιρετικές συνθήκες. Τα οικονομικά πλαίσια είναι ασφυκτικά, οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται υπό πίεση. Είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας ζωτικός χώρος, ώστε, σ' αυτή τη δύσκολη καμπή, να ασκούνται κατά το δυνατόν οι κρατικές λειτουργίες. Οι συνθήκες είναι έκτακτες, το κράτος δεν μπορεί πλέον να υποστηρίξει όλες τις δραστηριότητές του, ούτε να εξακολουθήσει να εξυπηρετεί με τον ίδιο τρόπο αδιακρίτως ομάδες και άτομα. Γι’ αυτό θα πρέπει να τεθούν προτεραιότητες, γι’ αυτό με κάθε τρόπο θα πρέπει ν’ αποτραπεί ο κοινωνικός αυτοματισμός.

Τα δεδομένα για το κράτος και την οικονομία της χώρας, υπό το βάρος της κρίσης, είναι από καιρό προδιαγεγραμμένα. Ίσως θα μπορούσαν να είναι καλύτερα, το πιθανότερο όμως «ίσως» είναι να ήταν πολύ χειρότερα. (Ήδη ο «μηχανισμός στήριξης» έφτασε μέχρι και τη μαρτυρική Κύπρο. Εκεί δεν κυβερνάει κάποιος «Γιωργάκης» Παπανδρέου, αλλά ο πρόεδρος του ΑΚΕΛ, ο Δημήτρης Χριστόφιας, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση).

Τα δεδομένα για την Ευρώπη λες και τ’ ανακαλύψαμε ξαφνικά εδώ και τρεις μέρες. Κι εδώ τα πράγματα θα μπορούσαν από χρόνια να είναι καλύτερα. Γεγονός είναι, ότι οι ισορροπίες, οι συμμαχίες, οι συνθήκες, οι κανονισμοί κι οι αποφάσεις δεν είναι τίποτε άλλο από συγκερασμούς και σύνθεση μεταξύ αντικρουόμενων κι αντιτιθέμενων συμφερόντων με αμοιβαίες υποχωρήσεις που –κατά κανόνα– εξυπηρετούσαν κι ευνοούσαν τους ισχυρότερους. Το πλαίσιο για τη χώρα είναι πολύ στενό και δεν είναι αυτό αποτέλεσμα ούτε των μνημονίων, ούτε της ασυνεννοησίας μεταξύ των εταίρων ή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Δ.Ν.Τ. Μεταξύ μας δεν μπορούμε να τα βρούμε, εμείς αδυνατούμε να συνεννοηθούμε.

Ξαφνικά το τελευταίο διάστημα οι γλώσσες που μιλάμε μεταξύ μας πολλαπλασιάστηκαν, απ’ την κλασσική, την «ξύλινη» που είχαμε συνηθίσει από χρόνια να εκφέρεται από κάποιους πολιτικούς, έγιναν αλήτικες, μάγκικες, περιθωριακές κι ακαταλαβίστηκες. Μιλιούνται –θαρρείς– μόνο για ν’ ακουστούν, να θορυβήσουν, να παράγουν τον ήχο τους και να σβήσουν πέφτοντας κάτω πριν καν φτάσουν ως τ’ αυτιά του ακροατηρίου. Είναι γλώσσες που δεν παράγουν πολιτική, δεν παράγουν λύσεις, δεν παράγουν προοπτική. Δεν επινοούνται για να επικοινωνήσουν τους ανθρώπους και να δημιουργήσουν διαύλους συνεννόησης, αλλά μόνο για να χρησιμοποιηθούν σε άλλα κανάλια κι άλλα μέσα, τα ηλεκτρονικά.

Σ’ αυτή τη σύγχρονη Βαβέλ που δημιουργήσαμε είναι αδύνατο να επινοήσουμε τον τετραγωνισμό του φαύλου κύκλου για να βρούμε την έξοδο. Υπάρχουν όμως κάποιες αποφάσεις, κάποιοι νόμοι του ελληνικού κράτους, που βήμα – βήμα μπορούν να μας οδηγήσουν σ’ έναν δρόμο. Η δική μας μεγάλη προσπάθεια κι η παράλληλη ευρωπαϊκή στήριξη, που ούτως ή άλλως για το επόμενο διάστημα είναι δεδομένη, μπορούν να χαράξουν μια πορεία διεξόδου για τα επόμενα δύσκολα χρόνια.

Σε κάθε περίπτωση, νομίζοντας, ότι με την ευκολία που πηδάμε τη μισή Αθήνα, θα μπορέσουμε να πηδήξουμε και το μισό Βερολίνο, ή –με τη φόρα που η γλώσσα μας έχει πάρει– τη μισή Ευρώπη, μάλλον ανάποδα βλέπουμε τα πράγματα και σίγουρα –σ’ όσα μπαλκόνια ή κεραμύδια αν ανεβούμε– δεν είμαστε εμείς εκείνοι που κοιτάνε τον κόσμο από πάνω.

Foto: Sergio Occhiuzzo