Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Συμβόλαιο του "θανατά".


Όχι, ούτε εξέταση ούρων, ούτε εκταφή του συχωρεμένου για εξέταση DNA δεν ζητήθηκαν προκειμένου να πουλήσει το παιδί ένα διαμέρισμα 22 τετραγωνικά που κληρονόμησε.

Κατά τα λοιπά, πάνε τώρα κοντά τρεις μήνες που έχει βρεθεί αγοραστής –μετά από πολύμηνες προσπάθειες– κι έκτοτε ακόμα τρέχουμε από υπηρεσία σε υπηρεσία μη γνωρίζοντας με ακρίβεια ακόμα πότε θα κλείσει αυτός ο απίστευτος κύκλος συλλογής των απαιτούμενων δικαιολογητικών.

Το απίστευτο είναι, ότι –υπό τις παρούσες συνθήκες– τη μεγαλύτερη καθυστέρηση προκαλεί η υποβολή δικαιολογητικών που θεσπίστηκε μεσούσης της οικονομικής κρίσης, μόλις το 2013 και το 2014 και πρόκειται για τη βεβαίωση του μηχανικού περί πολεοδομικής νομιμότητας και το πιστοποιητικό του ΕΝΦΙΑ.

Δηλαδή οι φωστήρες που νομοθετούν, αλλά και τα σαΐνια των υπουργείων και των συντεχνιών που τα εισηγούνται, αντί να απλουστεύουν και να διευκολύνουν τους πολίτες, ιδιαίτερα αυτή την εποχή που και το χρήμα είναι δυσεύρετο κι οι οικοδομές έχουν πατώσει, υποχρεώνουν τους πολίτες να εμπλακούν με τη φυσική παρουσία τους και να έχουν συναλλαγή με τις κατ’ εξοχήν κι αποδεδειγμένα και διαχρονικά γραφειοκρατούμενες και πλέον χρονοβόρες υπηρεσίες του ελληνικού δημοσίου, την πολεοδομία και την εφορία.

Εν προκειμένω, επειδή το ακίνητο είναι προ του 1960 –τόσο καινούργιο– θα πρέπει να βρεθεί η οικοδομική άδεια από το αρχείο της πολεοδομίας του Δήμου της Αθήνας (Συγγρού), όπου πας εκεί και αφού βγάλεις κάτι φωτοτυπίες παραδίπλα και πηγαινοέρθεις μερικές φορές από γραφείο σε γραφείο –δύο με τρία βήματα απόσταση το ένα από τ’ άλλο– και σε εξυπηρετήσουν τρεις διαφορετικοί υπάλληλοι –ο ένας δίπλα στον άλλο, όχι ο ένας που έχει τη σφραγίδα του πρωτοκόλλου είναι απέναντι(!)– παίρνεις ένα χαρτάκι που σου ορίζει ραντεβού για να τα παραλάβεις μετά από 30 με 40 μέρες.

Και περιμέναμε να περάσει ο Ιούνιος, να μπει ο Ιούλιος, να ‘ρθει κι η ευλογημένη μέρα που θα παίρναμε επιτέλους τα αντίγραφα της άδειας να δούμε αν ο μπαγαπόντης ο μηχανικός εκείνης της εποχής είχε κάνει τίποτε «αμαρτίες» στο υπόγειο, που θα έπρεπε να τις πληρώσουμε εμείς μισό και βάλε αιώνα μετά στο δημόσιο μ’ ένα χιλιαρικάκι μαζί με την αμοιβή του μηχανικού.

Και φτάνει η ευλογημένη –που λέγαμε– μέρα του Ιούλη και ‘κει που φρεσκοξυρισμένος κι ευδιάθετος ετοιμάζεσαι πρωί – πρωί για το ραντεβού, χτυπάει το τηλέφωνο και το ραντεβού ματαιώνεται. Ναι, ματαιώνεται, γιατί τελείωσε –λέει– το μελάνι του εκτυπωτή κι οι αρμόδιοι θέλησαν –να ‘ναι καλά οι άνθρωποι– να μας ενημερώσουν να μην τρέχουμε στο κέντρο, γιατί είχε κείνες τις μέρες και αφόρητο καύσωνα.

«Πότε;» –ψελλίζεις αποσβολωμένος– «άγνωστο», η απάντηση· τα μελάνια του εκτυπωτή των μικροφίλμς είναι εισαγωγής και δεν είχαν ιδέα πότε ο σχετικός διαγωνισμός των αρμόδων υπηρεσιών του Δήμου της Αθήνας θα ολοκληρωθεί ώστε να παραληφθούν. Ακόμα αγνοείται η τύχη τους.

Και σκέφτεσαι: Δεν πάω να βγάλω κανένα άλλο χαρτί μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Κι εκεί είναι που μπλέκεις με την εφορία. Οι ουρές, για τρέλα κι οι υπάλληλοι με το φανάρι. Εκνευρισμός μουρμούρα, αλλά το αφόρητο είναι –όταν μετά από δυο-τρεις ώρες έρθει η σειρά σου– το πήγαιν’ – έλα. Οι άνθρωποι δεν παίζονται, σου λένε το «πηγαίνετε να πάρετε πρωτόκολλο» με τόση φυσικότητα κι ας απέχει το τμήμα κληρονομιών απ’ το πρωτόκολλο τρεις ορόφους! Ναι, κι όλα στο χέρι. Ναι, εκεί όλα γίνονται χειρόγραφα για να ‘χουν και κύρος, αλλά –υποθέτω– και κάποια συλλεκτική αξία αύριο – μεθαύριο, όταν το ακίνητο αυτό περάσει σε κάποια άλλα χέρια.

Νομίζεις ότι ξεμπερδεύεις αμέσως; Καλά, δες αν έρχομαι! Μετά από δέκα με δεκαπέντε μέρες σου κλείνουν ραντεβού για να παραλάβεις τις βεβαιώσεις περί μη οφειλής ΕΝΦΙΑ κι ας είχε ο μακαρίτης –Θεός συχωρέσ' τον και πάλι– τακτοποιήσει όλες του τις υποθέσεις με την εφορία κι ας έχουν οι κληρονόμοι τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα για το Ε9 τους, τις δηλώσεις και τα συμπαραμαρτούντα, πρέπει να δηλώσουν, ότι για το ακίνητο δεν χρωστάνε τον ΕΝΦΙΑ του ’12, του ’13 κ.ο.κ., δηλαδή για τα χρόνια που το ακίνητο δεν ήταν κάν στην κυριότητά τους.

Αν, έτσι για να πεις και συ κάτι, διαμαρτυρηθείς για την καθυστέρηση, σου ανοίγουν με τόση ετοιμότητα μια ντουλάπα ξέχειλη από χαρτομάνι, ώστε ν’ αντιληφθείς ιδίοις όμμασι πόσοι πριν από σένα έχουν περάσει την ίδια δοκιμασία κι ακόμα περιμένουν, και να σκύψεις τα μάτια ντροπιασμένος.

Κάποια στιγμή το συμβόλαιο θα γίνει, απορώ όμως αν έχουμε σωτηρία, αν υπάρχει δρόμος και διέξοδος για εμάς, για τα παιδιά μας. Δεν είναι ρητορικά τα ερωτήματα, ούτε έχω πικαριστεί εξαιτίας της προσωπικής μου υπόθεσης και ταλαιπωρίας. Τέτοιες κι ανάλογες υποθέσεις και ταλαιπωρίες –ίσως και πολύ πιο σημαντικές και κρίσιμες– για τους ανθρώπους είναι καθημερινές, ως πού αντέχει να πάει αυτό όμως; Ως πού μπορούμε κι εμείς να τ’ αντέχουμε και να τ’ ανεχόμαστε;

Δεν είναι που θεσπίζονται στο γόνατο υποχρεώσεις, δεν είναι που λείπει προσωπικό, δεν είναι που δεν δουλεύουν με ένταση σε κάποια τέτοια πόστα οι υπάλληλοι, είναι που ο κρατικός μηχανισμός κι αυτοί που έχουν την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του περί άλλων τυρβάζουν, αδιαφορούν για τον πολίτη και την καθημερινότητά του, αδιαφορούν για την ανοργανωσιά, τις ελλείψεις, τη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών.

Αυτή η κατάσταση καλλιεργεί κι εντείνει τη διάχυτη απαισιοδοξία, αυτός είναι ο πιο σημαντικός λόγος που δεν διαφαίνεται διέξοδος απ’ την κρίση και το σημερινό αδιέξοδο. Αυτή η κατάσταση θα πρέπει να κάνουμε ό,τι περνά απ' το χέρι μας για ν' αλλάξει· το συντομότερο.

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

Πολιτική διαπραγμάτευση για την Πρωτοχρονιά.


Πάνε κι αυτά. Τα Χριστούγεννα του 2016 πέρασαν, όπως και τα προηγούμενα ή τα προπροηγούμενα, πέρασαν πια, ανήκουν στο παρελθόν, στις αναμνήσεις. Τι έμεινε, πέρα απ’ τις άπειρες φωτογραφίες και status στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –περισσότερο ίσως από ποτέ άλλοτε–, τις πιατέλες με τα ψητά, τις τούρτες, τις δίπλες και τα μελομακάρονα; Οι ευχές; Η καλή διάθεση; Οι ευχάριστες συζητήσεις;

Το μόνο σίγουρο είναι ότι έμειναν τρεις μέρες, τρεις μόνο μέρες για την Πρωτοχρονιά του 2017. Τρεις μέρες για την πληρωμή των τελών κυκλοφορίας, της δόσης του ΕΝΦΙΑ, τη ρύθμιση της ΔΕΗ και –φυσικά– του τραπεζώματος της παραμονής, του νέου γύρου με τις πιατέλες, τα γλυκά, τις βασιλόπιτες και –απαραιτήτως– της επανάληψης άπειρων ευχών στα μέσα και τα έξω του διαδικτύου συνοδεία άπειρων φωτογραφιών, SMS και συναφών πατροπαράδοτων εθίμων.

Πολύ νοσταλγία εισέπραξα φέτος τα Χριστούγεννα, πολύ νοσταλγία για το παρελθόν και κάποια άλλα Χριστούγεννα, όχι παιδικά, όχι μαθητικά ή νεανικά, αλλά σχετικά πρόσφατα, σαν του 2004, να πούμε, ή και του 2009 ακόμα. Χριστούγεννα που το μόνο συστατικό που τους έλειπε δεν ήταν ούτε τα γλέντια, ούτε τα ταξίδια, ούτε οι οικογενειακές συγκεντρώσεις και τα τραπεζώματα· η μελαγχολία τους έλειπε, η κατάθλιψη, η γκρίνια, η μισαλλοδοξία κι ο θυμός.

Είναι απελπισμένες οι μέρες που ζούμε κι αυτή την απελπισία ούτε τα Χριστούγεννα, ούτε οι γιορτές μπορούν να την αντιμετωπίσουν, να την αμβλύνουν, να τη διασκεδάσουν. Είναι μέρες μιας άλλης εποχής κι ενός άλλου, νέου, καιρού, που κάποια Χριστούγεννα πριν, κάποια χρόνια πριν ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα μας έβρισκαν, ούτε θεωρούσαμε, ότι είναι ποτέ δυνατόν η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον να είναι αγαθό εν ανεπαρκεία.

Βρεθήκαμε απροετοίμαστοι κι ανέτοιμοι –από ‘κει που μας διαβεβαίωναν ότι είμαστε «θωρακισμένοι»– να στροβιλιζόμαστε έρμαια κι έρμοι στη δίνη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μια χώρα κι ένας λαός καρυδότσουφλο στις ατάκες και τις διαθέσεις του κάθε καιροσκόπου, του κάθε τυχοδιώκτη, του κάθε λαοπλάνου. Εφτά χρόνια κι ακόμα η ίδια –χειρότερα μάλλον– ανοργανωσιά και προχειρότητα, ο ίδιος θυμός κι οργή, η ίδια απογοήτευση κι απελπισία.

Τα Χριστούγεννα έρχονται και παρέρχονται με την ίδια συνέπεια που ανανεώνουμε τις ευχές μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις διαψεύσεις μας κι αντί να στοχεύουμε να ξανάρθουν και να ξαναζήσουμε –κι εμείς, γιατί όχι;– μαζί με τα παιδιά μας, τους συγγενείς και τους φίλους μας, κάποια Χριστούγεννα στο εγγύς μέλλον, κάποιες μελλοντικές γιορτές και Πρωτοχρονιές, ακόμα καλύτερα και πιο ευτυχισμένα απ’ αυτές τις περασμένες, που στις μέρες μας νοσταλγούμε κι αναφερόμαστε με περισσή γλύκα, αρκούμαστε να πέφτουμε στην παγίδα της μελαγχολίας, της απογοήτευσης και της παραίτησης.

Ούτως ή άλλως ο κόσμος προχωρά, αλλάζει, δύσκολα πια στις μέρες μας ή περισσότερο επίπονα και κοπιαστικά, αλλά όλα πάνε μπροστά· όπως πάντα. Παραιτημένοι, δύσθυμοι, με τις ιδεοληψίες και τον εγωκεντρισμό μας θα σερνόμαστε σ’ αυτό το δρόμο για χρόνια, για δεκαετίες, ακολουθώντας, ουραγοί, ένα αύριο που –ούτως ή άλλως– έρχεται, που θα διαμορφώνεται από άλλους, δίχως να μας λογαριάζουν και δίχως να μας δίνουν λογαριασμό. Παράταιροι επαίτες, σολίστες –ρολίστες για τους «εντός»– της –άγνωστης για τους ορθολογιστές «εκτός»– «πολιτικής διαπραγμάτευσης».

Καλό θα είναι, λέω εγώ, αντί να συγκρίνουμε τον καιρό μας και τις μέρες μας με άλλους καιρούς, που ζήσαμε, που ξεσαλώσαμε και –τελικά– πληρώνουμε, αντί να κλαψουρίζουμε παραπονιάρικα για το άδικο που μας βρήκε, για τους ξένους που μας κατατρέχουν και το ριζικό μας το κακότυχο, να κάτσουμε από κοινού γι΄αυτούς που αποφασίζουν κι όλοι μαζί ν’ ακολουθήσουμε, να σχεδιάσουμε πώς θα θέλαμε να ζήσουμε τα Χριστούγεννα του 2017, του ’18, του ’20 και πάει λέγοντας. Πώς θα θέλαμε να γιορτάζουμε, να γιορτάζει ο λαός, η χώρα μας αυτές τις μέρες, αλλά και κάθε γιορτή ή –πολύ περισσότερο– κάθε μέρα. Η συνεννόηση δεν είναι πλέον ανάγκη από τα πράγματα, αλλά επιτακτικό καθήκον. [Αν κάπου ταιριάζει γάντι ο όρος «πολιτική διαπραγμάτευση» είναι εδώ].

Αν δεν κοιταχτούμε με ειλικρίνεια πρώτα εμείς, μεταξύ μας, ίσια στα μάτια, όσες γλυκές ματιές κι αν ανταλλάξουμε με την κάθε Μέρκελ ή όσες φαρμακερές κι αν ρίξουμε στον κάθε Σόιμπλε, στα τυφλά θα στριφογυρίσουμε για χρόνια και στραβά θα συνεχίσει ν’ αρμενίζει το καραβάκι μας –κι όχι μόνο κάθε Χριστούγεννα, μα, σίγουρα, δεν θα φταίει ο γιαλός γι’ αυτό.

Καλή Πρωτοχρονιά!


Photo: Desktop Nexus

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Ποιος προϋπολογισμός;


Αντί να απαιτήσουμε τα αυτονόητα και να διεκδικήσουμε, να προσπαθήσουμε, για την με κάθε τρόπο εφαρμογή τους, λακίσαμε, οι μεν της εξουσίας, άλλος για το σπίτι ή το καφενείο κι άλλος κατά πού φυσάει ο άνεμος, οι δε λοιποί, άλλος για τις πλατείες κι άλλος στους πέντε ανέμους.

Θελήσαμε –και πετύχαμε– αντί η χώρα ν’ αντιμετωπίσει με σθένος κι αποφασιστικότητα τις χρόνιες δυσλειτουργίες και προβλήματα, να την καταστήσουμε παρία και περίγελο της οικουμένης, ανυπόληπτη κι ευάλωτη στις διαθέσεις του κάθε τυχοδιώκτη. Ποδοπατήσαμε θεσμούς, νόμους και σύμβολα κι υψώσαμε τείχη διχασμού, λάβαρα μίσους, παντιέρες καταστροφής.

Θελήσαμε –και πετύχαμε– αντί το πολιτικό σύστημα ν’ αλλάξει, να βελτιωθεί, να προσαρμοστεί στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της δύσκολης συγκυρίας, ν’ αποσυντεθεί και να κατακερματιστεί, να διαλυθεί. Κλείσαμε μάτια κι αυτιά προς τη λογική κι ανοίξαμε διάπλατα και τις δυο παλάμες προς το κτίριο της Βουλής. Κλείσαμε δρόμους, μαγαζιά, δουλειές κι ανοίξαμε λογαριασμούς με φασίστες, με δανειστές, αλλά και με την Ιστορία.

Μιλάμε τώρα όλο για τα ίδια και τα ίδια, αν κι είναι προφανές ότι τίποτε δεν θέλουμε ν’ αλλάξει. Κοροδευόμαστε καθώς ο καιρός περνάει, κλαψουρίζουμε, αλλά κατά τα λοιπά τα πάντα όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν και να εξελίσσονται σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Όλα, τρόπος του λέγειν, εφόσον οι πολλοί βλέπουν καθημερινά την οικονομική τους κατάσταση να χειροτερεύει και την ποιότητα της ζωή τους να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο.

Είναι τραγική αυτή η οπισθοδρόμηση, αυτό το χάσιμο στο τίποτα, αυτή η καθημερινή αργόσυρτη διολίσθηση στη θλίψη, στη μελαγχολία, στην παραίτηση. Πόσο οδυνηρό, μετά το ξέσπασμα, το κρεσέντο, την ελπίδα, να κυριαρχούν η διάψευση, το τέλμα, η απελπισία, η παραίτηση.

Κατεβάσαμε τα χέρια γιατί βιαστήκαμε να τα σηκώσουμε σε λάθος κατεύθυνση. Σφραγίσαμε τα χείλη γιατί βιαστήκαμε ν’ αφήσουμε την οργή απ’ αυτά να ξεχειλίσει. Πάγωσε η καρδιά γιατί βιαστήκαμε να πετροβολήσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Σκοτείνιασε το παρόν και το μέλλον γιατί βιαστήκαμε ν’ ακολουθήσουμε τυφλά το ψεύδος, τη συκοφαντία, την παραπλάνηση. Παραιτηθήκαμε γιατί βιαστήκαμε να προσπεράσουμε τον καθρέφτη για να μη δούμε το είδωλό μας να μας φτύνει.

Τίποτα δεν έχει πλέον σημασία, τίποτα απ’ όλα αυτά, από αυτά που έγιναν· το τι κάνουμε μετράει, τι κάνουμε κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε μέρα. Υπάρχουμε, είναι το μόνο σίγουρο, από ‘κει και πέρα; Άλλος θα πει διαμαρτυρόμαστε, άλλος διαπραγματευόμαστε, άλλος αντιπολιτευόμαστε, άλλος πληρώνουμε κι άλλος δουλευόμαστε. Εγώ πιστεύω, δεν κάνουμε απολύτως τίποτα. Τίποτα που να ‘χει ουσιαστικό αντίκρυσμα την αναστροφή της μέχρι σήμερα αδιέξοδης πορείας και το ξεκίνημα για επιστροφή στην κανονικότητα ως συγκροτημένη χώρα, ως ανεπτυγμένη κοινωνία.

Επιστροφή σε μια κανονικότητα σταθερότητας, εμπιστοσύνης κι αξιοπρέπειας, κατ’ αρχήν, κι όχι σ’ αυτό που, λίγο-πολύ, νομίζαμε σαν κανονικότητα μέχρι το 2009. Επιστροφή της ζωής του καθενός σ’ ένα περιβάλλον ασφάλειας, δικαιοσύνης, νομιμότητας, σ’ ένα αξιόπιστο πλαίσιο αξιών, παιδείας και πολιτισμού. Επιστροφή σε μια χώρα δημοκρατική, ελεύθερη, δημιουργική. Επιστροφή σ’ ένα κράτος που δεν «τρώει», ούτε βολεύει επιλεκτικά τα παιδιά του, δεν είναι τροχοπέδη κι εμπόδιο στη ζωή τους, αλλά προσφέρει ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες προκοπής, ανάπτυξης, ικανοποίησης, εξέλιξης.

Γι’ αυτά τα αυτονόητα, που πρόχειρα ανακαλώ στη μνήμη, κιοτέψαμε. Όλοι. Τι σημασία, αν πρώτοι και καλύτεροι το ‘βαλαν στα πόδια εκείνοι που είχαν την ευθύνη πρώτοι να διαγνώσουν, να επισημάνουν, να μεριμνήσουν; Τι νόημα έχει τώρα πια, αν όλοι εμείς ακολουθήσαμε –όπως από πάντα– σαν άβουλοι το ρεύμα; Το αποτέλεσμα, η απάντηση, επιπλέει όζουσα φαρδιά πλατιά στο σημερινό τέλμα, κολλημένη ρυπαρή χαλκομανία στον τοίχο του αδιέξοδου. Με το να ρίχνουμε ο ένας τις ευθύνες στον άλλο πού οδηγεί; Ποιος δεν βλέπει τώρα πια τ’ αποτελέσματα; Δικαιολογίες χίλιες κι ακόμα περισσότερες. Ε, και;

Αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτά που έχουν ήδη αποφασιστεί, αλλά –κι ακόμα περισσότερο– σ’ αυτά που εκ των πραγμάτων θα έρθουν για να κλείσει ο επόμενος λογαριασμός ή ο μεθεπόμενος και πάει λέγοντας. Και, ξέρεις κάτι; Θέλουμε και τα παθαίνουμε, γιατί –ιδίως μετά το Γενάρη του ‘15– όχι μόνο δεν κάνουμε κάποια απ’ τα αυτονόητα, αλλά ψηφίζουμε με το κιλό και με τους τόμους τις συμφωνίες που υπογράψαμε, στην πράξη όμως σφυρίζουμε αδιάφορα και κάνουμε τα εντελώς αντίθετα.

Γι’ αυτό πιστεύω, ότι δεν είναι μόνο θέμα ιδεοληψιών, προσώπων ή πολιτικών, είναι θέμα πρωτίστως νοοτροπίας και κουλτούρας. Γι’ αυτό δεν εμπιστεύομαι ούτε τις επιλογές της παρούσας κυβέρνησης, αλλά ούτε και τη λύση των εκλογών. Αν ήθελαν κι αν θελήσουν μπορούν. Δεν είναι δυνατόν, από τη στιγμή που οι ζωές μας έχουν ανατραπεί κι ένα κράτος έχει έρθει τα πάνω κάτω, να θέλουμε το πολιτικό παιγνίδι να εξακολουθεί να παίζεται με τους όρους και τις συνήθειες του παρελθόντος. Κυβέρνηση – αντιπολίτευση, κοντρίτσες στα τηλεπαράθυρα και στη Βουλή, λόγια κι υποσχέσεις για το πόπολο και κάθε τρεις και λίγο εκλογές, φύγε συ, έλα συ.

Μια κυβέρνηση, η όποια κυβέρνηση, αποφασισμένη να υλοποιήσει, όχι το πρόγραμμα του Προκρούστη, όπως φαντάζουν –κι εν πολλοίς είναι– τα μνημόνια, αλλά μια πολιτική εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών, απλούστευσης του πολυδαίδαλου μηχανισμού απόδοσης της δικαιοσύνης και της απελευθέρωσης –νομίζω καταλαβαίνεις την έννοια της λέξης– της οικονομίας απ’ τον κρατικό εναγκαλισμό και τη διαπλοκή, και την ελπίδα και την αξιοπρέπεια και την κυριαρχία θα επανέφερε στον τόπο· θα μας επέστρεφε και πάλι τις ζωές μας και θα γυρνούσε –επιτέλους– η ψυχή μας απ’ την… Κούλουρη της εφορίας, του ΕΝΦΙΑ, της ανεργίας και της φτωχοποίησης.

Τι στόχοι, προϋπολογισμοί, μεσοπρόθεσμα κι αξιολογήσεις, αν μόνοι μας δεν μπορούμε να συμμαζέψουμε τα του οίκου μας, ότι κι αν πουν οι άλλοι δίκιο θα ’χουνε. Από ‘κει και πέρα, ας χαλάμε εμείς τις καρδιές μας στα διαδίκτυα για το ταξίδι στην Κούβα ή για το πρωθυπουργικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη, αλλού βρίσκεται ο λάκκος στη φάβα και δεν θέλει και πολύ μυαλό για να το καταλάβεις· ρίξε μια ματιά στον προϋπολογισμό του 2017.

Οι πιο πολλοί –με τα πολλά– το καταλάβαμε κάπως, νομίζω, μακάρι κι αυτοί που πρέπει να το καταλάβουν πριν να ‘ναι για όλους αργά, πάρα πολύ αργά…

Photo: Newsbeast