Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Ποια Αμφίπολη;


Η είδηση δεν θ’ απασχολήσει πολλούς, κάποιοι σίγουρα ούτε θα την «πάρουν είδηση». Μετά την υπερπροβολή και τη δημοσιότητα του περασμένου χρόνου, ένας χώρος που έγινε σημείο καθημερινής αναφοράς και αιτία εθνικής υπερηφάνειας κι έξαρσης, πέρασε μέσα σ’ έξι μήνες στην αφάνεια και τη σιωπή.

Τι έγινε ή τι γίνεται στην Αμφίπολη, για να πω την αλήθεια, δεν είναι εκείνο που για να γραφτούν αυτές οι σειρές έδωσε την αφορμή. Τα σημαντικά ή τ’ ασήμαντα, τις πολιτικές ή άλλες αρχαιολογικές σκοπιμότητες, ας τ’ αναζητήσουν κι ας τ’ αναλύσουν οι γνωρίζοντες κι οι επαΐοντες. Εκείνο που μου κίνησε το ενδιαφέρον είναι η ευκολία με την οποία –για μια ακόμα φορά–  το παλλαϊκό σχεδόν ενδιαφέρον έγινε τόσο σύντομα σιωπή κι αδιαφορία κι από τα πελάγη εθνικής περηφάνιας κι ενθουσιασμού γυρίσαμε τις πλάτες και ξεχάσαμε ένα μνημείο, μια περιοχή, μια δυνατότητα.

Μπορεί η Αμφίπολη, η κάθε Αμφίπολη αυτού του τόπου που ορίζει τη χώρα που λέγεται Ελλάδα, να έχει ή να μην έχει τόση μεγάλη ιστορική σημασία και αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Μπορεί να μην αποτελεί μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, ούτε σημείο κάποιου κορυφαίου γεγονότος ή ταφής κάποιας σημαντικής προσωπικότητας της αρχαιότητας. Δεν παύει όμως, ιδωμένο σ’ ένα αρμονικό κι ενιαίο σύνολο, να συναρθρώνει και να συναποτελεί ψηφίδα σ’ ένα εκ των πραγμάτων αξιοσημείωτο παζλ της Ιστορίας του πολιτισμού και της ανθρωπότητας κι ένα σημαντικό πολιτισμικό «προϊόν» για όλους όσους έχουμε την τύχη να κληρονομήσουμε αυτά τα χώματα.

Διαβάζοντας, λοιπόν, για την απογοήτευση ευκαιριακών «επενδυτών» και καφετζήδων της περιοχής, σκέφτομαι πόσο ευκαιριακά κι επιπόλαια προσεγγίζουμε διαχρονικά ως οργανωμένη κοινωνία και κράτος τον «πλούτο» που δημιούργησαν εν αγνοία τους πρόγονοι που γεννήθηκαν, έζησαν ή εποίκησαν αυτόν τον τόπο, άνθρωποι που δημιούργησαν, πολέμησαν, αγωνίστηκαν, ψυχαγωγήθηκαν, λάτρεψαν. Κι αυτό που διαπιστώνω, δεν είναι κάτι, ούτε καινούργιο, ούτε πρωτότυπο.

Το παράδοξο όσο κι εξοργιστικό είναι, ότι δεν είμαστε ικανοί κι άξιοι –θα έλεγα– να πάρουμε αυτήν την σπουδαία κληρονομιά και να της δώσουμε την τιμή και τον σεβασμό που της πρέπει. Αδυνατούμε να δώσουμε μια σταλιά υπεραξία και να επενδύσουμε ως λαός πάνω σ’ αυτό που, όχι μόνο έχει πραγματική αξία κι ενδιαφέρον, αλλά τολμάμε κάθε λίγο και λιγάκι να επικαλούμαστε και να περηφανευόμαστε. «Πίνουμε νερό» στ’ όνομα των αρχαίων, αλλά οι αρχαιολογικοί μας χώροι πνίγονται από τα ξερόχορτα και την εγκατάλειψη.

Η γνωστή επωδός αυτών των δυσάρεστων διαπιστώσεων, δεν μπορεί να ‘ναι άλλη από «το κράτος πρέπει…» ή «η πολιτεία θα έπρεπε…». Πόσο βαθιά είναι περασμένη στο DNA μας αυτή η αντίληψη. Δεν έχουμε κι άδικο, αφού από την πρώτη στιγμή που θα γεννηθούμε το κράτος με τα όργανα, τους θεσμούς και τις διαδικασίες του είναι πανταχού παρόν σε κάθε βήμα, σε κάθε εκδήλωση, σε κάθε μας συμβάν. Όταν όλα κυλάνε καλά, ούτε γάτα ούτε ζημιά, όλα μέλι γάλα. Ουέ κι αλίμονο μόλις γίνει «η στραβή», μην τύχει να πλημμυρίσει κανένας χείμαρρος ή να καεί κανένα σπίτι στο δάσος. Τότε ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε.

Κάπως έτσι συμβαίνει από πάντα και με τα αρχαία μας, με την πολιτιστική μας κληρονομιά. Το κράτος έχει την ιδιοκτησία, τη χρηματοδότηση, την ευθύνη, τον πρώτο και τελευταίο λόγο για κάθε τι που σχετίζεται με τα μνημεία και τη διαχείρισή τους, με τη φύλαξη, την προστασία και την αξιοποίησή τους. Υπουργοί καθορίζουν κατά τα δοκούντα της εκάστοτε κομματικής αντίληψης –όπως συμβαίνει και με τόσα άλλα της πολιτικής στη χώρα μας– όλα όσα σχετίζονται με τη χρηματοδότηση, τις προσλήψεις, τις εργασίες κ.ο.κ. Η καθημερινότητα της κρατικής μηχανής και των κομματικών μηχανισμών διαπερνά πέρα ως πέρα και το πολιτιστικό πλεονέκτημα της χώρας, μετατρέποντάς το σε εργαλείο ισχύος και δύναμης όχι στον ανταγωνισμό με άλλα εφάμιλλης αξίας και κύρους μνημεία άλλων χωρών, αλλά επικράτησης και κυριαρχίας στο εσωτερικό, μόνο για επικοινωνιακούς και ψηφοθηρικούς σκοπούς.

Δεν φταίει, λοιπόν, για την εγκατάλειψη της Αμφίπολης το ότι δεν βρέθηκε ο τάφος του Μεγαλέξανδρου, ούτε η ερήμωση του ιστορικού κέντρου εξαιτίας των συχνών επεισοδίων. Όχι αποκλειστικά τουλάχιστον. Φταίει ότι την Αμφίπολη την προσεγγίζουμε και την αξιοποιούμε σαν καταναλωτικό προϊόν τρέχουσας πολιτικής, σαν εφήμερο και περιστασιακό πυροτέχνημα για να συνεγείρουμε αφελείς πατριώτες και να την ξεχάσουμε μόλις επιτελέσει το ρόλο της ή τελειώσουν τα λεφτά. Φταίει ότι και στον τομέα του πολιτισμού σχεδιάζουμε στο γόνατο κι αποφασίζουμε στο πόδι. Φταίει το ότι ο πολιτισμός δεν είναι ιστορία σε σχολικό εγχειρίδιο, αλλά καθημερινή πρακτική.

Όπου κατορθώσαμε, έστω και περιστασιακά, να ξεφύγουμε απ’ αυτή τη λογική, όπου η πολιτισμική κληρονομιά εντάχθηκε σ’ έναν συνολικό σχεδιασμό, σ’ ένα συνεπές και τεκμηριωμένο μακροπρόθεσμο πρόγραμμα και σχέδιο τ’ αποτελέσματα «μίλησαν» κι εξακολουθούν να μας μιλάνε μόνα τους στις Κυριακάτικες βόλτες μας. Η Πλάκα το μαρτυράει. Η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων, η ανάπλαση του ιστορικού κέντρου. Ήταν η εποχή που το όραμα της Μελίνας ταυτίστηκε με τις ανάγκες της πόλης, με τον πολιτιστικό βηματισμό της χώρας. Ήταν η εξαίρεση, η φωτεινή έξαρση. Ήταν η επιβεβαίωση του κανόνα.

Αυτή τη «βιομηχανία» έχει σταθεί αδύνατο να την αναπτύξουμε και να την προβάλουμε αξιόπιστα και δυναμικά ως χώρα. Ψάχνοντας την ανάπτυξη στο τσιμέντο των δημόσιων έργων, παραβλέψαμε τα έργα των αρχαίων, των προγόνων μας. Εκεί όμως βρίσκεται το μέλλον. Αυτό είναι το ασφαλέστερο «παρελθόν» που έχει τη δύναμη και την ενέργεια να μας ωθήσει με ασφάλεια στο μέλλον. Όχι, ασφαλώς, αυτόματα, αλλά με σκληρή δουλειά, συνέπεια κι αποφασιστικότητα. Χρειάζεται να απεγκλωβιστούν και στον τομέα αυτό οι ενεργές δυνάμεις του τόπου, της κάθε περιοχής, της κάθε γωνιάς της πατρίδας μας. Είναι απαραίτητο ο πολιτισμός να περάσει στα χέρια των τοπικών κοινωνιών, των πολιτών. Να περάσει στη βάση ενός εθνικού σχεδίου πολιτιστικής ανάπτυξης σε συνεργασία με τους ειδικούς, αλλά και με τους επενδυτές.

Τότε από τον καντινιέρη της Αμφίπολης μέχρι τον ξενοδόχο της Ολυμπίας, θα μπορούν να γνωρίζουν σε βάθος χρόνου για το ποιες είναι οι προοπτικές κι η ασφάλεια τής επένδυσής τους, δίχως να κινδυνεύουν με λουκέτο μόλις τα συνεργεία της τηλεόρασης κι οι πρωθυπουργοί αποχωρήσουν από την περιοχή τους.

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Το δαχτυλάκι της Καρυάτιδας.


Ειδικός δεν είμαι, ούτε αρχαιολάτρης θα μπορούσα να χαρακτηριστώ, αλλά μετά την ταλαιπωρία της Αντιγόνης στο Χαλάνδρι, ήρθαν δυο ειδήσεις μέσα στο Σαββατοκύριακο να με γαληνέψουν, να με ημερέψουν. Ναι, αυτό ένιωσα πρώτα μέσα στην ψυχή απ’ τις ειδήσεις αυτές, τη μια με το που την είδα, την άλλη με το που τη διάβασα. Μετά ήρθαν ο θαυμασμός κι η συγκίνηση. Μετά, ώρες πολλές, όταν είδα και ξαναείδα, όταν διάβασα κι αναζήτησα λεπτομέρειες και πληροφορίες περισσότερες, Δευτέρα πια, αισθάνθηκα χαρά κι ικανοποίηση. Συνειδητοποίησα για πόσα μπορούμε να είμαστε περήφανοι, πόσα μπορούν να μας χαρίσουν γεγονότα χαράς κι ευχαρίστησης, πόσα μπορούν να μας ενώσουν, πόσα μπορούν ν’ αποτελέσουν το μίτο για ν’ αναζητήσουμε τη διέξοδο από το λαβύρινθο της κρίσης που μας καταπίνει.
Η εικόνα της λεπτομέρειας από τα πόδια της Καρυάτιδας με καθήλωσε. Εντυπωσιακή. Πού είχε φτάσει η τέχνη πριν τόσες χιλιάδες χρόνια; Ποιος καλλιτέχνης φιλοτέχνησε αυτά τα θεσπέσια δάχτυλα για να τα φυλακίσει αιώνια μέσα σ’ έναν τάφο; Πόσα αγάλματα και κειμήλια κρύβει άραγε στα σπλάχνα της η γη που πατούμε και την ορίζουμε για πατρίδα μας; Πόσα μνημεία άγνωστα στους πολλούς ή παντελώς ξεχασμένα βρίσκονται διάσπαρτα απ’ άκρο σ’ άκρο σ’ αυτή τη χώρα που λέγεται Ελλάδα και που παγκόσμια αναγνωρίζεται ως κοιτίδα του πολιτισμού και της δημοκρατίας;
Μ’ αυτή την εικόνα καρφωμένη στο μυαλό διάβασα τη δεύτερη είδηση, για το ξαναζωντάνεμα μετά από 2500 χρόνια του αρχαίου θεάτρου της Λάρισας. Με συγκίνησε. Το «Διάζωμα», είχε την πρωτοβουλία με την ευκαιρία της γενικής συνέλευσης των μελών του κι έδωσε την ευκαιρία σ’ αυτόν τον χώρο, που τυχαία ανακαλύφθηκε, να ξαναζήσει. Δουλειά αθόρυβη, μα τόσο ουσιαστική. Διάβασα για το εξαίρετο έργο του ΑθανάσιουΤζαφάλια –άραγε ποιος από μας τους μη «ειδικούς» τον έχει ακούσει; Μακριά απ’ τα φώτα της δημοσιότητας, μα τόσο μέσα στην ψυχή αυτής πατρίδας. Αυτής της γης που την πατούμε, αυτής της χώρας που την ποδοπατούμε στα ουσιαστικά και τα σπουδαία και την εξυμνούμε τάχα με φανελάκια και τη γαλανόλευκη στα κάγκελα.
Οι κληρονομιές αυτές είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε απ’ τους προγόνους μας. Αυτά τα μάρμαρα κι οι ιστορία τους, οι άνθρωποι κι ο πολιτισμός τους ήταν τα διαβατήριά μας για να βρεθούμε ελεύθεροι σ’ ένα ανεξάρτητο κράτος. Όλα αυτά που έχουν διασωθεί, ανακαλυφθεί, αλλά και όλα εκείνα που έχουν κλαπεί, λεηλατηθεί ή απόκεινται σε κάποιες γωνιές θαμμένα, σκόρπια, σιωπηλά και άγνωστα.
Είναι τόσα πολλά που μας προσέφεραν, είναι τόσα πολλά εκείνα που μας προσφέρουν. Αλλά από τότε, από τα πρώτα σκιρτήματα λευτεριάς, αυτά τα μάρμαρα έγιναν ταυτόχρονα και το ασήκωτο φορτίο μας στο δρόμο προς τα μπρος, η βαριά σκιά που ρουφά το φως της γνώσης και του μέτρου. Ένα διαρκές σημείο τριβής και διαπάλης μεταξύ μας για τη γλώσσα, για τη βούληση, για το πολίτευμα, για όλα όσα το αρχαίο πνεύμα δημιούργησε, επινόησε, εμπνεύστηκε.
Το αρχαίο ιδεολογικοποιήθηκε και καταναλώθηκε σε έναν αλυσιτελή αγώνα με το παρόν ενός μακρινού πια παρελθόντος. Σμικρύνθηκε για να χωρέσει στον πεπερασμένο χρόνο εκείνων που μπορούσαν να ρυθμίζουν τα δημόσια χρονόμετρα. Αποξενώθηκε από τον λαό και κλείστηκε σε σιωπηλά μουσεία, σε άψυχα βιβλία, σε στημένες επετείους. Ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας κι όλη αυτή η παρέα των μεγάλων με σύμβαση διοριστήκαν στο δημόσιο.

Ο συνεκτικός κρίκος, ο ομφάλιος λώρος, όχι μόνο με το παρελθόν και την Ιστορία, με τις ρίζες, αλλά με τον διπλανό, τον αδελφό, τον ίδιο τον πατέρα και τη μάνα που μας γέννησε, διερράγει, έσπασε σε μύρια κομμάτια, σμπαράλια. Όπως τα μάρμαρα που σκόρπια κείτονται δώθε κείθε σ’ όλη την Ελλάδα. Το νήμα που θα μπορούσε για αιώνες και για πάντα να μας κρατά ενωμένους μαζί για να μη χάσουμε το δρόμο, αλλά και τα ιδανικά και τις αξίες των προγόνων, για ανθρωπισμό, δημοκρατία, ελευθερία, δικαιοσύνη, διακόπηκε για να μπορεί η μοίρα, η κοινή μας και οι τύχες μας, να συνεχίζουν ή να διακόπτονται ανάλογα με τις βουλές και τα συμφέροντα εξουσιών και κρατούντων.
Δεν είναι τυχαίο που μέχρι χτες ή κάποιοι ακόμα και σήμερα πιστεύουν, πως όλα τ’ αγάλματα και οι ναοί που βλέπουν, ήταν από πάντοτε κατάλευκοι. Μήπως κι εγώ, ντροπή δεν νοιώθω να το γράψω, αλλά ντροπή ένοιωσα, όταν κατάλαβα, μετά από τόσα χρόνια στα θρανία, πως τα μάρμαρα ήταν έγχρωμα κι είδα απεικονίσεις κι αναπαραστάσεις για τη μέθοδο. Πού; Εκεί που είναι κι άλλα πολύτιμα απ’ μάρμαρα του Παρθενώνα εκτεθειμένα, μαζί μ' εκείνη την ξενητεμένη Καρυάτιδα.
Δεν είναι τυχαίο που ζούμε στην Ελλάδα κι αντί για τη γλωσσολαλιά εκείνη, την αρχαία, λατρεία να αισθανόμαστε και περηφάνια, που είναι γλώσσα δυνατή κι έδωσε ήχους και λέξεις και ζωή σε μύριες όσες άλλες, αποστροφή αισθανόμαστε κι αδιαφορία. Γιατί αντί τους ήχους της να μας διδάξουν, τα νοήματα, να αισθανθούμε στην ψυχή βαθιά και να την αγαπήσουμε μ’ όλο το ρίγος και το δέος που μπορεί να διεγείρει, τις υπογεγραμμένες και τις δασείες μας διορθώνανε και μας αφήνανε στην ίδια τάξη αν τις μεταφράσεις δεν ξεφουρνίζαμε παπαγαλία.
Πολλά δεν είναι τυχαία στην πατρίδα μας, αλλά κι αυτήν την ώρα που κάτι πρέπει να βρούμε που να μας κρατά ενωμένους και να μας δίνει δύναμη, έμπνευση, αλλά και πλούτο, πάλι αναζητάμε μέσα στο ψέμα και την υπερβολή την όποια αντίθεση, ό,τι μπορεί και πάλι να μας κρατήσει στα ίδια, τα παλιά, τα τετριμμένα.
Οι αρχαίοι διδάσκονταν απ’ τα λάθη τους. Οι καταστροφές τους έδιναν κουράγιο, οι κίνδυνοι τους ένωναν. Εμείς γιατί δεν προσπαθούμε έστω στο δαχτυλάκι να τους μοιάσουμε; Αυτό το μικρό, το τόσο καλαίσθητο και καλοδιατηρημένο, που ήρθε στο φως στον τάφο της Αμφίπολης, τούτη την κρίσιμη εποχή, ίσως για να μας ευαισθητοποιήσει, να σημάνει το κουδούνι του κινδύνου για τα όσα διακυβεύονται, αν έτσι όπως προχωράμε συνεχίσουμε.

Κάποιοι υπομονετικά το δρόμο αυτό επιμένουν, παρά τις δυσκολίες, να φωτίζουν, μπορούμε και πρέπει να τους αναζητήσουμε.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

"Μην τον ρωτάς τον ουρανό".


Λόγο το λόγο και κουβέντα την κουβέντα έχουμε βρεθεί προ πολλού αλλού, πέρα και μακριά από αξίες, συνήθειες κι εποχές. Πήραν τα χρόνια τα αρώματα, τις γεύσεις, τις «καλημέρες», αλλά και τα οράματα και τις ιδέες κι άφησαν πίσω τους την πίκρα της απογοήτευσης, τη θλίψη της διάψευσης, τη μελαγχολία της μοναξιάς, την οργή της απελπισίας. Η σκόνη του χρόνου, που τζούζει στα μάτια και τα κάνει να δακρύζουν συχνότερα, σκεπάζει μέρα τη μέρα το παρόν, που, όπως έρχεται και σμίγει με πτυχές της κρίσης, γίνεται ακόμα πιο πνιγυρό, πιο απάνθρωπο, πιο αφιλόξενο. 

Μας πήρ’ ο πόνος και νυχτωθήκαμε. Μέσα σ’ αυτό το ζοφερό σήμερα, που νομίζουμε έχουν ακυρωθεί όλες μας οι δυνατότητες κι έχουν σβήσει όλες οι ελπίδες, παραβλέπουμε ότι υπάρχουν διέξοδοι κι έξοδοι κινδύνου, υπάρχουν αλέες και ξέφωτα ζωντάνιας, υπάρχουν άνθρωποι και όνειρα υπαρκτά, υπάρχουν τρόποι και μέθοδοι, αντίδρασης, αντίστασης, δημιουργίας και διαφυγής. 

Αν απλώσουμε το χέρι, θα διαπιστώσουμε ότι μέσα στο σκοτάδι, αλλά πάντα εκεί δίπλα μας, υπάρχει και κάποιο άλλο ή κάποια άλλα χέρια απλωμένα. Χέρια που αναζητούν και ψάχνουν, υποφέρουν κι αγωνιούν, ελπίζουν και περιμένουν. Χέρια που, αν δεν τα ξεπεράσεις με τη βιασύνη της καθημερινής ανάγκης, της πολυάσχολης ατομικότητας, της αδιάφορης ρουτίνας, μπορούν να σε κατευθύνουν, όπως θα σμίξετε, σ’ ένα νοσταλγικό και φορτισμένο πισωγύρισμα, που θα πλημμυρίζει όμως από τ’ αρώματα της ελπίδας και τις γεύσεις τις ζωής. Δεν θά ‘ναι μια απελπισμένη βουτιά στο παρελθόν, αλλά ένα δημιουργικό και ζωογόνο σάλτο στο μέλλον. 

Το βλέμμα σου το σκοτεινό, αυτό που έχει σκεπαστεί από το βαρύ πέπλο της νύχτας, θα μπορέσει να φωτιστεί και να φωτίσει το σκοτάδι και να διακρίνει, να ξεχωρίσει και να προσπεράσει, τελικά, ό,τι μας βρήκε κι ότι μας λύπησε. Ν’ αφήσει πίσω το σκοτάδι και την παγωνιά της αλοτρίωσης, της αποξένωσης, του ανταγωνισμού και να ανασάνει φράσκιες ανάσες ζωής με μια ματιά, μ’ ένα φιλί, μ’ ένα τραγούδι. 

Μ’ ένα τραγούδι. 

Πόσα μας έμαθε ο Χατζιδάκης! Πόσα όνειρα μας κέντισε ο Ξαρχάκος! Πόσες ελπίδες μας ύφανε ο Θεοδωράκης! Πόσοι έρωτες, πόσες αγάπες, πόσες πίκρες κι απογοητεύσεις. Πόσες ζωές φύγαν με τα καμιόνια των δεκαετιών στον περασμένο αιώνα. Πόσες αναμνήσεις φορτώσαμε στους ώμους μας, σαν βάρος δυσβάσταχτο, σαν διάψευση και σαν απαντοχή. Αυτές οι ζωές, που δεν ήταν ομορφότερες γιατί ήταν φτωχικές, που δεν ήταν ελκυστικότερες γιατί ήταν αθώες, που δεν ήταν πεφωτισμένες γιατί ήταν συλλογικότερες, αυτές οι ζωές, οι περασμένες μας κι όσες έχουν φύγει, αυτές που ζουν μέσα απ’ τα τραγούδια, στα βιβλία, στον κινηματογράφο, την ποίηση, τη ζωγραφική, αυτές είναι η προίκα μας, ο πολιτισμός μας. Μπορεί να μην ανοίγεις πια το ράδιο και ν’ ακούς «Μην τον ρωτάς τον ουρανό», όμως ο ουρανός είναι εκεί, το ίδιο γαλανός, το ίδιο ξάστερος, το ίδιο μυστηριώδης κι ερωτικός. Μπορεί ο Χατζηδάκης να μην είναι εδώ, αλλά είναι διαρκώς παρών, επίκαιρος, αλλά και βασανιστικά προνοητικός. 

Το ένιωσα έντονα πριν λίγες μέρες, μαζί νομίζω μ’ άλλες τέσσερις- πέντε χιλιάδες κόσμο. Μέσα από τραγούδια που ένωσαν φωνές, αλλά και ζωές, που έφεραν το χτες στο σήμερα, όχι σαν βάρος και πίκρα, αλλά σαν φως κι ελπίδα ζωής. Μέσα στη νύχτα που φωταγωγήθηκε από δράσεις προσφοράς και ανιδιοτέλειας, κάτω απ’ την Ακρόπολη που έλαμπε σαν αστέρι στον ουρανό επισκιάζοντας όλα όσα αυτές τις τέσσερις-πέντε χιλιάδες κόσμου χώριζαν. 

Μπορούμε να πιάσουμε την άκρη του νήματος προς το αύριο, μπορούμε να σταθούμε όρθιοι μέσα στην καταιγίδα, μπορούμε να βρεθούμε και πάλι στο μονοπάτι της ελπίδας. Ας πάρουμε δύναμη, κουράγιο και πείσμα από αυτά που ο καθένας κουβαλάει μέσα του, απ’ αυτά που η συνείδησή του υπαγορεύει σαν σωστά, απ’ αυτά που η ψυχή του αισθάνεται ανθρώπινα. 

Γύρω μας υπάρχουν πάντα μοναδικές ευκαιρίες να ζωντανέψουμε την ελπίδα και την ελπίδα μας. Ας τολμήσουμε ν’ απλώσουμε με σιγουριά το χέρι για να διαπιστώσουμε πόσο κοντά μας είναι, πόσο εύκολο είναι. 

Εμείς έχουμε τις απαντήσεις, ο ουρανός είναι εκεί για να μας εμπνέει. Ας στρέψουμε το βλέμμα να τον κοιτάξουμε.


Κάποιες σκέψεις που γεννήθηκαν όπως οι φωνές της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, του Νίκου Πορτοκάλογλου και του Βασιλικού έσμιγαν μοναδικά σε τραγούδια από τον ελληνικό κινηματογράφο στο Ηρώδειο, "Μαζί για το παιδί".

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

«Geia sas Elláda!»


«Με το "Geia sas Elláda!", o Chris Hadfield έστειλε τα διαστημικά χαιρετίσματά του στις 14 Ιανουαρίου και όπως υποσχέθηκε ανέβασε φωτογραφίες της Ελλάδας από ψηλά», διαβάζαμε, ενώ στο δίπλα δωμάτιο μπερδεύονταν θορυβώντας οι φωνές των δημοσιογραφούντων τηλε-σταρ… Λίστα, λίστες, λιστών. Ίσως δεν υπάρχει περισσότερο χρησιμοποιημένη λέξη το τελευταίο διάστημα.

«Geia sas Elláda!» 'Ισως δεν υπάρχει άλλη χώρα τόσο αγαπησιάρα, τόσο φιλόξενη, τόσο προκλητική, τόσο ελκυστική. Πολιτισμός, ιστορία, φυσική ομορφιά, γευστική κουζίνα. Σταυροδρόμι λαών, γλωσσών, συμφερόντων, ενδιαφερόντων.

«Geia sas Elláda!» Εδώ πάνω, μέσα στην απεραντοσύνη του διαστήματος, ο τόπος αυτός, η γωνιά αυτή της γης με τις πανάρχαιες καταβολές, λαμπιρίζει θαυμάσιος. Βουνά και κάμποι, ακρογιάλια και νησιά, βράχια και χώματα κακοτράχαλα κι ηρωικά, που έσμιξαν διοικητικά κι έγιναν το κράτος που έπεσε στα χέρια σας από το 1833 και μετά, είναι πανέμορφα. Προκλητικά αγκαλιασμένες ομορφιές από καταγάλανα νερά και θάλασσες, που η αρμύρα τους μύρωσε Αργοναύτες και καπετάνιους, ναύτες και πυρπολητές, σκαριά και θωρηκτά, φρεγάτες και μπρίκια, σκούνες και τριήρεις.

Οι μόνοι που, για να δούμε και ν’ αναγνωρίσουμε αυτές τις ομορφιές, να τις πονέσουμε και να τις φροντίσουμε, πρέπει να βρεθούμε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά τους –ίσως πιο πέρα κι απ’ το διάστημα αν γινότανε– είμαστε εμείς, οι Έλληνες. Εμείς αδιαφορούμε και καταστρέφουμε, ότι η φύση κι οι πρόγονοί μας με το πνεύμα τους και το μεράκι τους δημιούργησαν. Εμείς αγνοούμε και υπονομεύουμε την κληρονομιά και τον πλούτο που πατάμε, αναπνέουμε, βλέπουμε. Εμείς βολευόμαστε και κοροϊδευόμαστε με δάνειες ιδέες και εισαγόμενη κουλτούρα. «Geia sas Elláda...»

Ανιστόρητοι, απαίδευτοι, απολίτιστοι, ξερόλες και πεφωτισμένοι περιφέρουν το γαϊτανάκι της εθνικής μας υπεροψίας και σέρνουν χορούς ιδεοληψιών και μοιρολατρίας για δεκαετίες. Αποθεώνουν την περηφάνια τους με βουτιές σε σιντριβάνια και με κρεμασμένες σημαίες στα μπαλκόνια. Εφησυχάζουν όταν ο καλός Θεός τα φέρνει δεξιά κι εκρήγνυνται μόλις ο διαιτητής σφυρίξει ανάποδα το φάουλ. Ο ιδεολογικός αχταρμάς απλώνεται τελευταία κάθε βράδυ πάνω στις γαλάζιες οθόνες και ενθυλακώνεται σε σαστισμένες συνειδήσεις και κουρασμένους καναπέδες. «Geia sas Elláda...»

Από ψηλά δεν φαίνεται η Ελλάδα που γίνεται καυσόξυλα, «βίλες Αμαλία» και γκέτο. Από ‘κει πάνω δεν διακρίνονται συσσίτια, μποτιλιαρίσματα, κλειστά μαγαζιά και σπασμένα μάρμαρα. Απ’ το διάστημα δεν χρειάζονται ονομαστικές ψηφοφορίες για τ’ αυτονόητα, εκλογές για ψύλλου πήδημα, δικαιώματα κι υποχρεώσεις αλά κάρτ. Πάνω απ’ τα σύννεφα δεν ακούγονται οι κραυγές, τα κορναρίσματα, οι σειρήνες, δεν φτάνει ο ήχος της ατομικής απελπισίας, της ομαδικής ανευθυνότητας, της συλλογικής περιφρόνησης. «Geia sas Elláda...»

«Geia sas Elláda!» Ακόμα κι από ‘δω πάνω υπάρχουν δυο μάτια κι ένας φωτογραφικός φακός που θαμπώνονται απ’ την ομορφιά σου κι αποθανατίζουν τις αδρές γραμμές της Ιστορίας σου. Χιλιάδες, εκατομμύρια άλλοι ανά τον κόσμο, θα έβρισκαν εκατομμύρια λόγους για να τα θαυμάσουν από κοντά. Άνθρωποι που το εκπαιδευτικό τους σύστημα, ο πολιτισμός τους ή το προσωπικό τους ενδιαφέρον τους φανέρωσε και τους κίνησε την περιέργεια γι’ αυτή τη μικρή χώρα στην καρδιά της Μεσογείου, στο μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης, στη διαχρονικά ταραγμένη κι ευαίσθητη άκρη της Βαλκανικής Χερσονήσου.

«Geia sas Elláda!» Μπορείτε να σηκωθείτε, μπορείτε να κλείσετε τα μάτια και να δείτε την Ελλάδα από ψηλά... Δεν φαίνονται μόνο αυθαίρετα στις βουνοκορφές, παράνομες χωματερές, καταπατημένες παραλίες, αιθαλομίχλη και αεροψεκασμοί. Εκεί κάτω υπάρχει και μια άλλη δημιουργική Ελλάδα, της τέχνης, της Ιστορίας, της σκέψης, της παραγωγής, της εργασίας και του πολιτισμού, υπάρχει μια ανεξερεύνητη χώρα της έμπνευσης, της φαντασίας, του ονείρου, της αισιοδοξίας και της ελπίδας. Μια Ελλάδα νεανική, παρθένα, πλούσια, ζωντανή.

«Geia sas Elláda!» Αγαπήστε, εξερευνήστε κι ανακαλύψτε τη χώρα σας. Θα σας εκπλήξει και θα σας κερδίσει. Κάντε την Ελλάδα προσωπική σας υπόθεση, κάντε προσωπική σας υπόθεση τη συλλογική σας προσπάθεια. Τολμήστε το.

Φωτο: News247

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Πάμφτωχοι μέσα στον πλούτο.



Οι λίστες άνοιξαν, τους πιάσαμε τους φοροφυγάδες. Ολοκληρώθηκε κι η φορολογική μεταρρύθμιση κι έτσι όλοι οι μαγαζάτορες, οι έμποροι, οι σουβλατζήδες κι οι καφετζήδες μαζί αποδίδουν πλέον στο κράτος τον –ελάχιστο λόγω χαμηλού τζίρου– ΦΠΑ. Οι πρατηριούχοι μπήκαν σε σειρά, οι γιατροί κι οι δικηγόροι, απ’ την άλλη, κόβουν –έστω και «κουτσουρεμένες»– αποδείξεις, όπως πράττουν υδραυλικοί κι ηλεκτρολόγοι, ενώ οι ταξιτζήδες –μετά το άνοιγμα μάλιστα του επαγγέλματος– ούτε που διανοούνται να μην εκδώσουν απόδειξη μετά από κάθε «κούρσα» –ας είναι και διπλομισθωμένη. Τα κρατικά ταμεία εξασφάλισαν για μερικούς ακόμα μήνες μισθούς και συντάξεις.

Η αγωνία για την επόμενη δόση εξέλειπε; Γίναμε επιτέλους πλεονασματικοί κι αυτάρκεις;

Παραμύθια κι όνειρα φθινοπωρινής νυκτός.

Αν η χώρα δεν παράγει, όσοι πολιτικοί κι αν κρεμαστούν στα τηλεοπτικά παράθυρα, όσοι επίορκοι κι αν πηγαινοέρχονται στην Ευελπίδων, όσα κλεμμένα κι αν κυνηγηθούν από φορολογικό παράδεισο σε φορολογικό παράδεισο, την πύλη του παραδείσου των αγορών δεν πρόκειται να διαβούμε στον αιώνα τον άπαντα.

Έφυγε κι η Μέρκελ και το μόνο που μας έμεινε τελικά είναι η εντύπωση. Οι εντυπώσεις δεν παράγουν πλούτο, δεν παράγουν εισοδήματα, δεν παράγουν ευημερία, μπορεί ν’ αναπαράγουν προσωρινά ψευδαισθήσεις και να καλλιεργούν ελπίδες, αλλά παραμένουν άνθρακες, ο θησαυρός δεν βρίσκεται.

Μάγοι με δώρα μπορεί να υπάρχουν στους θρύλους ή στα παραμύθια, θείοι πολυεκατομμυριούχοι και κληρονομιές αμύθητες μπορεί να υπάρχουν στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες ή τα μυθιστορήματα, θαμμένοι θησαυροί  ή ξεχασμένες περιουσίες μπορεί να υπάρχουν στην καλπάζουσα φαντασία ή σε ευφάνταστα μυαλά. Στην εποχή μας, όποιος περιμένει να λύσει μ’ αυτόν τον τρόπο τα οικονομικά του προβλήματα και ν’ αποκτήσει πλούτο, το πιθανότερο είναι ότι θα πεθάνει στην ψάθα. Στην περίπτωσή μας, μπορεί να εξασφαλίσουμε περισσότερο χρόνο για να φυτοζωούμε ξεχασμένοι στα αζήτητα της Ευρώπης, έχοντας κρεμάσει στον γαλάζιο μας ουρανό –μπορεί και με πανώ απ’ την Ακρόπολη– φαρδιά πλατιά την πολιτική απόφαση των Ευρωπαίων εταίρων, να μας συντηρούν με δανεικά, μήπως κάποια στιγμή φιλοτιμηθούμε ή βαρεθούμε και σηκωθούμε να φύγουμε μόνοι μας.

Όμως θα ‘ναι κρίμα.

Θα ‘ναι κρίμα, γιατί η χώρα διαθέτει πλούτο, χίλιους δυο «πλούτους» έχουμε. Το «πλούσιο λεξιλόγιο της γλώσσας», τον «πλούτο των ιδεών της αρχαίας σκέψης», τον «πλούτο της πολιτιστικής κληρονομιάς», το «πλούσιο φυσικό τοπίο και περιβάλλον», αλλά και τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη, επειδή όμως κανείς απ’ αυτούς δεν εξαργυρώνεται σε κάποιο τραπεζικό γκισέ, αισθανόμαστε φτωχοί, δεν κάνουμε καν τον κόπο ν’ αναρωτηθούμε μήπως όλα αυτά τα «πλούτη» είναι τελικά ο πλούτος μας.

Γιατί άραγε δεν σχηματίζονται όλο το χρόνο ουρές τουριστών για να επισκεφθούν το μουσείο της Ακρόπολης;

Γιατί άραγε η Πινακοθήκη δεν διαθέτει το αναγκαίο προσωπικό;

Γιατί το Τατόι ρημάζει απ’ την εγκατάλειψη και την αδιαφορία;

Γιατί δεν δημιουργούνται σε κάθε νησί μας υποδομές για προσφορά τουριστικών υπηρεσιών ποιότητας;

Γιατί δεν υπάρχουν παγκοσμίου φήμης έδρες αρχαίας Ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο ή παγκοσμίου κύρους έδρα Μακεδονικών Μελετών στο Αριστοτέλειο;

Γιατί δεν βουλιάζει η Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη από επισκέπτες από κάθε γωνιά της γης όλες τις εποχές του χρόνου;

Γιατί δεν δημιουργούνται παγκοσμίου ενδιαφέροντος γεγονότα για τη μουσική, την Ιστορία, το περιβάλλον, την τέχνη, τον ελληνικό πολιτισμό;

Γιατί γι’ αυτά τα αυτονόητα δεν ξεσηκώνονται και δεν κινητοποιούνται πανεπιστημιακοί, επιστήμονες, καλλιτέχνες, τοπικές κοινωνίες, πολιτιστικοί φορείς, οργανισμοί κι οργανώσεις; Γιατί δεν ευαισθητοποιούνται ομογενείς, ευεργέτες, εταιρείες;

Μήπως γιατί η Ελλάδα είναι μικρό μέγεθος για τις αγορές, αμελητέα ποσότητα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Μήπως γιατί είναι μια μικρή χώρα, χωρίς πρώτες ύλες και ανταγωνιστικές υποδομές, χωρίς επιρροή και διεθνές κύρος; Μήπως γιατί φταίνε οι πολιτικοί, φταίνε οι συνθήκες, φταίνε τα συμφέροντα, φταίνε οι ξένοι;

‘Η μήπως, γιατί καθένας απ’ αυτούς τους «υπεύθυνους» φροντίζει μόνο για τον εαυτό του, για ό,τι ο ίδιος έχει ανάγκη, για το συμφέρον του και νοιάζεται μόνο για τη μικρή νησίδα των αρμοδιοτήτων και της ευθύνης του; Μεριμνά μόνο για ν’ αποσπά τη μερίδα του λέοντος των κρατικών επιχορηγήσεων, των επιδοτήσεων, των βοηθημάτων και των επιδομάτων, για τις πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού, για να τα ‘χει καλά με τις εξουσίες και να τακτοποιεί τις υποθέσεις του διασφαλίζοντας τον τόπο του, τη θέση του, την τσέπη του;

Κι άλλοι λαοί, όμως, βρίσκονται στην ίδια θέση μ’ εμάς ή είναι κι ακόμα μικρότεροι και σε ακόμα πιο δύσκολες συνθήκες. Παρόλα αυτά έχουν επινοήσει τρόπους να μεγιστοποιούν εκείνα που έχουν, να μετατρέπουν το πρόβλημα σε καινοτομία, να δημιουργούν τις προϋποθέσεις και να αξιοποιούν τις ευκαιρίες. Οι λαοί αυτοί ούτε στους άλλους φροντίζουν να φορτώνουν τις αναποδιές και τις ατυχίες τους, ούτε περιμένουν μακάριοι το «μάνα εξ ουρανού», ούτε –πολύ περισσότερο– κάνουν αμάν να πιάσουν κανένα φοροφυγάδα μήπως μπει κανένα «φράγκο» στ’ άδεια ταμεία τους ή να ‘ρθει καμιά Μέρκελ για να βρουν ευκαιρία να ξαναμαλώσουν μεταξύ τους, αν έφτασε μ’ άδεια χέρια ή αν έφερε καθρεφτάκια και γλυκά για την επίσκεψη.

Πλούτο έχουμε, όραμα, ενότητα και διάθεση δεν έχουμε.

Τώρα στα δύσκολα, βούρδουλες και χούντες ονειρευόμαστε –λες και δεν έχουμε δοκιμάσει πού οδηγούν– σαν να ‘ναι οι θεόπνευστες λύσεις, που θα μας βγάλουν με το ξύλο και τον αυταρχισμό απ’ το τέλμα. Πακέτα και επιμηκύνσεις εκλιπαρούμε –λες και δεν ξέρουμε τι έγινε με τα προηγούμενα– σαν άμα τα πάρουμε σύντομα, έτσι ανοργάνωτοι που πορευόμαστε, δεν θα ξαναψάχνουμε εναγωνίως την επόμενη δόση. Μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές υποσχόμαστε μ’ ευκολία –λες κι αφορούν κάποιους άλλους– σαν να μην γνωρίζουμε ότι ουσιαστικά δεν θέλουμε να τις κάνουμε, ότι κατά βάθος όλα θέλουμε να μείνουν όπως είναι.

Άλλοθι εφευρίσκουμε και προφάσεις, αλλά κανένα άλλοθι πια δεν έχουμε, καμιά πρόφαση δεν μπορεί να μας δικαιολογήσει.

Πρόφαση και υπεκφυγή είναι ότι εδώ που φτάσαμε δεν υπάρχει διέξοδος, δεν υπάρχει δρόμος. Δρόμος υπάρχει. Είναι ένας δρόμος, μονόδρομος, που οδηγεί με σιγουριά κι ασφάλεια στην έξοδο, αλλά για να φτάσουμε να βαδίσουμε σ’ αυτόν τον δρόμο, θα πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε πως με τα άλλοθι και τις προφάσεις φτάσαμε στο αδιέξοδο. Πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε τον κόπο να εφεύρουμε τον τρόπο για να επικοινωνήσουμε και να συνεννοηθούμε μεταξύ μας δίχως αναστολές, υπεκφυγές και φλυαρίες και να βαδίσουμε, να τρέξουμε, αυτόν τον δύσκολο δρόμο.

Τότε πιθανόν να μπορέσουμε, με πολύ κόπο και μόχθο, ν’ αξιοποιήσουμε και τον πλούτο της χώρας. Τον πλούτο που απλόχερα η φύση και το πνεύμα των προγόνων δημιούργησαν, αλλά που με την αδιαφορία και το βόλεμα, με την ιδιοτέλεια και το θράσος μας, αντί να του προσθέσουμε αξία και να το διαφυλάξουμε ως πολύτιμη κληρονομιά για εμάς και τις γενιές που έρχονται, αφήσαμε στις μέρες μας να θαφτεί κάτω από τόνους αναξιοπιστίας, ειρωνείας, περιφρόνησης και χλευασμού της παγκόσμιας κοινής γνώμης.

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Εθνική Πινακοθήκη: Η γυψοσανίδα κι ο ελληνικός μύθος


Μια γυψοσανίδα χώριζε ως φαίνεται την καφετέρια από την αίθουσα των εκθεμάτων της Εθνικής Πινακοθήκης. Παραβιάζοντας αυτή τη γυψοσανίδα άγνωστοι μέχρι στιγμής διαρρήκτες κατόρθωσαν να εισχωρήσουν και να κλέψουν τρία έργα τέχνης μεγάλης αξίας.

Μια γυψοσανίδα. Τόσο απλά, τόσο πρόχειρα.

Μια γυψοσανίδα φαίνεται πως χώριζε και την εικονική πραγματικότητα που ζούσαμε την τελευταία δεκαετία από την οικονομική κατάρρευση και τη χρεοκοπία.

Ο ελληνικός μύθος στηριζόταν σε μια γυψοσανίδα. Τόσο απλά, τόσο πρόχειρα.

Οι χιλιάδες νόμοι, αποφάσεις, εγκύκλιοι, διατάξεις το επιβεβαιώνουν, το διαφυλάσσουν και το διαιωνίζουν. Ο λαβύρινθος της ελληνικής γραφειοκρατίας εμπλουτίζεται και διαμορφώνεται αδιάκοπα από ρυθμιστικές «γυψοσανίδες», που συναρμόζονταν όπως-όπως καθημερινά για να θωρακίσουν και να προστατεύσουν όπως-όπως τη νομιμότητα και το δημόσιο συμφέρον.

Ασφαλώς οι λογής-λογής γυψοσανίδες είναι για τον κατασκευαστικό τομέα μια εύκολη και γρήγορη λύση και τις περισσότερες φορές αποδίδουν άψογο αισθητικά αποτέλεσμα καλύπτοντας κακοτεχνίες, καταστροφές ή ατέλειες. Όταν πρόκειται όμως για την οργάνωση και λειτουργία του κράτους οι λογής-λογής ρυθμιστικές «γυψοσανίδες» πρόσκαιρα μόνο λύνουν προβλήματα. στις περισσότερες των περιπτώσεων διευκολύνουν τη δημιουργία ρωγμών ή και ρηγμάτων στο κρατικό οικοδόμημα.

Με την κάλυψη που παρείχε ο δανεισμός και τα λογιστικά τρυκ έκλειναν οι κρατικοί προϋπολογισμοί και καλύπτονταν το ελλειμματικό ισοζύγιο και η παραγωγική αδυναμία της χώρας. Με πιστωτικές κάρτες, δάνεια και δανεικά στηρίζονταν οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί και ικανοποιούνταν οι καταναλωτικές ανάγκες των νοικοκυριών.

Και στις δυο περιπτώσεις το «εύκολο χρήμα» δημιούργησε την ψευδαίσθηση, ότι δεν χρειάζεται κόπος, προσπάθεια, μέριμνα, εργασία και συνέπεια, αλλά αρκούσαν οι ρυθμίσεις και τα τρυκ –έφτανε μια γυψοσανίδα– για να θωρακιστεί και να λειτουργήσει η οικονομία και να πάει μπροστά το κράτος και τα νοικοκυριά.

Το μοντέλο οικονομικής λειτουργίας που κυριάρχησε μετά την έλευση του ευρώ και την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, ο ελληνικός μύθος της ισχυρής οικονομίας με βασικούς πυλώνες την αλόγιστη δαπάνη και την αχαλίνωτη κατανάλωση παραβιάστηκαν με το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης και κατέρρευσαν με την πρώτη κερδοσκοπική επίθεση –όπως η γυψοσανίδα στην Εθνική Πινακοθήκη.

Στην Εθνική Πινακοθήκη τα μέτρα που μετά την κλοπή θα ληφθούν αναμένεται να είναι δρακόντεια. Σκληρά είναι και τα οικονομικά μέτρα που λαμβάνονται μετά την εφαρμογή του μνημονίου.

Και στις δυο περιπτώσεις πάθαμε, μάθαμε όμως –έστω και κατόπιν εορτής– ότι οι «γυψοσανίδες» δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση τις μόνες ασφαλείς λύσεις;

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Αξιοποίηση ακίνητης περιουσίας: Μουσείο Τυπογραφίας

Έπρεπε να γίνει αναφορά από τον Τρόικα, για να έρθει δυναμικά στο προσκήνιο της επικαιρότητας –για μια ακόμα φορά– το θέμα της αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου. Επί της ουσίας ο καυγάς μεταξύ κυβέρνησης και κομμάτων της αντιπολίτευσης γίνεται για το πάπλωμα, αλλά κουβέντα δεν ακούγεται από κανέναν για την ταμπακέρα, το πώς δηλαδή η ακίνητη περιουσία του δημοσίου πρόκειται ή προτείνεται ν’ αξιοποιηθεί. Και γι’ αυτό το θέμα θα πρέπει, ως φαίνεται, ν’ ανακαλύψουμε την πυρίτιδα.

Ταξιδεύοντας σε χώρες του κόσμου, εντύπωση προξενεί η εφευρετικότητα των ανθρώπων σε κάθε γωνιά του πλανήτη ν’ αξιοποιούν σημαντικά ή ασήμαντα γεγονότα, αντικείμενα, καταστάσεις, σχέσεις κ.ο.κ. και να τα στεγάζουν σε μουσεία, αλλά και να δημιουργούν, όπου δεν υπάρχουν, εκ του μη όντως χώρους, στους οποίους να εκθέτουν επίσης οτιδήποτε μπορεί να προσελκύσει το ενδιαφέρον ή την περιέργεια των αλλοδαπών ή ντόπιων επισκεπτών.

Αρχαιολογικά κι ιστορικά μουσεία, μουσεία με αυτοκρατορικές άμαξες κι ενδυμασίες, μουσεία φυσικής ιστορίας και κέρινων ομοιωμάτων, αλλά και μουσεία τεχνολογίας, νομισμάτων μέχρι και τηλεφώνων, αποτελούν σημεία αναφοράς για την τουριστική βιομηχανία διαφόρων χωρών και πόλους έλξης για τους επισκέπτες.

Δεν πάει το μυαλό μου στα εγκαταλελειμμένα ολυμπιακά ακίνητα, ούτε καν στο «φιλέτο» –κατά τους αναλυτές– του πρώην αεροδρομίου στο Ελληνικό, πηγαίνει σ’ ένα κτήριο μικρό κι ασήμαντο, σ’ ένα κτήριο που κάποιοι μπορεί καθημερινά να περνούν απ’ έξω και να μην το έχουν προσέξει κάν. Δεν θα μπορούσε να είναι σε πιο κεντρικό σημείο της Αθήνας και πιθανόν δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο πρόσφορο και δεκτικό σε αξιοποίηση κι ανάπτυξη, λόγω και του περιβάλλοντος χώρου.

Διακόσια μέτρα απ’ την Ομόνοια, επί της οδού Σταδίου, μεταξύ των σημερινών οδών Σανταρόζα και Αρσάκη, ρημάζει κλειστό από χρόνια το κτήριο που στέγασε το «βασιλικόν τυπογραφείον» του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, που χτίστηκε το 1834 με σχέδια του Βαυαρού αρχιτέκτονα Joseph Hoffer. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα δημόσια κτήρια της Αθήνας και ταυτόχρονα από τα πρώτα δείγματα ενός πρώιμου και λιτού κλασικισμού στην Ελλάδα.

Αυτό το ιστορικό κτήριο, που από την εποχή του μεσοπολέμου (1931-1932) στέγασε υπηρεσίες του Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού το Εθνικό Τυπογραφείο ήδη από το 1906 είχε μεταστεγαστεί στο κτήριο επί της οδού Καποδιστρίου, όπου εξακολουθεί να στεγάζεται και να λειτουργεί μέχρι σήμερα, παραμένει κλειστό από το 1986, ενώ το 1987 χαρακτηρίστηκε ως «χρήζον ειδικής προστασίας» και δέκα χρόνια αργότερα (1997) ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Το 2001 η «Θέμις Κατασκευαστική» –εταιρεία που εποπτεύεται από το υπουργείο Δικαιοσύνης– ανέλαβε το έργο της ανακαίνισης του.

Έκτοτε κατ’ επανάληψη έχει τεθεί από την υπηρεσία του Εθνικού Τυπογραφείου το αίτημα ν’ αξιοποιηθεί το κτήριο αυτό προκειμένου να εκτεθούν ιστορικά κειμήλια και μηχανήματα (λινοτυπικές και μονοτυπικές μηχανές, χειροκίνητα πιεστήρια κ.λπ.) τυπογραφίας, που σώζονται μέχρι σήμερα, όπως κάσσες με ξύλινα τυπογραφικά στοιχεία και άλλα αξιόλογα αντικείμενα και αρχεία, καθώς και φύλλα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως σε τόμους από το 1833, που εκδόθηκε το πρώτο ΦΕΚ.

Καμιά από τις προσπάθειες αυτές δεν έχει καρποφορήσει μέχρι σήμερα. Έτσι, αφενός το Εθνικό Τυπογραφείο αναγκάζεται να έχει σχεδόν στοιβαγμένο σε μια μικρή αίθουσα όλον αυτόν τον εξοπλισμό, που παραμένει ουσιαστικά αναξιοποίητος, αλλά παράλληλα και να διαθέτει πιστώσεις για τη μίσθωση κτηρίου (Μάρνη 8) για να στεγάζει το τμήμα αρχείου ΦΕΚ, αναγνωστηρίου και βιβλιοθήκης, που εξυπηρετεί καθημερινά εκατοντάδες πολίτες.

Το περασμένο καλοκαίρι είδε το φως της δημοσιότητας μελέτη, που προέκυψε από τη συνεργασία της Διεύθυνσης Αναστύλωσης Νεότερων και Σύγχρονων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και της «Θέμις Κατασκευαστική», σύμφωνα με την οποία οι δύο μεγάλες αίθουσες του κτιρίου θα μετατραπούν αντίστοιχα σε «Αίθουσα Παλαιού Τυπογραφείου» και σε «Αίθουσα Θέμιδος».

Ταυτόχρονα, θα δημιουργηθεί εντευκτήριο για τις εκδηλώσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο οποίο ανήκει το κτήριο έπειτα από την παραχώρησή του από το Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων, αλλά και δικαστικά γραφεία, ως αναπόφευκτη λύση στο επίμονο αίτημα των δικαστών που στεγάζονται στο κτίριο του Αρσάκειου, το οποίο, όπως υποστηρίζουν, δεν επαρκεί πλέον για τις ανάγκες τους.

Οι πιο πρόσφατες πληροφορίες αναφέρουν, ότι ο χώρος μάλλον θα χρησιμοποιηθεί για να στεγάσει τα γραφεία των δικαστών. Αν τελικά επικρατήσει μόνο αυτή η λύση, δεν θα πρέπει να απορούμε, πώς άλλες χώρες έχουν την ικανότητα και τη φαντασία ν’ αξιοποιούν ακόμα και την «ουρά» αναμονής ή τον αέρα που αναπνέουν, ενώ στη χώρα μας οι κάθε λογής κρατικές γραφειοκρατίες κι οι λειτουργοί τους χρειάζονται γραφεία στην καρδιά σχεδόν του ιστορικού κέντρου, προς δόξαν, όχι μόνο των αντιλήψεων που υπάρχουν για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και την ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, αλλά και για την απλούστευση των διαδικασιών, την αποκέντρωση ή και την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης.