Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Αυτός ο ήλιος δεν είναι μόνο του ΠΑΣΟΚ.


Κάποιοι απ’ τους μεν ψάχνονται για το πώς βρέθηκαν εκτός κυβέρνησης, κάποιοι άλλοι απ’ τους δε διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, γιατί βρίσκονται στην κυβέρνηση. Οι υπόλοιποι –όσοι για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν ξημεροβραδιάζονται στα social media κάνοντας κριτική– εξακολουθούν να ψάχνονται πώς «θα τα φέρουν βόλτα» διαρρηγνύοντας –όσοι απ’ αυτούς ασχολούνται ακόμα– τα ιμάτιά τους για τη θλιβερή εικόνα του δημόσιου βίου της χώρας.

Περίσσεψε η ευθύνη και πάλι. Καθένας ό,τι έπραξε, αποκλειστικά και μόνο από αγαθές προθέσεις και βαθύ αίσθημα ευθύνης το έπραξε, είτε έφυγε, είτε έμεινε στην κυβέρνηση. Ευθύνη με ευθύνη έχουν κομμάτι διαφορά, βέβαια, αλλά όταν κοιτάς αποκλειστικά και μόνο το υπό στενή έννοια κομματικό σου ακροατήριο, μπορείς και το κρέας ψάρι να βαφτίζεις και να σε πιστεύουν ή και να σε θαυμάζουν ακόμα. Στην προκειμένη περίπτωση η παραμονή ήταν επιβεβλημένος μονόδρομος, εκτός κι αν κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν, ότι οι εκλογές σ’ αυτόν τον τόπο αποτελούν τη μόνη δημοκρατική διέξοδο. «Να μιλήσει ο λαός», αλλά –πέρα απ’ το ότι ήταν πασιφανές ότι ο «λαός» εν προκειμένω δεν ήθελε με τίποτε εκλογές– ο «λαός» παραμιλάει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί απ’ το κακό που τον έχει βρει, τι να πει, επομένως, χόρτασε από λόγια, απ’ το κακό στο χειρότερο. Εδώ ακόμα κι οι του ΣΥΡΙΖΑ, που ήθελαν –λέει– τις εκλογές, έτρεμαν μήπως και πιάσει τον Βενιζέλο τίποτε ΠΑΣΟΚικό και ρίξει την κυβέρνηση.

Κάποτε κάνουμε την ανάγκη φιλότιμο, μερικές φορές επιλέγουμε με κριτήριο «το μη χείρον βέλτιστο», κάπου-κάπου επιβάλλεται να κάνουμε και το κορόιδο. Ας προσπαθήσουν να το δουν κάπως ψύχραιμα όσοι απ’ τους μεν και τους δε, Νεοδημοκράτες βουλευτές ή ΠΑΣΟΚους πολιτευτές, έχουν βγει στα κεραμίδια με αφορμή την κυβερνητική συνεργασία Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ. Ας αναλογιστούν, ότι αν υπήρχε λίγη συναίσθηση ευθύνης εκ μέρους του πολιτικού προσωπικού του τόπου, από καιρό τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Η κρίση να μη μας βρει απροετοίμαστους, να μην αποτελεί πεδίο βίαιης πολιτικής διαπάλης κι αντιπαράθεσης, να μην κατακερματίζει την κοινωνία, να μην αναδεικνύει κάθε αρνητική πτυχή της ιδιοσυγκρασίας και της κουλτούρας μας. Τώρα, εδώ που έχουμε φτάσει, μέχρι τα ρουθούνια στη λάσπη, εξακολουθούν κάποιοι να θέλουν να μας σπρώξουν ακόμα πιο κάτω; Τον πάτο δεν θα τον πιάσουμε κάνοντας μακροβούτια στη λάσπη, αλλά αδειάζοντας απ’ τις λάσπες το βαρέλι.

Κάποιος δεν πρέπει να κρατάει και τα προσχήματα μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε; Κάπου δεν πρέπει να φαίνεται ότι η χώρα, παρά τα προβλήματά της, παρά τις αδυναμίες της υπάρχει, πασχίζει και λειτουργεί; Ήταν ο Παπανδρέου λυσσάξανε –έκανε βέβαια κι αυτός ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του– να τον «φάνε». ‘Ηρθε ο Παπαδήμος τρελαθήκανε να τον αλλάξουνε, με το ζόρι μπας και κυβερνήσει ο χριστιανός. Τώρα, μετά από τόσες κωλοτούμπες, Ζάππεια κι ισοδύναμα είναι ο Σαμαράς πρωθυπουργός, τι πρέπει να κάνουμε, ρε παιδιά; Κάθε τρεις και λίγο αυτό το παραμύθι θα γίνεται; Δεν υπάρχει καμιά δουλειά να κάνουν όλοι αυτοί που ξεμεροβραδιάζονται στις τηλεοράσεις –αχ, πού ‘σε ΕΡΤ μου με τη Στάη σου και το Φελέκη σου;– τα twitter και τα facebook; Στα περίπτερα οι τίτλοι των εφημερίδων κοντεύουν να ξεπεράσουν τις μάρκες των τσιγάρων. Ποια κρίση κι ανεργία στα μέσα, πλάκα μας κάνετε; Από πού χρηματοδοτούνται όλοι αυτοί για να μας «τηγανίζουν» καθημερινά απ’ το πρωί ως το βράδυ συνοδεία λαϊκής ορχήστρας και κουπονιών σούπερ μάρκετ;

Ένα είναι αυτό που διαφαίνεται ότι έρχεται, η θεαματική αλλαγή του πολιτικού κατεστημένου. Όσοι κατέχοντες το έχουν διακρίνει, διαγκωνίζονται να προωθήσουν τα συμφέροντά τους, να προσεταιριστούν και να επηρεάσουν τη νέα κατάσταση, να πλασαριστούν σε ευνοϊκές θέσεις στο οικονομικό τοπίο και στην αγορά που διαμορφώνεται. Τώρα που όλα είναι «στον αέρα» ο αποπροσανατολισμός της κοινωνίας απ’ τη διεκδίκηση αλλαγών και μεταρρυθμίσεων σε όφελός της, αποτελεί γι’ αυτούς στρατηγικό στόχο.

Ας μην κουτουλάμε καθημερινά πάνω στο ίδιο δέντρο. Το δάσος είναι μακριά, αλλά υπάρχει. Μπορούμε να φτάσουμε όλοι εκεί. Τραβάμε κουπί τρία χρόνια τώρα, όλο τα ίδια και τα ίδια ακούμε. Υπάρχουμε. Αργόσυρτα και βασανιστικά κυλάνε οι εξελίξεις, αλλά ας μην το αφήσουμε να πάει χαμένο. Ας διεκδικήσουμε δημιουργικά τις αλλαγές ο καθένας απ’ το χώρο που ζει, δραστηριοποιείται κι ενδιαφέρεται. Ας επιδιώξουμε τις αλλαγές πρώτα και κύρια στο άμεσο περιβάλλον μας. Αρνούμενοι κι αντιδρώντας στα πάντα, στρώνουμε με βούτυρο το ψωμί όσων επιθυμούν κι επιδιώκουν ν’ αποφασίζουν ερήμην μας. Κάποιοι έχασαν ή χάνουν τις δουλειές τους, κάποιοι δεν μπορούν να τα «φέρουν βόλτα», όλοι –άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο– ξεβολευτήκαμε. Αντί να κοιτάμε μανιωδώς πώς θα ξεβολευτούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οι γείτονες, οι γνωστοί, οι φίλοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι κ.ο.κ., ας αντιμετωπίσουμε τις νέες ισορροπίες με θετική ενέργεια, αρνούμενοι να μπούμε στο τρυπάκι της αυτοκαταστροφικής ισοπέδωσης και της μοιρολατρικής αναμονής.

Είναι καλοκαίρι, ζούμε στην Ελλάδα, αξίζει να μπορούμε κοιτώντας ψηλά ν’ απολαύσουμε σ’ όλο του το μεγαλείο αυτόν τον ήλιο τουλάχιστον. Ας τον αφήσουμε να φτάσει μέσα μας, να ζεστάνει βαθειά τις καρδιές μας. Για ν’ αντικρίζουμε το πρωί αυτόν τον ήλιο αξίζει και μόνο να προσπαθήσουμε κι ας είμαστε ως τα ρουθούνια μέσ’ στις λάσπες. Μπορούμε ν' αναδυθούμε, φτάνει να το προσπαθήσουμε. Ο ήλιος ψηλά δείχνει το δρόμο.

Foto: Liz

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Εργασιακή εφεδρεία: Είναι αυτή διαρθρωτική αλλαγή;


Το τελευταίο διάστημα, προπαντός κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής κρίσης, αλλά με μεγαλύτερη ένταση και μετά τη δημιουργία της κυβέρνησης υπό τον Λουκά Παπαδήμο, πληθαίνουν οι απόψεις που υποστηρίζουν, ότι ο καταιγισμός νομοθετικών ρυθμίσεων που σημειώθηκε από την ψήφιση του ν. 3845/2010 (μνημόνιο) μέχρι τον πρόσφατο ν. 4024/2011 (Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015), δεν έχει συμβάλει στην αλλαγή του τρόπου που λειτουργεί ως τώρα το κράτος κι η οικονομία.

Σίγουρα είναι βάσιμος ο ισχυρισμός που κατά κόρον προβλήθηκε ως τώρα από τον Γιώργο Παπανδρέου, ότι οι μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν μέσα σε ελάχιστους μήνες θα έπρεπε να έχουν πραγματοποιηθεί δεκαετίες πριν. Το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί μιαν εξίσου καίρια διαπίστωση, ότι η αδρανοποίηση ρυθμίσεων ή κι ολόκληρων νομοθετημάτων, όχι μόνο υπονομεύει την όλη προσπάθεια, αλλά ουσιαστικά ακυρώνει το πέρασμα της χώρας σ’ ένα απόλυτα αναγκαίο υπό τις παρούσες συνθήκες σύγχρονο περιβάλλον οργάνωσης και λειτουργίας.

Η υλοποίηση τις επόμενες ημέρες του πρωτόγνωρου θεσμού της εργασιακής εφεδρείας, που σηματοδοτεί την αναγκαστική απομάκρυνση από τις δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς χιλιάδων εργαζομένων, επειδή έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους και 33 συντάξιμα χρόνια υπηρεσίας, αναμφισβήτητα θα συμβάλει στην περαιτέρω καθυστέρηση προώθησης των αλλαγών που αφορούν το κράτος και θα δημιουργήσει επάλληλους κύκλους νέων προβλημάτων, που θα σχετίζονται με την αδυναμία των υπηρεσιών να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και την ενίσχυση της αναβλητικότητας των υπηρετούντων για ανάληψη επιπλέον ευθυνών και υποχρεώσεων.

Το ισοπεδωτικό αυτό μέτρο, που δεν εμπεριέχει ούτε ένα έστω αξιολογικό κριτήριο, όπως π.χ. την εξαίρεση όσων κατέχουν διδακτορικά διπλώματα ή μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, οδηγεί στη συλλήβδην και ακαριαία αποψίλωση των υπηρεσιών από στελέχη με μακροχρόνια εμπειρία και γνώσεις. Μάλιστα το γεγονός ότι ο θεσμός αυτός επεκτείνεται και τα επόμενα χρόνια, δημιουργεί εκ των πραγμάτων καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας και αστάθειας και σε όλους τους υπαλλήλους που είναι στα πρόθυρα να διαβούν το 2012 - 2013 το κρίσιμο αυτό ηλικιακό κατώφλι.


Πιθανόν, οι μόνοι που θα πρέπει να αισθάνονται ευτυχείς, είναι οι πολυάριθμοι γενικοί διευθυντές, οι οποίοι όχι μόνο κατόρθωσαν να διατηρηθούν στις θέσεις τους, αλλά και να καταλάβουν εκ προοιμίου και οιονεί «αριστίδην» τον Α’ βαθμό του νέου βαθμολογίου με ότι αυτός συνεπάγεται και για τις μισθολογικές απολαβές τους και επιδόματα θέσης ευθύνης, που φέρνει το νέο μισθολόγιο.

Σε μια περίοδο, λοιπόν, που οι μισθωτοί του δημοσίου δοκιμάζονται από τα αλλεπάλληλα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, καλούνται ταυτόχρονα να υλοποιήσουν δράσεις και να λειτουργήσουν κάτω από εργασιακές συνθήκες που κάθε άλλο παρά ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών και των αναγκών που έχει ανάγκη αυτήν την ώρα η χώρα.


Μέσα σε συνθήκες αποσάθρωσης των εργασιακών σχέσεων, αδυναμίας συντονισμού και επικοινωνίας, επικαλύψεων αρμοδιοτήτων και πολυπλοκότητας διαδικασιών, είναι απορίας άξιο ποιοι υπάλληλοι θα βρουν το ψυχικό σθένος να σύρουν το κάρο από τη λάσπη, τη στιγμή μάλιστα που διαπιστώνουν, ότι οι περισσότεροι από τους πολιτικούς τους προϊσταμένους –συνεπικουρούμενοι απ’ τις στρατιές των συμβούλων τους– προετοιμάζονται για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Πέραν αυτού, το γεγονός ότι για τη δημιουργία της νέας ιεραρχίας έχουν θεσπιστεί πλήθος πολύπλοκων, χρονοβόρων και –πιθανότατα– δαπανηρών διαδικασιών, αλλά κι επειδή αναμένεται να ξεκινήσουν μετά την οργανωτική αναδιάρθρωση των υπηρεσιών, που θα εξελιχθεί εντός του 2012, φανερώνει με ενάργεια σε τι συνθήκες θα εξακολουθήσει να λειτουργεί η δημόσια διοίκηση και το επόμενο διάστημα, αλλά και τι επίπονη προσπάθεια θα πρέπει να καταβληθεί.


Αξίζει μόνο να επισημανθεί, ότι για την επιλογή π.χ. προϊσταμένου τμήματος, δεν επαρκούν πλέον τα τυπικά προσόντα, η εμπειρία, η επιδόσεις, η επίτευξη ποσοστού 90% προκαθορισμένων στόχων κι η συνέντευξη, αλλά προβλέπονται παράλληλα και γραπτές εξετάσεις.

Ταυτόχρονα, για την εφαρμογή των νέων διατάξεων επιλογής των υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης και την έναρξη καταβολής του αντίστοιχου επιδόματος (900 ευρώ για τους γενικούς διευθυντές, 400 για τους διευθυντές και 250 για τους προϊσταμένους τμημάτων), προβλέπεται η έκδοση σχετικού προεδρικού διατάγματος, το οποίο θα καθορίσει όλα τα σχετικά με τη διαδικασία της στοχοθεσίας που εισάγεται ως προϋπόθεση για την προαγωγή, αλλά και ο τρόπος αξιολόγησης, τα συμβούλια αξιολόγησης, ο ρόλος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.) γι’ αυτή, αλλά και «τα όργανα κι οι διαδικασίες διασφάλισης της ορθής εφαρμογής του συστήματος αξιολόγησης και ελέγχου της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής του σε όλες τις υπηρεσίες και φορείς».

Αναρωτιέται κανείς, λοιπόν, πώς είναι δυνατόν μέσα σ’ όλον αυτόν τον κυκεώνα διατάξεων που θεσπίστηκαν για τη δημόσια διοίκηση και με υπαλλήλους απαξιωμένους και ανασφαλείς, να επιτευχθεί ο άμεσος προσανατολισμός έστω αυτού του στελεχιακού δυναμικού της προς την κατεύθυνση της αλλαγής και της μεταρρύθμισης, όταν, μάλιστα, είναι γνωστή από την μέχρι σήμερα εμπειρία η τύχη που είχαν μεγαλόπνοα σχέδια και μεγαλεπήβολες εξαγγελίες και προγράμματα διοικητικών εκσυγχρονισμών και μεταρρυθμίσεων.

Είναι προφανές, ότι αυτά που από χρόνια έχουν εκλείψει με ευθύνη των κυβερνώντων από τη διοικητική κουλτούρα της πατρίδας μας είναι η απλότητα κι η φαντασία, η δημιουργική προσέγγιση των αναγκών και των προβλημάτων του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών κι η θέσπιση ουσιαστικών κινήτρων για την απλούστευση και την επιτάχυνση των διαδικασιών. Ο κοινός νους απουσιάζει.

Όσο τα προβλήματα κι οι ελλείψεις επιχειρείται ν’ αντιμετωπιστούν οριζόντια κι απρόσωπα in vitro κι όχι in vivo δίπλα στη ζώσα καθημερινότητα του γκισέ και της γραφειοκρατίας των υπηρεσιών, τόσο θα εναλλάσσονται στην εξουσία πρωθυπουργοί που θα επαναλαμβάνονται στις προγραμματικές τους δηλώσεις ως προς την ανάγκη αντιμετώπισης των «χρόνιων» προβλημάτων του «μεγάλου ασθενή», της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.

Διαρθρωτική αλλαγή κι απλούστευση διαδικασιών είναι επίπονη, μακρόπνοη και ανατροφοδοτούμενη διαδικασία, που ξεφεύγει του στενού χρονικού ορίζοντα μιας κυβερνητικής θητείας και πολύ περισσότερο της εναλλαγής των κομμάτων στην εξουσία. Στοχεύει στη δημιουργία και διαρκή βελτίωση και συντήρηση ενός κρατικού μηχανισμού που θα είναι εργαλείο στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής και συμπαραστάτης κι αρωγός της κοινωνίας που υπηρετεί.

Διαρθρωτική αλλαγή δεν σημαίνει μόνο την αλλαγή στο χρόνο εξέλιξης του υπαλλήλου π.χ. από τον Δ’ στον Γ’ βαθμό, αλλά προπαντός πώς αυτός ο υπάλληλος θα έχει σε κάθε περίπτωση συναίσθηση της ευθύνης που έχει απέναντι στο κράτος που του εμπιστεύτηκε αυτόν το ρόλο και στον πολίτη που τον χρειάζεται και ότι θα είναι έτοιμος και διαθέσιμος ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτή την ευθύνη με αποτελεσματικότητα, συνέπεια και κατανόηση.