Μόνο η συντέλεια του
κόσμου δεν έγινε. Όλα τ’ άλλα τα είδαμε, όπως ξετυλίγονταν οι μέρες κι οι μήνες
της χρονιάς που φεύγει. Η αβεβαιότητα κι η ανατροπή έγιναν καθημερινές
καταστάσεις που συμπληρώνονταν από την παλινδρόμηση μεταξύ ανασφάλειας και
φόβου.
Μέχρι και το 2011
έφτασε να φαντάζει «Παναγία» μπροστά στα συμβάντα και τα γεγονότα του 2012. Για
να επιβεβαιωθεί, άραγε, πανηγυρικά το «κάθε πέρσι και καλύτερα» ή μήπως για να
μας προδιαθέτει, ότι ακόμα δεν τα έχουμε δει όλα; Όπως και να ‘χει το 2013 βρίσκεται
προ των πυλών και κάθε μέρα του προμηνύεται και σαν μια νέα «21 Δεκεμβρίου»,
που μπορεί να μην ήρθε τελικά, αλλά οι επιδράσεις κι οι επιπτώσεις που
προκάλεσε με την ανησυχία και τη σύγχυση που δημιουργήθηκε τάραξαν τον ύπνο κι
ανέτρεψαν την καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων.
Ο πήχης των
προσδοκιών βρίσκεται ήδη αρκετά χαμηλά και το βαρόμετρο της αισιοδοξίας έχει
βυθιστεί στα τάρταρα των δημοσκοπήσεων και της τηλεθέασης της AGB. Τα όνειρα έχουν ανασταλεί μέχρι
νεωτέρας κι οι ελπίδες μετατίθενται από σύνοδο σε σύνοδο του Eurogroup κι από δήλωση σε δήλωση του Σόιμπλε.
Η υποτίμηση τελικά
ήταν περισσότερο εσωτερική απ’ όσο «εσωτερική» την περιμέναμε. Εσωτερική με την
έννοια της ψυχικής κατάπτωσης και της συναισθηματικής ασφυξίας. Δεν μειώθηκε
μόνο το έλλειμμα κι η αγοραστική μας δύναμη, αλλά ισοπεδώθηκαν κυριολεκτικά οι
φιλοδοξίες και τα σχέδια για το αύριο και το μέλλον που ο καθένας είχε στο
μυαλό, στους υπολογισμούς του στις επιδιώξεις του. Το μέλλον –θα μπορούσε να
υποστηρίξει κανείς– έγινε δυσδιάκριτο κι απρόβλεπτο, εχθρικό κι αφιλόξενο.
Αφιλόξενη έγινε κι η
ίδια η χώρα που στέλνει στην εξορία της ανεργίας καραβάνια νέων και καραβιές
νεο-μεταναστών στο εξωτερικό. Δρόμοι εμπορικοί ξεκληρίζονται ολόκληροι από την
ύφεση και τις συνακόλουθες επιπτώσεις της. Γειτονιές μεταλλάσσονται και
γκετοποιούνται «πέφτοντας στα χέρια» νεοναζιστικών οργανώσεων και συμμοριών. Τα
«Ενοικιάζεται» στις τζαμαρίες έγιναν τα θλιβερά προμηνύματα των διαδοχικών
«Πωλείται» αποκρατικοποιημένων επιχειρήσεων, φορέων κι οργανισμών. Μέχρι να
έρθει η σειρά των υδρογονανθράκων.
Είναι βαρύ το φορτίο
που μας φόρτωσε η χρονιά που φεύγει. Ακόμα κι οι φωνές που το πρώτο διάστημα
της κρίσης, υποστήριζαν με θέρμη την ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας και
συμπεριφοράς, ακόμα κι εκείνοι που εξακολουθούν να εκφράζουν το μέτρο και την
κοινή λογική, έχουν μουδιάσει από τη σφοδρότητα της ισοπέδωσης και της
κατρακύλας. Οι αλλαγές γύρω μας είναι τόσο μεγάλες και τα προβλήματα που
αναφύονται από σπίτι σε σπίτι κι από οικογένεια σε οικογένεια τόσα πολλά, που είναι
απορίας άξιο, αν εκείνο που χρειάζεται για να σταθεροποιηθεί και ν’ ανασάνει,
τελικά, η κοινωνία μας είναι η δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος στον κρατικό
προϋπολογισμό ή η πρόκληση ενός θαρραλέου σοκ αναδημιουργίας κι αναγέννησης.
Μέσα σ’ αυτό το γκρίζο
τοπίο, που πνίγεται, όσο χειμωνιάζει, κι από την κάπνα των τζακιών και των
αιωρούμενων σωματιδίων, αναρωτιέμαι αν υπάρχει περιθώριο για να χωρέσει μια
ευχή, ένα χαμόγελο, μια πιθανότητα. Μια ικμάδα ζωντάνιας αναζητάω να βρω λέξεις
για να τοποθετηθεί και να βλαστήσει, πρώτα στην καρδιά και μετά στο βλέμμα και
το μυαλό.
Ποιο είναι άραγε το
αδύνατο να συμβεί σ’ αυτή τη ζοφερή συγκυρία που στήθηκε μέσα και γύρω μας;
Γιατί το μόνο απίθανο κι απλησίαστο φαντάζει να ‘ναι η διάθεση κι η θέληση για
ολική ανατροπή; Τι οδηγάει στην παραίτηση και την αναχώρηση –πολλές φορές κι
από τα εγκόσμια– με τη ματαίωση καρφιτσωμένη στο άδειο βλέμμα και τη διάψευση
καρφωμένη στο σαλεμένο μυαλό;
Το μόνο που μπορώ να
σκεφτώ είναι η αλήθεια.
Μια αλήθεια που θα
ειπωθεί κατάμουτρα από τον καθένα μας στον καθρέφτη του κι απ’ όσους
αποφασίζουν εξ ονόματός μας απέναντί μας και κατά πρόσωπο. Μια αλήθεια δίχως
περιστροφές και φιοριτούρες, δίχως ασυλίες και διλήμματα. Μια αλήθεια που θ’
αποκαθιστά λέξη τη λέξη την πίστη και την εμπιστοσύνη στις αξίες που υπήρχαν,
αλλά που για χρόνια ξέφτιζαν και ξεφτιλίζονταν, με την ανοχή, την αδιαφορία ή
και τη συναίνεσή μας. Μια αλήθεια στέρεα κι ελπιδοφόρα, που θα γεμίζει λέξη τη
λέξη θάρρος το άδειο σακούλι της ψυχής, αυτό που αφήσαμε να στερέψει πιο
γρήγορα και πιο επιπόλαια απ’ το σακούλι που φυλάγαμε στον κόρφο μας. Μια
αλήθεια τελεία και παύλα, αλλά και αρχή συνάμα, μιας χρονιάς δύσκολης κι
επώδυνης.
Μια αλήθεια ευχή και
προσδοκία, ώστε σ’ έναν χρόνο από τώρα, να μπορούμε να ευχηθούμε «Καλή Χρονιά»,
κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα μάτια και χαμογελώντας μ’ αισιοδοξία και
σιγουριά για το 2014.
Το αδιάκοπο
ράβε-ξήλωνε προηγούμενων δεκαετιών και χρόνων κι η διαχρονική εμμονή των
κυβερνήσεων στο ν’ αναδιοργανώνουν και να μεταρρυθμίζουν το Δημόσιο μέσω της
αποδιοργάνωσης και της κομματικοποίησης, όλοι ομολογούν υπό το βάρος των
συνθηκών που έχει δημιουργηθεί, ότι θα πρέπει να τερματιστεί. Η απάντηση, κατά
συνέπεια, στο ζητούμενο για λιγότερο, περισσότερο ή καθόλου Δημόσιο, όπως και
στο ερώτημα για την κατάργηση ή όχι της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, δεν
μπορεί ν’ αποτελούν στιγμιαίες ή ευκαιριακές επιλογές ή αποφάσεις υπό την πίεση
της κρίσης, αλλά προϊόντα σχεδιασμένων και πολύ καλά οργανωμένων προσπαθειών.
Οι μέχρι σήμερα
επιλογές, ιδιαίτερα στη διετία της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, όσον
αφορά την τύχη των δημοσίων Υπηρεσιών και του προσωπικού τους, αποκαλύπτουν το
μέγεθος της ανεπάρκειας των υφιστάμενων οργανωμένων κι αρμόδιων φορέων, να
σχεδιάσουν και να διαχειριστούν, ένα τόσο σύνθετο και πολύπλοκο εγχείρημα, αλλά
και την διστακτικότητα των πολιτικών ηγεσιών να αποφασίσουν και να εμπνεύσουν
την όλη προσπάθεια.
Το τελευταίο
διάστημα το κέντρο της Αθήνας βρίσκεται ανάστατο από τους υπαλλήλους των Δήμων,
που αντιδρούν στο μέτρο της διαθεσιμότητας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με
τις παλινωδίες και τις αντιφατικές αποφάσεις της κυβέρνησης για την
αντιμετώπιση του προβλήματος, φανερώνουν, ότι για ένα τόσο σημαντικό και
κρίσιμο, όχι μόνο για τις ζωές των εργαζομένων, αλλά και για την ομαλή
λειτουργία του κράτους θέμα, δεν προϋπήρχε κανένας σχεδιασμός. Ευκαιριακά
«έπεσε ο κλήρος» στους ΙΔΑΧ διοικητικούς υπαλλήλους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,
ευκαιριακά ρυθμίστηκε ο τρόπος κι η διαδικασία, ευκαιριακά προσαρμόζονται οι
κυβερνητικές αποφάσεις ανάλογα με τις αντιδράσεις.
Πριν συνεχίσουμε
όμως να κατηγορούμε ο ένας τον άλλον για τα λάθη ή τις παραλήψεις του, ας
κοντοσταθούμε για μια στιγμή μόνο να σκεφτούμε, τελικά, τι Δημόσιο θέλουμε;
Αυτό το δυσκίνητο, αντιπαραγωγικό κι αναποτελεσματικό που όλοι καταγγέλουμε ή
ένα ευέλικτο, ορθολογικά οργανωμένο κι ανοιχτό στην κοινωνία και τις ανάγκες
της; Θα εξακολουθήσουμε να ξεσπάμε επί δικαίων και αδίκων συλλήβδην στους
δημοσίους υπαλλήλους ή θα επιδιώξουμε να δημιουργήσουμε το αναγκαίο
εξειδικευμένο προσωπικό που θα καθοδηγείται από κατηρτισμένα κι ικανά στελέχη; Αν
δεν ξεκαθαρίσουμε μια για πάντα πού θέλουμε να πάμε το Δημόσιο στη χώρα μας,
καμιά βελτίωση δεν πρόκειται να υπάρξει και τα όποια αποτελέσματα θα είναι
πρόσκαιρα κι επισφαλή.
Το «κράτος
στρατηγείο» δεν είναι εύκολο να δημιουργηθεί απ’ τη μια μέρα στην άλλη, ίσως
δεν είναι και το ιδανικό για μιαν οικονομία σαν την Ελληνική, που οι γεωφυσικές
ιδιαιτερότητες κι οι κοινωνικές συνθήκες, ιδιαίτερα της περιφέρειας, δεν
ενθαρρύνουν την ανάπτυξη βιώσιμων ιδιωτικών πρωτοβουλιών μακράς πνοής. Η «χρυσή
τομή» μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού δεν θα προκύψει όμως ως αποτέλεσμα αδυναμιών
κι ανεπαρκειών, αλλά ως σταθμισμένη κι αξιολογημένη αναγκαιότητα, ως εύλογη κι
αξιόπιστη επιλογή, ως συνέπεια ορθολογικής σκέψης κι αντικειμενικά
προσδιορισμένης διαδικασίας.
Μέσω αυτής της
μακροχρόνιας κι επίπονης προσπάθειας, θ’ αναδειχθούν οι όροι και θα εμπεδωθούν
οι παραδοχές, οι οποίες θ’ απαλλάσσουν τις αποφάσεις από την υποψία της
σκοπιμότητας ή τον μικροϋπολογισμό του κομματισμού. Θα καθορίζουν τους όρους,
αλλά και τα εργαλεία που θα χρειαστούν για τον μετασχηματισμό και την
ανασύνταξη του Δημοσίου.
Αυτονόητο είναι ότι
η αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης δεν αφορά και δεν αναφέρεται μόνο στα
υπουργεία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Αγγίζει κι επηρεάζει κάθε οργάνωση και
φορέα, που χρηματοδοτείται και διαχειρίζεται κρατικούς πόρους και ασκεί δημόσια
εξουσία. Περιφέρειες, Δήμοι, Οργανισμοί αξιολογούνται κι αναδιοργανώνονται,
αναδιανέμουν πόρους κι αρμοδιότητες. Κριτήριο ασφαλώς η τοπική ανάπτυξη, αλλά
ενσωματωμένη σ’ ένα συνολικό τεκμηριωμένο κι από κοινού αποφασισμένο σχέδιο
ανάπτυξης.
Όμορφο κι ιδανικό
ίσως ακούγεται ως σενάριο, στην πράξη όμως και προπαντός στη ζέση που
δημιουργούν οι επείγουσες ανάγκες του σήμερα για δραστικό περιορισμό του Δημοσίου, τι γίνεται; Τώρα που πρέπει να «πέσουν κεφάλια» έχουμε την άνεση και
το καθαρό μυαλό για σχέδια και διαδικασίες:
Ναι, είναι γεγονός
ότι αφέθηκαν οι αποφάσεις να τις προλάβουν οι εξελίξεις. Ο σχεδιασμός τώρα
είναι βέβαιο, ότι και αποσπασματικός θα είναι και βεβιασμένος. Ας καθίσουμε,
λοιπόν, να μιλήσουμε για τα αυτονόητα κατ’ αρχήν, θέτοντας κι αναζητώντας λογικές απαντήσεις σε απλά και εύλογα
ερωτήματα, όπως π.χ.:
Θέλουμε το Δημόσιο
ν’ αποδίδει δικαιοσύνη, αλλά να κατασκευάζει ταυτόχρονα και τα δικαστήρια ή να
διαθέτει αξιόπιστα συστήματα υγείας και εκπαίδευσης, αλλά ταυτόχρονα να χτίζει και τα
νοσοκομεία ή τα σχολεία;
Θέλουμε Δημόσιο που
να διαθέτει άψογους εσωτερικούς ελεγκτικούς θεσμούς και μηχανισμούς, όπως π.χ.
ο Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και το Σώμα Ελεγκτών Επιθεωρητών και
ταυτόχρονα κι άλλες Υπηρεσίες με Επιθεωρητές ανά τομείς, όπως π.χ. οι μεταφορές ή η υγεία;
Θέλουμε Δημόσιο που
να σχεδιάζει, να κατασκευάζει και να συντηρεί δρόμους κι εθνικές οδούς, αλλά ταυτόχρονα να διαχειρίζεται και να χρηματοδοτεί κι όλα τα ΜΜΜ, που κινούνται πάνω στα δίκτυα κι όχι μόνο εκείνα που το ιδιωτικό συμφέρον είναι περιορισμένο ή ανύπαρκτο;
Θέλουμε Δημόσιο που
να διαθέτει υπερήλικες και πολυθεσίτες σε νευραλγικές θέσεις, Συμβούλια, Οργανισμούς κι
Υπηρεσίες ή νεότερα στελέχη μ' επάρκεια εμπειρίας και γνώσεων, αλλά και με
νοοτροπία που να ταιριάζει στις σύγχρονες ανάγκες management σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας;
Με άλλα λόγια, η
ίδια η πραγματικότητα υποδεικνύει τομείς, που οι άμεσες επεμβάσεις κι
αναδιοργανώσεις μπορούν να σηματοδοτήσουν τη γενικότερη πορεία προς την
ανανέωση του δημοσίου, αλλά και σημαντικοί πόροι να εξοικονομηθούν. Επιλογές τύπου
διαθεσιμότητας ή εφεδρείας, όχι μόνο στερούνται στοιχειώδους αντικειμενικότητας
κι αποτελεσματικότητας, όπως η ίδια η πραγματικότητα απέδειξε κι αποδεικνύει, αλλά δείχνουν κι ένα ανάλγητο κυβερνητικό πρόσωπο, μιαν
αδιόρθωτα γραφειοκρατική αντίληψη διοίκησης και μια τεράστια απόσταση μεταξύ
αναγκών του Δημοσίου και της κοινωνίας και επιλογών των κυβερνώντων.
Εν προκειμένω, όσες
διαβεβαιώσεις κι αν δίνονται από τον αρμόδιο υπουργό Μεταρρύθμισης περί της
ευαισθησίας λόγω των αγίων ημερών κι άλλα συναισθηματικά, η ζωή θ’ αποδείξει
ότι κι αυτά τα Χριστούγεννα θα τα περάσουμε με βουνά από σκουπίδια στους
δρόμους, αλλά και βουνά από προβλήματα μέσα σε κάθε σπίτι. Και το ανέβασμα στα
βουνά δεν είναι μόνο υγιεινός περίπατος –πόσο μάλλον σ’ αυτά τα «βουνά»– αλλά
απαιτεί σχέδιο, οργάνωση, μέσα και προσπάθεια επίπονη και σκληρή.
Πριν φτάσουμε, λοιπόν,
ν' αποφανθούμε για το καλώς ή κακώς της διαθεσιμότητας των υπαλλήλων, θα ήταν καλύτερα να διερευνηθεί η διαθεσιμότητα λογικής των σχετικών με αυτήν αποφάσεων κι επιλογών εκ μέρους των υπευθύνων.
Foto: Axortagos.gr