Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Βιωσιμότητα του χρέους και βίος αβίωτος;


Αν μη τι άλλο ο πρωθυπουργός έχει πολύ καλό επικοινωνιακό επιτελείο. Μια λέξη ακόμα, ένας υπαινιγμός ή ένα θαυμαστικό, θα ανακύκλωναν τις ψευδαισθήσεις και θα ανατροφοδοτούσαν ένα διάλογο και μιαν αντιπαράθεση που έχει κουράσει, έχει απογοητεύσει, έχει πληγώσει. Μακάρι αυτή η λακωνική δήλωση να σηματοδοτεί μιαν πραγματικά νέα μέρα, που τα λόγια κι οι θεωρίες θα μπουν στην άκρη και θα πιάσουν επιτέλους δουλειά όλοι εκείνοι που έχουν την τύχη της χώρας και του λαού στα χέρια τους.

Παραδοσιακά έχουμε χορτάσει θριάμβους και περιφανείς επιτυχίες, που πολλές φορές ήταν μόνο στα λόγια και στα πρωτοσέλιδα περισσότερο ή λιγότερο «έγκριτων» εφημερίδων. Άλλες φορές, αποφάσεις σε συνόδους και συμβούλια κορυφής συνοδεύονταν από διθυράμβους εθνικής έξαρσης και με κυβερνώντες που έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας μπρος στις κάμερες ή όπως έγκυρες πληροφορίες και –πάλι– «έγκριτων» δημοσιογράφων διαβεβαίωναν με τον γεμάτο νόημα σχολιασμό τους στα τηλεοπτικά παράθυρα. Η ίδια παράδοση επιτάσσει, οι αντιπολιτευόμενοι από τη μεριά τους, να μη βρίσκουν τίποτε σωστό στους χειρισμούς και τις αποφάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης, να κινδυνολογούν προμηνύοντας του κόσμου τα δεινά για το λαό και τη χώρα και να υπόσχονται –ιδιαίτερα αν τα κόμματά τους είναι από τους «εφαψίες» της εξουσίας– να τα καταργήσουν και να τ’ ανατρέψουν όλα, άλλοι σε μια νύχτα κι άλλοι μ’ ένα και μόνο άρθρο. Έτσι είν’ η πολιτική στην Ελλάδα.

Η λιτή δήλωση από μόνη της συνιστά μιαν αλλαγή ύφους. Μακάρι να μετουσιωθεί ανατρέποντας την μέχρι σήμερα παράδοση– και σε μιαν αλλαγή πολιτικής, αλλαγή προς την πολιτική. Με πρωτοβουλίες και δράσεις, με σχέδιο και διορατικότητα, με στόχους κι αξιολογήσεις. Τα δεδομένα άλλωστε της συμφωνίας αυτής καθαυτής, αλλά κι όσα το Μεσοπρόθεσμο κι οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου προβλέπουν, δημιουργούν ένα τόσο ελεγχόμενα προδιαγεγραμμένο πλαίσιο δημοσιονομικής παρακολούθησης, ώστε θα πρέπει να θέλει κάποιος υπουργός «ν’ αυτοκτονήσει» για να παρεκκλίνει των ορίων του προϋπολογισμού που θα τίθενται στο υπουργείο του.

Εκ των πραγμάτων η συζήτηση κι ο δημόσιος διάλογος το επόμενο διάστημα, θα επικεντρωθεί στη βιωσιμότητα του χρέους, φάνηκε άλλωστε από τη σπουδή του κινούμενου αμιγώς παραδοσιακά κυρίου Τσίπρα. Ας αποτελέσει η πρόταση για τη συζήτηση αυτή, αλλά κι όλη η αντιπαράθεση που το επόμενο διάστημα θ’ ανοίξει, την αφορμή για να τεθούν από την κυβέρνηση, από τα τρία κόμματα εξουσίας, οι βάσεις κι οι άξονες των πολιτικών που θ’ ακολουθηθούν από ‘δω και πέρα. Ας μπουν τα ορόσημα της «καινούργιας μέρας», με απλότητα και σαφήνεια, λιτά και κατανοητά. Ορόσημα που είναι αναγκαίο να προτάσσουν την επιβίωση του λαού στοχεύοντας στη βιωσιμότητα του χρέους, να προτάσσουν το κοινό συμφέρον στοχεύοντας στην κοινωνική συνοχή, να προτάσσουν τη συνεννόηση και τη συνεργασία στοχεύοντας στην τήρηση των συμφωνιών, να προτάσσουν τη σκληρή κι επίπονη δουλειά στοχεύοντας στην κινητοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας.

Η βιωσιμότητα του χρέους είναι μια υπόθεση εργασίας, ένα οικονομικό τερτίπι κι ένα εργαλείο μακροοικονομικής ανάλυσης. Αέρας κοπανιστός θα είναι, αν όλοι μαζί αποφασίσουμε ν' αφοσιωθούμε σε μια προσπάθεια ν' αυξήσουμε την παραγωγή στη χώρα μας από τώρα και στο εξής.

«Δεν παράγουμε τίποτε» λέμε και ξαναλέμε. Σχεδόν κι εμείς οι ίδιοι το ‘χουμε πιστέψει. «Τι να πουλάμε σουβλάκια;» αναρωτήθηκε απελπισμένος κάποιος γνωστός, το πίστευε. Ναι, σουβλάκια! Φτάνει να τα πουλάμε σε Γάλλους, Γερμανούς, Αμερικάνους. Όλοι μπορούμε να πουλάμε σουβλάκια φτάνει να τ’ αγοράζουν τουρίστες, να τα «εξάγουμε». Η αύξηση της παραγωγής είναι ο ασφαλής δρόμος, όχι μόνο προς την ανάπτυξη, αλλά και προς την επίτευξη κι όλων των άλλων δεικτών και στόχων.

Οι Ευρωπαίοι εταίροι και το Δ.Ν.Τ. κράτησαν ανοιχτή με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε, όχι την εκκρεμότητα για την ελληνική υπόθεση, αλλά –ας δούμε τα πράγματα επιτέλους με θετική ματιά– τη χαραμάδα διαφυγής και την έξοδο κινδύνου για τη χώρα μας. Ανάμεσα από τις γρίλιες της, αν το θελήσουμε κι αν η «καινούργια μέρα» του πρωθυπουργού σημάνει πράγματι δουλειά κι ευθύνη, μπορεί ν’ αχνοφανεί μια αμυδρή ελπίδα, που δεν θ’ αφορά μόνο τη βιωσιμότητα του χρέους, αλλά προπαντός την προστασία της διαβίωσης του λαού στη χώρα μας για τα επόμενα δύσκολα χρόνια.


Foto: metrogreece.gr

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

'Οταν πηδάς από ψηλά.


Είτε η αναφορά του κυρίου Τατσόπουλου στη «μισή Αθήνα» έγινε με κριτήριο αμιγώς πολιτικό, είτε ο προσδιορισμός αφορούσε κριτήρια απλώς γεωγραφικά, το αποτέλεσμα είναι ένα και το αυτό και –οπωσδήποτε– το ίδιο εντυπωσιακό: Ενάμιση εκατομμύριο (αριθμητικά 1.500.000) άνθρωποι.

Ένας απλός αριθμητικός υπολογισμός το επιβεβαιώνει. Με το πρώτο κριτήριο, το πολιτικό, είναι προφανές ότι αναφερόμαστε στο σύνολο της Β’ εκλογικής περιφέρειας της Αθήνας, στην οποία εκλέγεται και στην οποία κατοικούν οι μισοί –1,5 εκατομμύριο– ψηφοφόροι του νομού Αττικής. Με το δεύτερο, το γεωγραφικό, αφού η πόλη των Αθηνών –σύμφωνα με την απογραφή του 2011– αριθμεί 3 εκατομμύρια κατοίκους, η διαίρεση δια δύο οδηγεί στο ίδιο πηλίκο: Ενάμιση εκατομμύριο (αριθμητικά 1.500.000) άνθρωποι.

Το σχήμα λόγου του κυρίου Τατσόπουλου αφορούσε 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους, σίγουρα ένα νούμερο ικανό –κατά την κρίση του– να υποστηρίξει αξιόπιστα και αναμφίβολα τον ανδρισμό του.

Πέρα από το πικρό χιούμορ ή το γελοίο ή αδιάφορο του θέματος, ίσως πρέπει για μια στιγμή να κοντοσταθούμε και να κοιτάξουμε γύρω μας, ν’ αντικρύσουμε το είδωλό μας στον καθρέφτη της κοινωνίας. Αν υπήρξε ένα «ανάξιο», «ανίκανο» ή «διεφθαρμένο» πολιτικό προσωπικό που μας έφερε ίσαμ’ εδώ, όπως υποστηρίζεται, με τέτοιου είδους ή ανάλογου ύφους «παλικαριές» ή ατάκες, είναι δυνατόν να ελπίζουμε, ότι μπορούμε να πάμε παρακάτω;

Το ήθος, η σεμνότητα, η αξιοπρέπεια, το μέτρο, η σωφροσύνη, εξέλειπαν ως αρετές και χαρίσματα απ’ την πολιτική και το πολιτικό μας σύστημα; Επειδή κάποιοι στο παρελθόν πάτησαν τον όρκο τους ως υπηρέτες του λαού κι απεμπόλησαν το δημόσιο συμφέρον στο όνομα ιδιοτελών σκοπιμοτήτων ή δεν μερίμνησαν με όση φροντίδα και προσοχή ήταν απαραίτητη για ν’ αποτρέψουν τις δυσάρεστες συνέπειες της οικονομικής κρίσης δικαιολογούνται αυτές οι ανοίκειες συμπεριφορές κι εκδηλώσεις;

Τι μαγκιά, τι τσαμπουκάς, τι αναίδεια και τι αγραμματοσύνη είναι αυτή που μας πετάνε καθημερινά κατάμουτρα οι νεόκοποι «εκπρόσωποι του λαού και του έθνους»; Τι άγαρμπο χιούμορ και τι χοντροκομμένο καλαμπούρι υπονομεύουν θεσμούς και πρόσωπα κι ευτελίζουν την πολιτική διαδικασία, στην οποία υποτίθεται συμμετέχουν και την οποία υποτίθεται –και πάλι– υπηρετούν. Λες και βρισκόμαστε σ’ ένα διαρκές φεστιβάλ βίας, αυθάδειας και αυταρχισμού. Λες κι όλα εξελίσσονται για μερικά λεπτά ή δευτερόλεπτα μπροστά στις κάμερες και μετά ξεπερνιώνται και ξεχνιώνται σαν να ‘ναι απλώς μια στιγμιαία εντύπωση, ένα φλας που αστράφτει και χάνεται για πάντα.

Πόσο λάθος αντίληψη της πoλιτικής και της ίδιας της ζωής.

Αν κάποιοι χρειάζονται περισσότερο τούτην τη δύσκολη περίοδο συναισθηματική ηρεμία , κοινωνική γαλήνη κι έμπρακτο ενδιαφέρον, δεν είναι οι τακτοποιημένοι, όσοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εξασφαλίζουν τα προς το ζειν, αλλά οι ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, οι άνεργοι, οι νέοι, οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι ηλικιωμένοι, οι καταχρεωμένοι. Αυτοί οι άνθρωποι, που οι ζωές τους έχουν διαλυθεί ή κινδυνεύουν με κατάρρευση εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, έχουν περισσότερο την ανάγκη και του κράτους και της κοινωνίας.

Ο θυμός, η αγανάκτηση, η εκδίκηση, η καταστροφή, όλα αυτά τα βίαια συναισθήματα και συμπεριφορές, που καλλιεργούνται κι εκδηλώνονται συστηματικά με πρωτεργάτες και πρωταγωνιστές σε πολλές περιπτώσεις βουλευτές ή πολιτικά πρόσωπα και ομάδες, σε τι υποβοηθούν και πώς στηρίζουν αυτούς τους ανθρώπους, που η απόγνωση κι η απελπισία είναι έτοιμες να τους στρέψουν εναντίον άλλων, να τους «οπλίσουν» το χέρι, να τους ωθήσουν στα άκρα;

Το κράτος λειτουργεί υπό εξαιρετικές συνθήκες. Τα οικονομικά πλαίσια είναι ασφυκτικά, οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται υπό πίεση. Είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας ζωτικός χώρος, ώστε, σ' αυτή τη δύσκολη καμπή, να ασκούνται κατά το δυνατόν οι κρατικές λειτουργίες. Οι συνθήκες είναι έκτακτες, το κράτος δεν μπορεί πλέον να υποστηρίξει όλες τις δραστηριότητές του, ούτε να εξακολουθήσει να εξυπηρετεί με τον ίδιο τρόπο αδιακρίτως ομάδες και άτομα. Γι’ αυτό θα πρέπει να τεθούν προτεραιότητες, γι’ αυτό με κάθε τρόπο θα πρέπει ν’ αποτραπεί ο κοινωνικός αυτοματισμός.

Τα δεδομένα για το κράτος και την οικονομία της χώρας, υπό το βάρος της κρίσης, είναι από καιρό προδιαγεγραμμένα. Ίσως θα μπορούσαν να είναι καλύτερα, το πιθανότερο όμως «ίσως» είναι να ήταν πολύ χειρότερα. (Ήδη ο «μηχανισμός στήριξης» έφτασε μέχρι και τη μαρτυρική Κύπρο. Εκεί δεν κυβερνάει κάποιος «Γιωργάκης» Παπανδρέου, αλλά ο πρόεδρος του ΑΚΕΛ, ο Δημήτρης Χριστόφιας, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση).

Τα δεδομένα για την Ευρώπη λες και τ’ ανακαλύψαμε ξαφνικά εδώ και τρεις μέρες. Κι εδώ τα πράγματα θα μπορούσαν από χρόνια να είναι καλύτερα. Γεγονός είναι, ότι οι ισορροπίες, οι συμμαχίες, οι συνθήκες, οι κανονισμοί κι οι αποφάσεις δεν είναι τίποτε άλλο από συγκερασμούς και σύνθεση μεταξύ αντικρουόμενων κι αντιτιθέμενων συμφερόντων με αμοιβαίες υποχωρήσεις που –κατά κανόνα– εξυπηρετούσαν κι ευνοούσαν τους ισχυρότερους. Το πλαίσιο για τη χώρα είναι πολύ στενό και δεν είναι αυτό αποτέλεσμα ούτε των μνημονίων, ούτε της ασυνεννοησίας μεταξύ των εταίρων ή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Δ.Ν.Τ. Μεταξύ μας δεν μπορούμε να τα βρούμε, εμείς αδυνατούμε να συνεννοηθούμε.

Ξαφνικά το τελευταίο διάστημα οι γλώσσες που μιλάμε μεταξύ μας πολλαπλασιάστηκαν, απ’ την κλασσική, την «ξύλινη» που είχαμε συνηθίσει από χρόνια να εκφέρεται από κάποιους πολιτικούς, έγιναν αλήτικες, μάγκικες, περιθωριακές κι ακαταλαβίστηκες. Μιλιούνται –θαρρείς– μόνο για ν’ ακουστούν, να θορυβήσουν, να παράγουν τον ήχο τους και να σβήσουν πέφτοντας κάτω πριν καν φτάσουν ως τ’ αυτιά του ακροατηρίου. Είναι γλώσσες που δεν παράγουν πολιτική, δεν παράγουν λύσεις, δεν παράγουν προοπτική. Δεν επινοούνται για να επικοινωνήσουν τους ανθρώπους και να δημιουργήσουν διαύλους συνεννόησης, αλλά μόνο για να χρησιμοποιηθούν σε άλλα κανάλια κι άλλα μέσα, τα ηλεκτρονικά.

Σ’ αυτή τη σύγχρονη Βαβέλ που δημιουργήσαμε είναι αδύνατο να επινοήσουμε τον τετραγωνισμό του φαύλου κύκλου για να βρούμε την έξοδο. Υπάρχουν όμως κάποιες αποφάσεις, κάποιοι νόμοι του ελληνικού κράτους, που βήμα – βήμα μπορούν να μας οδηγήσουν σ’ έναν δρόμο. Η δική μας μεγάλη προσπάθεια κι η παράλληλη ευρωπαϊκή στήριξη, που ούτως ή άλλως για το επόμενο διάστημα είναι δεδομένη, μπορούν να χαράξουν μια πορεία διεξόδου για τα επόμενα δύσκολα χρόνια.

Σε κάθε περίπτωση, νομίζοντας, ότι με την ευκολία που πηδάμε τη μισή Αθήνα, θα μπορέσουμε να πηδήξουμε και το μισό Βερολίνο, ή –με τη φόρα που η γλώσσα μας έχει πάρει– τη μισή Ευρώπη, μάλλον ανάποδα βλέπουμε τα πράγματα και σίγουρα –σ’ όσα μπαλκόνια ή κεραμύδια αν ανεβούμε– δεν είμαστε εμείς εκείνοι που κοιτάνε τον κόσμο από πάνω.

Foto: Sergio Occhiuzzo