Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Καλά που δεν πήρα νόβα.


Καλά που δεν πήρα νόβα. Όλη η γειτονιά στο σουβλατζίδικο ήτανε. Γνωστοί από χρόνια, φίλοι, ακόμα και περαστικοί που είχαν βγάλει τους σκύλους βόλτα, για τραπέζι έψαχναν. Ούτε για δείγμα δεν περίσσευε πλαστική καρέκλα. «Μόνον όρθιοι» φώναζε ο Γιώργος από μέσα όπως έκοβε τον γύρο, αλλά από τον τόνο της φωνής –έστω κι αν δεν ήξερες– ανίχνευες την αδιόρατη χαιρεκακία του «βάζελου».

Πήγαμε κατά τις εννιά για να είμαστε άνετοι, αλλά τζίφος, στράφι πήγε η χαρά μου για τα άδεια τραπέζια που πλησιάζοντας διέκρινα να υπάρχουν. «Ρεζερβέ», μας πληροφόρησε η Στέλλα όπως σερβίριζε δυο ξεχειλισμένα λαχταριστά ποτήρια ξανθιάς μπύρας, που συναγωνίζονταν –χωρίς επιτυχία– το χρώμα των μαλλιών της. Κάποιοι είχαν φροντίσει εγκαίρως, τα άδεια πλαστικά τραπέζια με το χάρτινο τραπεζομάντιλο ήταν στρωμένα προς χάριν τους.

Οι εναλλακτικές υπήρχαν, αλλά ήμασταν με τα πόδια. Φεύγοντας πήρε το μάτι μου στην οθόνη το ξυρισμένο κεφάλι του Τζόρτζεβιτς. Πού χάθηκε αυτή η ψυχή; Πιάσαμε την κουβέντα για την εποχή του κι ανοίξαμε το βήμα για τον Αρχοντή, ελπίζοντας ότι στη χειρότερη θα βολευτούμε στην Αράχωβα κι ας έχει πιο μικρή οθόνη.

Ούτε μαθητικά θρανία στη σειρά να ήτανε τα τραπέζια. ‘Ισα-ίσα προλάβαμε ένα τελευταίο, πίσω στη γαλαρία. Ο Αρχοντής έχει περισσότερο χώρο, αλλά είναι και περισσότερο καφέ – ουζερί. Ήταν πια εννιά και είκοσι. Εδώ οι γνωστοί είναι από «άλλη κατάσταση». Στον Αρχοντή γινόντουσαν όλες οι προεκλογικές συγκεντρώσεις του κόμματος. Πήρε το μάτι μου στη μέσα αίθουσα, πάνω από ένα τραπέζι που έπαιζαν ακόμα χαρτιά, κάποιον υποψήφιο των πρόσφατων εκλογών.

Χαιρετούρες και καλωσορίσματα. «Καλό χειμώνα» εύχονταν κάποιοι και συνειδητοποιούσα, ότι πράγματι, μόλις πέρασε η κάψα του ποδαρόδρομου η βραδινή ψύχρα άρχισε να γίνεται αισθητή. Το δημοσιογραφικό γιλεκάκι –έμπνευση της τελευταίας στιγμής– έδωσε λύση, απέπνεε και μια ανεπαίσθητη μυρωδιά αντισκοριακού. Ο Παναγιώτης τράβηξε μια καρέκλα προς το μέρος μας, μόλις τέλειωσε η δηλωτή ήρθε κοντά κι ο Αργύρης (μπαρούτι με τον Αποστόλη –το ταίρι του στα χαρτιά– γιατί ξέχασε στην τελευταία χαρτωσιά ότι δεν είχε περάσει το δέκα το καλό).

Ήρθαν τα ούζα, άρχισε κι ο αγώνας. Μετά τα πρώτα λεπτά, τα ειρωνικά αστεία για τους Γερμανούς διαδέχτηκε η σιωπή και τη σιωπή η μουρμούρα κι η δυσφορία. Κάτι προσπαθούσε να περιγράψει ο Σωτηρακόπουλος, αλλά ήδη η κουβέντα είχε φύγει στο πόσο υστερούν σε συλλογικό επίπεδο οι ελληνικές ομάδες. Η εικόνα του αγώνα συμπληρωνόταν από την απογοήτευση που έβγαινε σαν αναστεναγμός εξαιτίας της εικόνας διάλυσης που φαίνεται να ‘χουν τα ποδοσφαιρικά πράγματα. Φέτος η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική. Η ΑΕΚ στα αζήτητα, ο ΠΑΟ ψάχνεται, ο ΠΑΟΚ βασανίζεται απ’ το παρελθόν του. Για τον Πλατανιά Χανίων θα δείξει ο χρόνος.

Επαγγελματίες στα λόγια κι ανώνυμες εταιρίες στα χαρτιά. Δεν είναι η κρίση που έφερε στο προσκήνιο αυτά τα προβλήματα, σέρνονταν και σέρνονται δεκαετίες. Παράγοντες, πολιτευτές, οπαδοί, ένα κουβάρι πίσω από τις χρωματιστές φανέλες, που κάποτε αντιπροσώπευαν κι άξιζαν κάτι πιο σημαντικό από χορηγούς, στημένα και στοιχήματα. Τότε που τα ελληνικά γήπεδα γέμιζαν από φιλάθλους, από οικογενειάρχες και παιδιά. Τότε που στις ταράτσες γύρω απ’ τα γήπεδα κρεμνιόντουσαν σαν σταφύλια οι τζαμπατζίδες τα Κυριακάτικα απογεύματα.

Τώρα τα τηλεοπτικά δικαιώματα κι η ΟΥΕΦΑ κάνουν παιχνίδι κι όχι οι φανέλες κι οι ποδοσφαιριστές. Πακτωλός εκατομμυρίων επενδύεται σ’ αυτό λαϊκό σπορ, στο βασιλιά των ομαδικών αθλημάτων. Τεράστια συμφέροντα και καριέρες στηρίζονται και στηρίζουν τις συλλογικές διοργανώσεις. Πίσω απ’ τη λάμψη των προβολέων και την αίγλη της δημοσιότητας έχει δημιουργηθεί και λειτουργεί ένας ολόκληρος κόσμος από εταιρείες, διαφημίσεις, στοιχήματα. Ο αγώνας είναι καταναλωτικό προϊόν, οι διοργανώσεις πακέτα.

Τώρα πρέπει να πληρώσω για να δω από την τηλεόραση την ομάδα που μ’ αρέσει. Πρέπει να πληρώσω για να δω ζωντανά ελληνικό ποδόσφαιρο. Τα πακέτα είναι μοιρασμένα κι αν δεν γίνω συνδρομητής πίτσα και μπύρες δεν ξαναέχει στον καναπέ.

Όλα άλλαξαν. Ο Βαλβέρδε χώρα, ο Μιραλάς ομάδα, ο Χολέμπας θέση. Ακόμα κι ο Σωτηρακόπουλος για τις ανάγκες του champions league άλλαξε κανάλι. Μόνο ο Ολυμπιακός έμεινε γι' αυτή τη διοργάνωση κι εφέτος στα ίδια.

Καλά που δεν πήρα νόβα.

Foto: NOVASPOR.GR

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Δρόμοι ανάδρομοι.


Κινούμαι στη Μεσογείων καθημερινά. Μερικούς μήνες πριν το δρομολόγιό μου περνούσε ταχτικότερα απ’ την Κηφισίας. Η κίνηση και στους δύο κεντρικούς οδικούς άξονες σε όλη τη διάρκεια της μέρας είναι ιδιαίτερα αυξημένη. Ουσιαστικά οι λεωφόροι αυτοί δέχονται τη μεγαλύτερη κυκλοφοριακή επιβάρυνση από τα αυτοκίνητα που κινούνται από τα βόρεια και ανατολικά προάστια και περίχωρα του λεκανοπεδίου προς το κέντρο κι αντίστροφα. Στο διαχωριστικό διάζωμα οι δυο λεωφόροι έχουν κατά το μεγαλύτερο μήκος τους πρασιά με θάμνους κι άλλα καλλωπιστικά φυτά.

Τις ώρες αιχμής που τ’ αυτοκίνητα συνωστίζονται από φανάρι σε φανάρι κι ακούγοντας τις φλυαρίες ή τα «κομμάτια» –μουσικά ενίοτε– των ραδιοφωνικών σταθμών, έχω την ευκαιρία να πληροφορούμαι ταυτόχρονα από τα ποικιλόχρωμα πανό που ανεμίζουν σε κάθε κολώνα φωτισμού, σε ποια νυχτερινά κέντρα τραγουδούν διάφοροι καλλιτέχνες, ποιες εκθέσεις πραγματοποιούνται ή πότε αρχίζουν οι εγγραφές σε ωδεία, φροντιστήρια ξένων γλωσσών κ.ο.κ.

Αν τύχει και ρίξω το βλέμμα έξω απ’ το παράθυρο κάποια από ‘κείνες τις –ατέλειωτες πολλές φορές– ώρες της υπομονής, βλέπω μπερδεμένα ανάμεσα στους θάμνους χαρτιά και νάιλον, πεταμένα πλαστικά μπουκάλια νερού ή αναψυκτικών, αποτσίγαρα, κουτιά μπύρας κι ότι άλλο μπορεί να παρασύρει ο αέρας ή να πετάξει ανθρώπινο χέρι. Όπου υπήρχε γκαζόν έχει ξεραθεί ή έχει ξεχορταριάσει και τ’ αυτόματο πότισμα δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, που καταβρέχει τα διερχόμενα αυτοκίνητα παρά την πρασιά.

Το ντεκόρ συμπληρώνεται από αυθαίρετα –υποθέτω– τοποθετημένες εδώ κι εκεί μεταλλικές πινακίδες διαφόρων καταστημάτων της περιοχής, ενώ οι στήλες των φαναριών «αγκαλιάζονται» ενίοτε από χάρτινα διαφημιστικά πλακάτ τσίρκων, εκδηλώσεων, κομμάτων κ.ο.κ.

Σκηνικό εγκατάλειψης, υποβάθμισης, αδιαφορίας.

Δεν συμβαίνει μόνο σ’ αυτές τις λεωφόρους, ούτε αυτού του είδους η «διαφήμιση» παρατηρείται μόνο στους μεγάλους οδικούς άξονες. Οργανωμένη ή αυτοσχέδια η ρύπανση αυτού του τύπου κατακλύζει τις γειτονιές και τις συνοικίες και δημιουργεί έναν τεράστιο όγκο απορριμμάτων, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο υποβαθμίζουν και καταστρέφουν το περιβάλλον. Αν κοντά σ’ αυτά προστεθεί κι η καθημερινή «θυροκόλληση» σε πόρτες και γραμματοκιβώτια των απίστευτης ποικιλίας έντυπων για πιτσαριές, ψησταριές, υδραυλικούς, φροντιστήρια και κάθε λογής κατάστημα που μπορεί να διαφημιστεί, εύκολα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο δημόσιος χώρος γενικότερα εμφανίζει από δήμο σε δήμο κι από περιοχή σε περιοχή τα ίδια ποιοτικά χαρακτηριστικά κι ανάλογα προβλήματα.

Στις μεγάλες αρτηρίες είναι γνωστή η πολυδιάσπαση των αρμοδιοτήτων μεταξύ υπουργείου, περιφερειών και δήμων. Το πρόσφατο περιστατικό με τους φωτεινούς σηματοδότες και τη διένεξη του τότε υπουργού Υποδομών με τον περιφερειάρχη Αττικής είναι γνωστή και φανερώνει μια όψη του προβλήματος που υπάρχει. Συμβαίνει, λοιπόν, άλλος φορέας να έχει την ευθύνη για το οδόστρωμα, άλλος για το πεζοδρόμιο κι άλλος για την πρασιά. Τι ποιο σύνηθες στη χώρα μας, μόλις συμβεί κάτι «κακό» –γιατί το καλό μπορεί να μην το μάθουμε και ποτέ– ν’ αρχίζει η πασίγνωστη διαδικασία της αναζήτησης των ευθυνών, οι οποίες γίνονται «μπαλάκι» και δεν καταλήγουν τελικά πουθενά.

Όσο υπήρχαν οι πιστώσεις η κατάσταση, τουλάχιστον στον τομέα του πρασίνου, ήταν πολύ καλύτερη. Τώρα που τα κονδύλια διατίθενται με το σταγονόμετρο και το μεγαλύτερο μέρος πηγαίνει για μισθοδοσίες, έχουν περιοριστεί στις απολύτως αναγκαίες κι οι δραστηριότητες των περιφερειών και ιδιαίτερα των δήμων. Μετά την απομάκρυνση και των συμβασιούχων που κάλυπταν αυτού του είδους τις εργασίες, τα πράγματα στους τομείς της καθαριότητας και του πρασίνου δεν αναμένεται να βελτιωθούν.

Το θέμα και το «θέαμα» στις πρασιές των λεωφόρων έχει δυο όψεις, η μια αφορά την προστασία από ανάρτηση κάθε λογής πανώ και πινακίδων κι η άλλη τη φροντίδα της καθαριότητας και της καλαισθησίας τους. Κι εδώ θα πρέπει να επισημανθεί, ότι γλιτώσαμε από τις επικίνδυνες τεράστιες διαφημιστικές πινακίδες, που σε πολλές περιπτώσεις με την ανοχή των δήμων –λόγω φανερών ή μη εσόδων– ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια, αλλά που εν πάση περιπτώσει ήταν πιο εμφανίσιμες κι έχουμε βρεθεί σε μια ανεξέλεγκτη κατάσταση, που ο καθένας ρυπαίνει διαφημίζοντας κατά το δοκούν, αλλά κι η προσοχή των οδηγών ν’ αποσπάται με ακόμα πιο επικίνδυνο τρόπο.

Λύση θα ήταν οι φορείς κατά το μέρος της ευθύνης τους να μεριμνήσουν, ώστε ν’ αντιμετωπιστούν οι αυθαιρεσίες και να προστατευθούν οι νησίδες πρασίνου τόσο από τους «καταπατητές» της διαφήμισης, όσο και από τη βρωμιά και τα σκουπίδια. Οι πιστώσεις μπορεί να μην είναι μεγάλες, αλλά κανείς δεν τους εμποδίζει να τις αξιοποιήσουν καλύτερα. Μέρος αναπόσπαστο και στολίδι για τον οικιστικό ιστό, που πνίγεται στο τσιμέντο και την άσφαλτο, είναι αυτά τα παρτέρια, τους αξίζει να παίξουν κι εκείνα το ρόλο διαφημιστή για την πόλη και τα προάστια. Αποτελεσματικότερα μάλλον θα διαφημιζόταν οι δημοτικές αρχές προσφέροντας ποιοτικές υπηρεσίες καθαριότητας και πρασίνου προς τους δημότες τους, παρά δαπανώντας εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για πολυήμερα καλοκαιρινά φεστιβάλ και πολυέξοδες εκδηλώσεις.

Σε άλλη περίπτωση, μια ιδέα θα ήταν οι δράσεις εθελοντισμού, με τοπικούς φορείς και οργανώσεις να συνεργάζονται με τους δήμους και να «υιοθετούν» τμήματα προστασίας και φροντίδας των δημόσιων χώρων της πόλης. Αλλά –γιατί όχι;– κι η «ενοικίαση» της φροντίδας χώρων, όπως είναι οι πρασιές που διατρέχουν τους μεγάλους κεντρικούς δρόμους από επιχειρήσεις –με τα ωφέλη της χορηγίας– κι η ανάληψη από την πλευρά τους της ευθύνης να τις περιποιούνται και να τις διατηρούν σε άριστη κατάσταση. Είτε στη μία, είτε στην άλλη περίπτωση κέρδος θα είχε ο δήμος, στην μεν πρώτη από την ενδυνάμωση της κοινωνικής δράσης και συμμετοχής και στην άλλη από το οικονομικό όφελος και την εξοικονόμηση προσωπικού και πόρων.

Στην κατάσταση που βρισκόμαστε, αναλογεί στον καθένα μας, σύμφωνα με τη θέση και τις δυνατότητές του, ένα κομματάκι ευθύνης για το ξαναξεκίνημα αυτού του τόπου.

Αυτό που θα μπορούσε π.χ. να κάνει ο κάθε πολίτης, είναι να επαναπροσδιορίσει τη στάση απέναντι στο δημόσιο χώρο με πρώτη-πρώτη πράξη έμπρακτης απόδειξης –ζούμε και στην εποχή των αποδείξεων άλλωστε– να μην ξαναπετάξει το τσιγάρο ή να μην φτύσει έξω απ’ το παράθυρο τ’ αυτοκινήτου του. Από την πλευρά δε των υπευθύνων, η απαίτηση είναι ν’ αντιμετωπίσουν το δημόσιο χώρο –αλλά και τα δημόσια πράγματα στο σύνολό τους–, όχι με τα παραδοσιακά εργαλεία και τις πελατειακές λογικές του χτες, αλλά με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του αύριο. Ας αναζητήσουν με τόλμη στις γειτονιές κι ας βγάλουν τους πολίτες απ’ τα σπίτια τους όχι για να διαμαρτυρηθούν ή να καταστρέψουν, αλλά για να συναντηθούν και να δημιουργήσουν.

Σταματάω στο φανάρι του Νομισματοκοπείου, η λαμπερή Δέσποινα Βανδή από τ’ απέναντι στέγαστρο μου υπενθυμίζει «Άλλαξα», μήπως είναι καιρός ν’ ακολουθήσουμε κι εμείς το παράδειγμά της;