Παρασκευή 15 Μαΐου 2009

ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

Μόνο σε επικοινωνιακό και συμβολικό επίπεδο μπορούν να παράγουν τ’ αποτελέσματά τους τα ονόματα που πλαισιώνουν τα ψηφοδέλτια των κομμάτων για τις Ευρωεκλογές. Βεβαίως, οι επικεφαλής και το «βάθος» εκλογιμότητας σηματοδοτούν τις προσδοκίες και τις στοχεύσεις που θέτουν, αλλά επί της ουσίας τα πρόσωπα μικρό μόνο ρόλο διαδραματίζουν για τις ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Συνήθως, οι Ευρωεκλογές λίγο έως καθόλου απασχολούν και προβληματίζουν και τους πολίτες, που αξιοποιούν την ευχέρεια της «χαλαρής ψήφου» για να εκφραστούν μπροστά στην κάλπη –όσοι βεβαίως φτάνουν μέχρι εκεί– με περισσότερη ελευθερία και ευελιξία επιλογής. Ουσιαστικά, η ψήφος αντανακλά τη στάση του εκλογέα απέναντι στην εσωτερική πολιτική κατάσταση, αντικατοπτρίζει την αντίδρασή του για την ακολουθούμενη κυβερνητική πολιτική, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει τη χρονική κατά βάση συγκυρία μέσα στην οποία διεξάγεται η ψηφοφορία.
Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, η συμβολή τους έως τώρα στην παραγωγή πολιτών εξελίξεων μάλλον περιορισμένη έως μηδενική υπήρξε, εφόσον ούτε η κυβερνητικές πλειοψηφίες, που κατά κανόνα εισπράττουν τη δυσαρέσκεια και τις αρνητικές ψήφους, κινδύνευσαν, ούτε η αντιπολίτευση στο σύνολό της, που κατά κανόνα πριμοδοτείται απλόχερα, κατόρθωσε να μετουσιώσει τις ψήφους σε κάτι περισσότερο από έδρες στο Ευρωκοινοβούλιο.
Αν όλες οι προηγούμενες Ευρωεκλογές, παρουσιάζουν σχεδόν ταυτόσημες συμπεριφορές κι εκλογικά αντανακλαστικά για το εκλογικό σώμα και τ’ αποτελέσματά τους δεν συνεπέφεραν συνέπειες για την κατά περίπτωση κυβερνώσα παράταξη, οι επικείμενες εκλογές της 7ης Ιουνίου, είναι δυνατόν ν’ αποτελέσουν εξαίρεση από τον κανόνα, θα μπορούσε να διερωτηθεί κάποιος.
Μια πρόχειρη πρώτη απάντηση, θα ήταν ασφαλώς, αρνητική, εφόσον το πλαίσιο και τα δεδομένα ως προς την ουσία και τη δυναμική των Ευρωεκλογών εξακολουθούν να παραμένουν απαράλλαχτα. Με μια δεύτερη όμως προσεχτικότερη προσέγγιση, όχι μόνο της χρονικής συγκυρίας και των συσσωρευμένων προβλημάτων εξαιτίας της πεντάχρονης κυβερνητικής πολιτικής, αλλά κυρίως λόγω της εύθραυστης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας, θα επέτρεπε να διατυπωθούν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα της κυβέρνησης ν’ απορροφήσει τους κραδασμούς ενός προφανώς ανεπιτυχούς αποτελέσματος και να μην αναγκαστεί να ζητήσει ανανέωση της λαϊκής εντολής, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Στο συλλογισμό αυτό, μας επιτρέπει να οδηγηθούμε και η πρόσφατη επιλογή του πρωθυπουργού να προχωρήσει στον εσπευσμένο τερματισμό της συνόδου της Βουλής, διακινδυνεύοντας, τόσο την βεβιασμένη διακοπή της διερεύνησης υποθέσεων με ενδεχόμενες ευθύνες υπουργών και άλλων πολιτικών προσώπων, όσο και την αμαύρωση –όπερ σπουδαιότερο– της δημόσιας εικόνας του, εξαιτίας ακριβώς της επιλογής και της συμπεριφοράς του αυτής έναντι των θεσμών και της κοινοβουλευτικής τάξης.
Η τακτική κι ο υπολογισμός έχουν μπλοκάρει την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης. Τα ποσοστά, οι ημερομηνίες κι οι μονάδες, έχουν καταστεί τα κεντρικά μεγέθη, που κατευθύνουν τις πρωθυπουργικές πρωτοβουλίες και τις κυβερνητικές επιλογές. Η κρίση, τα ελλείμματα, τα μέτρα κι ότι σχετίζεται με χειρισμούς στο επίπεδο της οικονομίας και της κοινωνίας, αξιοποιούνται μόνο ως τεχνικές διατήρησης μιας ανούσιας πολιτικολογίας κι όχι για την παραγωγή πολιτικής και την προώθηση λύσεων, μόνο για κατανάλωση. Εκείνο που διακαώς επιχειρεί να μην καταναλώσει η κυβέρνηση, είναι ο χρόνος παραμονής της στην εξουσία.
Είναι προφανές, επομένως, ότι στο παιχνίδι με τον χρόνο, η 7η Ιουνίου φαίνεται ν’ αποχτά καθοριστικό χαρακτήρα και περιεχόμενο, εφόσον αποτελεί εκ των πραγμάτων μια ημερομηνία καμπή για το κυβερνών κόμμα, αλλά και για την αξιωματική αντιπολίτευση. Το αποτέλεσμα των εκλογών δεν θα είναι αδιάφορο, ανέξοδο, αναποτελεσματικό. Αντίθετα, θα μπορεί να παράγει πολιτικές εξελίξεις και συνέπειες, μπορεί ν’ αποτελέσει την αφετηρία για ανατροπές κι ανακατατάξεις. Σε συνάρτηση βεβαίως, με το πώς και κατά πόσο, ο έτερος των ενδιαφερομένων, το ΠΑΣΟΚ, θα πιέσει και θα επιδιώξει ν’ αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, ώστε να βρίσκεται στο πηδάλιο της χώρας το εξαιρετικά κρίσιμο και δύσκολο από κάθε άποψη 2010.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

ΑΣΕΠ: ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ




Μπορεί η Βουλή να έκλεισε, αλλά η καθημερινότητα και τα προβλήματά της μάς ακολουθούν ακούραστα μονότονα και βασανιστικά, το ίδιο επίμονα κι εκνευριστικά. Βγαίνοντας από την εξώπορτα του σπιτιού διαπιστώνουμε ότι ο καθημερινός εφιάλτης είναι παρών, είτε λέγεται κυκλοφοριακό, είτε λέγεται ρύπανση, είτε λέγεται ανεργία, είτε λέγεται ακρίβεια, είτε λέγεται μαρασμός κι εγκατάλειψη.

Διάβασα, λοιπόν, πριν δυο – τρεις μέρες στην εφημερίδα, ότι εκδόθηκε από το ΑΣΕΠ ο οριστικός πίνακας βαθμολογίας της ειδικής γραπτής δοκιμασίας, του πασίγνωστου «τεστ γενικών γνώσεων & δεξιοτήτων», που είχε διεξαχθεί τον περασμένο Νοέμβριο και συμμετείχαν πάνω από 100.000 ενδιαφερόμενοι.

Ανατρέχοντας στην ιστοσελίδα του ΑΣΕΠ, είδα ότι δημοσιεύεται ο αριθμός των τευχών και επισημαίνεται σε κάθε ενδιαφερόμενο, πως προκειμένου «να προσμετράται η μοριοδότηση του κριτήριου της ειδικής γραπτής δοκιμασίας στη συνολική βαθμολογία των υποψηφίων θα πρέπει ο κάθε υποψήφιος να αναγράφει την επίδοσή του στο σχετικό σημείο της αίτησης». Δεν αρκεί όμως αυτό, αλλά επιπλέον απαιτείται από τον υποψήφιο να επισυνάπτει στην αίτηση κάθε φορά που θα διαγωνίζεται «ως αποδεικτικό επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της πρώτης σελίδας του σχετικού ΦΕΚ καθώς και της σελίδας στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο και η βαθμολογία του». Ενώ με νεότερο Δελτίο Τύπου, διευκρινίζεται, ότι η επικύρωση των φωτοαντιγράφων των σελίδων των ΦΕΚ «είναι δυνατή και με την επισύναψη υπεύθυνης δήλωσης του υποψηφίου κατά το άρθρο 8 παρ. 4 Ν. 1599/1986 στην οποία βεβαιώνεται ότι τα συνημμένα αντίγραφα αποτελούν γνήσια αντίγραφα εκ των πρωτοτύπων που βρίσκονται στην κατοχή του».

Αναζήτησα τα αποτελέσματα που δημοσιεύονται σε, όχι ένα, ούτε δύο παρακαλώ, αλλά δεκαεννέα (19) διαφορετικά ΦΕΚ του τρίτου τεύχους της Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που αριθμούν το καθένα από 72 έως 132 σελίδες.

Σύνολο σελίδων χίλιες εννιακόσιες ενενήντα μία (1.991) και το κόστος αγοράς ενός από τα παραπάνω ΦΕΚ για τον κάθε ενδιαφερόμενο κυμαίνεται 3 έως 3,5 ευρώ ανάλογα με τον αριθμό των σελίδων.

Ο προβληματισμός μου έχει δύο σκέλη, το ένα αφορά το κόστος όλης αυτής της διαδικασίας δημοσίευσης από το δημόσιο σε σχέση με την πρακτική αξία του επιδιωκομένου αποτελέσματος και το δεύτερο τη σκοπιμότητα της διαδικασίας που επιβάλλεται στους πολίτες που συμμετείχαν στη διαδικασία του τεστ.

Ως προς το θέμα του κόστους, η απορία μου ξεκινά από το απλούστερο, που είναι πόσοι τόνοι άραγε χαρτιού θα χρειαστεί να καταναλωθούν, προκειμένου να εκτυπωθούν αυτές οι χιλιάδες σελίδες και σε πόσες άραγε χιλιάδες αντίτυπα; Δίπλα σ’ αυτά αν μπουν τα εργατικά, οι πρώτες ύλες, τα μεταφορικά και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο, αναρωτιέμαι σε τι ύψος διαμορφώνεται το συνολικό κόστος της διαδικασίας δημοσίευσης των αποτελεσμάτων ενός τεστ, που το αποτέλεσμά του πουθενά αλλού δεν χρησιμεύει στους υποψηφίους που συμμετείχαν, ει μη μόνο στο να κερδίσουν κάποια μόρια, αν και εφόσον συμμετάσχουν μελλοντικά σε κάποιο διαγωνισμό για πρόσληψη στο δημόσιο. Με άλλα λόγια, αν το δημόσιο δεν ξαναπροκηρύξει διαγωνισμό ή αν κάποιος δεν συμμετάσχει του είναι παντελώς άχρηστα.

Και για να σας πάω κι ένα κλικ πιο κάτω; Γνωρίζει κανείς πόσο έχει κοστίσει μέχρι σήμερα στο ελλειμματικό δημόσιο ταμείο αυτή η πρωτότυπη διαδικασία του «τεστ δεξιοτήτων» για διορισμό στο δημόσιο; Έχει αθροίσει κάποιος τι ποσά έχουν δαπανηθεί κι εξακολουθούν να δαπανώνται απλώς και μόνο για να συμπληρωθεί σ’ ένα «κουτάκι» μιας αίτησης συμμετοχής σε διαγωνισμό ένας αριθμός (ο βαθμός δηλαδή του τεστ δεξιοτήτων);

Για να δούμε όμως και το άλλο σκέλος του προβληματισμού μου. Τι ζητάει το ΑΣΕΠ από τους ενδιαφερόμενους στην περίπτωση που θέλουν να συμμετάσχουν σε κάποιο διαγωνισμό του δημοσίου; Ν’ αγοράζουν, να επικυρώνουν και να βεβαιώνουν τη γνησιότητα δεδομένων, που το ίδιο το δημόσιο τους παρέχει μέσω του ΑΣΕΠ και του ΦΕΚ. Με άλλα λόγια το ΑΣΕΠ επιβάλλει στους ενδιαφερόμενους να αγοράσουν το ΦΕΚ, από πού; Αν δεν μένουν στην Αθήνα, τον Πειραιά ή σε κάποια από τις μεγάλες πόλεις που τυχαίνει να λειτουργούν γραφεία διάθεσης ΦΕΚ, πού θα τα βρουν, από τη στιγμή μάλιστα που δεν διατίθενται δωρεάν και δεν μπορούν να τους εξυπηρετήσουν τα ΚΕΠ; Ζητούμενο πρώτο, λοιπόν, η αγορά των ΦΕΚ.

Ζητούμενο δεύτερο, γιατί θα πρέπει να επικυρωθεί το ΦΕΚ ή να προσκομιστεί υπεύθυνη δήλωση του υποψηφίου για τη γνησιότητα των στοιχείων; Το ΦΕΚ δεν είναι έγκυρο δημόσιο έγγραφο ή το ΑΣΕΠ δεν γνωρίζει τη βαθμολογία κάθε υποψηφίου, ώστε σε κάθε περίπτωση που κάποιος τη χρειαστεί να χορηγεί εκείνο τη βεβαίωση της βαθμολογίας; Γιατί με άλλα λόγια πάλι, προστίθενται όχι μόνο κι άλλη ταλαιπωρία, αλλά κι άλλες διαδικασίες και έγγραφα στις αιτήσεις συμμετοχής στους διαγωνισμούς του δημοσίου;

Κούρασα, αλλά το θέμα είναι μείζον και αφορά όχι μόνο την οργάνωση του κράτους, τη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης ή ενδεχομένως την επιμέρους θεματική των σχέσεων κράτους – πολίτη, αφορά την ουσία και το περιεχόμενο των θεσμών της πολιτείας, αλλά και την ποιότητα της δημοκρατίας που απολαμβάνουν οι πολίτες αυτού του κράτους.

Το ανεξάρτητο ΑΣΕΠ, διασφαλισμένο συνταγματικά και οχυρωμένο πίσω από εκατοντάδες –μην πω χιλιάδες, που δεν θα ήταν ενδεχομένως υπερβολή– νόμους, διατάξεις, εγκυκλίους, γνωμοδοτήσεις και πάει λέγοντας, έχει διαμορφώσει στο όνομα της διαφάνειας και της αμεροληψίας των διορισμών στο δημόσιο, ένα ιδιότυπο καθεστώς οιονεί ασυλίας, τόσο ως προς την οργάνωση και στελέχωσή του, όσο και ως προς τον τρόπο λειτουργίας και άσκησης των αρμοδιοτήτων και της αποστολής του.

Ως προς την οργάνωση δεν είναι του παρόντος, μέσα απ’ αυτές τις αράδες, να κριθεί σε τι ωφελούν την αποτελεσματικότητά του και την ευελιξία που πρέπει να έχει ένα όργανο αυτού του ειδικού κι ευαίσθητου για τη λειτουργία του κράτους και την εξυπηρέτηση των πολιτών σκοπού, Ολομέλειες, τα Τμήματα, οι Σύμβουλοι κι όλοι όσοι στα δεκαπέντε χρόνια που υφίσταται, έχουν εμφιλοχωρήσει στις οργανικές και άλλες θέσεις. Ως προς το θέμα των διαδικασιών που έχει επιβάλλει και της ανούσιας τυπικότητας που, όλα αυτά τα χρόνια, έχει δημιουργήσει συμβάλλοντας στο στήσιμο ενός αξεπέραστου πλέγματος γραφειοκρατικών, χρονοβόρων και πολυδάπανων διαδικασιών έχω κάθε λόγο, ως πολίτης αυτού του τόπου, να ενδιαφερθώ και να καταγγείλω.

Η διαδικασία που εξελίσσεται αυτές τις μέρες επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Οι πολίτες ταλαιπωρούνται για μια ακόμα φορά άσκοπα. Μετά την ταλαιπωρία του περασμένου Νοεμβρίου, που διεξήχθη ο σχετικός διαγωνισμός δεξιοτήτων, καλούνται σήμερα να ξανατρέξουν, να ξαναπληρώσουν, να ξαναγανακτήσουν. Παραβλέποντας το γεγονός, ότι, κατά τη γνώμη μας, αυτός καθαυτός ο διαγωνισμός δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια τρύπα στο νερό, θα μπορούσε απλούστατα το ΑΣΕΠ μετά την έκδοση των αποτελεσμάτων να πει στους ανθρώπους που συμμετείχαν: «Η βεβαίωση της βαθμολογίας για καθέναν που συμμετείχε χορηγείται από το ΑΣΕΠ». Ούτε τρέξε, ούτε φέρε, ούτε πάρε, ούτε δώσε…

Θα μπορούσα να γράφω ώρες για το θέμα, με πονάει, γιατί έζησα «από μέσα» τον 2190 το 1994 και είδα κι έζησα την αγωνία της τότε πολιτικής ηγεσίας με υπουργό τον Αναστάση Πεπονή, ώστε να καθιερωθεί ένα πραγματικά αδιάβλητο κι αξιοκρατικό σύστημα προσλήψεων στο τόπο, που θα τον απαλλάξει από την κατάρα του ρουσφετιού και της πελατειακής σχέσης για έναν διορισμό στο δημόσιο. Το τι ακολούθησε δεν είχε καμιά σχέση με τους τότε οραματισμούς, το δε σήμερα δεν έχει καμιά απολύτως σχέση ούτε μ’ αυτήν την ίδια την πραγματικότητα…