Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Διαγράφεται το "μνημόνιο".


Ναι, αυτό που έχει μείνει στο κοινωνικό υποσυνείδητο σαν τη λέξη «μνημόνιο» είναι επαχθείς περικοπές και δραματικές μειώσεις εισοδημάτων. Ίσως κάποια κυβέρνηση στο εγγύς –γιατί όχι;– μέλλον να προτείνει και την οριστική διαγραφή της απ’ το ελληνικό λεξιλόγιο μ’ ένα νόμο και μ’ ένα μόνο άρθρο.

Ποιος αποκλείει, έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα στη χώρα, ενδεχόμενη αποτυχία στη διαγραφή του χρέους, να διασκεδαστεί με τη διαγραφή αντ’ αυτού της λέξης «μνημόνιο». Ούτως ή άλλως ζούμε στις μέρες που κι οι ίδιες οι λέξεις έχουν χάσει το νόημα, τη σημασία ή κι αυτήν ακόμα την αξία τους.

Εξάλλου, από καιρό στη μούγκα και χωρίς πολλές φανφάρες και τυμπανοκρουσίες έχει διαγραφεί μονοκοντυλιά η λέξη «μεταρρύθμιση», της οποίας η τύχη όχι μόνο αγνοείται, αλλά κι είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο, ότι δεν πρόκειται ν’ ακουστεί το επόμενο διάστημα από πρωθυπουργικά χείλη ούτε σαν αστείο.

Μετά το «μνημόνιο», η «μεταρρύθμιση» είναι ίσως η περισσότερο ταλαιπωρημένη και –προπαντός– παρεξηγημένη λέξη. Καραμέλα στο στόμα κάποιων, «φτου κακά» στην αντίληψη κάποιων άλλων, παντελώς άγνωστη κι απούσα από το λεξιλόγιο των κυβερνώντων.

Αυτή η δαιμονική λέξη κυριάρχησε και μονοπώλησε το ενδιαφέρον στην αρχή των μνημονίων για να ξεφουσκώσει και να ξεχαστεί με την πάροδο του χρόνου. Στις μέρες μας ούτε κάν απασχολεί την κυβέρνηση, δεν απασχολεί όμως και την κοινωνία κι αυτό ίσως είναι το κρισιμότερο. Αυτή τη στιγμή δεν πρέπει να υπάρχει ούτε για δείγμα ένας, που να πιστεύει σοβαρά ότι σ’ αυτή τη χώρα μπορεί να σχεδιαστεί και να προχωρήσει η οποιαδήποτε μεταρρύθμιση ή αλλαγή.

Όλος ο «ηρωισμός», οι «κόκκινες γραμμές» κι… μεταξωτές κορδέλες των εκάστοτε φιλολαϊκών κυβερνητικών προτάσεων, το μόνο αποτέλεσμα που μέχρι σήμερα απέφεραν είναι άτακτες υποχωρήσεις, διαδοχικές κωλοτούμπες για τους εκάστοτε κυβερνώντες και –ασφαλώς– σκληρά κι επώδυνα οικονομικά μέτρα για τους πολίτες. Του κόσμου τα δάκρυα έχουν χυθεί και πομπώδεις οιμωγές για το Δ.Ν.Τ. και τους δανειστές ολημερίς ακούγονται, αλλά να κοιτάξει κανείς την αλήθεια και τον κόσμο στα μάτια δεν τολμάει.

Όλες οι αξιολογήσεις κι οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές έναν κοινό παρανομαστή είχαν μέχρι σήμερα: Το ύψος των περικοπών στα εισοδήματα. Θες αυτές ήταν άμεσοι ή έμμεσοι φόροι, θες ήταν ονομαστικές μειώσεις, θες αποτελούσαν ποσοστώσεις σε κλίμακες, η ουσία ήταν κι είναι μία και μόνο μία: Μειώσεις επί μειώσεων. Αυτό που ζούμε όλο αυτό το διάστημα με την καρκινοβατούσα αξιολόγηση δεν είναι τίποτε περισσότερο από πικρή επανάληψη κάποιων προηγούμενων και –μετά βεβαιότητος– σκηνές από αυτές που –αν δεν έρθουν τα πάνω - κάτω– πρόκειται ν’ ακολουθήσουν.

Κανείς δεν έχει προσέλθει μέχρι τώρα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μ’ ένα ολοκληρωμένο σχέδιο μεταρρύθμισης στο κράτος. Κανείς δεν έχει προσκομίσει ένα στοιχειώδες σχέδιο αλλαγών σε δομές, λειτουργίες, διαδικασίες. Πιαστήκαμε το ’10 στα πράσα –μεταξύ πολλών άλλων– να μην ξέρουμε πόσους εργαζόμενους στο δημόσιο έχουμε ή πόσοι παίρνουν συντάξεις και κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε το μέγεθος και το βάθος του υφιστάμενου προβλήματος.

Για να ειπωθεί, βέβαια, και του στραβού το δίκιο, κάποιες έστω και δειλά επιχειρήθηκαν κάτω απ' την πίεση των δανειστών, υπό την πίεση όμως των αντιδράσεων και υπό το βάρος του πολιτικού κόστους κι οι ελάχιστες μεταρρυθμίσεις που έθιγαν κάποια από τα κακώς κείμενα, είτε έμειναν ημιτελείς πηγαίνοντας οριστικά στις καλένδες, είτε αναβλήθηκαν για τα επόμενα χρόνια. Ποια π.χ. επαγγέλματα άνοιξαν, ποιο φορολογικό σύστημα έγινε δίκαιο, ποιες υπηρεσίες προς τους πολίτες βελτιώθηκαν; Αλλαγή στο δημόσιο με άμεσα αποτελέσματα και μετρήσιμη ωφέλεια για την οικονομία της χώρας δεν υπήρξε πέραν των μειώσεων και των περικοπών στους προϋπολογισμούς των δημοσίων Υπηρεσιών.

Είναι ενδεικτικό, ότι στα χρόνια της κρίσης θεσμικές αλλαγές στο πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης έγιναν μόνο στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, στα οργανογράμματα των Υπουργείων, που επί της ουσίας –πέραν της περικοπής των κενών οργανικών θέσεων– «άλλαξε ο Μανωλιός…» και –το πιο χαρακτηριστικό– το βαθμολογικό σύστημα και δη το σύστημα επιλογής στις θέσεις ευθύνης, άλλαξε δυο φορές, δεν εφαρμόστηκε πλήρως καμιά και ήδη προχωρούμε στην τρίτη! Για την αξιολόγηση προσωπικού… Αστεία πράγματα. Κι είμαστε αισίως στον έβδομο χρόνο της κρίσης.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη από αυτονόητα παραδείγματα κι ευκαιρίες για μικρές ή μεγαλύτερες αλλαγές, που και τη ζωή μας κι αυτή τη ριμάδα την καθημερινότητά μας μπορούν να βελτιώσουν. Αλλαγές που μπορούν –όπερ και σπουδαιότερο ίσως– να εξοικονομήσουν πόρους βελτιώνοντας τα οικονομικά του κράτους, προσφέροντας πολύτιμη σανίδα σωτηρίας στα διαρκώς μειούμενα με απίστευτη ευκολία –παρά τα περί του αντιθέτου διαδιδόμενα– εισοδήματα.

Σ’ ένα κράτος που είναι πανταχού παρόν σε κάθε βήμα ή δραστηριότητά μας, είναι άπειρες οι περιπτώσεις που προσφέρονται για αλλαγή. Αντ’ αυτού όμως ζουν και βασιλεύουν οι ίδιες δυσλειτουργίες, οι ίδιες παθογένειες, οι ίδιες εστίες αναποτελεσματικότητας, οι ίδιες σπατάλες, οι ίδιοι θύλακες διαφθοράς.

Κατ’ εμέ ένα κορυφαίο παράδειγμα. Οι οδικές συγκοινωνίες μπαίνουν δεκάδες εκατομμύρια μέσα –γράφουν οι εφημερίδες– και σε λίγο θα χτυπάνε κόκκινο κι οι προϋπολογισμοί των μέσω σταθερής τροχιάς, και; Πού είναι μέχρι σήμερα ένα επεξεργασμένο και ευέλικτο σχέδιο αναδιοργάνωσής τους; Πού είναι η αποτελεσματικότητά τους, η αξιοπιστία τους, η χρησιμότητά τους, τελικά; Όλη η κουβέντα για το κόμιστρο και το κόμιστρο και το κόντρα κόμιστρο. Ποιος πληρώνει, ρε παιδιά; Ειλικρινά και καλόπιστα ρωτάω κι όχι ρητορικά, έχει ασχοληθεί κανείς με το ποιος πληρώνει ή θ’ απαντήσουμε αφού οι συγκοινωνίες διαβούν οριστικά το ρουβικώνα;

Περιμένοντας τη Μεγάλη βδομάδα διατυπώνω μερικές κοινότυπες σκέψεις. Δεν πρωτοτυπώ, ούτε κι ευελπιστώ. Ξέρω ότι η Ανάσταση του Θεανθρώπου σε λίγες μέρες είναι η μόνη σίγουρη –«στανταράκι» που λένε– η άλλη ανάσταση, η δική μας, πολύ φοβάμαι, ότι θα περάσουν πολλές μεγάλες εβδομάδες και πάθη για να έρθει, και αν…

Άλλωστε, υπάρχει κι η σχετική δήλωση του πρωθυπουργού, που στο προηγούμενο «αν» –κρίνοντας από τις μέχρι σήμερα διαβεβαιώσεις του– δίνει μια ξεχωριστή… εγκυρότητα!

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Μια κεντροαριστερά στα μέτρα μας.


Ποια «κεντροαριστερά» μπορεί να προκύψει δεν ξέρω, νομίζω, όμως, ότι έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα στα επιτελεία των κομμάτων που την ευαγγελίζονται και δηλώνουν ότι την επιθυμούν και την επιδιώκουν, οι πιθανότητες να έχει αίσια κι επιτυχή έκβαση το όποιο εγχείρημα, είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες.

Δύο χρόνια μετά την απόπειρα των «58» και τέσσερα μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, δεν διαφαίνεται να δημιουργείται ένα βιώσιμο σχήμα στον πολιτικό χώρο μεταξύ δεξιάς κι αριστεράς. Το κενό στον κεντρώο προοδευτικό χώρο όχι μόνο υφίσταται, αλλά με διαδοχικές πράξεις και παραλείψεις των «πρωταγωνιστών» του, διαρκώς διευρύνεται.

Όλες οι απόπειρες αρχίζουν και τελειώνουν μέσα σε ένα πλέγμα διαδικαστικών λεπτομερειών και οργανωτικών παραμέτρων. Κουβέντα να γίνεται με άλλα λόγια, εφόσον εκείνο που είναι προφανές είναι ότι, όχι μόνο κάθε πλευρά κρατά για τον εαυτό της το προνόμιο της πρωτοβουλίας των κινήσεων και της οιονεί ηγεμονίας, αλλά –όπερ και κρισιμότερο– καθένας από τους «διατιθέμενους» κι ενδιαφερόμενους διατηρεί στο ακέραιο τις προσωπικές του διαφορές και αντιθέσεις.

Η αδυναμία των ηγεσιών να διατυπώσουν μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση για την αντιμετώπιση των υφισταμένων προβλημάτων, για την έξοδο από την κρίση και τη δημιουργία συνθηκών για την ανάδυση ενός σύγχρονου και λειτουργικού κρατικού μοντέλου, μεγεθύνεται από τη διάχυτη εντύπωση, ότι η μόνη τους φροντίδα, παρά τη δύσκολη συγκυρία της χώρας και της κοινωνίας, είναι η διατήρηση και διαχείριση μεριδίων κομματικής επιρροής κι εξουσίας με φόντο τις αγεφύρωτες διαφορές του απώτερου και πρόσφατου παρελθόντος. Καθένας για μια κεντροαριστερά στα μέτρα του.

Για να μην γελιόμαστε, το πρόβλημα είναι καθαρά του ΠΑΣΟΚ. Δίχως διάθεση να μειωθεί ή ν’ αγνοηθεί η πολιτική υπόσταση που έχουν ως κόμματα ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ή η ΔΗΜΑΡ, ποσώς αυτοί οι χώροι είναι σε θέση να επηρεάσουν πλέον αποφασιστικά το εκλογικό σώμα. Ο καυγάς δεν γίνεται για το πάπλωμα, αλλά για τις μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους που συναισθηματικά επιμένουν και μένουν πιστοί στο ΠΑΣΟΚ, καθώς και για τις διόλου ευκαταφρόνητες εκατοντάδες χιλιάδες που επιλέγουν να απέχουν των εκλογικών διαδικασιών αποστασιοποιημένοι κι από το παρόν ΠΑΣΟΚ κι από τον επελεύνοντα –μέχρι πρότινος– ΣΥΡΙΖΑ.

Επί της ουσίας και υπό τις παρούσες συνθήκες, για να μην γελιόμαστε και κοροϊδευόμαστε περιμένοντας –όχι τον Γκοντό– αλλά την ανάδυση της «κεντροαριστεράς», είναι –χοντρικά– σαν να περιμένουμε το θαύμα να ξανασμίξουν και να ξαναβρεθούν σε κοινό πολιτικό μετερίζι –πόσο μάλλον σε τραπέζι– ο Παπανδρέου, ο Βενιζέλος κι ο Σημίτης με ολίγη από Σταύρο Θεοδωράκη. Για τα παιδιά της ΔΗΜΑΡ –τα νυν ορίτζιναλ– όπως ο Θανάσης Θεοδωρόπουλος, ο Παπαθεοδώρου ή ο Ανδρέας Παπαδόπουλος κ.λπ. δεν τίθεται θέμα, είναι μέσα.

Κάποια άλλα όμως «παιδιά» –γερόλυκοι της πολιτικής θα το έλεγα– μεταρρυθμιστές, όπως ο Σπύρος Λυκούδης ή κι ο Γρηγόρης Ψαριανός ακόμα, σιγά μη χαλάσουν την υστεροφημία τους ψάχνοντας επ’ άπειρον ψύλλους στ’ άχυρα της κεντροαριστεράς [ή περιμένοντας πότε ο Ερμής στον αστερισμό του ΠΑΣΟΚ θα πάψει να ‘ναι ανάδρομος]. Το δρόμο -εξάλλου– όταν έρθει με το καλό εκείνη –διακινδυνεύω να προβλέψω– η ώρα θα τον έχει ανοίξει ο Φώτης Κουβέλης.

Για να το χοντρύνουμε και λίγο παραπάνω, όλη αυτή η συζήτηση περί την κεντροαριστερά δεν θα γινότανε, αν κάποιοι πίστευαν, ότι το ΠΑΣΟΚ σαν ΠΑΣΟΚ μπορεί από μόνο του και σε βάθος χρόνου έστω να «πάρει τ’ απάνω του» και να κατορθώσει να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία. Κάτι τέτοιο, απ’ τη στιγμή που το «πατριωτικό» –ή όπως αλλιώς θες πέσ’ το, «ακραίο» θα το έλεγα εγώ– κομμάτι του ΠΑΣΟΚ, μαζί με κάποιους άλλους «παλαιάς κοπής» πρασινοφρουρούς και ΠΑΣΟΚους, μετακινήθηκαν βλέποντας φως –όχι το αληθινό– εξουσίας στο ΣΥΡΙΖΑ, γίνεται ανέφικτο. Ας μη γελιόμαστε. [Μάλλον κι ο Γιώργος κατά ‘κει το πάει…]

Βαρίδια, ξεβαρίδια, αυτοί που έφυγαν δεν πήραν μόνο ψήφους αλλά έδωσαν πολιτικό βάθος στον ΣΥΡΙΖΑ, κάτι σαν άτυπη νομιμοποίηση στη διεκδίκηση της εξουσίας. Αν δίπλα σ’ όλα αυτά βάλει κάποιος και την απαξίωση, τη φθορά της πολύχρονης διακυβέρνησης, τα σκάνδαλα και όλα τα συμπαραμαρτούντα, καταλαβαίνει γιατί αυτή η «μαύρη τρύπα» στο κέντρο του πολιτικού χάρτη είναι πλέον πολύ δύσκολο να κλείσει μόνο από το πάλαι ποτέ κραταιό κι «ενωμένο – δυνατό» ΠΑΣΟΚ, το οποίο απλώς και προς το παρόν μόνο «είναι εδώ».

Το εγχείρημα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο, όσο ο Αλέξης Τσίπρας, μέσω των κυβερνητικών του επιλογών, διολισθαίνει και μετατοπίζεται στα δεξιότερα του νοητού άξονα αριστερά – δεξιά.  Όσο ο Αλέξης Τσίπρας, χάριν της εξουσίας, μεταμορφώνεται σε συστημικό εργαλείο της, τόσο, δίκην παντοδύναμης μαύρης τρύπας, θα τείνει ν’ απορροφήσει προσωπικότητες και σχήματα που κινούνται στα δεξιά του.

Οι κεντροαριστερές ανταύγειες της Αριστεράς ευρισκόμενης, μάλιστα, και με τη διακυβέρνηση στα χέρια, όχι μόνο θα σαγηνεύσουν, αλλά θα είναι σε θέση να ξελογιάσουν και να συνεπάρουν στην κυριολεξία όσο πλησιάζει ο εκλογικός χρόνος και τις πλέον ανθεκτικές, αδρανείς, αλλά κι ανένταχτες προς το παρόν πολιτικές δυνάμεις προερχόμενες κυρίως από το ΠΑΣΟΚ.

Απ’ την άλλη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έλκοντας –παρά τις διαφαινόμενες δυσκολίες– τη Νέα Δημοκρατία κεντρικότερα, τόσο κι αυτός απ’ την πλευρά του θα στερεί πολιτικό χώρο και δυνατότητες ευελιξίας και ελιγμών στον κεντρώο χώρο. Η διαφαινόμενη προσέλκυση προσωπικοτήτων ευρύτερης αποδοχής κι εμβέλειας από το φιλελεύθερο φάσμα, θα λειτουργήσει σαν καταλύτης για την προσχώρηση στη νέα Νέα Δημοκρατία δυνάμεων και πέρα απ' ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ. Ήδη κάποιοι με την έλευση του έαρος ετοιμάζουν δειλά – δειλά τις αποσκευές τους για τα ψηφοδέλτια του Κυριάκου.

Τι μένει, λοιπόν, για την κεντροαριστερά; Οι καλές προθέσεις κι οι επιστολές. Κάτι είναι κι αυτό, αλλά μόνο για τα ρεπορτάζ και τα δελτία, η κοινωνία κι οι ανάγκες της βρίσκονται από καιρό αλλού. Λυπάμαι, αλλά αν τη δεις στο εγγύς μέλλον σχηματοποιημένη, γράψε μου κι εμένα. [Σίγουρα, θα ‘ναι η πιο αναπάντεχη, αλλά κι ευχάριστη ταυτόχρονα είδηση].