Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Το τέλος του κόσμου ή της νομιμότητας;


Μην πεις: «…Και τι έγινε;»

Η σημερινή απόφαση του Eurogroup για την αποδέσμευση 49,1 δισ. ευρώ προς την Ελλάδα ως το Μάρτιο του 2013, είναι καθοριστικής σημασίας για την παραπέρα πορεία της χώρας και μπορεί να συμβάλει καταλυτικά στο «στήσιμο» ενός πραγματικά νέου κράτους. Ας μην την υποτιμήσουμε, αλλά κι ας μην επιτρέψουμε να σπαταληθεί. Οι προϋποθέσεις πολλές, τα ζητούμενα πολύπλοκα και σύνθετα. Η αλληλεγγύη των Ευρωπαίων δεν είναι λευκή επιταγή, ούτε πολύ περισσότερο Χριστουγεννιάτικος μπουναμάς.

Μέχρι σήμερα όλα τελούσαν υπό την αίρεση και την αβεβαιότητα της δόσης, από σήμερα και μετά όλα πρέπει να τρέξουν με μια και μόνο βεβαιότητα, ότι μπορούμε να πετύχουμε. Αν τον αντικειμενικό αντίπαλο, το χρόνο, δεν μπορούμε να τον νικήσουμε, να γυρίσουμε δηλαδή πίσω και να διορθώσουμε τα λάθη μας, τον άλλο μεγάλο μας αντίπαλο, τον κακό εαυτό μας, πρέπει ακαριαία να υποβάλουμε σε ευθανασία και να βαδίσουμε γρήγορα μπροστά. Για να γίνει συμβεί αυτό δεν θα πρέπει να έρθει το τέλος του κόσμου, αλλά το οριστικό τέλος ενός κράτους, όπως το ξέραμε κι όπως το κακοποιούσαμε και το κακομεταχειριζόμασταν.

Σε μια εποχή γεμάτη αβεβαιότητες κι ανασφάλειες, σε μια συγκυρία που οι κοινωνικές σταθερές έχουν ανατραπεί κι οι κανόνες μεταβάλλονται καθημερινά στα ταμπλό των χρηματιστηρίων, ο σχεδιασμός και το στήσιμο της μεταρρύθμισης του κράτους πάνω σε ευκαιριακά μπαλώματα κι επινοήσεις της στιγμής, μοιάζουν με απόπειρες να κάνεις λίφτινγκ και πλαστικές σ’ ένα ξεχειλωμένο ημιθανές κουφάρι.

Δεν υπάρχει.

Το κράτος που οι Έλληνες θα θέλαμε, δεν υπάρχει. Μπορεί να υπήρξε μιαν εποχή, κάποτε. Δεν μας έκανε όμως, ούτε και τότε. Εκείνο το κράτος, με τις ιδιαιτερότητες, τις στρεβλώσεις, τις ανισότητες και τις αδικίες, αυτό που μας βόλευε στο Δημόσιο και μας έδινε χαριστικές συντάξεις, που μας ηλεκτροδοτούσε το αυθαίρετο και δεν μας ρωτούσε πώς ζούσαμε πλουσιοπάροχα με το επίδομα ανεργίας, εκείνο το κράτος έσκασε σαν φούσκα μόλις η οικονομική κρίση χτύπησε την πόρτα της Ευρώπης.

Πρώτο και καλύτερο.

Τα κράτη που λειτουργούν δεν χρειάζονται «μνημόνιο» για να βάλουν σε μια στοιχειώδη σειρά βασικές τους αρμοδιότητες. Μπορεί να χρειάζεται, με την κρίση και υπό την πίεση των αγορών, να συμμαζέψουν τα δημοσιονομικά τους, τα χρέη τους, αλλά δεν χρειάζεται να επινοήσουν τα αυτονόητα. Τη λειτουργία αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, την ύπαρξη ελεύθερου ανταγωνισμού, την ανεμπόδιστη λειτουργία των πανεπιστημίων, την ανταποδοτικότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, την ύπαρξη μηχανισμού πρόνοιας κι αλληλεγγύης για τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες κι όσους έχουν ανάγκη τα σύγχρονα κράτη τα έχουν λύσει από χρόνια.

Τα μνημόνια είναι παραμύθια.

Μνημόνια συνεργασίας εφαρμόζονται και σ’ άλλες χώρες της Ευρώπης. Μόνο στη χώρα μας το «μνημόνιο» έγινε όχημα διχασμού και ιστορία συνωμοσίας για να παραμυθιάζονται οι νοσταλγοί του κράτους της διαλυμένης παραγωγικής βάσης, των κοινοτικών επιδοτήσεων και «πακέτων» στήριξης, των παραγόντων και των εκπροσώπων ανύπαρκτων οργανώσεων, του προαστατευτισμού και της αναποτελεσματικότητας, της διαπλοκής και της αδιαφάνειας. Ναι, όλα αυτά που τάχαμου έκπληκτοι ανακαλύπτουμε σήμερα. Όλες αυτές τις «ειδήσεις» για «λίστες» και πακτωλούς εκατομμυρίων που περνούσαν, αλλά δεν στέκονταν, μέχρι να καταλήξουν σε τραπεζικές θυρίδες του εξωτερικού ή θαμμένα σε κήπους και αγροτεμάχια του εσωτερικού.

Τη νέα νομιμότητα πρέπει να ιδρύσουμε. Τη νέα τάξη πραγμάτων, που θα επιδιώκει τ’ αποτελέσματα κι όχι τις εντυπώσεις. Αυτά τα ζητούμενα δεν υπηρετούνται, ούτε επιτυγχάνονται με διατάξεις της μορφής: «Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν.718/1977, όπως αντικαταστάθηκε με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ε.5. της παραγράφου Ε του ν.4093/2012, οι λέξεις “της Ευρωπαϊκής Ένωσης” αντικαθίστανται με τις λέξεις “του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου”», που μέχρι χτες ακόμα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας.

Το μελάνι στις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και τους εφαρμοστικούς νόμους είναι νωπό, οι εγκύκλιοι του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) διαδοχικές κι αλλεπάλληλες, επιχειρούν να κατευθύνουν μιαν προσπάθεια αναδιοργάνωσης και δημοσιονομικής εξυγίανσης που φαντάζει μέχρι σήμερα από ασυντόνιστη έως ατελέσφορη.

Μια κόκκινη γραμμή με το χτες, με την πρακτική της ατέρμονης «ρυθμισολαγνείας» πρέπει να σημάνει πλέον η εκταμίευση αυτής της δόσης. Όλο το πλέγμα των ρυθμίσεων που αφορούν την ανάπτυξη της χώρας από την οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης μέχρι τους όρους δόμησης στην π.χ. Πετρομαγούλα, πρέπει να καταργηθούν. Τέλος. Όλα από την αρχή.

Μόνο μηδενίζοντας το κοντέρ της νομοθετικής μας υπεραπαραγωγής, μπορεί να εμφανιστεί σ’ εύλογο χρόνο στη χώρα μας η πραγματική παραγωγή. Από μηδενική βάση όλα, στο πλαίσιο του Συντάγματος, αλλά με το βλέμμα στο μέλλον μας, στο μέλλον των παιδιών μας, των άνεργων και των νέων. Με πραγματική διάθεση να γυρίσει σελίδα ο τόπος και να πιάσουν πραγματικά τόπο οι θυσίες της πλειοψηφίας του λαού.

Αν επιμείνουμε, τάχα υπό το κράτος της πίεσης και του επείγοντος, σε επιμέρους τροποποιήσεις του κουρελιασμένου και διάτρητου από τις αλλεπάλληλες αντικαταστάσεις ισχύοντος συστήματος νομιμότητας και προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, κλείνουμε πονηρά το μάτι σε συντεχνίες κι οργανωμένα συμφέροντα, ανακυκλώνοντας και διαιωνίζοντας το κράτος της αναποτελεσματικότητας και της ρεμούλας.

Έτσι, εκ του ασφαλούς, διακινδυνεύσουμε, να βρεθούμε σύντομα και πάλι στην ανάγκη να εκλιπαρούμε τους Ευρωπαίους για μια επόμενη δόση, κλαψουρίζοντας, ότι απ’ την εκταμίευσή της, εξαρτάται –εκ νέου– για τη χώρα το τέλος του κόσμου.

Τότε, ούτε ο ίδιος ο ‘Ολυ Ρεν δεν πρόκειται να μας πιστέψει.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Προεόρτια.


Μουντή βδομάδα, πυκνός χρόνος. Οι πρώτες γιορτές του μήνα πέρασαν, πολλές ευχές ανταλλάχτηκαν, αλλά αυτό το «κάτι» που υπήρχε και προμήνυε προς έρχονται χρονιάρες μέρες δεν μ’ άγγιξε. Κάθε πρωί ξημέρωνα περιμένοντας πως κάτι καινούργιο θα γίνει και κάθε βράδυ περίμενα ν’ ακούσω τι νέο δεν έγινε.

Πολλούς λογαριασμούς αισθάνομαι ότι πρέπει να κλείσω κι ένας απ’ αυτούς μ’ έφερε μετά από καιρό στο κέντρο. Πολλοί γνωστοί και φίλοι έχουν μείνει ακόμα πίσω. Το δημόσιο θέλει χρόνια για ν’ αδειάσει, κάποιοι άλλοι –ευτυχώς– πρόλαβαν και γύρισαν στα χωριά τους. Ο Νίκος γουλιά τη γιουλιά τον καφέ που με κέρασε ξεδίπλωνε λέξη τη λέξη την πίκρα του, φέρνοντας το χέρι πού και πού απαλά και μάλλον μηχανικά πάνω σε μια στοίβα από αιτήσεις που περίμεναν προς τη μεριά του παράθυρου καρτερικά –σαν τους συνταξιούχους ίσως που τις συμπλήρωσαν.

Στο ίδιο γραφείο από το ’98. Η ίδια ντουλάπα να χάσκει άσπρα χαρτιά και φακέλους μπλε, κόκκινους, κίτρινους. Ένα ημερολόγιο του 2009. Μαύρα ντοσιέ. Θέλει να φύγει, αλλά δεν έχει ακόμα πιάσει το όριο. Κι αυτοί που το ‘πιασαν τι κατάλαβαν; Στοιβαγμένα χαρτιά πάνω στο γραφείο του Νίκου οι αιτήσεις. Σε κάθε γραφείο αυτών των δύο ορόφων έχει κι από μια τουλάχιστον τέτοια ντάνα. Έξω τους διαδρόμους χιλιάδες πάνω στους πάγκους. Στο ισόγειο πατείς με πατώ σε. Χειρονομίες, φωνές. Σειρά προτεραιότητας. Φωτοτυπίες και χαρτιά μ’ ανακοινώσεις κι υποδείξεις κολλημένα στο ασανσέρ και στους τοίχους. Θλίψη. Ο θυρωρός απαντά σε όλους μ’ ηρωικές κινήσεις και ιώβεια υπομονή. Τον θαύμασα βγαίνοντας.

Σόλωνος. Το παλιό μου γραφείο δεν θύμισε τίποτε από τέτοιες μέρες άλλων χρόνων. Μπήκα-βγήκα, ο Νίκος δεν ήταν εκεί ή μήπως είχε «εορταστική»; Στόλιζα πάντα ένα μικρό δεντράκι με πέντε-έξι λαμπιόνια. «Για το καλό» είχα και μερικούς ξηρούς καρπούς. Μπορούσα να τ’ αλλάξω όλα –νόμιζα– ‘κείνα τα πρώτα χρόνια. Τώρα τ’ αλλάζουν άλλοι στα χαρτιά και τα μνημόνια. Ο διάδρομος ίδιος, το ίδιο κι οι κλειστές πόρτες δεξιά αριστερά. Μια ανησυχητική ησυχία. Είναι κι οι μέρες της διαθεσιμότητας. Στο «προσωπικό» δε δέχτηκα τον καφέ που προθυμοποιήθηκαν –μετά τις αγκαλιές και τα φιλιά– να μου προσφέρουν. «Με φουντούκι, που σ’ αρέσει!» με παρακίνησε με λαχτάρα ειλικρινή ο Ανδρέας. Χρόνια τέτοιες μέρες ρυθμίζαμε τις άδειες, κάναμε σχέδια για τις γιορτές και τις εξόδους. Όνειρα για τη νέα χρονιά. Να ‘σου κι ο Νίκος. Τα είπαμε τα υπόλοιπα στο πόδι ανεβαίνοντας προς το Λογιστήριο Εξοικονόμηση πόρων, προϋπολογισμός ορίων –πάλι τα όρια– μείωση πιστώσεων, προσωπικού, διάθεσης. Μεσημέριασε. Ένα βιαστικό «χρόνια πολλά» στη Νικολέτα κατεβαίνοντας. Ο άλλος Νίκος –ο ΙΔΑΧ– «έτρεχε» για να βρει καμιά άκρη. Κενό το πόστο του στις «πληροφορίες». Πέντε-έξι αστυνομικοί γύρω απ’ την είσοδο. «Φοβάται ο καινούργιος» μου είχαν πει με νόημα χαριτολογώντας. Από ‘κει που προτείναμε κι επιμέναμε ν’ αποσυρθούν εντελώς; Είναι δίπλα τα Εξάρχεια. Πάντα ήταν δίπλα, αλλά αυτοί δεν χρειάζονταν. Βγήκα και τράβηξα προς την Πατησίων.

Η «στοά Φέξη» αποτελούσε από την εποχή των παιδικών μου χρόνων έναν από τους πιο ευχάριστους γιορτινούς προορισμούς. Μαγαζάκια πολλά, το ένα δίπλα στο άλλο φώτα και κίνηση, κόσμος πάνω-κάτω, παιχνίδια, ηλεκτρονικές συσκευές, ρολόγια, δίσκοι, ξηροί καρποί, αναμνηστικά και κοσμήματα. Νέκρα. Ρολά κι ενοικιαστήρια. Μαγαζάτορες σε κάποιες πόρτες. Κανείς δε χάζευε στις φωτισμένες βιτρίνες. Κινέζικα μπιχλιμπίδια. Άνοιξα το βήμα να ξεφύγω απ’ αυτή τη θλιβερή εικόνα διάψευσης κι απογοήτευσης. Την «Αράχωβα» την πρόσεξα μόνο απ’ τη μυρωδιά. Κάποιοι –ναι– κάθονταν έξω στα τραπεζάκια. Είχε και σήμερα ουρά;

Πότε στήσανε άγαλμα στον Παναγούλη απέναντι από το «REX»; Μπήκα από την Αρσάκη στη «Στοά του Βιβλίου». Η λινοτυπική μηχανή δεν πρόλαβε να προσελκύσει για μια ακόμα φορά το νοσταλγικό βλέμμα μου. Μαγαζιά κλειστά. Κι ο «Κοκκώνης» κλειστός; Το μαγαζί με τα πρώτα μου προσκοπικά; Το καφέ, ο Αναγνωστόπουλος στην άλλη γωνία; Είναι δίκαιο; Άραγε το «Αρσάκειο» λειτουργεί; Βγήκα στην Σταδίου κι ούτε που θυμήθηκα την όμορφη βραδιά της παρουσίασης του βιβλίου μου πριν μερικά χρόνια. Σίγουρα κι η λινοτυπική θ’ απορούσε που δεν μου περίσσεψε ούτε μια ματιά και γι’ αυτήν, που γερνάει σκονισμένη, με τους ατέρμονες ακίνητους και τις μήτρες της να μην γεννούν λέξεις, αράδες, να μη σμίγουν φράσεις να μην δένουν με το μολύβι της ιδέες, σελίδες, βιβλία, εφημερίδες.

Στο Σύνταγμα έστηναν σκαλωσιές το πρωί –μάλλον για το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τώρα πια έχουν σχολάσει, πήγε μία. Πίσω μου το Υπουργείο Ανάπτυξης. Απέναντι προβάλουν οι πάνω όροφοι –τα ρετιρέ;– της Βουλής. Νερά χυμένα απ’ το σιντριβάνι. Ζητιάνοι. Από περιέργεια ανεβαίνω τα σκαλιά. Μόλις περνούσε το τουριστικό «Citysightseeing», καθόταν άραγε κανείς από την πλευρά προς τον «Άγνωστο», απ’ αυτήν δεν είδα κανέναν. Κάγκελα μπροστά στο μνημείο. Μόνο τα περιστέρια είναι λεύτερα. Λιακάδα και ψύχρα. Πόσο γαλάζιος είναι, Θεέ μου, ο ουρανός της Αθήνας; Ακόμα κι αν κανένα σύννεφο φανεί στον ορίζοντα, λες κι είναι για να γίνει πιο έντονη η αντίθεση.

Δεν θέλω να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Μπροστά θέλω να τον πάω. Γιορτές έρχονται, σίγουρα θα νοσταλγήσω, θα μελαγχολήσω, αλλά, ρε γαμώτο, μπορώ να ελπίσω; Μπορώ να κοιτάξω μπροστά στο μέλλον, όπως ατενίζω αυτόν τον γαλάζιο ουρανό και γεμίζει η ψυχή μου φως και λιακάδα, και να ψιθυρίζω στον εαυτό μου με καμάρι και θαυμασμό: «Μεγάλε, είσαι τυχερός που ζεις και μεγαλώνεις τα παιδιά σου σ’ αυτή τη χώρα!»

Μπορώ; Μπορώ να βρω τον τρόπο, να επινοήσω. Μπορώ, τουλάχιστον, να προσπαθήσω.

Μπορώ, φτάνει να μην αισθάνομαι ότι θα 'ναι κι αυτό ένα ψέμα.