Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ - "ΑΡΓΥΡΙΑ"


Η Τσικνοπέμπτη μπορεί να πέρασε με τιμή και δόξα, αλλά το «τσίκνισμα» για τους δημοσίους υπαλλήλους, όπως φαίνεται, μόλις αρχίζει. Έχω την εντύπωση, ότι ένα συναίσθημα ικανοποίησης κατακλύζει τους πολίτες στο άκουσμα των ρυθμίσεων που διαδοχικά βλέπουν το φως της δημοσιότητας και αφορούν τους μισθούς, τα επιδόματα και τις κάθε είδους και μορφής απολαβές της συμπαθούς αυτής επαγγελματικής κατηγορίας.

Η 48ωρη απεργία τελωνειακών και εφοριακών υπαλλήλων, η πρώτη κινητοποίηση δημοσίων υπαλλήλων -πριν κι απ’ αυτή ακόμα της προσεχούς Τετάρτης που έχει προκηρυχτεί από την ΑΔΕΔΥ- ως αντίδραση για τα σχεδιαζόμενα κυβερνητικά μέτρα, αποκαλύπτει το μέγεθος της αυτοδυναμίας και της ισχύος που έχουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των συγκεκριμένων υπαλλήλων.

Από τις μεγαλύτερες οργανώσεις δημοσίων υπαλλήλων -μαζί με τους καθηγητές, τους νοσοκομειακούς γιατρούς και τους δασκάλους- οι εφοριακοί κι οι τελωνειακοί, κατευθύνουν αποφασιστικά την πολιτική της ΑΔΕΔΥ, αλλά και τις τύχες χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων, που ανήκουν στη δύναμή της.

Οργανώσεις που στο παρελθόν έχουν σταθεί τα πανίσχυρα εμπόδια, όσες φορές επιχειρήθηκε να σχεδιαστεί ενιαίο μισθολόγιο για τους εργαζόμενους στο δημόσιο, εξαιτίας του μεγέθους της μισθολογικής απόκλισης μεταξύ των υπαλλήλων των παραπάνω κλάδων με τους υπόλοιπους κλάδους των εργαζομένων στο δημόσιο. Η μόνιμη επωδός των συνδικαλιστικών βαρόνων της ΑΔΕΔΥ στις εύλογες «γκρίνιες» άλλων κλάδων υπαλλήλων για την επιδοματική εκτόξευση των υπαλλήλων αυτών των «προνομιούχων» κλάδων, είχε λίγο – πολύ το νόημα: Μην ασχολείστε με τους άλλους. Διεκδικήστε κι εσείς να τους φτάσετε.

Δεν φταίνε οι εργαζόμενοι. Όπως σε κάθε περίπτωση δεν ευθύνονται κι οι πολίτες για τη δεινή θέση που έχουμε βρεθεί ως χώρα. Την αποκλειστική ευθύνη έχουν εκείνοι που διαχρονικά επέτρεψαν κι εξέθρεψαν τη γιγάντωση συντεχνιών και ομάδων συμφερόντων μέσα στις δημόσιες υπηρεσίες και τις ΔΕΚΟ με γνώμονα όχι το κοινό καλό και το δημόσιο συμφέρον, αλλά την κομματική τους κυριαρχία και μακροημέρευση.

Από την πλευρά τους οι κάθε μορφής ομάδες πίεσης καλά κάνουν και πιέζουν, διεκδικώντας για τα μέλη τους τη μερίδα του λέοντος από την πίτα που μοιράζεται, είτε αυτό λέγεται επίδομα, είτε μειωμένα όρια συνταξιοδότησης, είτε άλλα προνόμια και παροχές, εκείνοι που έχουν εκλεγεί κι έχουν την ευθύνη για τις τύχες όμως όλων, οι κυβερνήτες, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους σε κάθε απόφασή τους το δημόσιο συμφέρον. Δεν το έπραξαν και ιδού τ’ αποτελέσματα, σήμερα που η πίτα τελείωσε «τρώμε τις σάρκες μας».

Η ζούγκλα των επιδομάτων και των προνομίων του δημοσίου, που έρχονται στο φως αυτές τις μέρες, αποκαλύπτει με δραματικό τρόπο, ότι και στον τομέα αυτό επικρατεί το «δίκιο» του ισχυρότερου. Τα «βαριά» χαρτοφυλάκια της οικονομίας, της δημόσιας διοίκησης, της άμυνας, δεν είναι τυχαίο ότι μοιράζονται για το προσωπικό τους τα υψηλότερα επιδόματα κι από κοντά τα «πακέτα» της βουλής, των δικαστών και του ΑΣΕΠ.

Τις περισσότερες φορές «λάφυρα» ενός πολέμου που ποτέ δεν έγινε και «λεία» μια μάχης που ποτέ δεν δόθηκε, τα επιδόματα ήταν τα «αργύρια» για την επιβίωση ενός σάπιου συστήματος διαπλοκής μεταξύ πολιτικών και συνδικαλιστικών ηγεσιών, με παροχές κάτω από το τραπέζι ή πίσω από την πλάτη του ανυποψίαστου πολίτη. Αυτού του πολίτη, που σαν δημόσιος υπάλληλος-αποδέκτης αρκούνταν επί χρόνια να εισπράττει, να χειροκροτεί και να ψηφίζει.

«Αυτή τη γλύκα της κλεμμένης ευτυχίας λίγο – πολύ όλοι την έχουμε γευτεί» και τώρα όλοι καλούμαστε στο ταμείο, σ’ αυτό το ταμείο που δεν το διαχειριζόμαστε πλέον μόνοι, αλλά έχουμε ταμίες και λογιστές από τις Βρυξέλλες. Όλοι θα βάλουμε το χέρι στην τσέπη, το πόσο βαθιά θα το βάλει όμως ο καθένας, στο πλαίσιο μιας δίκαιης οικονομικής πολιτικής, είναι χρέος της κυβέρνησης να το καθορίσει, όπως επίσης ευθύνη της κυβέρνησης είναι να ξεκαθαρίσει οριστικά και δια παντός το τοπίο με τις αποδοχές και τους μισθούς των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων.

Η ποσοστιαία περικοπή επιδομάτων ή και μισθών θα αποβεί αλυσιτελής και ατελέσφορη, αν δεν θεσπιστούν το ταχύτερο οι άξονες κι οι επιμέρους συνιστώσες ενός νέου σύγχρονου μισθολογίου, το οποίο με την εφαρμογή του θα άρει αδικίες και ανισότητες δεκαετιών και θα εδραιώνει, και στον τομέα αυτό, τη διαφάνεια και το δίκαιο στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

ΑΜΕΤΡΗΤΑ, ΑΛΛΑ ΔΙΚΑΙΑ ΜΕΤΡΑ...


Τι δυστυχία κι αυτή, μέτρα ακούμε και μέτρα δεν βλέπουμε. Το πιο ωραίο όμως είναι να κάνει κριτική η αντιπολίτευση στην κυβέρνηση για δισταχτικότητα, για αναποφασιστικότητα και για ατολμία στη λήψη μέτρων. Τους έχει στο περίμενε ο Γιώργος Παπανδρέου με τις διαβουλεύσεις, τις συνεντεύξεις και τις διμερείς συναντήσεις κι έχουνε χάσει τη μπάλα. Άσε –σου λέει ο πρωθυπουργός– θα μου την κάνουνε που θα μου την κάνουμε μόλις ξεμυτίσουν οι πρώτες εξαγγελίες, να μην τους παιδέψω κι εγώ λιγάκι;

Σωστή η σκέψη, γιατί, μη μου πείτε, πως λίγο-πολύ δεν περιμένετε, μόλις δουν το φως της δημοσιότητας τα πρώτα πακέτα μέτρων –εκείνα που θα τρέχουμε και δεν θα φτάνουμε– σύσσωμοι όλοι αυτοί που σήμερα ομονοούν για την αναγκαιότητά τους και ασκούν έντονη κριτική για την καθυστέρηση, δεν θα βρουν με το ένα ή άλλο πρόσχημα λόγους για να διαφωνήσουν και να διαχωρίσουν τη θέση τους. Άλλος γιατί επιβαρύνουν δυσβάστακτα τα λαϊκά στρώματα, άλλος γιατί δεν είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, ένας τρίτος γιατί δεν είναι επαρκή κι αποτελεσματικά και πάει λέγοντας.

Πέρα από την πλάκα είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, ότι η βόμβα του χρέους έσκασε στα χέρια μας. Για τριάντα και χρόνια κοροϊδευόμασταν με τα ψέματα και τρενάραμε όπως-όπως τις «καλύτερες μέρες». Το «δε βαριέσαι» ήταν η ρεκλάμα μας. Με τα δανεικά, με τις επιδοτήσεις και με τα κοινοτικά κονδύλια κάναμε «παιχνίδι» και φουσκώναμε την οικονομική πίτα με φρέσκο αέρα.

Βαυκαλιζόμασταν ότι δημιουργούμε υπεραξία κι αναπτύσσουμε μια κρατικοδίαιτη και διαπλεκόμενη οικονομία κι ότι δίνουμε σύγχρονη πνοή σ’ ένα πολιτικοκοινωνικό σύστημα που ήταν για τα μπάζα, που είχε από χρόνια «φάει τα ψωμιά» του κι όχι μόνο τα δικά του, αλλά και τον παιδιών και δισέγγονών του.

Η ανερμάτιστη πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης επιτάχυνε δραματικά τις εξελίξεις και –το τραγικότερο– άνοιξε διάπλατα την ήδη μισάνοιχτη κερκόπορτα, αλλά και την μπαλκονόπορτα και την κυρία είσοδο της χώρας για να μπουκάρουν οι λογής-λογής κοινοτικοί επίτροποι και παρατρεχάμενοι χαρτογιακάδες με τους δείκτες και τα υποδεκάμετρα για να υπαγορεύουν και να επιβάλουν μέτρα, πολιτικές και δράσεις στην κυβέρνηση.

Ταυτόχρονα, με το οικονομικό άνοιγμα που άφησε φεύγοντας, έδωσε το δικαίωμα σε οικονομικούς ομίλους κερδοσκοπικού χαρακτήρα και σε γκόλντεν μπόυς της πιάτσας και των αγορών να ξεσκίζουν κατά το δοκούν τα τελευταία ίχνη αξιοπιστίας και πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας στις διεθνείς αγορές και τα χρηματιστήρια.

Θα είναι πικρό το ποτήρι, αυτό νομίζω το έχει καταλάβει κι η κουτσή Μαρία –που λένε– το διατυμπάνισε με τον πανηγυρικότερο τρόπο με το χθεσινοβραδινό διάγγελμά του ο πρωθυπουργός. Εκείνο που κατά τη γνώμη μου θα γύρει την πλάστιγγα υπέρ ή κατά της κυβέρνησης σε βάθος χρόνου, δεν θα είναι μόνο πόσες τρύπες ακόμα θ’ ανοίξουμε στο ζωνάρι, αλλά κυρίως απ’ την ικανότητα που θα δείξει, ώστε ο πλούτος που θα προκύψει ν’ αξιοποιηθεί μέσω της δίκαιης αναδιανομής του ως κοινωνικό αγαθό κι όχι για να ζεστάνει γνωστές τσέπες στο όνομα της αναθέρμανσης της οικονομίας και της αγοράς.