Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Ιδού η Ρόδος. Δες το κράτος.


Με ποιο επίθετο να ξεκινήσεις, τραγική, δραματική, φονική ή καταστροφική; Όλα ταιριάζουν κι όλα απηχούν την ένταση και τις συνέπειες που προκάλεσε η νεροποντή στη Ρόδο. Ανθρώπινες ζωές χάθηκαν, περιουσίες καταστράφηκαν, πόλεις και χωριά υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Η φύση και τα καιρικά φαινόμενα για μια ακόμα φορά αναδείχτηκαν νικητές στην αναμέτρησή τους με τον άνθρωπο. Δεν είναι η πρώτη, ούτε –δυστυχώς– η τελευταία. Κάποια άλλη «Ρόδος» θ’ αποτελέσει αύριο-μεθαύριο την αφορμή, με κάποια άλλη νεροποντή, πλημμύρα, καταστροφή για να στραφούν πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας. Όπως και στο παρελθόν, πέρυσι-πρόπερσι, όπως πάντα.

Έχει αγριέψει η φύση, χρόνο με το χρόνο τα ξεσπάσματά της με την μορφή «ακραίων καιρικών φαινομένων» όλο κι αυξάνονται, τόσο σε συχνότητα όσο και σε ένταση. Αποτέλεσμα της επίδρασης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο φυσικό περιβάλλον, η αλλαγή των κλιματικών συνθηκών, η καταστροφή του όζοντος, η άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη, αποτελούν όψεις του ιδίου προβλήματος, ο πλανήτης αλλάζει. Γεγονότα που επηρεάζουν απ’ άκρη σ’ άκρη τη Γη, αλλά που δεν αντιμετωπίζονται με τη διορατικότητα, την αποφασιστικότητα και την υπευθυνότητα που επιβάλλεται. Σε κάθε περίπτωση, μεγάλα ή μικρά συμφέροντα ανά τον κόσμο, ισχυρά κράτη και πανίσχυροι οικονομικοί κολοσσοί, επηρεάζουν τις περιβαλλοντικές πολιτικές και αποφάσεις κι αφήνουν ανεπηρέαστες τις δραστηριότητες που καταστρέφουν το περιβάλλον και οδηγούν σταδιακά στην ανατροπή της υφιστάμενης οικολογικής ισορροπίας.

Στην Ελλάδα, στη χώρα του ήλιου και το φωτός, της θάλασσας και του γαλάζιου ουρανού, αυτές οι περιβαλλοντικές ανησυχίες κι οι οικολογικές ευαισθησίες βρίσκονται έξω από τις προτεραιότητες και τα άμεσα ενδιαφέροντα του πολιτικού μας συστήματος. Εδώ, στη χώρα της «φαιδράς πορτοκαλέας», η εκτός σχεδίου δόμηση, ο αποκλεισμός των παραλιών, οι ανεξέλεγκτες χωματερές, η καταπάτηση δασικών εκτάσεων, το μπάζωμα ρεμάτων, μας απασχολούν πάντα κατόπιν εορτής, αφού συμβεί το κακό, αφού επέλθει η καταστροφή. Τότε και την ευαισθησία βρίσκουμε και τις παρανομίες ανακαλύπτουμε και τους εισαγγελείς επιστρατεύουμε και –καλού κακού– κάνουμε και καμιά επερώτηση στη Βουλή για να μας βρίσκεται την ώρα που θα ζητάμε την ψήφο από τους κατεστραμμένους.

Με το ξέσπασμα των θεομηνιών περίτεχνα λιθόστρωτα δρομάκια μετατρέπονται σε ορμητικούς χείμαρρους, πανέμορφα γεφύρια παρασέρνονται από πλημμυρισμένα ποτάμια, νεόδμητα κτίρια κατακλύζονται από νερά και μπάζα, χωριά, πόλεις, δρόμοι και υποδομές παραδίνονται στο έλεος των στοιχείων της φύσης και καταστρέφονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Εκείνες τις ώρες και τις μέρες της καταστροφής, εκείνες τις φορές που νιώθουμε στο πετσί μας τη μικρότητα και την αδυναμία μας απέναντι στο μεγαλείο και τη δύναμη της φύσης, θυμόμαστε την πολιτεία. Μπροστά στις καταστροφές και μέσα στην απελπισία μας αναζητάμε τον υπεύθυνο, που δεν είναι άλλος από το κράτος μέσω κάποιου φορέα, υπηρεσίας, «αρμοδίου».

Δυστυχώς δεν συμβαίνει μόνο στις καταστροφές. Η καθημερινότητά μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με προβλήματα και δυσκολίες, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζονται ή συνδέονται απευθείας με το κράτος. Το κράτος είναι πανταχού παρόν, κατευθύνοντας κι επηρεάζοντας με τις πολύπλευρες εκφάνσεις του την οικονομία, την πολιτική, την κοινωνία. Η δουλειά, η υγεία, η παιδεία, η πρόνοια, η ασφάλεια, η άμυνα, ο αθλητισμός και τόσοι άλλοι τομείς, σχεδόν το σύνολο των δραστηριοτήτων μας. Για πολλούς ακόμα κι η στοιχειώδης ψυχαγωγία, μέχρι πριν λίγα χρόνια, που δεν λειτουργούσε η ιδιωτική τηλεόραση, εξαρτιόνταν από το κράτος και μόνο.

Η πολιτεία και το κράτος, λοιπόν, οι γνωστοί «ύποπτοι», οι υπεύθυνοι για όλα τα στραβά και τ’ ανάποδα που μας ταλανίζουν. Όχι αδίκως, αλλά το ερώτημα είναι «τι κάνουμε;» Οι διαπιστώσεις κι οι κριτικές είναι το εύκολο, ο ασφαλέστερος δρόμος για ν’ ανακυκλώνουμε θεωρίες κι ιδεολογήματα, δίχως επί της ουσίας ν’ αποφασίζεται και να προχωράει τίποτα. Λέμε-λέμε ξεθυμαίνουμε, κάνουμε τα ίδια λάθη κι ύστερα από λίγο στον ίδιο παρανομαστή του θυμού και της κατηγόριας κατά της πολιτείας και του κράτους.

Οι μεγαλύτερες δυσκολίες στην προσαρμογή της χώρας στα δεδομένα που δημιούργησε η οικονομική κρίση προέρχονται από τον γιγαντισμό και την αναποτελεσματικότητα του κράτους. Το τεράστιο μέγεθος του δημόσιου τομέα, ο οποίος, εκτός από τις αναγκαίες, συντηρεί και χρηματοδοτεί πολυάριθμες αντιπαραγωγικές κι αχρείαστες δομές και λειτουργίες, αποτελεί έναν από τους ανασταλτικούς παράγοντες, ώστε να προσφέρει με συνέπεια τις υπηρεσίες του.

Είναι προφανές, ότι –με αυτά τα δεδομένα– η όποια προσπάθεια ανασυγκρότησής του αποτελεί εγχείρημα εξαιρετικά σύνθετο, το οποίο μάλιστα γίνεται περισσότερο περίπλοκο, από τη στιγμή που διαπιστώνεται, η απροθυμία των κυβερνήσεων στις αλλαγές, αφού έχουν μάθει να το αξιοποιούν σαν εργαλείο για τη διατήρησή τους στην εξουσία. Επιπλέον, η οποιαδήποτε, έστω κι ανεπαίσθητη, μεταβολή, εκ των πραγμάτων ανατρέπει κι επηρεάζει μια σειρά από άλλες συναφείς κι αλληλένδετες σχέσεις, δομές και διαδικασίες. Ταυτόχρονα, όμως, ένα τόλμημα προς αυτή την κατεύθυνση είναι και ιδιαιτέρως ευαίσθητο, εφόσον με ποικίλους τρόπους –νόμιμους, νομιμοφανείς ή και παράνομους– από το κράτος αποκλειστικά εξαρτώνται και συντηρούνται άτομα, νοικοκυριά, ομάδες κι επιχειρήσεις, το σύνολο σχεδόν της οικονομίας.

Στο σταυροδρόμι που βρισκόμαστε δεν έχουμε την πολυτέλεια για περισσότερες διαπιστώσεις και για άλλες επί του θέματος αναλύσεις. Τα προβλήματα της κρατικής μας οργάνωσης είναι πασίδηλα κι οι αδυναμίες επαρκώς καταγεγραμμένες κι επιστημονικά τεκμηριωμένες. Προκειμένου, λοιπόν, η χώρα εξερχόμενη από τη δίνη της οικονομικής κρίσης, ν’ ακολουθήσει μιαν ανεμπόδιστη πλέον οικονομικά και κοινωνικά αναπτυξιακή πορεία, όπως όλοι υποστηρίζουμε, θα πρέπει ν’ αποφασίσουμε με ποιο κράτος μπορούμε να κατευθυνθούμε ασφαλέστερα προς αυτή την κατεύθυνση.  Θα πρέπει να συμφωνήσουμε για το ρόλο και τις λειτουργίες του κράτους τώρα. Τώρα πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε το θέμα αυτό. Οπότε τώρα τίθενται για τον καθέναν ξεχωριστά, αλλά και για όλους μαζί, σωρηδόν πλήθος ερωτήματα.

Είμαστε, κατ’ αρχήν, ως κοινωνία και πολίτες σε θέση να οραματιστούμε και να διεκδικήσουμε μιαν διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο και τις λειτουργίες του κράτους; Είμαστε έτοιμοι να καλλιεργήσουμε τις συνθήκες που θα επιτρέψουν στο κράτος να λειτουργεί με γνώμονα αποκλειστικά το δημόσιο συμφέρον ανεπηρέαστο από εκλεκτικές προτιμήσεις και κομματικές συμπάθειες; Είμαστε διατεθειμένοι να προσπαθήσουμε περισσότερο ως πολίτες κι οργανωμένες ομάδες συμφερόντων για την καθιέρωση και την εμπέδωση θεσμών, που θα λειτουργούν ανεξάρτητα κι ανεμπόδιστα από την εκάστοτε συγκυρία και επικρατούσα αντίληψη; Είμαστε ώριμοι να σεβαστούμε τη διαφορετική άποψη και να την εφαρμόσουμε στο πλαίσιο λειτουργίας του πολιτεύματος, εφόσον αποτελεί απόφαση της πλειοψηφίας; Είμαστε πρόθυμοι να ενθαρρύνουμε και να συμμετάσχουμε σε πρωτοβουλίες με πολιτικό, κοινωνικό, οικολογικό κ.λπ. προσανατολισμό για ενημέρωση και εθελοντική δράση;

Σ’ αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα εμείς πρώτοι θα πρέπει ν’ αναζητήσουμε απαντήσεις και ν' απαιτήσουμε δεσμεύσεις, πριν με ευκολία κι επιπολαιότητα, πάνω στον πόνο και τη δυστυχία μας, στραφούμε μετά την επόμενη καταστροφή και πάλι κατά του κράτους και της πολιτείας. Εμείς είμαστε το κράτος, δική μας υπόθεση είναι η πολιτεία. Η «ποιότητά» τους συναρτάται με την «ποιότητα» των επιλογών και των προτιμήσεών μας. Η συνέχεια, η ανάπτυξη ή η διάλυσή τους αποτελούν πρωταρχικά δική μας επιλογή κι αυτό θα μπορούσε ν’ αποτελέσει για όλους μια πρόκληση δημιουργικής συνεργασίας κι όχι δημαγωγικής ισοπέδωσης. Οι κυβερνήσεις κάνουν τη δουλειά τους, το ίδιο κι οι φιλόδοξες αντιπολιτεύσεις, αλλά εμείς είμαστε, τελικά, εκείνοι που κρίνουμε κι αποφασίζουμε. Εμείς έχουμε τον τελευταίο λόγο, γι' αυτό θα πρέπει εγκαίρως να γνωρίζουμε.

Αν θέλουμε να δράσουμε κι όχι μόνο να κράζουμε, ιδού η Ρόδος. Το τραγικό παράδειγμά της δεν θα είναι αρκετό ούτε αυτή τη φορά για να μας προβληματίσει και να μας κινητοποιήσει;

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Ποιο ΠΑΣΟΚ είναι εδώ;

Το ΠΑΣΟΚ συμμετέχει στην κυβέρνηση, μετριέται στις δημοσκοπήσεις, εκπροσωπείται σε σωματεία και φοιτητικές παρατάξεις, αλλά είναι απορίας άξιο αν πραγματικά υπάρχει. Κι αν όντως υπάρχει, για ποιο ΠΑΣΟΚ πρόκειται άραγε;

Κάποτε το ΠΑΣΟΚ ήταν εδώ ενωμένο και δυνατό, τώρα ναι μεν φαίνεται ότι το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ, αλλά το ενωμένο και το δυνατό έχουν πάει περίπατο. Ένα κομμάτι του, το επίσημο θα λέγαμε, έχει ως αρχηγό τον Βαγγέλη Βενιζέλο, ένα άλλο σημαντικό μέρος του έχει παραμείνει πιστό στον προηγούμενο αρχηγό του τον Γιώργο Παπανδρέου, ένα τρίτο –όχι ευκαταφρόνητο– προσχώρησε με τις εκλογές του 2012 στον ΣΥΡΙΖΑ, κάποιες μικρότερες ομάδες και στελέχη (Αριστερή Πρωτοβουλία, Λοβέρδος κ.ά) έχουν ακολουθήσει αυτόνομες πορείες, ενώ ένα σημαντικό μέρος ανώνυμων ψηφοφόρων αισθάνεται συναισθηματικά μεν ΠΑΣΟΚ, αλλά χωρίς κομματική εκπροσώπηση δε.

Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ μετά τις πολιτικές εξελίξεις του 2011 κι η διάλυσή του σε κομμάτια κι ομάδες έχει δημιουργήσει μια τεράστια μαύρη τρύπα στο κέντρο του κομματικού συστήματος. Η ανισορροπία που παρατηρείται σήμερα κι όλη αυτή η αναζήτηση για τη δημιουργία του κεντροαριστερού χώρου, έχει ως αφετηρία την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ ήταν ο συνδετικός κρίκος προσώπων, ομάδων, αλλά και μεμονωμένων πολιτών, που τοποθετούσαν τον εαυτό τους και τη δράση τους στον χώρο του κέντρου και προς τ’ αριστερά.

Είτε από ιδεολογικές καταβολές, είτε από αντιδεξιά αντανακλαστικά, είτε από συμπάθεια, είτε από συμφέρον και ιδιοτέλεια, το ΠΑΣΟΚ αποτελούσε τον ισχυρό δεύτερο πυλώνα του κομματικού συστήματος. Τώρα που οι εξελίξεις το έχουν οδηγήσει στη δεινή θέση να χαροπαλεύει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, είναι η ώρα ν’ αφουγκραστεί –αν μπορεί και θέλει– τις απαιτήσεις των καιρών και ν’ αναλάβει να δώσει λύση, στο βαθμό που του αναλογεί, στο υφιστάμενο πολιτικό πρόβλημα. Το ποια θα είναι αυτή αποτελεί αντικείμενο σοβαρής συζήτησης και προπαντός ειλικρινών κι ανιδιοτελών προθέσεων. (Η αλήθεια είναι, ότι οι τελευταίες ουδέποτε περίσσεψαν σ' αυτόν τον κομματικό χώρο).

Το σημερινό δίπολο ΣΥΡΙΖΑ – Νέας Δημοκρατίας ούτε απηχεί τις πραγματικές δυνάμεις των κομμάτων, ούτε μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες σταθερότητας κι εξέλιξης του πολιτικού συστήματος. Είναι μια ευκαιριακή απεικόνιση της περιόδου, γέννημα της οικονομικής κρίσης και δημιούργημα της ανάγκης να υπάρχει έστω μια στοιχειώδης αντιπολίτευση μετά την ολόπλευρη προσχώρηση της Νέας Δημοκρατίας στο «μνημονιακό μπλοκ».

Ο σημερινός δικομματισμός είναι ψευδεπίγραφος και θνησιγενής, εφόσον και η διάκριση «μνημόνιο» - «αντιμνημόνιο» θεωρηθεί το ίδιο πλασματική και ευκαιριακή. Η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να διαμορφώσει ένα ενιαίο και σταθερό πλαίσιο διακυβέρνησης, πείθοντας ότι αποτελεί όντως μια εναλλακτική δύναμη εξουσίας, επιβεβαιώνει το πόσο ανίσχυρος είναι αυτός ο πόλος υπό τις παρούσες συνθήκες. Το ίδιο κι η Νέα Δημοκρατία, αδυνατεί να συσπειρώσει μαζικά φιλελεύθερες και συντηρητικές δυνάμεις, εφόσον τόσο το παρόν, όσο και το πρόσφατο παρελθόν της –που τεχνηέντως έχει (συγ)καλυφθεί από το προσκήνιο ως να μην υπήρξε ποτέ– δεν πείθουν για την επάρκεια αντιμετώπισης της παρούσας κρίσης. Δεν είναι διόλου τυχαίο, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, όμηρος πλέον των ποσοστών του, επιχειρεί να κρατήσει ψηλά τη σημαία του αντιμνημονιακού αγώνα αναζητώντας εκλεκτικές πλην ετερόκλιτες συμμαχίες για τις αυτοδιοικητικές εκλογές στο κόμμα του Πάνου Καμένου.

Το σημερινό ΠΑΣΟΚ σέρνεται κυριολεκτικά πίσω από τους ολετήρες της κυβερνητικής πολιτικής, αδυνατώντας να διαδραματίσει ουσιαστικό αντίβαρο στην πλήρη ισοπέδωση και κονιορτοποίηση, όχι μόνο κάποιων κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά και του θεσμικού πλαισίου που μόλις πριν δυο – τρία χρόνια, επί κυβερνήσεων Γιώργου Παπανδρέου είχε προωθηθεί. Ένα άβουλο συνονθύλευμα στελεχών, που υλοποιούν στο όνομα των δανειακών συμβάσεων αμιγώς δεξιές πολιτικές, μακριά από οποιαδήποτε υποψία έστω θέσεων και διακηρύξεων του πρόσφατου ή απώτερου παρελθόντος.

Η συμμετοχή του στην κυβέρνηση δεν συνοδεύεται ούτε με τις στοιχειώδεις επιφυλάξεις ή ελάχιστες προϋποθέσεις για τη διαφύλαξη και προστασία του ιδεολογικού του προσανατολισμού και του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα. Δεν αξιοποίησε στο ελάχιστο τα τεράστια επιτεύγματα της περιόδου 2010 - 2012 με κορυφαίο τη διαγραφή του χρέους κι έχει επιτρέψει στον Αντώνη Σαμαρά να οικειοποιείται ξεδιάντροπα επιτυχίες και πολιτικές για τις οποίες όχι μόνο δεν έχει προσπαθήσει, αλλά τουναντίον τις έχει πολεμήσει λυσσαλέα. Με τον τρόπο αυτό έχει αφεθεί στο έλεος της Νέας Δημοκρατίας και των παπαγάλων της στα ΜΜΕ, να προβάλλεται ως η αδιαφιλονίκητη εγγυήτρια για τη σωτηρία της χώρας, τη στιγμή μάλιστα που το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που επί της ουσίας θυσιάστηκε για τον σκοπό αυτό, φυλλορροεί στα αζήτητα και χλευάζεται ή λοιδορείται ανά πάσα στιγμή. 

Αδυνατούν οι κρατούντες της πάλαι ποτέ κραταιάς Χαριλάου Τρικούπη να αντιληφθούν, ότι μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν το κυβερνητικό απόκομμα του ΠΑΣΟΚ θα το πετάξουν οι της Νέας Δημοκρατίας σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Ποιο εθνικό χρέος και ποια εθνική ευθύνη; Λόγια του αέρα πλέον. Κανείς δεν υποστηρίζει να πέσει η κυβέρνηση τώρα, αλλά χώρος για μιαν άλλη πολιτική στο πλαίσιο των δανειακών συμβάσεων υπάρχει. Όχι μόνο χώρος, αλλά γήπεδο ολόκληρο για να «παίξουν μπάλα» τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ και να αισθανθεί η κοινωνία, ότι όντως το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ. Πού; Στο φορολογικό –και δε μιλάμε για τα χειμαδιά– με τη διεκδίκηση δίκαιης και αναλογικής κατανομής των βαρών, στις μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο με το πρόταγμα των αξιολογήσεων κι όχι μέσω των ξαφνικών θανάτων και των διαθεσιμοτήτων, με τους διορισμούς στους δημόσιους οργανισμούς με αξιοκρατικά κριτήρια και διαφάνεια, στις αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, στα, στα...

Όρεξη να ‘χεις ν’ αναφέρεις, αλλά σήμερα στο ΠΑΣΟΚ ούτε όρεξη έχουν, ούτε διάθεση. Σε λίγο δεν θα έχουν ούτε ψηφοφόρους, ούτε και κόμμα κι ίσως τότε να είναι καλύτερα.