Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Το τελευταίο καλοκαίρι.


Μετά από τρία χρόνια αλλεπάλληλων κυβερνητικών καθυστερήσεων και διαδοχικών υπουργικών υπεκφυγών κι αναβολών, φτάνουν άρον – άρον στην κλίνη του Προκρούστη δεκάδες χιλιάδες δημόσιοι και δημοτικοί υπάλληλοι. Αφού πέρασαν από αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών κι επιδομάτων, αφού χάζεψαν με τις διαδοχικές φορολογικές επιβαρύνσεις, αφού «πάγωσαν» πάνω στα οργανογράμματα και τις αξιολογήσεις των δομών, έφτασε η ώρα να πάρουν αριθμό προτεραιότητας και να μπουν στη σειρά για τη διαθεσιμότητα.

Αριθμοί ακούγονται και ποσοστώσεις ανακοινώνονται ανά Υπουργείο και κανείς δεν είναι σε θέση ν’ απαντήσει με ασφάλεια στο ερώτημα «πώς έχουν προκύψει;» Επί μήνες το υπουργείο Μεταρρύθμισης μελετούσε κι εξέταζε και σχεδίαζε και διαβεβαίωνε ότι όλα εξελίσσονται σύμφωνα το χρονοδιάγραμμα και τις υποδείξεις της task force, αλλά καμιά απόφαση και κανένα μέτρο για το δημόσιο δεν προχωρούσε. Ξαφνικά –με τον ανασχηματισμό λες– σχηματοποιήθηκαν οι αλλαγές, προέκυψαν οι αριθμοί, λήφθηκαν οι αποφάσεις. Υπήρχαν; Προέκυψαν; Επιλέχτηκαν στην τύχη; Κύριος οίδε.

Η «διοικητική μεταρρύθμιση», μια ευκαιρία για τη δημιουργία ενός περισσότερο ευέλικτου κι αποτελεσματικού κρατικού μηχανισμού, καθοδηγείται μηχανιστικά κι «αυτόματα» από επιλογές της στιγμής κι αποφάσεις ανάγκης. Η αναδιοργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών, ο ακρογωνιαίος λίθος για τον μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης σ’ ένα σύγχρονο εργαλείο ανάπτυξης κι εκσυγχρονισμού της χώρας, παρατήθηκε στην τύχη της συγκυρίας, στις πιέσεις της τρόικας και στην καλή διάθεση του κάθε παρατρεχάμενου  συμβούλου, συνεργάτη ή ειδικού.

Κατακαλόκαιρο και χιλιάδες εργαζόμενοι κοιμούνται και ξυπνάνε με την αγωνία αν και σε ποια λίστα θα είναι γραμμένο τ’ όνομά τους. Κάθονται στο γραφείο και το μυαλό τους βρίσκεται πότε στο τι θα πει ο υπουργός και πότε στο πώς θ’ αντιδράσει ο σύλλογός τους. Κατακαλόκαιρο και το θερμόμετρο της αγωνίας συναγωνίζεται εκείνο της θερμοκρασίας. Κατακαλόκαιρο, αλλά οι αγωνίες της κοινωνίας φαίνεται να είναι αλλού, το «Δημόσιο» έχει από καιρό «καεί» στην κοινή αντίληψη κι ας ήταν για μια ζωή το ασφαλές καταφύγιο –και πάλι κατά την κοινή αντίληψη– για έναν εργασιακό βίο με σιγουριά, εξασφάλιση και εισοδηματική σταθερότητα.

Μετά από τα καλοκαίρια μιας ζωής στη μονιμότητα κι ύστερα από τρία καλοκαίρια εν μέσω οικονομικής κρίσης, το ερχόμενο καλοκαίρι τίποτε δεν θα θυμίζει το δημόσιο όπως το ξέραμε. Όλα θα έχουν ανατραπεί, όλα θα έχουν αλλάξει. Όλα, εκτός από τις «ουρές» αναμονής, τις ατάκτως κολλημένες πάνω σε τοίχους ανακοινώσεις, τα επικυρωμένα φωτοαντίγραφα, τα παράβολα, τις προθεσμίες και τις παρατάσεις, τα πρόστιμα και τις δόσεις. Μαζί μ’ αυτά, ακλόνητα θα εξακολουθούν να μας θυμίζουν το δημόσιο τα διάσπαρτα σ’ Ανατολή και Δύση πολυάριθμα κτίρια συναρμόδιων υπηρεσιών, τα τηλέφωνα πληροφοριών που συνεχώς βουίζουν κι οι αρμόδιοι που δέχονται μετά τις 12 το μεσημέρι, τα ραντεβού που κλείνονται μετά από 5 – 6 μήνες, οι διαδοχικές υπογραφές που απαιτούνται για οποιαδήποτε συναλλαγή. Με τον ίδιο τρόπο θα εξακολουθούν να διεξάγονται οι εξετάσεις υποψηφίων οδηγών, να χορηγούνται οι άδειες παραμονής, να ελέγχονται οι τροχαίες παραβάσεις, να λειτουργούν οι συγκοινωνίες, αλλά κι η Βουλή, τα δικαστήρια, οι φυλακές, ο στρατός και, φυσικά, οι «120 προς κατάργηση και συγχώνευση φορείς του δημοσίου».

Το τελευταίο καλοκαίρι είναι αυτό για το δημόσιο όπως το ήξεραν 12.500 εργαζόμενοι. Θ’ ακολουθήσουν κι άλλοι μέχρι να «πιάσουμε» το στόχο. Όταν όμως –μετά από τόσες παλινωδίες– πρώτος «στόχος» γίνονται οι άνθρωποι κι όχι οι παθογένειες του συστήματος, όσους κι αν πετύχεις πάντα για κάποιους θα υπάρχει ένα τελευταίο καλοκαίρι στο δημόσιο.

Πόσο θ’ αντέχει η κοινωνία να μετρά τις απώλειες με χαμένα καλοκαίρια, με χαμένες ευκαιρίες;

Ποιος μπορεί άραγε να υποστηρίξει με βεβαιότητα, ότι αυτό θα είναι το τελευταίο; Το ευχόμαστε, αλλά μια ευχή μόνο αρκεί;

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

"Συσσίτια δημοκρατίας".


Η κατάσταση έχει σοβαρέψει πάρα πολύ και δεν χρειάζεται να το πω εγώ για να το επιβεβαιώσεις. Τα διαδοχικά φαινόμενα όξυνσης κι εκτράχυνσης –ενίοτε και σε βαθμό παραφοράς κι εκτροπής– της πολιτικής αντιπαράθεσης και του πολιτικού λόγου, δεν αποτελούν παρά τις αφορμές για να το διαπιστώνουμε.

Προτάσεις διάφορες διατυπώνονται κι απόψεις ακούγονται, άλλες προς την κατεύθυνση της υποβάθμισης, αποσιώπησης ή και της διακωμώδησης του θέματος κι άλλες –πιο αποφασιστικές τάχα– προς την κατεύθυνση της καταδίκης και της πλήρους απομόνωσης των πρωταιτίων. Κάποιοι άλλοι –αδιόρθωτοι θα έλεγα– επιλέγουν ν’ αντιδρούν και να συμπεριφέρονται αλά καρτ κι ανά περίσταση, κατά το πώς τους βολεύει.

Όποια κατεύθυνση κι αν ακολουθήσεις το φίδι θα το βρίσκεις πλέον μπροστά σου, θα μπερδεύεται στα πόδια σου και θα στάζει σε κάθε ευκαιρία γερές δόσεις με δηλητήριο ρατσισμού, ξενοφοβίας, μισαλλοδοξίας και φόβου στο πληγωμένο σώμα της κοινωνίας. Δεν πα’ να δηλώνεις αποφασισμένος, δεν πα’ να αντιπαραθέτεις επιχειρήματα, δεν πα’ να απαγορεύεις και να συλλαμβάνεις. Ο ίδιος ο νόμος μπορεί προς στιγμήν να καταστέλλει, αλλά τις αιτίες δεν τις αντιμετωπίζει. Ο νόμος επεμβαίνει όταν προκαλούνται συνέπειες, αποτελέσματα κι οι συνέπειες και τ’ αποτελέσματα σύντομα μπορεί να πάρουν καθημερινή και μόνιμη μορφή, οπότε;

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει ευτυχέστερη συγκυρία απ’ αυτήν που διανύει τα τελευταία χρόνια η πατρίδα μας, για να επωαστεί τάχιστα και να γεννηθεί το φρικτό έκτρωμα του νεοναζισμού. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε σαν κεραυνός εν αιθρία στην απροετοίμαστη και ξένοιαστη κοινωνία μας αποτέλεσε τη θρυαλλίδα και λειτουργεί μέρα με τη μέρα ως επιταχυντής για την εξάπλωση της βίας, της ανομίας και του φόβου. Το φάντασμα της φτώχειας και της δυστυχίας, που πλανάται πάνω από ευαίσθητα κοινωνικά στρώματα κι ομάδες, αναβιώνει μνήμες κι ιστορίες δραματικές και ξαναζωντανεύει λησμονημένες βεντέτες και τυφλό κοινωνικό μίσος.

Μπορεί να μην το φωνάζουμε ή ν’ αποφεύγουμε και να το συζητήσουμε ακόμα, αλλά είναι βέβαιο ότι οι πιο πολλοί έχουμε επίγνωση και γνωρίζουμε –πολύ καλά μάλιστα– τα βαθύτερα ή πιο ρηχά αίτια, που δημιούργησαν –πέρα απ’ την κρίση– τις τόσο πρόσφορες και ιδεώδεις συνθήκες για την εξάπλωση και τη γιγάντωση του φαινομένου. Το να μη βγάζουμε τσιμουδιά ή να ξορκίζουμε τις δημοσκοπήσεις ή να προετοιμάζουμε συντεταγμένα ακροδεξιά «ανοίγματα», μόνο τη μονιμοποίηση και την περαιτέρω νονιμοποίηση της απάνθρωπης αυτής ιδεολογίας και των εκφραστών της προετοιμάζουν.

Η μεθοδικότητα κι η βήμα – βήμα διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, αρχής γενομένης από τις περιοχές και τα σημεία, που η κρατική παρουσία κι η νομιμότητα έλαμψαν επί χρόνια δια της απουσίας τους, προμηνύουν τη δυσκολία και την πολυπλοκότητα του εγχειρήματος. Αντίπαλος δεν είναι η χρυσή αυγή και τα ποσοστά της, ούτε ο κάθε υποστηρικτής ή οπαδός της. Αντίπαλος και μάλιστα περισσότερο δύσκολος, ύπουλος κι επικίνδυνος, είναι ο κακομαθημένος μας εαυτός, οι απονευρωμένοι μας θεσμοί, τ’ απονεκρωμένα μας αντανακλαστικά, η απισχνασμένη δημοκρατία.

«Συσσίτια δημοκρατίας» πρέπει να στηθούν απ’ άκρη σ’ άκρη στη χώρα. Στα σχολεία, στους συλλόγους, στις οργανώσεις, παντού, όπου υπάρχει άνθρωπος, οικογένεια, πόνος αλλά κι αδιαφορία, να ξεκινήσουν να μοιράζονται τ’ αγαθά και τα οφέλη της. Δεν είναι ανάγκη να ‘ναι πλούσια και υπέρογκα, δεν χρειάζονται σακουλάκια, αρκεί να δίνονται με συνέπεια και σταθερότητα, μ’ αποφασιστικότητα και τόλμη. Ο «ναός» της δημοκρατίας, το Κοινοβούλιο, οφείλει να πρωταγωνιστήσει σ’ αυτή τη διαδικασία, πετώντας δια παντός απ’ τα παράθυρα μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη την υποκρισία, το ψεύδος, τη συκοφαντία, την προχειρότητα και την ατολμία. Να κρεμάσει πανό με μια συγνώμη, που δεν θα ‘ναι γραμμένη απλώς με κεφαλαία, αλλά και με άλλον γραφικό χαρακτήρα από κείνον της ξύλινης γλώσσας του Βήματος της Βουλής.

Τα λάθη, τις παραλείψεις, το τι έγινε και το τι δεν έγινε για να φτάσει σήμερα να δοκιμάζεται το πολίτευμα σε συσσίτια και συγκεντρώσεις «μόνο για Έλληνες», είναι πασίγνωστα. Από αυτά θα πρέπει να ξεκινήσει η πορεία προς τον λαό, προς την κοινωνία. Μπροστά στην πλατεία Συντάγματος και με την αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά και συνολικά σε μια γενναία κι αποφασιστική και συντεταγμένη αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, να ξανασυναντηθούν πολίτες και κυβερνώντες για την επικύρωση της απόφασης για κοινή πορεία προς την εμπέδωση της δημοκρατίας, την λαϊκή κυριαρχία, την κοινωνική απελευθέρωση κι ανάταση.

Ποιος θα πει: «Τι ωραία»; Αυτό θα είναι το πρώτο κρίσιμο λάθος. Σ’ αυτό το «συσσίτιο δημοκρατίας» κανείς δεν δικαιούται να αυτοθαυμαστεί και να ευλογήσει τα γένια του. Κανένας δεν θα ξεχωρίζει από το διπλανό του ούτε για τη θέση, ούτε για το «μέσο», ούτε για τα προνόμια. Όλοι ίσοι, αλλά κι ο καθένας στο ρόλο του, στη θέση του, στις ευθύνες και τα δικαιώματά του. Όλοι μαζί, με σεβασμό στην αξία, τις δυνατότητες και τις ιδιαιτερότητες του άλλου, με πίστη για τη δύναμη της αλήθειας, του δίκιου, της ομαδικότητας και της θέλησης.

Να συμφιλιωθούμε με το παρελθόν μας, να αναγνωρίσουμε τις αδυναμίες και τα λάθη μας και να οργανώσουμε τη δημοκρατική μας αντεπίθεση με όπλα την ειλικρίνεια, την ευθύτητα και την καθημερινή πρακτική. Με ορίζοντα όχι την επόμενη ψηφοφορία ή τις επόμενες εκλογές, αλλά τα επόμενα δύσκολα χρόνια, τις επόμενες γενιές. Τα «συσσίτια δημοκρατίας», που θα συνιστούν στην πράξη τη δυναμική διείσδυση, το μπόλιασμα, στο σώμα της κοινωνίας ισχυρών αντισωμάτων πίστης και αφοσίωσης στο πολίτευμα, εμπιστοσύνης στους θεσμούς, στους κανόνες, στους αντιπροσώπους, αλλά και στον εαυτό της τον ίδιο.

Πίστη, ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί ούτε ως μπράβος, ούτε ως προστάτης, ούτε ως νταής, αλλά ζει κι αναπνέει όταν δεν χρειάζονται ούτε μπράβοι, ούτε προστάτες, ούτε νταήδες. Ζει κι αναπνέει όταν δεν υπάρχουν ανισότητες, αποκλεισμοί, διακρίσεις. Ζει κι αναπνέει όταν ο κάθε πολίτης, καθένας που βρίσκεται ή κατοικεί σ’ αυτόν τον τόπο αισθάνεται ελεύθερος, ασφαλής και ικανός ν’ αναπτύξει την προσωπικότητα και να ζήσει τη ζωή του, με αξιοπρέπεια κι ανεξαρτησία, σεβόμενος τη νομιμότητα, αλλά και την ελευθερία του άλλου.

Η δημοκρατία ζει κι αναπνέει δυνατή και γνήσια, όταν δεν χρειάζεται ούτε συσσίτια, ούτε τεχνητή αναπνοή, ούτε μηχανική υποστήριξη καθηλωμένη στο κρεβάτι της εντατικής.

Foto: Glauco Dattini