Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Ρεκόρ υποκρισίας ο αποκλεισμός της Βούλας Παπαχρήστου



Δεν πρόκειται να γίνουμε άνθρωποι.

Δεν πα’ να μας δέρνουν κρίσεις και να μας βασανίζουν προβλήματα, δεν πα’ να ορθώνονται αδιέξοδα και να μας στριμώχνουν τα δανεικά, εμείς το χαβά μας, υποκρισία, βερμπαλισμοί, ψευτοϊδεολογήματα κι άγιος ο θεός. Μόλις μυριστούμε «αίμα στην αρένα» ορμάμε σαν τα βαμπίρ και τις νυχτερίδες. Μόλις κάποιος δικαίως ή αδίκως στοχοποιηθεί διαγκωνιζόμαστε ποιος θα ρίξει τις πιο πολλές πετριές.

Πιο παλιά ήταν κυρίως ο Τύπος κι η τηλεόραση, τώρα τον πρώτο λόγο έχουν πάρει επάξια οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, Θέ’ μου φύλαε.

Ο αποκλεισμός της Βούλας Παπαχρήστου από την ελληνική αθλητική αποστολή των Ολυμπιακών αγώνων του Λονδίνου, αποτελεί τη σημαδιακότερη εκδήλωση για το χτεσινό γιορτασμό της αποκατάστασης της δημοκρατίας στη χώρα μας. Μνημόσυνο της δημοκρατίας και αποθέωση του ιδιότυπου φοβικού, αντικοινωνικού, άδικου, διαπλεκόμενου κι αδιαφανούς μορφώματος που έχει στηθεί στη θέση της.

Είναι απορίας άξιο, πώς άνθρωποι που έχουν νιώσει στο πετσί τους τι σημαίνει να συνωστίζονται εναντίον σου όλες οι αντιδραστικές δυνάμεις της κοινωνίας και του συστήματος, να πρωτοστατούν στον εξοβελισμό αυτής της νεαρής αθλήτριας από την εθνική ομάδα εξαιτίας αυτής της ανάρτησης.

Μ’ αυτό τον τρόπο προστατεύεται το πολίτευμα κι οι θεσμοί και μ’ αυτό τον τρόπο διαπαιδαγωγούνται οι νέοι άνθρωποι και πρώτ’ απ’ όλα αυτό το νεαρό κορίτσι;

Ποιο σύστημα παρήγαγε τις χιλιάδες των νέων που ψήφισαν ακροδεξιά κόμματα στις εκλογές; Σε ποιοι πολίτευμα μεγάλωσαν αυτά τα παιδιά; Ασχολήθηκε άραγε κανείς;

Μήπως –λέω μήπως– το εκπαιδευτικό μας σύστημα μπάζει από παντού;

Εμείς όμως «καιγόμαστε» να δοθούν άρον–άρον οι επιχορηγήσεις στα πανεπιστήμια. Εκεί είναι το «φιλέτο». Ούτε το άσυλο, ούτε τα συγγράμματα, ούτε ο τρόπος διοίκησης, ούτε τίποτα δεν μας απασχολεί. Εκεί η δημοκρατία –για τα μέτρα μας– λειτουργεί άψογα.

Αν –απ’ την άλλη– σε δημοτικά και γυμνάσια δεν έχουν φράγκο για να βάλουν πετρέλαιο, δεν έχουν βιβλιοθήκες, η παπαγαλία πάει σύννεφο, διδάσκουν καθηγητές που δεν έχουν ποτέ αξιολογηθεί, τσιμουδιά. Πετάμε το μπαλάκι στους υπερχρεωμένους σε πολλές περιπτώσεις Δήμους, εγκρίνουμε και μια πενταήμερη στο εξωτερικό κι η δημοκρατία έτσι –και πάλι για τα μέτρα μας– αποκαθίσταται στη στιγμή.

Ο ντόρος έγινε κι η ζημιά γι’ αυτό το νέο παιδί. Πιθανόν κι όλοι εμείς οι αυτόκλητοι «δικηγόροι» και συνήγοροι, είτε της μιας, είτε της άλλης άποψης ζημιά να κάνουμε κι όχι καλό.

Κλείνω, λοιπόν, γράφοντας αυτό που πιστεύω, ότι δηλαδή αν κάποιος(οι) από την ελληνική αποστολή με πραγματικά ενδιαφέρον συζητούσε μ’ αυτή την νέα κοπέλα –ενδεχομένως και μ’ άλλους αθλητές από κοινού– και με υπομονή, νηφάλιο τρόπο, εξαντλητικό διάλογο κι επιχειρήματα, υποδείκνυε το χονδροειδές και άστοχο χιούμορ της επίμαχης ανάρτησης, θα τη βοηθούσε να καταλάβει, ν’ αντιληφθεί τι πραγματικά συμβαίνει και το κυριότερο θα απέτρεπε να στιγματιστεί μ’ αυτό τον βάναυσο κι αντικοινωνικό τρόπο. Στην περίπτωση αυτή τ’ αποτελέσματα, είμαι βέβαιος, θα ήταν ευεργετικά για την ίδια και τη μετέπειτα πορεία της.

Ευεργετικά θα ήταν και για κοινή γνώμη, εφόσον σε μια εποχή άκρατου λαϊκισμού, πολιτικής υστερίας και κοινωνικής παραφροσύνης, θ’ αναδεικνυόταν ότι υπάρχουν ακόμα, τουλάχιστον στον χώρο του αθλητισμού, σώφρονες και ψύχραιμοι ταγοί, που μπορούν να διαχειριστούν τόσο λεπτά θέματα ψυχολογίας και ανθρώπινων σχέσεων, δίχως να σύρονται πίσω από τον κάθε αυτόκλητο και τυχάρπαστο προστάτη, δίχως να τρομάζουν και να κρύβονται επιλέγοντας τα εύκολα.

Δυστυχώς για μια ακόμα φορά η εντύπωση και το δήθεν, οι κραυγές κι οι κατάρες, έσπασαν ένα ακόμα νέο πανελλήνιο ρεκόρ υποκρισίας και στρουθοκαμηλισμού.

Άραγε πόσα ακόμα υπάρχουν;
 
Foto: SUPERMPALA

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

Καλοκαιρινή ψυχρολουσία, φθινοπωρινός καύσωνας.


Ενώ η  τρόικα έχει έτοιμες τις βαλίτσες της για να επιστρέψει στην Αθήνα, η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα κατορθώσει να συγκεντρώσει το ποσό των 11,5 δις, που είναι απαραίτητος όρος για την εκταμίευση της επόμενης δόσης της δανειακής σύμβασης.

Η δυστοκία στη συγκέντρωση του ποσού δεν οφείλεται μόνο στην απροθυμία των Υπουργείων να προχωρήσουν σε νέες περικοπές πιστώσεων, ούτε πολύ περισσότερο στην αδυναμία να εξευρεθούν αυτά τα ποσά από τους προϋπολογισμούς των Υπηρεσιών. Ο λόγος, είναι προφανές, ότι βρίσκεται στην ανυπαρξία οργανωμένου σχεδίου περιορισμού των κρατικών δαπανών.

Η λογική των οριζόντιων περικοπών, που έχει επικρατήσει από την πρώτη στιγμή επιβολής του μνημονίου στη χώρα, εξακολουθεί να υποκαθιστά –προφανώς ως πλέον εύκολη και γρήγορη λύση– την όποια σχεδιασμένη και αντικειμενικά προσδιορισμένη προσπάθεια αξιολόγησης και μείωσης, όπου κριθεί απαραίτητο, των κρατικών εξόδων.

Αν στην περίπτωση του πρώτου μνημονίου και υπό το βάρος της πίεσης των πραγμάτων και του επείγοντος του οικονομικού προβλήματος, μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε ως ένα βαθμό να δικαιολογηθεί, η εξακολούθηση αυτής της κυβερνητικής πρακτικής και από την παρούσα κυβέρνηση δυο χρόνια μετά, το μόνο που μπορεί να προκαλέσει –εκτός από τις αντιδράσεις των θιγομένων– είναι η περαιτέρω εξαθλίωση συλλήβδην των εργαζομένων κι η ανακύκλωση της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας για το μέλλον της χώρας.

Η σημασία –κι οι συνέπειες– της ανυπαρξίας σχεδίου θα φανεί, όπως όλα δείχνουν, άμα τη αφήξει της τρόικα στη χώρα μας. Τότε, τα κυβερνητικά στελέχη, αλλά κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός, θα έχουν την ευκαιρία να διαπιστώσουν, ότι οι πολιτικές εξαγγελίες που είδαν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα μπορεί να είχαν απήχηση στο εσωτερικό ακροατήριο, αλλά πόρρω απέχουν από τις απαιτήσεις του οικονομικού προγράμματος, όπως έχει από κοινού συμφωνηθεί με τους δανειστές.

Η άτακτη υποχώρηση από τις θέσεις για τις 12.000 αποχωρήσεις από το δημόσιο εντός του 2012, για τις περικοπές στα «πολυτελή» μισθολόγια, αλλά και για ένα νέο γύρο περικοπών σε κάποιες «ευγενείς» συντάξεις, αναμένεται ν’ αποτελέσουν το επιστέγασμα των «διαπραγματεύσεων» κυβέρνησης – τρόικας και την επισφράγιση, απ’ την πλευρά της τελευταίας, ότι η χώρα εφαρμόζει συνεπώς το πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης, οπότε πληροί τις προϋποθέσεις και δικαιούται την επόμενη δόση του δανείου.

Έχει δαπανηθεί πολύς χρόνος προκειμένου να καθησυχάσει η κοινή γνώμη και να δημιουργηθεί η εντύπωση στους εργαζόμενους του δημόσιου Τομέα, ότι μπορεί να προχωρήσει η υλοποίηση του προγράμματος σταθερότητας, δίχως να θιγούν κεκτημένα. Αυτός ο χρόνος θ’ αποδειχθεί τις επόμενες μέρες πόσο πολιτικά πολύτιμος ήταν, τότε που όλα τα σκληρά νέα μέτρα, τα οποία εκ των πραγμάτων αναμένεται να ληφθούν, θα επιχειρείται να φορτωθούν στην τρόικα. Τόπε που κι η νέα κυβέρνηση θα εμφανίζεται αναξιόπιστη ως προς τις εξαγγελίες της σε σχέση με το πρακτικό τους αντίκρισμα.

Η κυβέρνηση φοβάται το κράτος, φοβάται το γραφειοκρατικό τερατούργημα που επί δεκαετίες δημιουργούσε η αλόγιστη πολιτική γιγάντωσής του. Η ανακύκλωση του φόβου από κυβέρνηση σε κυβέρνηση κι από χρόνο σε χρόνο το μόνο που ανακυκλώνει είναι η κοινωνική ανισότητα κι αδικία.

Άδικα θα είναι και τα νέα μέτρα, όποια κι αν είναι αυτά. Θα είναι άδικα, γιατί δεν θ’ αποτελούν αποτέλεσμα ενός ορθολογικά αρθρωμένου σχεδίου δημοσιονομικής εξυγίανσης, αλλά προϊόν –για μια ακόμα φορά–αποσπασματικών αποφάσεων κι επιφανειακών λογιστικών υπολογισμών. Θα είναι όμως κι αναποτελεσματικά, εφόσον θ’ ανακυκλώνουν τα προβλήματα και τις αστοχίες της τελευταίας «μνημονιακής» διετίας.

Συνεπεία αυτού, τα 11,5 δις μπορεί τελικά να εξευρεθούν, αλλά θα πέσουν κι αυτά στη μαύρη τρύπα της δημοσιονομικής αταξίας και της κρατικής αναποτελεσματικότητας. Θα τα σπρώξει προς τα ‘κει η πολιτική αβουλία να ληφθούν αποφάσεις που να υπερβαίνουν τα προσχηματικά πλαίσια και στάνταρ μιας τυπικής διαχείρισης της κρίσης. Θα τα ωθήσει η ατολμία να σχεδιαστεί και να οικοδομηθεί σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα και δεδομένα ένα σύγχρονο κι αποτελεσματικό κράτος.

Όλοι εντός κι εκτός κυβέρνησης γνωρίζουν και πολύ καλά μάλιστα το τι πρέπει να γίνει. Όλοι όμως περιμένουν να κρυφτούν πίσω από τις πλάτες τις τρόικας και των υπαλλήλων της για ν’ ανακοινωθούν οι σχετικές αποφάσεις.

Αυτό το κρυφτούλι κοστίζει πανάκριβα σε όλους και θα εξακολουθήσει να  κοστίζει και να το πληρώνουμε αδίκως αδρά, όσο οι κυβερνώντες αναβάλουν τη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων, μη θέλοντας να διακινδυνεύσουν να θιγεί στο ελάχιστο –εκτός από την κρατικοδίαιτη πελατεία τους– κι η πολιτική τους επιβίωση.

Όσο το πολιτικό κόστος υπερισχύει του κοινωνικού, τόσο κι οι επιλογές για την κυβέρνηση θα γίνονται πιο δύσκολες, αλλά και πιο άδικες, τόσο κι η κοινωνική κατακραυγή θα διογκώνεται.

Σ’ αυτή την περίπτωση, όσες δόσεις και να κάνεις, ένα είναι το δεδομένο, ότι την κοινωνική έκρηξη θα την εισπράξεις πολύ σύντομα και εφάπαξ.
   
Foto by: fimes.gr