Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Το τερματίσαμε.


Ήθελα να ‘ξερα τι ψάχνουμε. Αφού καθένας έχει βγάλει το συμπέρασμά του, έχει καταλήξει στα πώς και τα γιατί της κρίσης, στους πρωταίτιους και τους συνυπεύθυνους, τι ζητάμε άραγε; Ο καθένας μας κουβαλάει και μιαν αλήθεια από μόνος του, άντε να ‘χει και πέντε – έξι φίλους ή γνωστούς που να συμφωνούν απόλυτα, από ‘κει και πέρα το χάος· στον έναν δεν κάνουν τα πρόσωπα, στον άλλον δεν ταιριάζουν οι πολιτικές, τον τρίτο τον βρίσκουν αντίθετο οι συμφωνίες κι ο τέταρτος διαφωνεί γιατί οι άλλοι δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και πάει λέγοντας –και γράφοντας.

Αν εξαιρέσεις κάποιους στο διαδίκτυο που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και βγάζουν αφρούς, άντε και μερικούς δημοσιογράφους που πετάνε πού και πού καμιά σπόντα –ειδικά μετά το φιάσκο των αδειών, όλα μέλι γάλα– ο πολύς ο κόσμος έχει μπαφιάσει πια κι ας είναι απογοητευμένος κι εξουθενωμένος απ’ αυτά τα τραγελαφικά κι τ’ αλλοπρόσαλλα της κυβέρνησης. Κανείς δεν έχει όρεξη, ούτε διάθεση ν’ ασχοληθεί σοβαρά με τα κυβερνητικά καμώματα και παλινωδίες, οι περισσότεροι εκτονώνονται στο twitter και ξεσπάνε στο facebook και μέχρι εκεί, αν έχει κάποιος και κάτι σοβαρό να πει, το γράφει και χάνεται αστραπιαία στο πληροφοριακό χάος.

Είναι τόσο πολύ πιεσμένος ο κόσμος, είμαστε τόσο πολύ πιεσμένοι όλοι μας, αλλά είναι και τόσο μεγάλη η απογοήτευση, που αυτή η έρπουσα και τελματώδης καθημερινότητα τείνει να –αν δεν έχει– γίνει συνήθεια και κανονικότητα. Τα ψέματα κι η προπαγάνδα οργιάζουν μπρος στα μάτια μας, όμως, η αλήθεια είναι, ότι δεν αγγίζουν κανέναν πια, λες και δεν μας αφορούν. Οι μεγαλύτερες ανατροπές και διαψεύσεις ελπίδων, προσδοκιών και απαντοχών συμβαίνουν μέρα με τη μέρα –κι ιδίως στις μέρες μιας αυτοδιαφημιζόμενης σαν αριστερή κυβέρνηση– κι όμως είναι σαν να γίνονται κάπου αλλού και ν’ αφορούν κάποιους άλλους.

Το σημερινό σκηνικό είναι στημένο από χρόνια. Μια δράκα νεολαίων πρώην ΚΚΕ μαζί με καμιά δεκαριά –ζήτημα– σιτεμένους κρατικοδίαιτους ΠΑΣΟΚους κι έναν δηλωμένο Καραμανλικό, έστησαν κυβέρνηση, που αν το έλεγες πριν πέντε – δέκα χρόνια θα γελάγανε όλοι μαζί σου. Κι όμως, μέσα στο θερμοκήπιο της κρίσης και χρησιμοποιώντας με εκπληκτική μαεστρία την εργαλειοθήκη, όχι του ΟΟΣΑ –σιγά μην την ξανακούσετε αυτή–, αλλά των κομματικών πρακτικών της μεταπολίτευσης, όλοι αυτοί που επί δύο και πλέον χρόνια μας κυβερνούν, δείχνουν τα δόντια τους στο ίσαμε χτες κομματικό κατεστημένο.

Ο κρατικός μηχανισμός είναι από χρόνια μαθημένος να υπηρετεί κομματικές εξουσίες. Τα υπουργικά γραφεία στελεχώθηκαν με κομματικούς μετακλητούς –όπως από πάντα–, οι κομματικά προσκείμενες συνδικαλιστικές ηγεσίες συνέχισαν τον παρα-διοικητικό τους ρόλο –όπως από πάντα–, οι διοικήσεις των δημόσιων οργανισμών απέκτησαν τους νέους κομματικούς εκλεκτούς –όπως από πάντα. Μ’ άλλα λόγια το κράτος εξακολουθεί να κομματοκρατείται –όπως από πάντα. Ταυτόχρονα, όμως, εξακολουθεί να «σιτίζει» δίνοντας δουλειές, επιχορηγήσεις, έργα και προμήθειες χιλιάδες άτομα, επιχειρήσεις, οργανισμούς –όπως από πάντα. Τι ΠΑΣΟΚ, τι Νέα Δημοκρατία, τι ΣΥΡΙΖΑ τώρα;

Τα ίδια με το κράτος και στο πολιτικό σύστημα, τους θεσμούς, τη δικαιοσύνη, την παιδεία, τα μέσα ενημέρωσης, όλα κυλούν όπως από πάντα, τα δύσκολα και τα βαθιά αποφεύγονται όπως αποφεύγει κι ο διάβολος το λιβάνι. Πώς να ξεφύγεις έτσι από τα βαθιά της κρίσης; Πώς ν’ ανακάμψει η οικονομία, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, να προκόψουν οι άνθρωποι κι ο τόπος, πώς; Μόνο με τα λόγια; Μόνο μ’ ένα σύμφωνο συμβίωσης ή μήπως με την απλή αναλογική θα λυθούν τα μεγάλα προβλήματα της χώρας; Αστεία πράγματα.

Ακόμα κι η πολιτική αντιπαράθεση κυβέρνησης - αντιπολίτευσης γίνεται με όρους και τύπους, όπως από πάντα. Τι στη Βουλή, τι στα μέσα ενημέρωσης, οι ίδιες ανιαρές κι ανούσιες συζητήσεις, οι ίδιες στημένες αψιμαχίες, οι ίδιες χιλιοειπωμένες ατάκες κι εξυπνάδες. Δεν υπάρχει μια νέα ιδέα, μια ουσιαστική επιχειρηματολογία, ένας κοινός τόπος συνεννόησης.

Όλοι, καθένας από τη σκοπιά του, σπρώχνουν τον καιρό πίσω, μα θες αξιολογήσεις είναι, μα θες μεταρρυθμίσεις, αλλαγές ή τομές, όλα παραπίσω και παραπίσω, δίχως επί της ουσίας ν’ αγγίζουμε κανένα από τα αίτια που συνέβαλαν στο να χτυπήσει η παγκόσμια κρίση τόσο σκληρά και δυσβάσταχτα τη χώρα. Όχι μισή αλήθεια δεν ακούγεται πλέον, αλλά το παραμύθιασμα κι η προπαγάνδα δίνουν και παίρνουν. Θα μου πεις –και δεν θα ‘χεις άδικο– εδώ δεν έμεινε καλά – καλά εφημερίδα για να διαβάσουμε μια Κυριακή· κοιτάς τους τίτλους στο περίπτερο και νομίζεις ότι βρίσκεσαι αλλού.

Τι μένει να μας εξιτάρει, λοιπόν; Τι μπορεί να μας συνεγείρει από την παθητικότητα και το λήθαργο; Τίποτα. Έτσι θα σέρνονται προς τα κάτω όλα κι εμείς μαζί μέχρι να προκηρυχτούν εκλογές. Είναι οι εκλογές λύση; Δεν αισιοδοξώ, αλλά μένει ως τότε να φανεί. [Το μόνο σίγουρο είναι ότι η «γη» που θα παραληφθεί θα είναι εκατό τοις εκατό καμμένη, όπως κι η γούνα μας].

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Άρρωστοι.


«Έχουμε, τουλάχιστον, την υγειά μας», η συνηθέστερη στις μέρες μας επωδός κλείνοντας μια συνομιλία. Έχουμε την υγειά μας, αμ δε· παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του, εφόσον ούτε την υγειά μας, όπως νομίζουμε, έχουμε.

Σε ποια υγεία αναφερόμαστε; Ότι, δηλαδή, περπατάμε και στεκόμαστε όρθιοι; Ότι δεν έχουμε ίωση ή κάποια ανίατη ασθένεια; Ότι μπορούμε και τρώμε και μιλάμε; Σε τι ακριβώς, γιατί στις μέρες που ζούμε μόνο όποιος έχει ολική αναισθησία ή ανήκει στον κυβερνητικό μηχανισμό μπορεί να αισθάνεται καλά, όλοι οι υπόλοιποι, ακόμα κι αν δεν καταφεύγουν προς το παρόν στα ψυχοφάρμακα, βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, σε συνθήκες παρατεταμένης ανασφάλειας και βαθιάς κατάθλιψης.

Δεν είμαστε καλά, δεν είμαστε καθόλου καλά, όχι γιατί μέρα τη μέρα φτωχαίνουμε και πάμε, όχι γιατί εξοικειωθήκαμε με το ψέμα, ούτε γιατί πιστέψαμε αφελώς ότι «όλοι το ίδιο είναι», δεν είμαστε καλά γιατί συνηθίζουμε λίγο-λίγο τη μιζέρια, ανεχόμαστε σιγά-σιγά αυταρχικές επιλογές, δεχόμαστε μέρα με τη μέρα την έκπτωση των δημοκρατικών θεσμών, αφομοιώνουμε εικόνα την εικόνα τον εξευτελισμό της ζωής, το ποδοπάτημα της αξιοπρέπειας, το κουρέλιασμα της ελπίδας.

Βυθιζόμαστε κοινωνικά, επαγγελματικά, ατομικά, αλλά επιμένουμε να μένουμε στην επιφάνεια, στο φαίνεσθαι, στο σύνθημα και την πιασάρικη ατάκα, επιλέγουμε με ευκολία την εύκολη λύση και με αβρότητα την ανέξοδη επιλογή· αυτές τις «ανέξοδες» επιλογές και τις εύκολες λύσεις πληρώνουμε μέχρι τώρα πανάκριβα, αυτές τις συμφέρουσες πολιτικές και τις πολιτικές διαπραγματεύσεις· τις αυταπάτες μας.

Πόσες αξιολογήσεις θα πρέπει να κλείσουν με νέα μέτρα σε βάρος μας; Πόσα μνημόνια θα πρέπει να υπογραφούν για νέες περικοπές και νέες μειώσεις; Πόσο ακόμα θα πρέπει να πληρώσουμε και πόσες χιλιάδες νέοι επιστήμονες να ξενιτευτούν για να συνεχίσουμε να ξεροσταλιάζουμε στις ατέλειωτες ουρές, να αγωνιούμε για ένα μεροκάματο, να ταλαιπωρούμαστε σε ατέρμονες δικαστικές διαμάχες, να πεθαίνουμε –ενίοτε κυριολεκτικά– για ένα ραντεβού σε δημόσιο νοσοκομείο, να τυρρανιώμαστε γυρεύοντας βεβαιώσεις κι υπογραφές στις εφορίες, στις πολεοδομίες, στον ΟΑΕΔ, στο ΙΚΑ, στα ΠΕΔΥ, στους Δήμους;

Να έχουμε την υγειά μας μόνο για να πληρώνουμε, φαίνεται, και να είμαστε κι ευχαριστημένοι, επειδή –λέει– αυτοί που κυβερνούν είναι καλύτεροι απ’ τους προηγούμενους κι έχουν –καβάτζα στα δύσκολα– και το «ηθικό πλεονέκτημα». Είναι εργαλείο ανάπτυξης, το ρημάδι; Είναι τρόπος παραγωγής, διακυβέρνησης, πολιτικής ή μια πομφόλυγα για τα κρατικά μέσα ενημέρωσης και για την προπαγάνδα των φιλοκυβερνητικών εντύπων;

Είμαστε στριμωγμένοι στη γωνιά, μας χτυπάνε αλύπητα κι εμείς επιμένουμε ότι είμαστε ευχαριστημένοι επειδή –λέει– έχουμε την υγειά μας! Τι να πουν τότε οι άτυχοι συμπολίτες μας που δεν την έχουν ούτε αυτή; Τι πρέπει να κάνουν, τη στιγμή, μάλιστα, που ο χώρος της δημόσιας υγείας δοκιμάζεται σκληρά κι αδυσώπητα; Πρέπει να εξαφανιστούν ή να περιμένουν το θαύμα ή το μοιραίο με καρτερία και στωικότητα; Αυτό το θαύμα που λίγο – πολύ όλοι περιμένουμε, εφόσον έτσι όπως έχουμε μπλέξει μόνο μ’ ένα θαύμα μπορεί να σωθούμε.

Αλλά ούτε στο θαύμα μπορούμε να συμφωνήσουμε μεταξύ μας. Άλλος μας λέει να το περιμένουμε εξ ουρανού, άλλος απ’ την ανατολή, άλλος από τον Τραμπ, άλλος απ’ τις εκλογές κι άλλος από τη δραχμή. Υπάρχει κάποιος που να πιστεύει και να περιμένει το θαύμα από τη σκληρή κοινή μας προσπάθεια, από τη δύσκολη κι επίπονη συνεισφορά και συμμετοχή όλων μας, από τη μακρόχρονη και συστηματική προσήλωσή μας στην ανόρθωση και την ευημερία της χώρας; Αστεία πράγματα.

Η αφασία κι η ανημποριά της –κατά τα λοιπά υγιούς– κοινωνίας βολεύει, η κόπωση κι ο μιθριδατισμός στη φτήνια και τη φτώχεια εξυπηρετούν εκείνους που μεθοδικά την κανακεύουν και την αποκοιμίζουν –με προσκεφάλι πάντα το ηθικό πλεονέκτημα– στα ρηχά και τα εύκολα, στα δήθεν αριστερά κι ελπιδοφόρα, στα αδιαπραγμάτευτα και τις κόκκινες γραμμές, στη θυματοποίηση και την παραίτηση.

Οι κοινωνικές παροχές των ψίχουλων και της ελεημοσύνης, οι κοινωνικές πολιτικές της αρπαχτής, της αδιαφάνειας και της ισοπέδωσης, οι αλλαντάλλων προσλήψεις και διορισμοί, οι εξυπηρετήσεις κι οι πελατειακές δοσοληψίες, η άμβλυνση των δημοκρατικών θεσμών και λειτουργιών, η καταστρατήγηση της νομιμότητας, της ισότητας, του δικαίου, η ανοχή στην ανομία κι η αδιαφορία για την παραβατικότητα, την αλητεία και την προσβολή, μπολιάζουν μέρα τη μέρα το κοινωνικό σώμα με το δηλητήριο της σήψης, της διάλυσης, της αυτοκαταστροφής.

Η μισαλλοδοξία κι ο ανταγωνισμός μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, των επαγγελματικών οργανώσεων, αλλά και μεταξύ γειτόνων ή ακόμα και μελών της ίδιας οικογένειας, ο κοινωνικός αυτοματισμός, λειτουργούν αποσταθεροποιητικά και διχαστικά διαρρηγνύοντας σχέσεις και σταθερές, ανατρέποντας ισορροπίες και συσχετισμούς. Δημιουργούν μείγμα τοξικό κι επικίνδυνο, που αλλοιώνει την εικόνα της κοινωνίας μας και καταστρέφει την όποια διάθεση συμμετοχής, το όποιο ενδιαφέρον συνεργασίας, τα όποια ψήγματα λογικής.

Τι τα θες όμως, εμείς να έχουμε την υγειά μας, οι αποφάσεις κι οι λύσεις μπορούν να περιμένουν· δε βλέπεις, άλλωστε, κι η αξιολόγηση;

Photo: fantasy