Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Να 'ταν το '21.


Για εντατικό φροντιστήριο μας βλέπω. Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλει να μάθουμε μέσα σε δυο χρόνια ο πρωθυπουργός, όπως τα ανέφερε στη ΔΕΘ, που –πολύ φοβάμαι– ακόμα και στο «κρυφό σχολειό» θα χρειαστεί να διορίσει αναπληρωτές ο Φίλης, ώστε να επιτύχουμε μέχρι το ’21 –το σύγχρονο– να φτιάξουμε όσα από το ’21 –το παλιό– δεν έχουν γίνει.

Κατά τα λοιπά και πέρα από την πλάκα, είναι όντως αξιοθαύμαστο με πόση άνεση κι ευκολία ο Αλέξης Τσίπρας, ακόμα και μέσα στην ίδια ομιλία, μπορεί να αναιρεί και να διαψεύδει τον ίδιο του τον εαυτό. Ακούγοντάς τον νομίζεις ότι, τελικά, εκείνο που ενδιαφέρει και τον ενδιαφέρει είναι ν’ ακουστούν μερικές πιασάρικες ατάκες ανεξάρτητα αν στέκουν, αν μπορούν να υλοποιηθούν ή εάν πείσουν το ακροατήριο. σημασία έχει «να παίξουν» στη συνέχεια.

Δεν έχει νόημα η αναφορά μιας προς μια των αντιφάσεων και των αλληλοσυγκρουόμενων προτάσεων στην πάνω από μια ώρα ομιλία, σε μια - δυο όμως τόσο –κατά τη γνώμη μου– εξόφθαλμα αυτοδιαψευδόμενων, που έχουν να κάνουν μάλιστα και με τη στρατηγική επιλογή και το μέλλον της χώρας, έχουν ενδιαφέρον.

Για να οδηγηθούμε, λοιπόν, με τη σκέψη του πρωθυπουργού στην Ελλάδα του 2021 της δημοκρατίας, της σταθερότητας, της δικαιοσύνης μπλα μπλα μπλα… ναι, μεν, έχουν σημαντικό ρόλο οι εταίροι, αλλά μπορούμε να φτάσουμε μόνο αν το δούμε εμείς αλλιώς, με άλλη λογική, αν εμείς αλλάξουμε. «Αν σταματήσουμε να έχουμε το μυαλό μας μόνο στα δημόσια οικονομικά και στραφούμε στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Δηλαδή στη δημιουργία νέου πλούτου αλλά και στην αλλαγή του τρόπου διανομής του, στη καινοτομία, στην έρευνα, στην υγιή επιχειρηματικότητα». Τέλεια!

Ποια είναι τα βήματα για την επίτευξη αυτού του στόχου; Τα εξής πέντε δια στόματος πρωθυπουργού:

1) Ολοκλήρωση της επόμενης αξιολόγησης («Στο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων στη διαπραγμάτευση, έχουμε έναν ακατάβλητο σύμμαχο: το ευρωπαϊκό κεκτημένο»).

2) Ελάφρυνση του χρέους («σε συνέχεια των σχετικών αποφάσεων του Eurogroup»).

3)  Ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων της ΕΚΤ.

5) Άλμα σε μια βιώσιμη και διαρκή ανάπτυξη.

Πέρα από το προφανές, ότι τα τρία πρώτα από τα βήματα αυτά είναι σε ευθεία και άμεση συνάρτηση αποφάσεων κι επιλογών των δανειστών και των ευρωπαϊκών θεσμών, με ποιον τρόπο η κυβέρνηση απ’ την πλευρά της θα επιδιώξει την επίτευξη των δύο άλλων; Με αύξηση μισθών, μείωση πλεονασμάτων και φορολογικών βαρών και, ασφαλώς, με διορισμούς, διορισμούς, διορισμούς! Ξανά τέλεια!

Βέβαια, κατά τον πρωθυπουργό, η Ευρώπη μετά την Παρασκευάτικη Σύνοδο των χωρών της Μεσογείου άρχισε ν’ αλλάζει και τα κρίσιμα παραπάνω βήματα δεν θα πραγματοποιηθούν «υπό το βάρος ενός συντριπτικού συσχετισμού δύναμης στην Ευρώπη», αλλά όλοι οι θεσμοί και τα Ευρωπαϊκά όργανα εκτιμώ ότι νομίζει ο κύριος πρωθυπουργός απ' τα λεγόμενά του– θα παιανίζουν πλέον χαρωπά στους ρυθμούς της Ελληνικής μας λεβεντιάς κι οι αγορές θα χορέψουν και θα πουν κι ένα τραγούδι [πιθανόν το «Να ‘ταν το ‘21»]. Μάλιστα, ενόψει της επικείμενης αξιολόγησης έχω την εντύπωση ότι ήδη κάποιοι άρχισαν να τα… κουρντίζουν!

«Με την ολοκλήρωση αυτών των βημάτων, στο τέλος της επόμενης διετίας φεύγουμε οριστικά από το πρόγραμμα, καθώς θα έχουμε καταφέρει να αποκτήσουμε σταθερούς και βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης», διαβεβαίωσε μ’ αποφασιστικότητα, παραβλέποντας ότι αν δεν είχε προηγηθεί η «σκληρή διαπραγμάτευση» του 2015 ήδη η χώρα με πολύ μικρότερο κόστος θα είχε κλείσει το 2ο μνημόνιο έναν χρόνο πριν και θα βρισκόταν πλέον στην ίδια μοίρα με όλες τις υπόλοιπες χώρας που πέρασαν απ’ αυτή τη δοκιμασία και βρίσκονται εκτός μνημονίων.

[Πόσο γελοίο ηχεί πράγματι, έτσι, με μια ατάκα, να παρερμηνεύει ο Αλέξης Τσίπρας τον ίδιο του τον εαυτό και να ξαναβαφτίζει ανερυθρίαστα το σκίσιμο των μνημονίων και την κατάργησή τους μ’ ένα άρθρο κι ένα νόμο που μας γάνωσε τ’ αυτιά επί τρία χρόνια μέχρι να κατακτήσει, τελικά, την πολυπόθητη εξουσία με «εντολή σκληρής διαπραγμάτευσης»].

Από ‘κει και πέρα, στην ομιλία του πρωθυπουργού, η Ελλάδα της ελπίδας και του 21ου αιώνα, μαζί με το φως στο τούνελ ξεπροβάλει κι η χώρα της κακομοιριάς και του συσσιτίου, η χώρα της «ανθρωπιστικής κρίσης» και των επιδομάτων ανεργίας, του δωρεάν νερού και ρεύματος.

Δεν ακούστηκε φράση που –κατά τους υπολογισμούς του Αλέξη Τσίπρα– να περισσεύει έστω κι ένα ευρώ και να μην το έταξε. Αδιακρίτως, τα παίρνω απ’ τους [αυταπόδεικτα κακούς] πλούσιους και τα τάζω στους [πέραν πάσης αμφιβολίας καλούς] φτωχούς. Η κοινωνικές ανάγκες στην υπηρεσία του κομματικού κράτους του ΣΥΡΙΖΑ. Οι άδειες των νέων καναλαρχών ναυαρχίδα του άκρατου λαϊκισμού.

«Όλα τα λεφτά όλα τα κιλά» έμεινε το παροιμιώδες σύνθημα της Καραμανλικής επταετίας που το πληρώνουμε αδρά και θα το πληρώνουμε για πολλά ακόμα χρόνια, «όλα τα λεφτά στη φτωχολογιά»πιθανολογώ ότι θα είναι το σύνθημα της περιόδου της «πρώτη φορά αριστερά».

Όπως και να ‘χει, μπορεί ο Κώστας Καραμανλής να έλεγε ωραία ανέκδοτα, αλλά ο Αλέξης Τσίπρας, πέραν πάσης αμφιβολίας, θα μείνει στην Ιστορία, σαν ο πρωθυπουργός που έλεγε τα πιο απίθανα παραμύθια και μάλιστα δημόσια!

Κι επιτρέψτε μου, μιας και μιλάμε για πρωθυπουργούς, να κάνω έναν συσχετισμό. Πώς θα ακουγόταν, αν ο Αλέξης Τσίπρας έλεγε στην ομιλία του:

«Λεφτά υπάρχουν, αν σταματήσουμε να έχουμε το μυαλό μας μόνο στα δημόσια οικονομικά και στραφούμε στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Δηλαδή στη δημιουργία νέου πλούτου αλλά και στην αλλαγή του τρόπου διανομής του, στη καινοτομία, στην έρευνα, στην υγιή επιχειρηματικότητα.

Η χώρα μας έχει τεράστια συγκριτικά πλεονεκτήματα. Εκτός από το φυσικό περιβάλλον και τον τουρισμό, έχουμε μια μοναδική γεωγραφική θέση, που μας καθιστά κόμβο των εμπορικών και ενεργειακών δρόμων του μέλλοντος.

Έχουμε ανεξάντλητες και ανεκμετάλλευτες εναλλακτικές πηγές ενέργειας.

Έχουμε τη δυνατότητα να παράγουμε μοναδικά σε ποιότητα αγροτικά προϊόντα.

Και το κυριότερο αλλά εντελώς αναξιοποίητο πλεονέκτημα: Ένα εξαιρετικό επιστημονικό δυναμικό, υψηλά εκπαιδευμένων νέων επιστημόνων.

Που μπορούν να παράξουν νέο πλούτο μέσα από το συνδυασμό έρευνας, καινοτομίας, νέων τεχνολογιών και νεοφυούς επιχειρηματικότητας.

Μπορούμε λοιπόν να πετύχουμε το στόχο μιας νέας Ελλάδας μέχρι το 2021, αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας για τη παραγωγή νέου πλούτου».

Ακόμα θα τον χειροκροτάγανε, μάλλον…


Photo: protothema

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

Αριστερή αναισθησία.


Μετά την τοπική και την ολική, νομίζω, πως θα πρέπει να εισαχθεί –όχι στην ιατρική, αλλά στην κοινωνική μας ορολογία– και ο όρος «αριστερή» αναισθησία.

Στην πολιτική λίγο – πολύ ο όρος χρησιμοποιούνταν κατά καιρούς για να χαρακτηρίσει και να προσδιορίσει συμπεριφορές κυβερνήσεων, κομμάτων ή πολιτικών, τόση κοινωνική αναισθησία όμως σε τόσο κραυγαλέες και σκληρές συνθήκες οικονομικής πίεσης, κρίσης και τελμάτωσης, δεν ξέρω αν άλλη κοινωνία θα μπορούσε να επιδείξει. Η ίδια κοινωνία, μάλιστα, που μόλις 2- 3 χρόνια πριν, κάτω από αναλογικά ίδιες –για να μην πω καλύτερες συνθήκες και όρους– είχε εκδηλώσει τόσο βίαια και ακραία ξεσπάσματα κι επιδείκνυε μηδενική ανοχή σε οποιαδήποτε επιδείνωση των όρων της επαγγελματικής, κοινωνικής και ατομικής της διαβίωσης.

Είναι η απογοήτευση; Είναι η συνήθεια; Είναι η παραίτηση; Είναι η αδιαφορία; Κοινωνικός αναλυτής δεν είμαι, ούτε ψυχίατρος, αλλά η περίπτωσή μας, εκτιμώ, ότι θα πρέπει ν’ αποτελέσει αντικείμενο διερεύνησης και επιστημονικής ανάλυσης. Αν και πριν από οποιονδήποτε ειδικό και επιστήμονα, το καλύτερο θα ήταν ο καθένας να προσπαθήσει να το ψάξει μόνος του, ν’ αναζητήσει, δηλαδή, μ’ επιμονή και ειλικρίνεια τα αίτια που τον οδήγησαν στη σημερινή του στάση, είτε αυτή εκφράζεται ως αποχή, άρνηση, απόρριψη του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος, καθώς και των υποχρεώσεών του ως πολίτη έναντι του κράτους, είτε ως προς διάθεση ανοχής ή και αποδοχής αυταρχικών, αντιδραστικών ή ακόμα-ακόμα και οιονεί ολοκληρωτικών συνθηκών και καταστάσεων, που το τελευταίο διάστημα ολοένα και συχνότερα εκδηλώνονται.

Ούτε αυτόματα, ούτε μοιραία μας συνέβησαν όλα αυτά. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, ότι ο λαός κι η κοινωνία μας αντέδρασαν όπως παραδοσιακά είχαν μάθει. πίστεψαν προεκλογικά κι ακολούθησαν κάθε φορά την ευκολότερη πρόταση, τη δελεαστικότερη προσφορά. Το καταστροφικό στην περίπτωσή μας όμως είναι, ότι και τα πολιτικά κόμματα αντέδρασαν κοντόφθαλμα με όρους και μέσα παραδοσιακής πολιτικής συμπεριφοράς και σκέψης. στο κυνήγι της εξουσίας ο αντιπολιτευτικός λόγος γέννησε μύθους, εχθρούς και τέρατα κι οδήγησε σ’ ένα κρεσέντο ψηφοθηρικής πλειοδοσίας πέρα κι έξω απ’ τις απαιτήσεις της συγκυρίας και τις ανάγκες του τόπου, πέρα κι έξω από κάθε μέτρο και κάθε λογική.

Βρισκόμαστε πλέον στα πολύ δύσκολα. ήρθε η κρίση κι ήρθαν όλα στο φως, το καπάκι του βαρελιού άνοιξε κι ακόμα  –εφτά χρόνια τώρα– ψάχνουμε τον πάτο. Το πολιτικό σύστημα κυριολεκτικά έχει κονιορτοποιηθεί, η αναξιοπιστία κι η έλλειψη εμπιστοσύνης στους πολιτικούς χτυπάει κόκκινο, ενώ η καχυποψία, ο φόβος κι η ανασφάλεια αποτελούν τα βασικά συνοδευτικά κάθε κυβερνητικής εξαγγελίας, κάθε  πολιτικής απόφασης. μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Όταν τελειώνουν οι αναμάρτητοι, όταν διαψεύδονται οι αυταπάτες, όταν λεφτά εξακολουθούν να μην υπάρχουν κι η κρίση συνεχίζει με αμείωτο ρυθμό την επέλασή της παρά τις καλές προθέσεις, τις επιθυμίες και τα μεγάλα λόγια, αν δεν τολμήσεις να κοιταχτείς στον καθρέφτη και να πάρεις ριζοσπαστικές αποφάσεις, είτε ως άτομο, είτε ως κοινωνία, είτε ως κυβέρνηση, αφήνεσαι στην αναισθησία και την αδράνεια του «ό,τι προκύψει».

Σ’ αυτό το σημείο πιστεύω πως βρισκόμαστε. όλα δείχνουν να μεταλλάσσονται δίχως επί της ουσίας ν’ αλλάζει τίποτα, αλλά κι ό,τι αλλάζει στο κράτος και την κοινωνία είναι ένα πισωγύρισμα, μια οπισθοδρόμηση, μια διολίσθηση στο παρελθόν.

Μια κυβέρνηση χωρίς φαντασία, χωρίς αισθητική, χωρίς ενθουσιασμό, χωρίς ιδέες και χωρίς συνοχή. Ένας ιδεολογικός χυλός κι ένα ετερόκλιτο άθροισμα προσώπων που με μπούσουλα ό,τι πιο λαϊκιστικό, εύληπτο και παραπλανητικό ανέδειξε η παραπολιτική κουλτούρα κι η αριστερή ιδεοληψία της μεταπολίτευσης κι έφερε στο αφρό το ξέσπασμα της κρίσης, επιχειρεί να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες που θα διευκολύνουν την με κάθε τρόπο παραμονή της στην εξουσία.

Μια κοινωνία, απ’ την άλλη, χωρίς νεύρο, με τσιμενταρισμένη τη νοοτροπία του «δε βαριέσαι» κι «άστο γι’ αύριο», χωρίς βαθιά ριζωμένες δημοκρατικές πεποιθήσεις κι αντανακλαστικά, φοβική, παραδομένη, διχασμένη στη βάση του «πόσα παίρνω - πόσα παίρνεις», ατομίστρια, μισαλλόδοξη και, προπαντός, κανακεμένη, μαθημένη μόνο για τα εύκολα, στο να της δίνουν, εκπαιδευμένη μόνο να δικαιούται και να διεκδικεί. Μια κοινωνία με αριστερή φρασεολογία και δεξιά τσέπη. Μια κοινωνία αντιδραστική σε κανόνες και περιορισμούς, αλλά που νοσταλγεί και τους συνταγματάρχες.

Έχουμε γίνει κουβάρι.

Ένα κυβερνητικό μπουλούκι απ’ τη μια, επιχειρεί με αποσπασματικά μέτρα κι αλλοπρόσαλλες αποφάσεις να κυβερνήσει μια χώρα, που μετά τη χρεωκοπία της κι ύστερα από εφτά χρόνια σκληρής λιτότητας, ύστερα από απύθμενες ψευδολογίες κι αμετροεπείς υποσχέσεις, έχει ανάγκη από γενναίες μεταρρυθμίσεις, πολιτική συνέπεια και συνεργασία, αλήθεια, σεμνότητα και σκληρή δουλειά.

Μια κοινωνία απ’ την άλλη, που ενώ βλέπει τις επιλογές της να διαψεύδονται και να καταρρέουν, δείχνει ανίκανη να ξεφύγει απ' τον κακό εαυτό της, να λογικευτεί, να συνεννοηθεί, ν’ αντιδράσει στο ισοπεδωτικό «όλοι το ίδιο είναι», να ξεφύγει απ’ τις παραδοσιακές αγκυλώσεις και τις ιδεοληπτικές περιχαρακώσεις κι αναστολές της, να δημιουργήσει συλλογικότητες, να γεννήσει ιδέες, ν’ αναδείξει ηγεσίες και να προβάλει με πειστικότητα και πείσμα το δικό της όραμα, διεκδικώντας τη θέση που της αξίζει μέσα στην Ευρώπη και στον κόσμο, σε μια εποχή που όλοι κι όλα αλλάζουν, αλλά μέρα τη μέρα ολοένα απομακρύνονται και χάνονται μέσα στη μούχλα και στην καταχνιά μιας [τάχα] αριστερής αναισθησίας.

Photo: ARTFLAKES