Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Για ένα moratorium ελπίδας.


Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι πλέον γύρω μας, που να μη μας πληγώνει, να μη μας απογοητεύει, να μη μας ενοχλεί, να μη μας στεναχωρεί. Έχει στενέψει ασφυκτικά, νομίζω, ο ζωτικός χώρος, έχει μικρύνει απελπιστικά, ο περίγυρος των ανθρώπων που μπορούμε να στηριζόμαστε, να εμπιστευόμαστε, να αγαπάμε και να επιθυμούμε τη συναναστροφή και την παρέα τους.

Έχει περιοριστεί δραματικά η νομιμοποιητική εμβέλεια θεσμών, λειτουργιών και οργάνων. Έχουν συρρικνωθεί τα περιθώρια αποδοχής ή ανεκτικότητας κανόνων, οδηγιών κι επίσημων απόψεων. Η διάχυτη κρίση εμπιστοσύνης και δυσπιστίας, επιβεβαιώνουν σε κάθε ευκαιρία  τη μεταστροφή της κοινωνίας προς την εσωστρέφεια και το βαθύ ρήγμα της με το πολιτικό σύστημα.

Είναι τόσες πολλές κι αλλεπάλληλες οι διαψεύσεις των τελευταίων ετών, είναι τόσο απροσδόκητες και ραγδαίες οι ανατροπές, που η οπισθοδρόμηση και το πισωγύρισμα δεν αφορά μόνο την οικονομική κατάσταση, αλλά απλώνεται κι αγκαλιάζει όλες τις δραστηριότητες και συνήθειες, όλες τις πτυχές και τις εκφάνσεις της ζωής, την καθημερινότητά μας την ίδια.

Τα συμπεράσματα για όλην αυτή την κατάσταση έχουν κουτσά - στραβά εξαχθεί. Καθένας και καθεμιά έχουν καταλήξει για τις αιτίες, τους λόγους και τις αφορμές, προσεγγίζοντάς τα, βέβαια, από τη σκοπιά του κι από τη μεριά που βλέπει τα πράγματα και τις εξελίξεις. Δεν νομίζω να υπάρχει συμπολίτης μας που να μην έχει τη δική του εκδοχή και άποψη για το τι έφταιξε.

Εκείνο, όμως, που λίγο - πολύ νομίζω τώρα πλέον, έχει γίνει κοινή πεποίθηση και κοινός τόπος για τους πιο πολλούς, είναι ότι στη χώρα –ανεξάρτητα από αιτίες και λόγους που την οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση– για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και τα προβλήματα, για ν’ ανασάνει η κοινωνία κι η οικονομία, θα πρέπει να γίνουν συγκεκριμένες αλλαγές και να ληφθούν στοχευμένες αποφάσεις. Οι περισσότερες απ’ αυτές –αν όχι όλες– αφορούν άμεσα ή έμμεσα το κράτος και τις λειτουργίες του.

Απέναντι σ’ αυτή την πλειοψηφούσα αντίληψη, εκείνο που γίνεται παντοιοτρόπως αντιληπτό είναι η παρατεινόμενη δυστοκία, η διαρκής αναβλητικότητα κι η δεδομένη απροθυμία για την ανάληψη αυτών των αναγκαίων κι επειγουσών πρωτοβουλιών από τους κυβερνώντες. Η διαπίστωση αυτή, σε συνδυασμό με τις ψευδολογίες και τις υπερβολές του τελευταίου χρόνου, που επιχειρούν να τη συγκαλύψουν, να τη δικαιολογήσουν ή να την αποδώσουν σε μύριους όσους εξωγενείς κι υποχθόνιους λόγους κι επιβουλευτές, τροφοδοτούν και μεγεθύνουν την κοινωνική αμηχανία κι επιτείνουν το υφιστάμενο οικονομικό πρόβλημα της χώρας.

Η κατάσταση αυτή δεν είναι δυνατόν να παρατείνεται επ’ άπειρον. Τώρα, μάλιστα, που και το προσφυγικό πρόβλημα άρχισε ν’ αφορά, όχι μόνο κάποια νησιά ή περιοχές, αλλά το σύνολο της επικράτειας, η επίσπευση της αντιμετώπισης των χρόνιων εκκρεμοτήτων μετατρέπεται σε άκρως επιτακτική και αδήριτη. Το αντίδωρο της ελπίδας και της προοπτικής, μέσω συγκεκριμένων πολιτικών πρωτοβουλιών, θα πρέπει να είναι η βαλβίδα εκτόνωσης και κατευνασμού της περιρρέουσας κοινωνικής απογοήτευσης κι απελπισίας.

Εκ των πραγμάτων, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ έχει την ευθύνη και την πρωτοβουλία των κινήσεων, δυστυχώς όμως, για χίλιους δυο λόγους που καθημερινά βλέπουν το φως της δημοσιότητας, αδυνατεί ν’ απεγκλωβιστεί απ’ τις ιδεοληψίες και τις αντιλήψεις των συμμετεχόντων. Η κυρίαρχη και νομοτελειακή αντίληψη για το «κράτος – λάφυρο» στα χέρια των κυβερνώντων της μεταπολεμικής Ελλάδας, επιβεβαιώνεται με τον πλέον προκλητικό κι αδέξιο τρόπο.

Ο εγκλωβισμός και το αδιέξοδο όμως του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στην αντιμνημονιακή τους ρητορεία, δεν θα πρέπει ν’ αποτελέσουν τη θρυαλλίδα που θα οδηγήσει στην κατάρρευση και την καταστροφή κι όλη τη χώρα. Η ανατροπή των προσδοκιών και των ψευδαισθήσεων, που ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας βλέπει να κατεδαφίζεται και να γκρεμίζεται συθέμελα από το καλοκαίρι κι ύστερα, δεν θα πρέπει να συμπαρασύρει και την κοινωνία στο σύνολο της.

Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν, πολύ δε περισσότερο μαγικές. Φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, τι κάνουμε; Θα χοροπηδάμε χαρούμενα πάνω στα συντρίμμια που καθημερινά δημιουργούνται δεξιά κι αριστερά; Θα τ’ αφήσουμε όλα στην τύχη τους και θα κλειστούμε στον εαυτό μας κοιτάζοντας μόνο την πάρτη μας; Θα πάρουμε τον ομματιών μας για τα ξένα ή θα επιτρέψουμε στο φασισμό να αποδείξει πόσο λάθος έχουμε ισοπεδώνοντας σε κάθε ευκαιρία τα πάντα;

Η γνώμη μου είναι, ότι όλοι θα πρέπει να κάνουμε το κάτι παραπάνω, αυτό που με χίλιες δυο δικαιολογίες και προφάσεις αποφεύγουμε να κάνουμε μια ζωή, μια ζωή κι όχι μόνο τα χρόνια της κρίσης, σ’ αυτά που βολικά αναφερόμαστε. Πρώτη η κυβέρνηση εννοείται. Κι αν όχι η παρούσα, γιατί δεν θέλει ή δε μπορεί, ή κι εγώ δεν ξέρω τι, εκείνη που θα έχει το θάρρος, παραμερίζοντας το πολιτικό κόστος, συζητώντας, συνεργαζόμενη και συνθέτοντας, να πει με ειλικρίνεια αλήθειες και να σταθεί υπεύθυνα με την εμπιστοσύνη της παρούσας Βουλής, αναλαμβάνοντας ν’ αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και την αξιοπρέπεια στο λαό, όχι στα λόγια και στα μπαλκόνια, αλλά στην καθημερινή πολιτική της δραστηριότητα.

Καιρός είναι, νομίζω, εκείνοι που επιβάλουν σε όλους εμάς τα τελευταία χρόνια κατά τις αντιλήψεις τις αποφάσεις τους για μέτρα, περικοπές και μειώσεις, να τολμήσουν να συνεννοηθούν μεταξύ τους δίχως περιστροφές και αστερίσκους, δίχως μικροϋπολογισμούς και υστεροβουλίες και να καταλήξουν σ’ ένα αξιόπιστο πρόγραμμα - χρονοδιάγραμμα εξόδου από την κρίση. Να διορθώσουν και ν’ αποκαταστήσουν μεθοδικά και με ευαισθησία, όλα όσα στραβά κι ανάποδα διαπίστωναν και κατήγγειλαν ο ένας για τον άλλον επί δεκαετίες, παραδειγματίζοντας, αλλά κι επιβάλλοντας όπου και αν χρειάζεται,  σ' όλους εμάς ν’ ακολουθήσουμε.

Προσωπικά, πολλά –για να μην πω τίποτα απ’ αυτά– δεν ελπίζω, αλλά κι άλλη διέξοδο το πεπερασμένο μου μυαλό αδυνατεί, μέσα στο πλαίσιο της Συνταγματικής μας τάξης να επινοήσει. Θα πεις –και με το δίκιο σου– «δουλεία δικιά σου είναι, ρε φίλε, να βρεθεί λύση;» Θα ‘θελα όμως –θα σου απαντήσω– τα παιδιά μου, μα κι όλοι οι νέοι, να παν στις άλλες εκλογές για να ψηφίσουν κι όχι, ή να βρίσκονται κάπου μακριά στα ξένα ή αηδιασμένα ν’ αδιαφορήσουν, αφήνοντας –όπως και τόσοι άλλοι– αυτή η δημοκρατία, που ολημερίς κάποιοι τη βρίζουν, να γίνει εργαλείο και μέσο, ώστε ο αυταρχισμός, ο φανατισμός, οι ιδεοληψίες κι όλα τα στραβά μας και τ’ ανάποδα αυτή τη χώρα να διαλύσουν.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Σκηνές απ' το παρελθόν.


Σκηνές απ' το παρελθόν. Πίσω στο ’11 και στις σκηνές στην πλατεία Συντάγματος. Η επανάληψη του νοσηρού χτες πανταχού παρούσα σε κάθε μας βήμα, σε κάθε λέξη σε κάθε σκέψη.

Τι να πει κανείς; Τι μένει να ειπωθεί που δεν ειπώθηκε όλα αυτά τα χρόνια; Τα λόγια συναγωνίζονται και μάλλον ξεπερνούν σε ποσότητα τον πόνο, την απογοήτευση και τη θλίψη. Απ’ την άλλη, όμως πόσα πρέπει να γίνουν που δεν έγιναν όλα αυτά τα χρόνια;

Τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια. Το μόνο που αλλάζει πλέον μέρα με τη μέρα είναι η ζωή η ίδια, η ζωή μας που χειροτερεύει και πάει, γίνεται ολοένα και πιο ανασφαλής, ολοένα και πιο δύσκολη, ολοένα και πιο ανυπόφορη. Κάθε μέρα και μια καινούργια δυσάρεστη είδηση, μια νέα επώδυνη αλλαγή, ένα επιπλέον δυσβάσταχτο μέτρο, κάποια παραπάνω «θυσία» στο βωμό της κρίσης.

Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος πλέον για το τι του ξημερώνει. Οι υπολογισμοί της κυβέρνησης ξεκινούν –σύμφωνα με το μνημόνιο που έχει υπογράψει– από το πόσα χρειάζεται στο ταμείο για να είναι ισοσκελισμένος ο προϋπολογισμός, επειδή όμως κανένα συγκεκριμένο οικονομικό σχέδιο δεν έχει καταστρωθεί γι’ αυτό, πηγαίνει από καθυστέρηση σε καθυστέρηση κι από αξιολόγηση σ’ αξιολόγηση, με αποτέλεσμα όλο να μεγαλώνει ο λογαριασμός κι όλο τα χρωστούμενα ν’ αυξάνονται κι οι αναγκαίες περικοπές να πολλαπλασιάζονται.

Ο λογαριασμός δεν βγαίνει κι οι περικοπές που απαιτούνται είναι όντως δυσβάσταχτες για την κοινωνία, αφού η λιτότητα κι η κρίση διανύει ήδη τον έκτο χρόνο. Χρειάζονται γενναίες αποφάσεις και στιβαρή διακυβέρνηση, προκειμένου να εφαρμοστεί μια κοινωνικά δίκαιη οικονομική πολιτική, ώστε η αναγκαία κι αναπόφευκτη προσαρμογή να κινηθεί κατά το δυνατόν με ταχύτητα κι ευελιξία επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα την απαραίτητη κοινωνική ειρήνη και συνοχή.

Ο τετραγωνισμός του κύκλου δεν έχει επινοηθεί, ούτε πρόκειται, αλλά και δεν απαιτείται, να επινοηθεί απ’ αυτήν την κυβέρνηση. Η εφαρμογή του μνημονίου δεν χρειάζεται τόσο ευρηματικές επινοήσεις –σαν τα μικρόφωνα στους τουρίστες λόγου χάρη– απαιτεί όμως λογική, συνεργασία, αποφασιστικότητα και πολιτική βούληση. Απαλλαγή από το σύνδρομο του κρατισμού, της πελατείας και του ρουσφετιού είναι τα προαπαιτούμενα. Από ‘κει και πέρα ισονομία, διαφάνεια, έλεγχος και λογοδοσία, τελεία.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα της χώρας. Κάποιοι δεν έχουν καμιά διάθεση να κουνηθούν ρούπι από την για δεκαετίες πεπατημένη της διακυβέρνησης της χώρας. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της, φαίνεται ότι δεν έχει ίχνος βούλησης να ξεφύγει και ν’ ανατρέψει τις μεθόδους διακυβέρνησης που ακολουθούσαν για δεκαετίες ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία, τους αντιγράφει κατά γράμμα. Εξού κι οι διαπληκτισμοί για τους μετακλητούς κι οι φωνασκίες για τους διορισμούς ή οι κορώνες περί «ηθικού πλεονεκτήματος».

[Η μεταρρύθμιση με τόση σπουδή στα ραδιοτηλεοπτικά, μόνον τις επικοινωνιακές ανάγκες –δεν γράφω προπαγάνδα– της κυβέρνησης εξυπηρετούν κι όχι την ανάγκη για εκλογίκευση του όντως προβληματικού ραδιοτηλεοπτικού τοπίου. Η κραγαλαία κομματικοποίηση της ΕΡΤ κι η επαναλειτουργία τόσων κρατικών καναλιών για να προβάλλονται επαναλήψεις εκπομπών του περασμένου αιώνα ή να λανσάρονται οι δημοσιογράφοι και τα πρωτοσέλιδα της κομματικής Αυγής –εντάξει το Χωνί ή τον Στο Κόκκινο δεν τ’ αναφέρω– αποτελούν πλέον την κρατική τηλεοπτική πραγματικότητα].

Ταυτόχρονα, όμως, δεν υπάρχει ούτε ψήγμα ιδέας για το πώς θα πρέπει να συνδυαστεί η ισόρροπη ανάπτυξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, ώστε να ξεκολλήσει η χώρα από τη στασιμότητα και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξή της. Όλα συναρτώνται και στηρίζονται στο κράτος και τις γραφειοκρατικές κι αντιπαραγωγικές υποδομές, δράσεις και λειτουργίες του. Ο «άγνωστος» ιδιωτικός τομέας της οικονομίας, κατά την κυβερνητική ιδεοληψία, δεν είναι μόνο επιβλαβής και παρασιτικός, αλλά κι επικίνδυνος. Αυτό κάνει το πρόβλημα διακυβέρνησης ακόμα πιο δύσκολο, το κάνει άλυτο.

Αυτό το αδιέξοδο βιώνουμε. Την αδυναμία, απ’ τη μια,  να ξεφύγει η κυβέρνηση από τον εναγκαλισμό και την κομματική εκμετάλλευση του κράτους και την άγνοια, απ’ την άλλη, των δυνατοτήτων που παρέχει η σχεδιασμένη κι ανεμπόδιστη –στο πλαίσιο των υφιστάμενων κανόνων–  ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Αυτή την ανασφάλεια ζούμε καθημερινά. Την ταλάντωση μεταξύ της λογικής, απ’ τη μια, που υπαγορεύει την ειλικρινή συνεννόηση και συνεργασία των πολικών δυνάμεων πάνω σ’ ένα σαφές και ρεαλιστικό κυβερνητικό μακροπρόθεσμο σχέδιο και τις σπασμωδικές κινήσεις εντυπωσιασμού και φτηνής προπαγάνδας για λόγους σκοπιμότητας και ψηφοθηρίας, απ’ την άλλη.

Αυτή η Σισύφεια πολύχρονη προσπάθεια της κοινωνίας μόνο την πλήρη διάλυση και την κατάρρευσή της, τελικά, προϊονίζει. Η κυβέρνηση οφείλει ν’ αναλογιστεί σοβαρά σε τι καιρούς διαχειρίζεται την τύχη της χώρας και ν’ αναλάβει με τόλμη και θάρρος τις αναγκαίες συναινετικές πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση του απαξιωμένου κι αναξιόπιστου πολιτικού κλίματος και την εκτόνωση με συγκεκριμένες αποφάσεις της διάχυτης κοινωνικής δυσπιστίας κι απογοήτευσης.

Αν διστάσει, αδρανήσει ή αδιαφορήσει εξακολουθώντας τη λάθος μέχρι σήμερα πεπατημένη του κομματικού κατεστημένου, η πραγματικότητα κι οι λύσεις που εκ των πραγμάτων θα επιβληθούν, πολύ φοβάμαι, θα ‘ναι πολύ πιο οδυνηρά κι απ’ τα πιο δυσβάσταχτα κι επώδυνα μέτρα, που σήμερα –κι επί σειρά ετών– αποφεύγουμε, όχι μόνο να παραδεχτούμε και ν’ αποφασίσουμε, αλλά και να σκεφτούμε καν.

Τότε, οι σκηνές στις πλατείες δεν θα’ ναι φτηνές τηλεοπτικές εικόνες από ένα μακρινό παρελθόν, αλλά πανάκριβα βιώματα του τραγικού παρόντος.


Photo: davidanthonyfineart.com