Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Προηγείται η χώρα.


Τι να πεις; Είναι τόσοι οι ομιλούντες, οι αρθρογραφούντες κι οι σχολιάζοντες, που δεν περισσεύει πια συχνότητα, σελίδα ή σάιτ. Καταιγισμός από λέξεις, ομοβροντία από χαρακτηρισμούς, λαίλαπα από αντιπαραθέσεις κι αντεγκλήσεις. Ένας πρωτοφανής θόρυβος, ένας ορυμαγδός δηλώσεων, για να γεμίζουν οι μέρες κι οι μήνες μας με λόγια κι η ζωή μας με ανασφάλεια, αβεβαιότητα και μιζέρια.

Όλα ένας χυλός επικοινωνιακής πρώτης ύλης, που καθένας τον πλάθει όπως επιθυμεί και κατά πώς του αρέσει ή –προ παντός– κατά πώς τον βολεύει. Δεν θυμάμαι άλλη εποχή στο πρόσφατο ή απώτερο παρελθόν με τόσο θολό παρόν και με τόσο απροσδιόριστο αύριο. Αν εξαιρέσεις εκείνους που έχουν κάθε λόγο με κάθε ευκαιρία κι αφορμή –πολλές φορές και δίχως αφορμή– να επιχαίρουν και να πανηγυρίζουν καθημερινά για το κυβερνητικό έργο, οι υπόλοιποι είναι από προβληματισμένοι μέχρι απελπισμένοι.

Θα πεις «η κυβέρνηση χαίρει δημοσκοπικά συντριπτικής λαϊκής επιδοκιμασίας». «Τι να σου κάνει κι ο κόσμος;», θα σου απαντήσω, «καθένας ελπίζει ως την τελευταία στιγμή, ότι κάτι θα συμβεί για ν’ αποφευχθούν τα χειρότερα. Μπορεί ο κόσμος να κάνει τούτη την ώρα, μέσα στην απελπισία του, κάτι περισσότερο από υπομονή;» Και για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, πιο μεγάλη εμπιστοσύνη και βάρος δίνεται στην όποια διάθεση λύσης εκ μέρους των ξένων, παρά στην αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία των προτάσεων που ακούγεται ότι υποβάλλονται από την πλευρά της κυβέρνησης.

Τι νόημα έχει να κρίνεις τις μέχρι σήμερα κυβερνητικές προτεραιότητες κι επιλογές; Στοιχειώδη λογική να διαθέτει κάποιος μπορεί να κατανοήσει, μπορεί να επιχειρηματολογήσει, μπορεί ν’ αντικρούσει. Ε, και; Πέντε χρόνια μέσα στην κρίση, σαράντα και χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας, που –παρεμπιπτόντως– σαν σήμερα καταλύθηκε από τους συνταγματάρχες το 1967, κι εμείς ψαχνόμαστε ακόμα για τον τρόπο εισαγωγής στα πανεπιστήμια, για τον τρόπο επιλογής των προϊσταμένων στο δημόσιο, για τον τρόπο φορολόγησης, για τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης, για τον τρόπο λειτουργίας των καταστημάτων, της δημόσιας τηλεόρασης, της Βουλής, για τον τρόπο συνεργασίας μας με την Ευρώπη. Για τον τρόπο να ζούμε στην Ελλάδα του 2015.

Βασικές αρχές πολιτικής και κεντρικοί άξονες οργάνωσης και λειτουργίας όλων των ανεπτυγμένων κρατών αποτελούν για την Ελλάδα διαχρονικούς τομείς αναζήτησης, διαχρονικά σημεία τριβής, διαχρονικές εστίες έντασης. Μια ζωή σ’ αυτή τη χώρα κι έφτασε η οικονομική κρίση για ν’ αναδείξει μ’ οδύνη και πραγματικό πόνο για πολλούς, πόσο εύκολα ξεχνάμε, πόσο εύκολα διχαζόμαστε, πόσο εύκολα καταστρέφουμε. Ένα ατέρμονο ράβε – ξήλωνε, ένα ανελέητο πήγαιν’ – έλα, ένα εξουθενωτικό και πολυδάπανο γαϊτανάκι παλινωδιών και ανατροπών, που ανακυκλώνει διαρκώς τα ίδια προβλήματα κι επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη. Μόνο οι πρωταγωνιστές κάθε φορά αλλάζουν κι οι γενιές, που διαδέχονται η μια την άλλη για να βουτήξουν στους ίδιους φανατισμούς κι ιδεοληψίες, για να διδαχτούν με τα ίδια φληναφήματα και να γαλουχηθούν με τα ίδια ψέματα, για να κρυφτούν πίσω απ’ τα ίδια προσχήματα και να ξεγελαστούν με τις ίδιες δικαιολογίες.

Όσες οικονομικές βοήθειες κι αν υπάρξουν κι όσες συμφωνίες κι αν επιτευχθούν, όσο το αφήγημα της χώρας εξελίσσεται στη βάση των απόλυτων δίπολων «άσπρο – μαύρο», «καλό –κακό», «δεξιοί – αριστεροί», «αλήθεια – ψέμα», «εμείς – αυτοί» κ.ο.κ., δεν πρόκειται να προκύψουν βιώσιμα και μακροχρόνια αποτελέσματα. Δεν πρόκειται να υπάρξει ευημερία και προκοπή. Η χώρα θα εξακολουθεί να αιωρείται πάνω από το χάσμα της περιθωριοποίησης, πάνω απ’ το τέλμα της στασιμότητας.

Μόνο ο διάλογος κι η συνεργασία μπορούν να εξασφαλίσουν την απαραίτητη κοινή βάση, την ασφαλή πρώτη ύλη, ώστε να τροφοδοτηθεί το απονευρωμένο πολιτικό σύστημα με την απαραίτητη ενέργεια και ζωντάνια για να κινητοποιήσει δημιουργικά τα μαραζωμένα και ημιθανή από την πολυεπίπεδη κρίση κοινωνικά κύτταρα και ιστούς, να δώσει πνοή και νόημα στη δημοκρατία και τους θεσμούς της. Μόνο η αναζήτηση κι η δημιουργία συμμαχιών και συναινέσεων στο εσωτερικό κι ο σχηματισμός ενός, κατά το δυνατόν, ευρέος μετώπου πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων για την αναζωογόνηση της χώρας, μπορεί να προσφέρει διέξοδο και λύσεις σε επίπεδο διακυβέρνησης και αξιοπιστία στις διεθνείς συνεργασίες και σχέσεις της.

Δύσκολο ζητούμενο.

Απ’ όλες τις εκφάνσεις της κρίσης που ταλανίζει όμως τη χώρα, αυτή της μεταξύ μας εμπιστοσύνης είναι η πιο κρίσιμη, η πιο μακροχρόνια κι η πιο βαθιά. Όταν αποφασίσουμε να γεφυρώσουμε τις μεταξύ μας αντιθέσεις στη βάση ενός ειλικρινούς και έντιμου διαλόγου και να συνθέσουμε με συναίνεση κι αμοιβαία κατανόηση ένα ελάχιστο πλαίσιο αρχών και κανόνων μιας ευνομούμενης πολιτείας, που σέβεται την ιστορία, τους θεσμούς και τους πολίτες της, ίσως έχουμε κάνει το αποφασιστικότερο βήμα για να κοιτάξουμε ενωμένοι και με σιγουριά το κοινό μας μέλλον.

Θα τολμήσουμε, επιτέλους, τα δύσκολα ή θα μείνουμε πάλι μόνο στα μεγάλα λόγια αναμένοντας –ως συνήθως– τις εκλογές για ν’ αναλάβει ο επόμενος; [Αν και μέχρι τότε, επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, μάλλον προηγείται η χώρα…]

Photo: 15Five

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Φταίει ο καιρός.


Φταίει ο καιρός. Σε όλους φταίει, για όλα φταίει αυτός. Πού οι εποχές που το νεράκι του Θεού ήτανε ευλογία. Πού η περίοδος του Μητσοτάκη που κάθε σταγόνα ήταν πολύτιμη κι όφελος για την τσέπη. Πάνε όλα. Τώρα κάθε μέρα τα βάζουμε με τον κακό καιρό, με τον «κακό μας τον καιρό».

Με την ψυχολογία στο ναδίρ και το ταμείο στο μείον αναζητάμε κάπου να φορτώσουμε την κακοκεφιά και την απελπισία μας. Ψάχνουμε κάποιον να φορτώσουμε την ψυχοφθόρα παράταση μιας αδιαπραγμάτευτης περηφάνιας. Ξεχάσαμε να ζούμε στα δύσκολα, δεν αντέχουμε τις αγωνιώδεις αναμονές, δεν χορταίνουμε μόνο με λόγια και ξερό ψωμί. Βρήκαμε αποκούμπι τον κακό καιρό.

Ο καιρός έχει τα γυρίσματά του. Οι εποχές έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά. Ζούμε σε άλλες εποχές. Άλλαξαν οι καιροί. Δεν είναι μόνο οι βροχές κι οι καθημερινές συννεφιές που το φανερώνουν. Δεν είναι μόνο η κατάθλιψη κι η καθημερινή κακοκεφιά που το επιβεβαιώνουν. Είναι τα ακούσματα κι οι σιωπές. Είναι οι εικόνες και το σκοτάδι. Είναι οι παρουσίες κι οι απόντες.

Γέμισαν οι ταμιευτήρες τώρα που στερεύουν οι απαντοχές. Ειρωνεία. Όσο ειρωνικό φαντάζει ν’ ακούς τα ίδια λόγια από άλλα χείλη. Να αναμένεις τις ίδιες λύσεις από άλλες μεριές. Να ζεις τις ίδιες αγωνίες από άλλες εποχές.

Κι όμως παρά τις βροχές, διάγουμε μιαν εποχή έντονης, εντονότατης, ανομβρίας. Ξηρασία ιδεών, αξιών, οραμάτων, ελπίδων. Δεν φταίει γι’ αυτό ο καιρός, ο καιρός αυτός τουλάχιστον. Φταίνε περασμένοι καιροί, λησμονημένοι πια από την πολυκαιρία, που σπατάλησαν και σπαταλήθηκαν μαζί μ’ αυτά και πόρους και μέσα και ανθρώπους. Καιροί που έγραψαν ιστορίες δίχως να γραφτούν ποτέ στην Ιστορία περάσανε και κύλησαν παρασυρμένες από τον ρου του χρόνου, από την ορμή της εξέλιξης, από την ταχύτητα των γεγονότων.

Αυτόν τον καιρό αν τον είχαμε αρμενίσει μαζί θα βρισκόμασταν αλλού. Όχι σ’ άλλη γη και σ’ άλλα μέρη, αλλά σ’ άλλες μέρες. Λίγο απ’ το περίσσευμα της ψυχής μας να ήμασταν διατεθειμένοι να διαθέσουμε. Λάθος. Όχι «διατεθειμένοι», αλλά μαθημένοι, εκπαιδευμένοι.

Έχουμε χαθεί από καιρό –αν ποτέ βρεθήκαμε. Χαμένοι στην ιδιωτικότητα και την ιδιοτέλεια χάσαμε τον καιρό μας. Εκτεθειμένοι πια, υποκρινόμαστε –κάπου ανάμεσα στα ζάπινγκ στις διαφημίσεις– πως τάχα καταλαβαίνουμε το πόσο είναι πολύτιμος, πόσο αναντικατάστατος, πόσο δυσαναπλήρωτος. Τώρα που, εκτιθέμενοι σε δημόσια θέα, διαπιστώνουμε στο πάτημα των πλήκτρων τα λάθη μας [διαγράφεται μια λέξη] κι είμαστε έτοιμοι με πάθος κι ευκολία μοναδική να τα επαναλάβουμε. Φταίει –λέμε– ο καιρός, κι έτσι, η βροχή δεν ξεπλένει μονότονα μόνο τους δρόμους, αλλά και τις συνειδήσεις, τις μνήμες, την Ιστορία.

Να δούμε τώρα, όσο θα καλοκαιριάζει κι η προθεσμία του παλιόκαιρου εκπνέει, σε ποιου καιρού τις μέρες θα βρούμε να φορτώσουμε ξανά την κακοκεφιά μας όλη και την απελπισία πέρα ως πέρα. Γιατί, το μόνο βέβαιο που η ζωή υποδεικνύει, είναι ότι, οι εποχές και οι καιροί μπορεί ν’ αλλάζουνε του τόπου, μπορεί ν’ αλλάζουν οι κυβερνήσεις ή κι οι λέξεις, αλλά διδάγματα εύκολα δεν βγαίνουν για να σταλάξουνε σοφία και σωφροσύνη κι όπου συμβαίνει ομόθυμα συμπέρασμα να βγαίνει, είναι ότι ο καιρός, αυτός ο μόνος φταίχτης, υπαίτιος είναι για όλα [αυτά τουλάχιστον που δεν φορτώνουμε στους άλλους].